Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘μπαλτζήδες’

Η πορεία προς το μέτωπο (από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη)

Posted by sarant στο 27 Οκτώβριος, 2019

Μέρες που είναι, στο σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο είπα να βάλω κάτι σχετικό με τον πόλεμο του 40. Και διάλεξα την ενότητα «Η πορεία προς το μέτωπο» από το Άξιον Εστί, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος είχε πολεμήσει ως ανθυπολοχαγός στην Αλβανία -κι έγραψε επίσης και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

Το κείμενο είναι πολύ γνωστό, αφού διδάσκεται και στο σχολείο -αν και στα χρόνια μου δεν διδασκόταν. Ωστόσο, ευκαιρία είναι να το επισκεφτούμε ξανά και να χαρούμε τη γλώσσα του. Το κείμενο που παραθέτω το πήρα από το ηλεκτρονικό βιβλίο του Ψηφιακού σχολείου, ωστόσο στο τέλος επισημαίνω ότι στο βιβλίο της Ε’ Δημοτικού το απόσπασμα που διδάσκεται έχει κάποιες αποκλίσεις από το κείμενο του ποιητή. Τέλος, εστιάζομαι σε μια λέξη του κειμένου.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Εκπαίδευση, Λογοτεχνία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »