Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘μπονζάι’

Από το πρωί ως αργά το απόγευμα (τρεις ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου, πέρυσι ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας και φέτος την άνοιξη δυο ιστορίες της τρικυμίας και της παλίρροιας

Σήμερα κάνουμε ρελάνς, με τρεις ιστορίες, δυο σύντομες και μία μεγαλύτερη. Όπως λέει ο Ξεροσφύρης, αρχικά είχε σκοπό να γράψει 4 ή 5 μικροδιηγήματα, μπονζάι όπως τα λέει ο Γιάννης Πατίλης που μελετάει και αναδεικνύει το είδος, οι οποίες να εκτυλίσσονται από το πρωί έως το βράδυ της ίδιας μέρας.

Όμως δεν κάνει πάντα ό,τι θέλει ο συγγραφέας με το υλικό του. Τελικά, η τρίτη ιστορία δεν βολευόταν στα στενά όρια του μπονζάι, ήθελε να μεγαλώσει και το κατάφερε, και πολύ καλά έκανε εδώ που τα λέμε. Η τέταρτη πάλι, εξελίχτηκε περίεργα κι έτσι η ολοκλήρωσή της αναβλήθηκε γι’ άλλη φορά. Οπότε, ο φίλος μας μου έστειλε τις τρεις ιστορίες, όχι «μέχρι το βράδυ» αλλά «ως αργά το απόγευμα».

Έχει μια ακόμα πρωτοτυπία η σημερινή δημοσίευση. Οι δυο πρώτες ιστορίες έχουν αφιέρωση -σε τρεις καλούς φίλους/φίλες μας.

Ο λόγος στον Dryhammer:

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 

Α) ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Το φως της μέρας και κάποιοι πρωινοί θόρυβοι προσπαθούσαν να τον ξυπνήσουν. Εκείνος αρνιόταν. Ήθελε να κρατήσει αυτή τη γλυκιά χαύνωση, να βουλιάξει μέσα της πριν πάρει ο εγκέφαλος τα ηνία και, πού ξέρεις, να ξεκλέψει καμιά ωρίτσα πρωινό ακαμάτικο ύπνο.

Σιγόλιωνε πίσω απ’ τα κλεισμένα του βλέφαρα, όταν την ένιωσε ν’  απομακρύνει τα εμπόδια των ρούχων και να κάθεται μαλακά πάνω του. Δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Εκείνη στηρίχτηκε στις κλείδες του κι έσκυψε και τούδωσε ένα απαλό φιλάκι στα χείλη.

Επιτέλους μισάνοιξε τα μάτια, κι από τις χαραμάδες τους είδε τα μελιά της μάτια που περίμεναν διστακτικά. Όταν αυτή βεβαιώθηκε πως είναι ξυπνός, έσκυψε πάλι και συνέχισε να του δίνει πεταχτά φιλάκια στα ζυγωματικά, στο σαγόνι, στο λαιμό. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να τρίβουν τις μύτες τους σαν τους Εσκιμώους.

Εκείνος εξακολουθούσε να μην ανοίγει τα μάτια, αλλά τώρα χαμογελούσε, κι εκείνη σα να γουργούρισε.

Τα χέρια του, οδηγημένα από τον ήχο της, άρχισαν να την χαϊδεύουν με τρυφεράδα και βία κάτω απ’ το σαγόνι, στα μάγουλα και μετά από το κεφάλι της να κατεβαίνουν στη ραχοκοκαλιά της μέχρι κάτω και πάλι πίσω και ξανά και ξανά. Εκείνη στριφογύριζε πάνω του κι έβγαζε μικρούς κοφτούς ευχαριστημένους ήχους και γουργουρητά, κι εκείνος ρουθούνιζε, όντες συνεπαρμένοι ο ένας από το ρυθμό του άλλου.

Κάποια στιγμή εκείνη απόδωκε και σηκώθηκε. Κατέβηκε από το κρεβάτι και βγήκε απ΄ το δωμάτιο.

Τώρα τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Σηκώθηκε μ΄ έναν αναστεναγμό και ράθυμα τράβηξε για την κουζίνα.

Εκείνη τον περίμενε, με τα μελιά της μάτια καρφωμένα στα δικά του και σχεδόν χαϊδεύοντας την κάσα της πόρτας με το λαγόνι της. Όταν εκείνος μπήκε στην κουζίνα, εκείνη τρίφτηκε πάλι πάνω του με νάζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »