Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μπουκέτο’

Καζαμίας το 2017;

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2017

Μου γράφει ένας φίλος χτες το πρωί: «Εψαξα το ιστολόγιο και δεν βρήκα να έχεις γράψει άρθρο για τον Καζαμία. Γιατί δεν γράφεις κάτι;».

Του απαντάω «Διαβάζεις τις σκέψεις μου;» διότι εκείνην ακριβώς τη στιγμή μάζευα υλικό για το σημερινό άρθρο! Τόσα χρόνια που ιστολογώ, σπάνια τυχαίνει τέτοια σύμπτωση, οπότε είπα να την αναφέρω.

Βέβαια, τις πρώτες μέρες της καινούργιας χρονιάς ο Καζαμίας είναι κάτι επίκαιρο, οπότε η σύμπτωση δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σύμφωνα με το λεξικό, ο Καζαμίας είναι «λαϊκό έντυπο με το ημερολόγιο της χρονιάς και με διάφορες πληροφορίες και προβλέψεις που στηρίζονται στην αστρολογία».

Ο ορισμός είναι ακριβής. Κι αν έχουμε συνδυάσει τον Καζαμία με το επαρχιακό και το παρωχημένο, Καζαμίες εκδίδονται και σήμερα, με ύλη αρκετά εκσυγχρονισμένη, και, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη συνέντευξη της εκπροσώπου ενός εκδοτικού οίκου, οι μεγάλοι Καζαμίες πουλάνε περί τις 150.000 αντίτυπα κάθε χρονιά, εξακολουθούν δηλαδή να έχουν μεγάλη απήχηση. Πρόκειται βέβαια για φτηνό έντυπο, με τιμή γύρω στα 2 ευρώ.

casamiaΑπό πού όμως βγήκε η λέξη; Σύμφωνα με το λεξικό, Casamia ήταν όνομα φανταστικού αστρολόγου που έμπαινε σαν τίτλος σε τέτοια βιβλία που εκδίδονταν στα ιταλικά. Το ίδιο αναφέρει και το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη γράφοντας (λαθεμένα;) Cazamia.

Εδώ αριστερά βλέπετε το εξώφυλλο ενός τέτοιου βιβλίου που εκδόθηκε το 1827. Ο πλήρης τίτλος του είναι Il giro astronomico del celebre astronomo, fisico e cabalista Pietro G.P. Casamia, Veneziano. Αστρονόμικο λέει, αλλά την εποχή εκείνη η λέξη σήμαινε τον αστρολόγο περισσότερο. Σε άλλες εκδόσεις το όνομα είναι Τζανπέτρο Καζαμία, η καταγωγή πάντα από τη Βενετία. Κάπου διάβασα ότι τα πρώτα τέτοια βιβλία κυκλοφόρησαν στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ιταλία πάντοτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Ημερολογιακά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Μπίλυ Γεράνης, ο πρώτος Έλληνας ντετέκτιβ

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2016

Το όνομα Μπίλυ Γεράνης μάλλον δεν σας είναι γνωστό, ωστόσο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας: έτσι ονομάζεται ο πρώτος Έλληνας μυθιστορηματικός αστυνομικός, ο πρώτος ντετέκτιβ της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μερικά χρόνια πριν από τον δικαίως πολύ διασημότερο αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή.

Ο Μπίλυ Γεράνης είναι δημιούργημα του Πέτρου Μακρυνού, και εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1942 στο περιοδικό Μπουκέτο, πρωταγωνιστής έξι αστυνομικών διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν σε δυο ή τρεις συνέχειες. Απ’ όσο ξέρω, ήταν τα πρώτα κείμενα που εμφανίζονταν στο Μπουκέτο με την υπογραφή αυτή -αλλά και τα τελευταία. Όλα δείχνουν ότι το όνομα Πέτρος Μακρυνός ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Έχω κάνει μια εικασία για την ταυτότητα του συγγραφέα, αλλά είναι εντελώς στα κουτουρού και δεν την ανακοινώνω.

Τα έξι διηγήματα εκτυλίσσονται στην Αθήνα γύρω στο 1920. Ο Μπίλυ Γεράνης είναι νεαρός, 20-21 χρονών, και μικροδείχνει ακόμα περισσότερο. Υπηρετεί στο 5ο αστυνομικό τμήμα και ονομάζεται Βασίλης Γεράνης, αλλά οι συναδελφοί του τού έχουν κολλήσει το παρατσούκλι Μπίλυ επειδή είναι μανιώδης αναγνώστης αγγλοσαξονικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Θα σας παρουσιάσω σήμερα το πρώτο αστυνομικό διήγημα με ήρωα τον Μπίλυ Γεράνη, «Το μυστήριο της λεωφόρου Ακαδημίας» (έτσι έλεγαν την οδό Ακαδημίας προπολεμικά). Όπως θα δείτε, οι λογοτεχνικές του αρετές δεν είναι μεγάλες, θα έλεγα ότι πρόκειται για μάλλον απλοϊκό διήγημα με προβλέψιμο τέλος -αλλά δεν παύει να είναι το πρώτο με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ.

Απ’ όσο ξέρω, τα έξι διηγήματα του Πέτρου Μακρυνού δεν έχουν αναδημοσιευτεί ποτέ -αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια επισκόπηση των πρώτων βημάτων της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, πριν από τον Γιάννη Μαρή, γραμμένη από τον Φίλιππο Φιλίππου.

Το Μπουκέτο, όπου δημοσιεύτηκαν τα διηγήματα, είναι το γνωστό ποιοτικό λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που κυριάρχησε στο είδος πριν από τον πόλεμο, φέρνοντας την καλή λογοτεχνία σε επαφή με πλατύτερες μάζες. Διέκοψε την κυκλοφορία του με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα αλλά την ξανάρχισε λίγους μήνες αργότερα. Παρόλο που το κατοχικό Μπουκέτο από πλευράς εμφάνισης και μέσων ήταν φτωχός συγγενής του προπολεμικού, κατάφερε, υπό τη διεύθυνση του Μήτσου Παπανικολάου, να διατηρήσει αρκετά καλό επίπεδο. Bέβαια, η ποικίλη ύλη του ήταν κατοχική -για παράδειγμα, πλάι στο διήγημα του Μακρυνού διαβάζουμε συνταγές για σάλτσα χωρίς λάδι.

Ευχαριστώ τη φίλη Σουμέλα για την πληκτρολόγηση. Έχω μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Ο μοίραρχος, διοικητής του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος Αθηνών κ. Δούκας φόρεσε το μανδύα του  και το πηλήκιό του και, γυρίζοντας προς ένα νεαρό ενωμοτάρχη που στεκόταν όρθιος λίγο πιο πέρα του είπε:

-Λοιπόν, Μπίλυ, εγώ πηγαίνω. Δεν πιστεύω να ’χουμε απόψε τίποτε το εξαιρετικό. Εξ άλλου όπου να ’ναι θα ’ρθει ο αξιωματικός της υπηρεσίας. Η μπόρα, φαίνεται, τον έκανε ν ’αργήσει. Πάντως εγώ βασίζομαι σε σένα, Μπίλυ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Αθησαύριστα, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Μια ώρα με τον κ. Κώστα Βάρναλη (συνέντευξη του 1932)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2016

Το ιστολόγιο ασχολείται συχνά με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη και ακόμα πιο συχνά με τον Γιώργο Κοτζιούλα. Στο σημερινό φιλολογικό άρθρο συνδυάζω αυτούς τους δυο αγαπημένους συγγραφείς, αφού παρουσιάζω μια φιλολογική τους συνάντηση, και συγκεκριμένα μια συνέντευξη που πήρε ο δεύτερος από τον πρώτο.

Το 1932 ο Γιώργος Κοτζιούλας δημοσίευσε στο περιοδικό Μπουκέτο τρεις συνεντεύξεις με φτασμένους λογοτέχνες:  τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Βαρναλη και την ποιήτρια Αιμιλία Δάφνη, ενώ είχε προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 1931, συνέντευξη με τον Λάμπρο Πορφύρα. Οι τρεις συνεντεύξεις του 1932 είχαν τον γενικό τίτλο «Φιλολογικές εκστρατείες» και καθώς δημοσιεύτηκαν με τακτική συχνότητα (κάθε δεκαπέντε μέρες) δίνεται η εντύπωση ότι ο Κοτζιούλας είχε σκοπό να συνεχίσει και με άλλες συνεντεύξεις: ωστόσο, λίγο αργότερα έπαθε νευρική κατάρρευση και γύρισε στο χωριό του, την Πλατανούσα για να αναρρώσει, ενώ τον ίδιο καιρό ήρθε και σε ρήξη με το επιτελείο του Μπουκέτου -ίσως γράψουμε άλλη φορά γι αυτό το θέμα. Έτσι, οι συνεντεύξεις αυτές διακόπηκαν.

Ο Κοτζιούλας ήταν 23 χρονών την εποχή εκείνη, φοιτητής της Φιλοσοφικής, και είχε αρχίσει να ακούγεται στα ελληνικά γράμματα, τόσο ως ποιητής (στις αρχές του 1932 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Εφήμερα) όσο και ως κριτικός (με τακτική συνεργασία σε διάφορα έντυπα). Ο Βάρναλης, από την άλλη, είχε τα διπλά χρόνια του Κοτζιούλα (και κάτι παραπάνω, ήταν 48) και βρισκόταν στο τέλος της δημιουργικής δεκαετίας του (όπως την ονόμασε, εκ των υστέρων βέβαια, ο Γιάννης Δάλλας), τη δεκαετία 1923-33 μέσα στην οποία δημοσίευσε τα περισσότερα μεγάλα έργα του που του χάρισαν την καταξίωση. Λίγο καιρό πριν παρθεί η συνέντευξη, ο Κοτζιούλας είχε δημοσιεύσει στο λογοτεχνικό περιοδικό Μελέτη-Κριτική μια ευνοϊκή αλλά και ουσιαστική κριτική για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη του Βάρναλη. Επιπλέον, οι δυο τους ήταν και ομοϊδεάτες -αν και ο Κοτζιούλας δεν είχε δημόσια εκδηλωθεί για αριστερός.

Έχει ενδιαφέρον να αναδημοσιεύουμε σήμερα, 84 χρόνια μετά, μια συνέντευξη, ένα είδος που, εν πάση περιπτώσει, είναι μάλλον εφήμερο; Πιστεύω πως ναι και όχι μόνο για τους μελετητές, αφού ο Βάρναλης εξακολουθεί, και δίκαια, να διαβάζεται από ευρύ κοινό. Οπότε σκέφτηκα να την ψηφιοποιήσω για να είναι προσιτή -το Μπουκέτο υπάρχει βέβαια ονλάιν (έως το 1934) αλλά σε αρχεία pdf χωρίς δυνατότητα αναζήτησης.

Μεταφέρω σε μονοτονικό και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

kotzbarn

Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιη­τών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιη­τική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συ­νηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.

kbmpoukΓια το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασο­πουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε…  ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό ό­νομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Α­θήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέ­βαια διαφορετικούς από τους επαναστα­τικούς και υπέροχους του αντρός της.

Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.

— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ ση­μειώσεις…

— Σύμφωνοι. Λέγετε!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Περιοδικά, Συνεντεύξεις, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 118 Σχόλια »

Ένας σουρεαλιστής από την Αμοργό;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2015

Η Αμοργός έχει κερδίσει μια προνομιούχα θέση στη γεωγραφία του ελληνικού σουρεαλισμού αφού έτσι διάλεξε να τιτλοφορήσει την ποιητική του σύνθεση ο Νίκος Γκάτσος. Ωστόσο, ο Γκάτσος δεν καταγόταν από την Αμοργό (αλλά από την Ασέα της Αρκαδίας), οπότε δεν είναι αυτός ο σουρεαλιστής του τίτλου μας.

Εδώ που τα λέμε, ο Γεώργιος Εξαρχόπουλος, διότι γι΄αυτόν πρόκειται να μιλήσουμε σήμερα, δεν είναι καν σουρεαλιστής με την αυστηρή -ίσως και με καμία- έννοια του όρου, κι αν είναι θα είναι avant la lettre, που λένε κι οι Γάλλοι, μιας και ο ποιητής από την Αμοργό έδρασε και πέθανε πολύ πριν εμφανιστεί ο σουρεαλισμός σαν καλλιτεχνικό ρεύμα, πολύ πριν γεννηθεί ο Αντρέ Μπρετόν ή ακόμα και ο πατέρας του Μπρετόν. Να προειδοποιήσω πως οι περισσότεροι που έχουν ασχοληθεί μαζί του, σχεδόν όλοι, τον θεωρούν απλώς παλαβό, ψώνιο, έναν από τους τύπους της παλιάς Αθήνας στα χρόνια του Όθωνα.

Ο Εξαρχόπουλος γεννήθηκε στην Αμοργό γύρω στο 1780 -δεν έχω πρόχειρη εγκυκλοπαίδεια να κοιτάξω να δω αν αναφέρει το ακριβές έτος γεννήσεώς του, και μεταξύ μας δεν ξέρω καν αν έχει αξιωθεί να αποκτήσει λήμμα σε εγκυκλοπαίδεια: αν ήταν να στοιχηματίσω, θα έλεγα πως όχι. Τη χρονολογία που δίνω τη συνάγω από το ότι στα 1803 τον βρίσκουμε ακόλουθο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, ηγεμόνα της Βλαχίας. Στα 1820 φαίνεται πως μυήθηκε στη Φιλικήν Εταιρία και είχε αξιόλογη δράση ως φιλικός. Όταν ξέσπασε η επανάσταση στη Μολδοβλαχία πήρε μέρος στις μάχες του Σκουλενίου και του Δραγατσανίου, όπου τραυματίστηκε. Μετά, κατέβηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Διάβασα ότι έδωσε την περιουσία του για τον αγώνα. [Προσθήκη: Τα όσα ακολουθούν έχουν ένα σοβαρό λάθος. Όπως επισήμαναν αρκετοί σχολιαστές και τελικά επιβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία φίλος που έχει σχέση με την Αμοργό, στο άρθρο συγχέονται δύο πρόσωπα με το ίδιο ονοματεπώνυμο. Ο αγωνιστής της Επανάστασης Γεώργιος Εξαρχόπουλος του Μάρκου και ο εκκεντρικός ποιητής Γεώργιος Εξαρχόπουλος του Ματθαίου. Ο αγωνιστής ζούσε ακόμα το 1848 αλλά είχε πεθάνει το 1865.]

Έζησε στην Αθήνα στα χρόνια του Όθωνα, και το 1842 εξέδωσε τη μοναδική ποιητική του συλλογή, που θα την παρουσιάσω εδώ σήμερα. Πέθανε στην Αμοργό, μετά το 1856 αλλά πότε ακριβώς δεν ξέρω. Κατά πάσα πιθανότητα, έγραψε και άλλα ποιήματα αλλά δεν ξέρω αν σώζονται. Δεν αποκλείεται κάποια από όσα αποδίδονται σε αυτόν να είναι φτιαχτά, όχι δικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 143 Σχόλια »

Ν. Λαπαθιώτη «Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες»

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2015

dekatriantominaΚυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες, από τις εκδόσεις “Ερατώ” και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, η συλλογή διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη “Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες”. Το βιβλίο περιέχει 38 διηγήματα του Λαπαθιώτη, δημοσιευμένα από το 1930 και μετά, δηλαδή διηγήματα της ωριμότητας. Είναι ο τρίτος και (εκτός απροόπτου) τελευταίος τόμος με διηγήματα του Λαπαθιώτη. Θυμίζω ότι το 2012 είχα εκδώσει, πάλι από την Ερατώ, τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη, «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες«, με 30 νεανικά διηγήματα γραμμένα μεταξύ του 1908 και του 1923, ενώ το 2013 ακολούθησε ο δεύτερος τόμος «Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες«, με 31 διηγήματα γραμμένα μεταξύ 1924 και 1929.

Τα περιεχόμενα του τρίτου τόμου και άλλα στοιχεία της έκδοσης μπορείτε να τα δείτε, από την παρουσίαση στο ηλεβιβλιοπωλείο της Πολιτείας, εδώ. Έτσι, συγκεντρώνονται συνολικά 99 διηγήματα του Λαπαθιώτη σε τρεις τόμους (ο πλήρης κατάλογος υπάρχει επίσης στο βιβλίο).

Πρέπει να πω ότι για μεγάλο διάστημα ήμουν αναποφάσιστος αν τα 38 ευρισκόμενα διηγήματα του Λαπαθιώτη, που απέμεναν μετά την έκδοση των δύο πρώτων τόμων, θα εκδίδονταν σε έναν ή σε δύο τόμους. Η λύση των δύο τόμων θα είχε το πλεονέκτημα ότι, αν τυχόν στο μεταξύ τους διάστημα έρχονταν στην επιφάνεια κι άλλα αθησαύριστα διηγήματα, θα μπορούσαν και αυτά να συμπεριληφθούν σε έναν τέταρτο τόμο. Ωστόσο, δεν υπήρχε κάποιο λογικό και βολικό σημείο τομής στο προς έκδοση υλικό, κι έτσι τελικά, σε συνεννόηση και με τον εκδότη, προτιμήθηκε να εκδοθεί ένας τόμος, έστω και κάπως ευμεγέθης (πιάνει 466 σελίδες!) αντί για δύο ισχνούς. Άμποτε να βρεθούν κι άλλα διηγήματα του Λαπαθιώτη που λανθάνουν, να προστεθεί τέταρτος τόμος.

(Θα ρωτήσετε ίσως: Υπάρχει πιθανότητα να βρεθούν και άλλα διηγήματα του Λαπαθιώτη; Αυτό είναι μάλλον βέβαιο. Καταρχάς, οι δικές μου έρευνες δεν ήταν δυνατόν να καλύψουν τα πάντα· ανάμεσα στ’ άλλα, δεν μπόρεσα να ερευνήσω στην ολότητά τους δύο πηγές που ήδη έχουν φανερωθεί γόνιμες, το περιοδικό Οικογένεια στα χρόνια 1931-33 και το κατοχικό Μπουκέτο (πουθενά δεν βρήκα πλήρη τα σώματά τους, μόνο ελλιπή). Επίσης, δεν αποκλείεται διηγήματα του Λαπαθιώτη να λανθάνουν σε άλλα έντυπα, ακόμα και σε εφημερίδες. Και τέλος, αν κάποτε ανοίξει ή αξιοποιηθεί το μυθικό αρχείο Λαπαθιώτη που βρίσκεται στην κατοχή των αδελφών Παπανδρέου, μπορούμε να περιμένουμε ότι θα έρθουν στο φως και άγνωστα διηγήματα).

Το βέβαιο είναι ότι, εβδομηνταένα χρόνια μετά την αυτοκτονία του, στις 8 Ιανουαρίου 1944 στο πατρικό του σπίτι, στη γωνία των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης όχι μόνο δεν έχει λησμονηθεί, αλλά απροσδόκητα βρίσκεται όλο και περισσότερο στην επικαιρότητα. Λιγότερο απροσδόκητο είναι το ότι οι νεότερες εργασίες για τον Λαπαθιώτη αφορούν κυρίως το πεζό του έργο, το οποίο είχε μείνει στη σκιά του ποιητικού και μέχρι πρόσφατα παρέμενε ανέκδοτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 71 Σχόλια »

Μια διαμαρτυρία και ένα ποίημα για τα γενέθλια του Ν. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2014

Συμπληρώνονται σήμερα 126 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα (ή εκεί κοντά) συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Σήμερα θα σας παρουσιάσω κάτι σχετικό με την πολιτική δραστηριότητα του Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης, θυμίζω, αν και γιος υψηλόβαθμου (αλλά και όχι αντιπροσωπευτικού) στρατιωτικού καριέρας, από νέος συμπαθούσε το σοσιαλιστικό κίνημα και αργότερα πλησίασε το κομμουνιστικό κόμμα. Τον βρίσκουμε να συνεισφέρει ένα σημαντικό ποσό σε έρανο του Ριζοσπάστη το 1920 και το 1921 να στέλνει στον Ριζοσπάστη θερμή επιστολή στην οποία δηλώνει «πιστός στρατιώτης του σκοπού». Το 1927 κάνει φιλοκομμουνιστικές δηλώσεις και ζητάει από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών να πάψει να λογίζεται μέλος του ποιμνίου της ορθοδοξίας, ενώ αργότερα υπογράφει κείμενα διαμαρτυρίας μαζί με άλλους λογοτέχνες για διάφορα θέματα, καταθέτει μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη των φαντάρων του Καλπακιού και στέλνει μια συνεργασία στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», το «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου», το μοναδικό λογοτεχνικό του κείμενο που έχει πολιτικό χαρακτήρα.

Βέβαια, αυτή η συνοδοιπορία του δεν τον οδήγησε σε στενότερη ένταξη, έμεινε ως το τέλος συμπαθών. Ως το τέλος όμως, αν πιστέψουμε τη μαρτυρία του Κώστα Χριστοδούλου στον Τάσο Βουρνά, ότι λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει ήρθε σε επαφή με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής των Εξαρχείων και τους παρέδωσε τα όπλα του στρατηγού πατέρα του.

Σήμερα θα παρουσιάσω ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο γιατί είναι το πρώτο κείμενο πολιτικής διαμαρτυρίας που έχουμε βρει να υπογράφει ο Λαπαθιώτης. Το κείμενο, που αρχικά δημοσιεύτηκε το 1925 στον Ριζοσπάστη, δεν έχει γίνει, απ’ όσο ξέρω, ευρύτερα γνωστό, αν και το συμπεριέλαβε ο Γιώργης Πικρός το 1978 σε μια συλλογή δημοσιευμάτων από τον προπολεμικό Ριζοσπάστη.

Όπως είπα, πρόκειται για διαμαρτυρία. Αλλά πρώτα να δούμε το πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Βρισκόμαστε στις αρχές Αυγούστου 1925. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (ο παππούς του σημερινού απόμαχου πολιτικού) έχει αναλάβει πρωθυπουργός αλλά ακόμα δεν έχει προχωρήσει σε ανοιχτή δικτατορία -η Βουλή λειτουργεί. Ωστόσο έχει αρχίσει η περιστολή των ελευθεριών, μετά τη δημοσίευση του λεγόμενου «κατοχυρωτικού νόμου» του πολιτεύματος. Στα τέλη Ιουλίου, δώδεκα στελέχη του ΚΚΕ, ανάμεσα στους οποίους ο Παντελής Πουλιόπουλος, γραμματέας του κόμματος, ο Σεραφείμ Μάξιμος και ο Τάκης Φίτσος, συλλαμβάνονται και κλείνονται στις φυλακές Παραπηγμάτων για να παραπεμφθούν στο στρατοδικείο, και όντας προφυλακισμένοι πέφτουν θύματα ξυλοδαρμού και κακοποίησης από τους στρατιωτικούς που τους επιτηρούν. Ταυτόχρονα, παραπέμπεται σε δίκη ο Ριζοσπάστης για παραβίαση του «κατοχυρωτικού». Στις 1 Αυγούστου το βράδυ απαγορεύεται την τελευταία στιγμή η παράσταση του θεατρικού έργου του Ρομέν Ρολάν «Θα ρθει καιρός» (Le temps viendra) που δινόταν από θίασο φιλικά προσκείμενο στο ΚΚΕ, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τη Διεθνή Εργατική Βοήθεια.

Στις 3 Αυγούστου ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει την εξής «διαμαρτυρία νέων λογίων» (διατηρώ την ορθογραφία αλλά μονοτονίζω):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Κομμουνιστικό κίνημα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 43 Σχόλια »

«Η νοσταλγία του Γιάννη», αθησαύριστο διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη (εκδόσεις Ερατώ)

Posted by sarant στο 26 Οκτώβριος, 2014

cover000Από χτες βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο «Η νοσταλγία του Γιάννη», από τις εκδόσεις Ερατώ, σε επιμέλεια δική μου. Το άγνωστο αυτό διήγημα του Παπαδιαμάντη το παρουσίασα αρχικά εδώ στο ιστολόγιο το καλοκαίρι του 2012, λίγο μετά αφότου το ανακάλυψα. Σε εκείνη την πρώτη δημοσίευση διατηρούσα κάποια μικρή επιφύλαξη αν το κείμενο είναι του Παπαδιαμάντη, γι’ αυτό και είχα βάλει ερωτηματικό στον τίτλο του άρθρου. Τώρα, είμαστε βέβαιοι ότι το διήγημα είναι γνήσιο παπαδιαμαντικό, το πολύ με ελάχιστες επεμβάσεις των συντακτών του περιοδικού όπου αναδημοσιεύτηκε.

Είναι τόσο σημαντικό ένα άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη; Ασφαλώς δεν πρόκειται να αλλάξει η γενική γνώμη μας για τον συγγραφέα της Φόνισσας από αυτό το ένα διήγημα που ανασύρθηκε από την αγκαλιά της λήθης. Δεν θέλω να πέσω στην παγίδα που πέφτουν πολλοί ερευνητές να θεωρούν καίριας σημασίας αποκλειστικά και μόνο τον ειδικό τομέα όπου ερευνούν οι ίδιοι, και κοσμοϊστορικά τα ευρήματά τους. Η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι μία από τις 172 ψηφίδες που συνθέτουν το έργο του διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Ως τώρα γνωρίζαμε 171 διηγήματα, τώρα προστίθεται και ένα ακόμα, το 172ο διαμαντάκι θα έλεγα.

Το χαρακτήρισα αθησαύριστο, θα μπορούσα επίσης να το πω ανεύρετο. Έτσι το χαρακτηρίζει ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, ο οριστικός εκδότης του Παπαδιαμάντη, στον 4ο τόμο της κριτικής του έκδοσης (σελ. 637-8). Εκεί αναφέρει: Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες και τα σχετικά δημοσιεύματα, δεν ανακαλυφθηκε κανένα από τα ‘ανεύρετα’ διηγήματά του, που είναι τα εξής: 1) «Ο μοναχογιός», της σειράς ‘Διηγήματα του θέρους’, δημοσιευμένο στην «Λαϊκή», άλλη έκδοση της «Ακροπόλεως», στις 10 Ιουνίου 1900, 2) «Η νοσταλγία του Γιάννη» στην εφημ. «Αλήθεια», 25 και 26 Απριλίου 1906, 3) «Ανέορτοι», πιθανώς στην «Ακρόπολι», και 4) «Η Δούλα», δημοσιευμένη (έξι ή εφτά συνέχειες) στην εφημ. «Νέα Ζωή», άγνωστη στις βιβλιοθήκες.
Και σε υποσημείωση, ο Ν.Δ.Τ. αναφέρει ότι σύμφωνα με μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα των διηγημάτων «Η νοσταλγία του Γιάννη» και «Ανέορτοι».

Θα ρωτήσετε, αφού τα διηγήματα είναι ανεύρετα, πώς ξέρουμε ακόμα και την ημερομηνία που δημοσιεύτηκαν; Το ξέρουμε από δημοσιεύσεις ή αγγελίες σε άλλες εφημερίδες, που τα δικά τους σώματα υπάρχουν στις βιβλιοθήκες, ότι δημοσιεύτηκε το τάδε διήγημα του Παπαδιαμάντη «εις την εκλεκτήν συνάδελφον». Όμως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, παρόλο που για δύο διηγήματα είχαμε πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία, δεν έγινε μπορετό να βρεθούν τα συγκεκριμένα φύλλα των εφημερίδων σε καμιά βιβλιοθήκη, είτε δημόσια είτε ιδιωτική.

Θα απορείτε: το διήγημα, που μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ που δίνω πιο πάνω, δεν πιάνει πάνω από 8-10 σελίδες βιβλίου. Δικαιολογείται έκδοση για τόσο λιγοσέλιδο έργο; Η ένσταση είναι βάσιμη -αλλά από τη άλλη μεριά, Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. Επειδή έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Για την ακρίβεια, από το 1938 που σύνταξε ο Κατσίμπαλης τη βιβλιογραφία του, ένα μόνο άγνωστο διήγημα είχε φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι το δεύτερο του είδους, κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το εύρημα δεν είναι αμελητέο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2013

Την προηγούμενη Κυριακή παρουσίασα ένα αφήγημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στο Μπουκέτο τα Χριστούγεννα του 1930, με αναμνήσεις από την παρέα της Δεξαμενής, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας λόγιος, ο φοβερός Ευρυσθένης Τσανάκας, και μια γαλοπούλα, την οποία ο Τσανάκας βρήκε ξεκομμένη από το κοπάδι της και την μετέτρεψε σε χριστουγεννιάτικο έδεσμα, έναν πειρασμό στον οποίο ακόμα και ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί, ίσως επειδή το κρασί του κυρ-Γιάννη, του καφετζή της Δεξαμενής, ήταν αγνό και γλυκόπιοτο, «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», όχι σαν το πετρέλαιο των άλλων καφενείων!

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ένας σημαντικός λόγιος αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Ευρυσθένη Τσανάκα και αντέδρασε με ένα βίαιο κείμενο που θα δούμε στη συνέχεια, στο οποίο όχι μόνο καταγγέλλει τον Μαλακάση ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια σχετικά με το περιστατικό της γαλοπούλας, αλλά και περνάει σε αντεπίθεση διατυπώνοντας βαρύτατες κατηγορίες για το ποιόν και την ηθική συγκρότηση του «Θανάση», όπως παρονομάζει τον Μαλακάση, αφού τον κατηγορεί ότι συνδεόταν με πλούσιες γυναίκες για να τους απομυζά την περιουσία. Ο λόγιος αυτός ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στον οποίο χρωστάμε, ανάμεσα στ’ άλλα, το ότι ανέδειξε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Όπως ήταν φυσικό, ο Μαλακάσης αντέδρασε, και σε μια σύντομη επιστολή του έκανε λόγο για μήνυση -που δεν ξέρω αν έγινε, και τι απέγινε. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και μια άλλη σύντομη επιστολή, του Κώστα Πασαγιάνη, ο οποίος αναφέρθηκε από τον Μαλακάση ως μάρτυρας του περιστατικού, αλλά διέψευσε ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Κι έτσι τελείωσε αυτός ο φιλολογικός καβγάς πριν από 83 χρόνια, ένας καβγάς που θα παρακολουθήσετε τώρα εσείς στα επόμενα.

Τα κείμενα έχουν εκσυγχρονιστεί ορθογραφικά. Ευχαριστώ πολύ τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας και τον Αλέξη για την πληκτρολόγηση.

ΑΜΟΛΑ!
[Δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, 15.1.1931, με το εξής εισαγωγικό κείμενο του περιοδικού: Στο φύλλο των χριστουγέννων δημοσιεύτηκε μια φιλολογική σελίς, με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων». Στη σελίδα αυτή απαντά σήμερα δια των κατωτέρω ο γνωστός λογογράφος, ιστορικός και Διευθυντής των Αρχείων του Κράτους κ Γιάννης Βλαχογιάννης]

(Κριτική όχι φιλολογική, μα κριτική αληθινή, σωφρονιστική και επανορθωτική του συγγραφέα του αριστουργηματικού και μόνου πεζογραφήματος περί Γαλοπούλας, γραμμένου από τον περίφημο στα Ελλ. Γράμματα Καζανόβα, εσχάτως επονομασθέντα και Θανάση, άρχοντα ξεπεσμένο, ποιητή χρεωμένο και πνευματικώς χρεοκοπημένο από τα Μποχωρογάλατα, κριτική συρραφείσα και εις βούρδουλα ματαβληθήσα από τον πεθαμένο κριτικό Τσανάκα, αργήσασα εξ αγνοίας του, αλλά τέλος φθάσασα από τα ύψη της Δεξαμενής).

Ο Καζανόβας ο νεότερος τρέμει τους ζωντανούς, ας είναι και «θρασύδειλοι». Γι΄αυτό παρασταίνει στο διήγημά του των ήρωα Τσανάκα πεθαμένο, και αφίνει ζωντανό τον άλλο ήρωα το Θανάση, δηλ. τον εαυτό του, να μιλεί ακράτητα. Αυτοί είναι οι δύο ήρωές του οι αριστουργηματικοί· ο ένας, σαν πεθαμένος, δε μιλεί, κι΄ο Θανάσης γενναία τα παραλέει, γιατί φαντάζεται πως δεν φοβάται τίποτα απ΄ τον πεθαμένο. Ο Δον Κισώτος έπλαθε φανταστικούς εχθρούς κι ύστερα τους πολεμούσε αλλά ο Καζανόβας ή Θανάσης, τους πεθαίνει πρώτα με το νου του, κι ύστερα τους πολεμάει. Μ΄αυτό τον τρόπο έχει την πλάνη πως είναι σίγουρος απ΄το κακό, σαν κάτι ζούδια που κρύβουν το κεφάλι τους στην τρύπα και λουφάζουν, ήσυχα πια για τη μικρή τους ύπαρξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Παλιότερα άρθρα, Περιοδικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2013

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και το ιστολόγιο αρέσκεται να συντηρεί ένα παλιό έθιμο, να δημοσιεύει δηλαδή χριστουγεννιάτικα αναγνώσματα, όπως έκαναν παλιά οι εφημερίδες και τα περιοδικά τέτοιες μέρες. Το σημερινό αφήγημα λογάριαζα να το παρουσιάσω εδώ και καιρό, αλλά δίσταζα επειδή, για να διηγηθώ ολόκληρη την ιστορία, μου χρειάζονται δυο συνέχειες. Τελικά, σήμερα θα δημοσιεύσω το πρώτο αφήγημα και την επόμενη Κυριακή θα δούμε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η αρχική δημοσίευση, δηλαδή έναν βίαιο φιλολογικό καβγά στον μεσοπόλεμο.

Το αφήγημα που προκάλεσε τον καβγά δημοσιεύτηκε στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του λαϊκού αλλά ποιοτικού περιοδικού Μπουκέτο το 1930, πριν από 83 73 χρόνια. Το υπογράφει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο οποίος αφηγείται μια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια της παρέας της Δεξαμενής, στην οποία συμμετείχε στα νιάτα του, μαζί με τον Καρκαβίτσα, τον Βλαχογιάννη, τον Νιρβάνα και άλλους λόγιους -και βέβαια τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Χρονολογίες δεν δίνονται, αλλά το περιστατικό πρέπει να συνέβη στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Όμως πρέπει να σας προειδοποιήσω πως η ακρίβεια των εξιστορουμένων αμφισβητείται. Δείτε το λοιπόν σαν πεζογράφημα και όχι σαν μαρτυρία.

Έχω εκσυγχρονίσει την (έτσι κι αλλιώς αρκετά σύγχρονη) ορθογραφία. Ευχαριστώ πολύ τους αγαπητούς φίλους που μοιράστηκαν την πληκτρολόγηση του κειμένου, τον Ιστοδεσπότη και τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας. Δεν χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις για το κείμενο, πέρα από το ότι η ελαφρώς κακέμφατη οδός Αγχέσμου δεν είναι άλλη από τη σημερινή Βουκουρεστίου.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ                                   ΤΟΥ κ. ΜΙΛΤ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

ΕΝΑ ΓΕΥΜΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

malakasis2Ένα μουντό πρωινό χινοπωριάτικης ημέρας, παραμονές των Χριστουγέννων, εδώ και εικοσιπέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λόγιος και συγγραφέας και άνθρωπος κολασίμων παθών, έπαιρνε τον καφέ του στο υπόστεγο του μικρού καφενείου της Δεξαμενής -στου κυρ Γιάννη. Τον έπινε και εδιάβαζε την εφημερίδα του, επισκοπώντας και από αταβισμόν ζουλαπιού τα περίγυρα, οσμιζόμενος και την ατμόσφαιρα.

Ο Ευρυσθένης Τσανάκας ! Τρομερό πρόσωπο, άνθρωπος πολυφαγάς, καυγατζής, χωρικός, θρασύδειλος, τύραννος και δούλος. Κακολόγος, κακόσουρτος, βραδύς αλλά παρατηρητικός και συγγραφέας με κάποιο ταλέντο.

Είναι πεθαμένος εδώ και είκοσι χρόνια το λιγότερο. Ύστερα από τόσον καιρό, και ο Θεός ακόμα θα τον συγχώρησε. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λοιπόν, εκείνο το πρωί, έκαμε την τύχη του.

Όπως παραφύλαγε, ανασηκωμένος σε μια στιγμή, συνέλαβε με το μάτι το ξεκομμένο γαλόπουλο που κατέβαινε από το Λυκαβητό σαστισμένο και παραπατώντας.

Εκαθόμουν ακριβώς αντίκρυ του και παρακολουθούσα τη σκηνή. Ο Τσανάκας το ήξερε και με υπόβλεπε. Ήμαστε φίλοι αλλά και εχτροί μαζύ. Μ’ αγαπούσε και δε με υπόφερε. Τον εκαυτηρίαζα εκεί που πονούσε και εφρύαζε. Και το πιο που τον λυσσούσε, ήτανε ο αφελής και παιγνιδιάρικος τρόπος μου.

Το γαλί  ως τόσο κατέβαινε· έφτανε τώρα στο διάμεσο των δύο καφενείων, ήσαν τότε δύο τα καφενεία της Δεξαμενής, κι εκεί που κοντοστάθηκε αναποφάσιστο ακόμα, ο Ευρυσθένης Τσανάκας ευρέθηκε στο πλάι του. Είχε πάρει από κάτω ένα ξεροκάλαμο και διαγράφοντας ημικύκλιο, από τη μια μεριά του έκοψε με το σώμα του το δρόμο, ενώ από την άλλη, τάπα, τάπα, με τη βέργα, το ‘φερνε προς το καφενείο. Συγχρόνως με λίγη ψίχα ψωμιού που έτριβε με το άλλο του χέρι, καθησύχαζε το πουλερικό, που αναθαρρεμένο έτσι, παρασύρονταν προς την κατεύθυνση που του έδινε ο Τσανάκας. Ήτανε δε αυτή, μια παράγκα κολλημένη στο καφενείο, και που εφυλάγονταν τα καθίσματα του καλοκαιριού. Εκεί όταν το έφτασε, άνοιξε την πόρτα και αφού έσπρωξε το γαλί με το ξεροκάλαμο μέσα, την έσυρε πάλι προς αυτόν και την έκλεισε.

Εφώναξε τότε τον μικρόν του καφενείου και του είπε, κοιτάζοντας και προς εμένα ύποπτα, αλλά κάπως εξευτελισμένα :

– Άκου, Θανάση, μεσ’ στην αποθήκη είναι ένα γαλόπουλο, αν το ζητήσει κανένας, το δίνεις. Αν όχι, το κρατείς κλεισμένο· το μεσημέρι εγώ θα γυρίσω από δω. Αγόρασέ του και λίγο καλαμπόκι και βάλε του σ’ ένα πιάτο και νερό.

Γυρίζοντας σ’ εμένα, πάμε ; μου λέει, κατεβαίνεις ή θα καθήσεις εδώ;
– Κατεβαίνω, του απάντησα, και σηκώθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παπαδιαμάντης, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Ν. Λαπαθιώτη «Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες»

Posted by sarant στο 4 Αύγουστος, 2013

lapfilosFF9C53D171B0F476B7A481ABCAB986D4Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες, από τις εκδόσεις “Ερατώ” και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, η συλλογή διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη “Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες”. Το βιβλίο περιέχει 29 διηγήματα του Λαπαθιώτη, δημοσιευμένα από το 1924 έως το 1929, δηλαδή όταν ο γεννημένος το 1888 ποιητής ήταν μεταξύ 35 και 40 χρονών -πρόκειται δηλαδή για διηγήματα της ωριμότητας. Πρόθεσή μου είναι, καιρού επιτρέποντος, να συνεχίσω με το υπόλοιπο διηγηματογραφικό του έργο, δηλαδή να εκδοθεί και ένας τρίτος τόμος με διηγήματα, μπορεί και δύο. Το 2012 είχα εκδώσει, πάλι από την Ερατώ, τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη, «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες«, με νεανικά διηγήματα γραμμένα μεταξύ του 1908 και του 1923.

Ο δεύτερος αυτός τόμος περιέχει, σε επίμετρο, δυο μικρά νεανικά πεζογραφήματα του Λαπαθιώτη, που αν είχαν εντοπιστεί νωρίτερα θα είχαν μπει στον πρώτο τόμο. Βλέπετε, δεν έχει καταρτιστεί εργογραφία του Λαπαθιώτη, κι έτσι τα κείμενά του βρίσκονται διασκορπισμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. Έτσι, συνολικά το βιβλίο έχει 31 διηγήματα. Τα περιεχόμενα του βιβλίου και άλλα στοιχεία της έκδοσης, από την παρουσίαση στο ηλεβιβλιοπωλείο της Πολιτείας, εδώ.

Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά την αυτοκτονία του, στις 8 Ιανουαρίου 1944 στο πατρικό του σπίτι, στη γωνία των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης όχι μόνο δεν έχει λησμονηθεί, αλλά απροσδόκητα βρίσκεται όλο και περισσότερο στην επικαιρότητα. Λιγότερο απροσδόκητο είναι το ότι οι νεότερες εργασίες για τον Λαπαθιώτη αφορούν κυρίως το πεζό του έργο, το οποίο είχε μείνει στη σκιά του ποιητικού και εξακολουθεί, στο μεγαλύτερο μέρος του, να παραμένει ανέκδοτο. Για παράδειγμα, στην «Έκτη συνάντηση εργασίας μεταπτυχιακών φοιτητών του τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ», τον Μάιο του 2011, έγιναν δύο ανακοινώσεις για το πεζό έργο του Λαπαθιώτη.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης βέβαια είναι κυρίως γνωστός ως ποιητής, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, αλλά άφησε μεγάλο σε έκταση και ποικίλο σε μορφή πεζογραφικό έργο. Από αυτό έχουν εκδοθεί η αυτοβιογραφία του (“Η ζωή μου” σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα από τον Κέδρο) και δυο νουβέλες (“Το τάμα της Ανθούλας” σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα από τις εκδ. Λιβάνη και “Κάπου περνούσε μια φωνή” από τις εκδ. Ερατώ σε δική μου επιμέλεια), καθώς και η συλλογή διηγημάτων «Μαραμένα μάτια». Εκτός από τα διηγήματα έχει γράψει επίσης πεζά ποιήματα, στοχασμούς και χρονογραφήματα, καθώς και μη λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως κριτικές και αισθητικές επιφυλλίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαφημίσεις, Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 32 Σχόλια »

Η αυστηρή Καρτ-Ποστάλ του Μπουκέτου

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2013

 

Στο σημερινό μας φιλολογικό άρθρο θα αναφερθώ, όχι για πρώτη φορά, στο ποιοτικό λαϊκό εβδομαδιαίο περιοδικό Μπουκέτο, που μεσουράνησε στον ελληνικό περιοδικό τύπο από το 1924 έως το 1946, αν και θα ήταν ακριβέστερο να πούμε ότι η χρυσή εποχή του σταματάει περίπου στα 1934. Εκδότης του ήταν ο Κων. Θεοδωρόπουλος, διευθυντής ήταν ο Ν. Καμαρινόπουλος, ενώ στη συντακτική του ομάδα συμμετείχαν, κατά καιρούς, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Χάρης Σταματίου, ο Απ. Μαγγανάρης, ο Γιώργος Κοτζιούλας.

Θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε και «οικογενειακό» περιοδικό, ή «λαϊκό», ή «περιοδικό ποικίλης ύλης», ωστόσο αυτοί οι όροι παραπέμπουν σε έντυπα χαμηλότερων απαιτήσεων και αδικούν το Μπουκέτο, το οποίο, όχι τυχαία, αυτοπροσδιοριζόταν ως «Εβδομαδιαία εικονογραφημένη φιλολογική επιθεώρησις» και, τουλάχιστο στη χρυσή εποχή του, διατηρούσε ανοιχτή επαφή με την καλή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη. Φυσικά, από το Μπουκέτο δεν έλειπε η ελαφρά ποικίλη ύλη, τα μεταφρασμένα γαλλικά αισθηματικά μυθιστορήματα, τα ιστορικά αφηγήματα, οι σπαζοκεφαλιές, οι εύθυμες ιστορίες, η κοσμική στήλη και τα ανέκδοτα.

Στο Μπουκέτο δημοσίευσαν έργα τους οι κορυφαίοι της ελληνικής λογοτεχνίας της εποχής: Παλαμάς, Νιρβάνας, Ουράνης, Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Μυρτιώτισσα, Λαπαθιώτης, Ξενόπουλος, Φιλύρας. Επίσης, οι εκδότες του περιοδικού συστηματικά αναζητούσαν ντοκουμέντα από παλιότερες εποχές και δημοσίευαν ανέκδοτα κείμενα παλαιότερων συγγραφέων ή αναμνήσεις παλαίμαχων λογίων, ηθοποιών ή δημοσιογράφων, συχνά σε συνέχειες. Να προσθέσουμε επίσης την προσεγμένη εμφάνιση του περιοδικού και τη στρωτή και πλούσια δημοτική γλώσσα (ο Χ. Σταματίου με καμάρι χαρακτήριζε το περιοδικό «ανώτερο φροντιστήριο της δημοτικής γλώσσας») που το έκαναν να ξεχωρίζει από τα ομοειδή έντυπα της εποχής. Έτσι, δεν είναι περίεργο ότι στους διψασμένους νέους της επαρχίας το Μπουκέτο φάνταζε σαν πανέρι γεμάτο θησαυρούς -«Ευαγγέλιο της λογοτεχνίας» είχε φανεί στον έφηβο Κοτζιούλα σύμφωνα με μεταγενέστερες αναμνήσεις του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 87 Σχόλια »

Ο πιερότος (Ν. Λαπαθιώτης)

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2013

pierrot1Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς σήμερα, και παρόλο που η επικαιρότητα με το κούρεμα και το κούρσεμα της Κύπρου κάθε άλλο παρά χαρούμενη ή γιορταστική είναι, η μέρα επιβάλλει λογοτεχνικό θέμα, οπότε θα βάλω ένα διήγημα, επίκαιρο, δηλαδή αποκριάτικο, αλλά όχι χαρούμενο, άρα διπλά επίκαιρο.

Πρόκειται για το διήγημα «Ο πιερότος» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης είναι γνωστός βέβαια σαν ποιητής, αλλά είχε και άφθονο πεζογραφικό έργο και μάλιστα πολυσχιδές (διηγήματα, νουβέλες, αυτοβιογραφία, στοχασμοί, χρονογραφήματα, πεζοτράγουδα, αισθητικά και κριτικά κείμενα). Αυτό το έργο έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να εκδίδεται, μεταξύ άλλων και με δική μου επιμέλεια (η νουβέλα Κάπου περνούσε μια φωνή και η συλλογή διηγημάτων Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες, και τα δυο από τις εκδόσεις Ερατώ). Το διήγημα άλλωστε που θα διαβάσουμε πρόκειται να δημοσιευτεί, μαζί με άλλα, σε έναν δεύτερο τόμο διηγημάτων του Λαπαθιώτη, ο οποίος ευελπιστώ να εκδοθεί μέσα στο 2013, αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς.

Πιερότος, βέβαια, είναι η γνωστή άσπρη αποκριάτικη στολή με τα μεγάλα μαύρα κουμπιά και, κατ’ επέκταση, αυτός που τη φοράει. Η αρχή της λέξης βρίσκεται σε έναν χαρακτήρα της Κομεντί Ιταλιέν, των Ιταλών ηθοποιών που έπαιζαν στο Παρίσι, έναν αφελή υπηρέτη ονόματι Πιερό (Pierrot, Πετράκη δηλαδή), που αγαπάει την Κολομπίνα η οποία όμως συνήθως τον αφήνει για τον Αρλεκίνο. Την εποχή που εκτυλίσσεται το διήγημα, είχαν γραφτεί αρκετά ρομαντικά έργα για τον Πιερότο, οπότε είχε χάσει τις μπουφόνικες καταβολές του.

Το διήγημα του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε στις 9 Μαΐου 1929 στο περιοδικό Μπουκέτο, το λαϊκό ποιοτικό περιοδικό στο οποίο ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων του και με το οποίο συνεργαζόταν από το πρώτο του τεύχος, το 1924, ως το τέλος της ζωής του, το 1944, (το περιοδικό πέθανε λίγο αργότερα) αν και με μεγάλα διαστήματα διακοπής της συνεργασίας. Πέρα από το μονοτονικό, ελάχιστες αλλαγές χρειάστηκαν για να προσαρμοστεί η ορθογραφία στα σημερινά -το Μπουκέτο ήδη εφάρμοζε ορθογραφία πολύ όμοια με τη σημερινή. Ευχαριστώ τον Αχιλλέα Τζάλλα για την πληκτρολόγηση. Το σκίτσο του Λαπαθιώτη, αριστερά, είναι του μεγάλου Μυτιληνιού σκιτσογράφου Αντώνη Πρωτοπάτση (ή Pazzi, όπως υπέγραφε από τότε που δούλευε στο Παρίσι), και κοσμούσε την αρχική δημοσίευση στο Μπουκέτο, όπως και η εικόνα που δημοσιεύεται πιο κάτω.

Ο ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Είμαστε καθισμένοι στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει — ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.

            Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψεως γι’ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μ’ αγαπούσε εξαιρετικά, και πως ευχαριστείτο πραγματικά στη συντροφιά μου — αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτήν αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δε χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα: ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μιαν αρρώστια ξαφνική…

            Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη κι επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν, και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου, και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να της μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Ετυμολογικά, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 33 Σχόλια »

Δυο ποιητές περιγράφουν τον θάνατό τους

Posted by sarant στο 21 Οκτώβριος, 2012

Το «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι» είναι ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Κώστα Ουράνη (1890-1953), ίσως το γνωστότερο, που απόκτησε μια δεύτερη νεότητα όταν το μελοποίησαν τα Διάφανα Κρίνα.  Βέβαια, ο Ουράνης έχει δυο πολύ γνωστούς στίχους, από άλλα ποιήματα, το «Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε» και κυρίως το  «Αν είναι νάρθει θε ναρθεί αλλιώς θα προσπεράσει», που έχει γίνει παροιμιώδες χωρίς να θυμόμαστε τον ποιητή του, αλλά ως ποίημα το «Θα πεθάνω…» νομίζω ότι είναι γνωστότερο. Φυσικά, κι άλλοι ποιητές έχουν γράψει για τον θάνατό τους και περιγράψει τον θάνατό τους, είναι ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης.

Να δούμε το ποίημα:

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να ‘ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ’ τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε…».
Θ’ απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ’ αυτός έχει πεθάνει!».

Μια στιγμή θ’ απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι ‘ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε…»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα ‘ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψei
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός στους κύκλους μας, που κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτή θα ‘ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα’ ναι όλοι οι φίλοι μου – κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι·
και μια Κέττυ, θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα – και νεκρό θα με βρίσει…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 85 Σχόλια »

Η Νοσταλγία του Γιάννη, ένα αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη (;)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2012

Το σημερινό άρθρο το παρουσιάζω με αρκετή συγκίνηση, διότι πρόκειται να διαβάσετε ένα διήγημα που κατά πάσα πιθανότητα (το τονίζω) είναι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αυθεντικό ή ελαφρώς διασκευασμένο, που δεν έχει εκδοθεί σε βιβλίο, δεν έχει συμπεριληφθεί σε καμιά έκδοση των Απάντων του, ούτε τη μνημειώδη τελευταία έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (εκδ. Δόμος)· δηλαδή πρόκειται για ένα αθησαύριστο διήγημα, που οι παπαδιαμαντολόγοι ήξεραν την ύπαρξή του αλλά έως τώρα ελάνθανε.

Φωτογραφία της δημοσίευσης

Βέβαια, επειδή μου αρέσει να σκαλίζω παλιά χαρτιά και να βγάζω στην επιφάνεια άγνωστα ή δυσεύρετα λογοτεχνικά κείμενα, οι ταχτικοί αναγνώστες του ιστολογίου, ιδίως των κυριακάτικων δημοσιεύσεων, ίσως θυμούνται κι άλλα αθησαύριστα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί εδώ, όπως ένα ποίημα του Βάρναλη ή πολλά του Λαπαθιώτη (παράδειγμα). Αλλά με τον Παπαδιαμάντη το πράγμα διαφέρει· επειδή ακριβώς έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Για την ακρίβεια, τις τελευταίες δεκαετίες ένα μόνο άγνωστο διήγημα έχει φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, το αθησαύριστο που θα διαβάσετε, αν επιβεβαιωθεί, θα είναι το δεύτερο του είδους· κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το σημερινό εύρημα δεν είναι μικρό πράμα και αισθάνομαι ότι αποτελεί το κόσμημα της συλλογής μου των αθησαύριστων, έστω κι αν το διήγημα δεν είναι από τα καλύτερά του. Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. (Επειδή αναγκαστικά θα πω πολλά, αν θέλετε μπορείτε να τα παραλείψετε και να πάτε κατευθείαν στο διήγημα).

Το διήγημα λέγεται «Η νοσταλγία του Γιάννη». Ο τίτλος είναι γνωστός. Στο σημείωμά του στον 4ο τόμο των Απάντων (από τις εκδόσεις Δόμος), ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος αναφέρει τέσσερα διηγήματα που παραμένουν ανεύρετα ενώ ξέρουμε την ύπαρξή τους από άλλες πηγές. Ένα από αυτά είναι και η Νοσταλγία του Γιάννη, που ξέρουμε ότι δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αλήθεια, στις 25 και 26 Απριλίου 1906, της οποίας μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί πλήρες σώμα· στη Βιβλιοθήκη της Βουλής υπάρχουν φύλλα της μόνο από τις 25 Δεκεμβρίου 1906, όταν πια είχε μετεξελιχθεί σε εβδομαδιαίο έντυπο. Όμως. η Αλήθεια εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1905 και ο Παπαδιαμάντης ήταν ταχτικός συνεργάτης της (όπως μαθαίνουμε από διαφημιστικές αγγελίες σε άλλα έντυπα), πράγμα που σημαίνει ότι αν βρεθεί σώμα εκείνης της εποχής τίποτα δεν αποκλείει, στους 20 μήνες δημοσιεύσεων που δεν έχουν βρεθεί, να βρεθούν όχι ένα, αλλά πολλά ακόμα άγνωστα παπαδιαμαντικά διηγήματα. Ψηλώνει ο νους όταν το σκέφτεσαι…

Για τη Νοσταλγία του Γιάννη, το μόνο μέχρι στιγμής ίχνος ήταν μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ότι ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα του διηγήματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 115 Σχόλια »