Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μπουκέτο’

Τα φραγκόσυκα (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2019

Πριν απο δυο Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει ένα καλοκαιρινό διήγημα του Στέφανου Δάφνη, οπότε είναι κάπως ασυνήθιστο να βάζουμε δεύτερο δικό του διηγημα τόσο σύντομα -και μάλιστα, με κάθε άλλο παρά καλοκαιρινό θέμα. Ωστόσο, θυμίζει σε μένα τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών μου χρόνων, που τις περνούσα κοντά στο Ναύπλιο, τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το σημερινό διήγημα, με τον παππού μου να μαζεύει πάντοτε φραγκόσυκα, πιο επιδέξια απ’ό,τι στο διήγημα.

Το σημερινό πεζό αρχικά είχε δημοσιευτεί στο Μπουκέτο το 1934 και το παρουσίασε πρόσφατα ο φίλος Γιάννης Π. στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947), όπως είπαμε την προηγούμενη φορά, κατά κόσμον Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, ήταν γεννημένος στο Ναύπλιο.

Ξέρω μια φοβερή ιστορία για φραγκόσυκα. Θα τη διηγηθώ με όλη της τη φρίκη, όπως έγινε σε κείνο τον τόπο, που έζησα τα μικρά μου χρόνια: στο Ανάπλι, το ιστορικό και τραγουδισμένο, την πόλη της δόξας και των αιμάτων.

Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού είναι απότομη, σαν κομμένη με το μαχαίρι, και αντικρίζει τη θάλασσα, τον Αργολικό Κόρφο. Σκύβοντας κανείς από πάνω, βλέπει κάτω ένα βάραθρο, που το αντισκόβουν εδώ και κει βράχια σουβλερά, λίγες φραγκοσυκιές, τούφες ρίγανη… Φίδια φωλιάζουν εδώ μέσα και κιρκινέζια. Τα πρώτα σέρνουνται ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα δεύτερα ξεπετούν, ξανθές σαΐτες, στον αέρα, επάνω από τα μπεντένια του Κάστρου. Αν ρίξεις πέτρα, και δε σταθεί σε κανένα χαμόκλαδο, η πέτρα κυλάει κρατώντας και πάει μπλουμ στη θάλασσα της Αρβανιτιάς. Ψηλά, στο φρύδι του φοβερού αυτού γκρεμού, είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά. Στον καιρό του Πολέμου, λέει ο ντόπιος θρύλος, οι χριστιανοί είχαν στήσει εδώ ένα μηχάνημα καταχθόνιο, μια σανίδα με σούστα, να μοιάζει τάχα σα γεφυράκι. Κι άμα γιουργήσανε και πήραν το Κάστρο, κι οι Αρβανίτες φεύγανε κυνηγημένοι κατά την Καραθώνα, περνώντας από τη στενή τούτη ποριά, πατούσανε στη σανίδα, που πατ! τους τίναζε στο γκρεμό. Από τότες, όλη ετούτη η μεριά λέγεται «Αρβανιτιά».

Όμως η Φύση πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει: Έτσι και δω, την άνοιξη, φυτρώνουν αγριοβιολέτες, ζαμπάκια, που ευωδιάζουν τον αέρα. Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »

Η Τζένη παραθερίζει (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2019

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, οπότε σκέφτηκα να δημοσιεύσω σήμερα, που είναι Κυριακή και βάζουμε λογοτεχνική ύλη, ένα καλοκαιρινο διήγημα, ανάλαφρο, δροσερό και παλιομοδίτικο.

Συγγραφέας είναι ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) λογοτέχνης από το Ναύπλιο με σημαντική παρουσία στα γράμματα προπολεμικά. Λεγόταν κανονικά Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, αλλά υιοθέτησε λογοτεχνικό ψευδώνυμο και μάλιστα εκείνου του τύπου που ήταν πολύ της μόδας στον μεσοπόλεμο: όνομα και επώνυμο σχηματίζουν μια φράση, με το επώνυμο να είναι θηλυκό ουσιαστικό σε γενική πτώση.

Το «Στέφανος Δάφνης» είναι από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα, ενώ πολύ καλό είναι και το Άγγελος Δόξας (Νικ. Δρακουλίδης) καθώς και, διατί να το κρύψομεν, το Άχθος Αρούρης του παππού μου. Μάλιστα, στην περίπτωση του Στ. Δάφνη το ψευδώνυμο το χρησιμοποίησε και η σύζυγός του, η Αιμιλία Δάφνη (Αιμιλία Κούρτελη) που είχε επίσης παρουσία στα γράμματα. Δεν θυμάμαι άλλες περιπτώσεις ζευγαριού με ψευδώνυμο, αν και θα υπάρχουν.

Το διήγημα που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μπουκέτο το 1934. Περιγράφει ένα εφηβικό ειδύλλιο σε μια «ηλεκτροφωτισμένη λουτρόπολη» -τότε που ακόμα ήταν καινοτομία ο ηλεκτροφωτισμός στην επαρχία· ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε μια έφηβη παραθερίστρια, από πλούσια οικογένεια της Αθήνας, και έναν ντόπιο νεαρό, αγωγιάτη. Το μοτίβο της αρχόντισσας και του αλήτη έχει χρησιμοποιηθεί πάρα πολλές φορές σε λογοτεχνία και κινηματογράφο. Μια ιδιαίτερη πινελιά του διηγήματος, που μας ενδιαφέρει διότι είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, είναι ότι εκτυλίσσεται σε αρβανιτοχώρι και ο νεαρός μιλάει (και) αρβανίτικα -ακούγονται και επεξηγούνται μερικές λέξεις.

Ευχαριστώ τον φίλο Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση και την όλη επιμέλεια.

Η ΤΖΕΝΗ ΠΑΡΑΘΕΡΙΖΕΙ

Κείνο το καλοκαίρι, στην ηλεκτροφώτιστη λουτρόπολη, η μικρούλα Τζένη έφερνε την ομορφιά των δεκάξι της χρόνων, την πρώιμη κοκεταρία της, τ’ ασημένιο της γέλιο. Έφερε όμως και τη δασκάλα της, που ήταν, όπως όλες οι Εγγλέζες μίσσες, ψηλή, ξεραγκιανή και σεμνότυφη σαν ξουρισμένος πάστορας. Λουτρά θα έκαναν μόνο η μαμά της, η κυρία Χατζηγιάννη και η θεία της―άλλη γεροντοκόρη αυτή― που είχαν πιαστεί από την τανάλια της αρθρίτιδας. Η Τζένη και η μις Γουότσον θα έκαναν μόνο εκδρομές στα γύρω, θα ψάρευαν σπάρους με το καλαμίδι και θα διάβαζαν τους τόμους του «Τιτ-Μπιτς» και άλλων περιοδικών, που τους φύλαγαν από τον περασμένο χειμώνα.

Η οικογένεια Χατζηγιάννη επήρε τα καλύτερα δωμάτια του ξενοδοχείου, στο πρώτο πάτωμα, με τη βεράντα ανοιχτή στη θάλασσα. Εκεί η Τζένη, ξαπλωμένη σε μια σεζ-λογκ, άκουγε τη δασκάλα της να διαβάζει και να εξηγεί την ατέλειωτη «Ιστορία της Αγγλίας». Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να χασμουρηθεί, άκουσε μια φωνή από κάτω, από το δρόμο:

― Αγωγιάτη θέλετε, κυρίες;… Έχουμε ζα καλά, βασταγερά… ξέρουμε όλα τα κατατόπια…

Η Τζένη σηκώθηκε κι ήρθε στη ράμπα. Κείνος που μιλούσε ήταν ένας νέος χωριάτης, έφηβος ακόμη, ντυμένος με τη ντρίλινη φορεσιά του τόπου. Έστεκε ταπεινά, κρατώντας με το ‘να χέρι το κασκέτο του και με τ’ άλλο το σκοινί ενός γαϊδάρου. Κοιτάζοντας επάνω, περίμενε την απάντηση. Ήταν όμορφο αγόρι, μελαχρινό, με μάτια σα μαύρα κεράσια και μαλλιά σγουρά… Στο μυαλό της Τζένης άστραψε μια ιδέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία, Μεσοπόλεμος, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »

Tο πανί του Γληγόρη (εκλογικό διήγημα του Κ. Φαλτάιτς)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2019

Μια και πλησιάζουν εκλογές, σκέφτηκα να βάλουμε ένα εκλογικό διήγημα που ανέβηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Βέβαια, το κατεξοχήν εκλογικό πεζογράφημα των γραμμάτων μας είναι η νουβέλα «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη -που όμως είναι πολύ γνωστό και το έχουμε άλλωστε αναλύσει και στο ιστολόγιο σε άρθρο του φίλου Μ. Πασχαλίδη.

Κατά σύμπτωση, ο συγγραφέας του σημερινού διηγήματος έχει ασχοληθεί αρκετά με την ανάδειξη του έργου του Παπαδιαμάντη -αν και έχει συνδέσει το όνομά του με ένα άλλο, σχετικά κοντινό στη Σκιάθο νησί. Πρόκειται για τον Κώστα Φαλτάιτς (1891-1944) γεννημένο στη Σμύρνη αλλά που έζησε πολλά χρόνια στη Σκύρο. Ο Φαλτάιτς άφησε εκτενές έργο στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας.

Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, ανάμεσά τους και το Μπουκέτο όπου δημοσιεύτηκε και το παρόν διήγημα. Στο Μπουκέτο ο Φαλτάιτς έχει δημοσιεύσει και αξιόλογα πρώιμα ρεμπετολογικά άρθρα. Για να τα λέμε όλα, πάντως, σύμφωνα με ορισμενες πηγές επί Κατοχής εκτέθηκε ως δωσίλογος και για τον λόγο αυτό διαγράφτηκε από την ΕΣΗΕΑ αμέσως μετά την Απελευθέρωση.

 

ΤΟ ΠΑΝΙ ΤΟΥ ΓΛΗΓΟΡΗ
Ναυτικό Διήγημα

Μόνο η βάρκα του Γληγόρη, απ’ όλες τις ψαρόβαρκες δεν είχε πανί.
Στις παραμονές των εκλογών, είτε βουλευτικές ήσαν είτε κοινοτικές, οι υποψήφιοι, για να πάρουν την ψήφο του, του έταζαν ένα πανί. Αλλά όλοι τον εγελούσαν κι η βάρκα του έτσι έμενε πάντα ξυλάρμενη.
Ήταν λύπη να τον βλέπεις τον καημένο τον Γληγόρη να τραβά κουπί ώρες και ώρες για να φτάσει από τον ένα κάβο στον άλλο ή για να γυρίσει πίσω στο λιμανάκι, εκεί κάτω που οι άλλοι με το πανί τελείωναν γρήγορα και άνετα.
Τα χέρια του έμοιαζαν με χοντρά γέρικα ροζασμένα κλαδιά δέντρου, σκληρότατα και γεμάτα όγκους. Είχαν χάσει την ευαισθησία του κρύου και της ζέστης. Έπιανε με τα δάχτυλα τα αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να καίγεται. Αυτό τουλάχιστον το καλό του είχε δημιουργήσει το ατέλειωτο τράβηγμα του κουπιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Οι τελευταίες συνεργασίες του Λαπαθιώτη στο Μπουκέτο

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2019

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 45 (άνοιξη 2019) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά. Αφορά βέβαια ένα είδος, το πεζό ποίημα ή πεζοτράγουδο, που δεν καλλιεργείται σχεδόν καθόλου στις μέρες μας.

Οι τελευταίες συνεργασίες του Ναπ. Λαπαθιώτη στο Μπουκέτο

Στα σχεδόν σαράντα χρόνια παρουσίας του στον λογοτεχνικό στίβο, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης συνεργάστηκε με πάρα πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Ωστόσο, δύο από αυτά ξεχωρίζουν, για τον όγκο και τη χρονική διάρκεια της συνεργασίας: η Νέα Εστία και το Μπουκέτο. Και με τα δύο αυτά περιοδικά, ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε από την αρχή της έκδοσής του έως το τέλος της ζωής του.

Κι αν η συνεργασία με τη Νέα Εστία, τη ναυαρχίδα των λογοτεχνικών περιοδικών την περίοδο του μεσοπολέμου (και στη συνέχεια) ήταν αυτονόητη, ο σημερινός αναγνώστης ίσως θα παραξενευτεί διαπιστώνοντας ότι ο ποιητής, ένας από τους κορυφαίους του μεσοπολέμου, είχε ακόμα πιο πυκνή και μακρόχρονη συνεργασία με το “λαϊκό” Μπουκέτο, ένα ταπεινό περιοδικό ποικίλης ύλης.

Ωστόσο, το Μπουκέτο, παρόλο που συχνά κατατάσσεται στα περιοδικά ποικίλης ύλης (ή “οικογενειακά περιοδικά”), αδικείται από την ταξινόμηση αυτή. Όχι τόσο επειδή το ίδιο αυτοπροσδιοριζόταν “Εβδομαδιαία εικονογραφημένη φιλολογική επιθεώρησις”, αλλά διότι πράγματι το περιοδικό, τουλάχιστον στη χρυσή εποχή του (από το 1924 έως το 1933 περίπου) διατηρούσε ανοιχτή επαφή με τη μεγάλη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και σε αυτό δημοσίευσαν έργα τους οι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής (Παλαμάς, Νιρβάνας, Ουράνης, Πορφυρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Μυρτιώτισσα, Φιλύρας, Ξενόπουλος). Χαρακτηριστική για την επίδραση που είχε το Μπουκέτο στο νεανικό και στο αμύητο κοινό είναι η ανάμνηση του Γιώργου Κοτζιούλα, ο οποίος θυμάται πως όταν πρωτοείδε, έφηβος μαθητής Γυμνασίου στην Άρτα, τεύχος του, του φάνηκε σαν “Ευαγγέλιο της λογοτεχνίας”.

Ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε με το Μπουκέτο από το πρώτο τεύχος του (24.7.1924 με το πεζοτράγουδο “Μίσος”). Στο Μπουκέτο δημοσίευσε δεκάδες ποιήματα (πολλά σε πρώτη δημοσίευση), τα περισσότερα διηγήματά του, πολλά πεζά ποιήματα, στοχασμούς και άλλα κείμενα, αλλά και δύο εκτενή σημαντικά πεζογραφήματά του σε συνέχειες: τη νουβέλα Το τάμα της Ανθούλας το 1932 και την Αυτοβιογραφία του το 1940.

Η συνεργασία του χαρακτηρίζεται από περιόδους πυκνών δημοσιεύσεων, όπου σε κάθε τεύχος του περιοδικού ή σχεδόν υπάρχει κείμενο του Λαπαθιώτη, ακολουθούμενες από παρατεταμένες παύσεις και από νέα περίοδο πυκνής συνεργασίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες (π.χ. του Γ. Κοτζιούλα) υπήρχαν περίοδοι που ο Λαπαθιώτης περνούσε σχεδόν κάθε βράδυ από τα γραφεία του περιοδικού “περισσότερο για κουβέντα παρά για συνεργασία”.

Ωστόσο, υπήρξαν και περίοδοι που ο Λαπαθιώτης συγκρούστηκε με τους ανθρώπους του περιοδικού, πράγμα που εξηγεί και τις πολύχρονες διακοπές της συνεργασίας. Παρά τους καβγάδες όμως, ο Λαπαθιώτης τελικά πάντοτε επέστρεφε και ξανάδινε συνεργασία. Ίσως είχε βρει στο Μπουκέτο ένα εκφραστικό βήμα για να φτάνουν τα κείμενά του σε πλατύτερα στρώματα, ένα βήμα που διατηρούσε ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που άλλα λαϊκά περιοδικά, στα οποία ο Λαπαθιώτης είχε περιστασιακά δώσει συνεργασία, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν.

Η συνεργασία του Λαπαθιώτη με το Μπουκέτο στην αρχή αγνοήθηκε: στο πρώτο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Λαπαθιώτη, αμέσως μετά τον θάνατό του, το 1944, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο περιοδικό, ούτε καν στην εκεί δημοσίευση της αυτοβιογραφίας του. Αλλά και ο Άρης Δικταίος έκανε το 1964 τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη χωρίς να έχει δει τα σώματα του Μπουκέτου, κάτι που εξηγεί ένα μέρος από τις ελλείψεις της έκδοσής του.

Σήμερα η συνεργασία του Λαπαθιώτη με το Μπουκέτο έχει γίνει γνωστή και έχει αξιοποιηθεί και εκδοτικά, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο του περιοδικού. Πράγματι, το Μπουκέτο διέκοψε την έκδοσή του μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα το 1941, ωστόσο προς τα τέλη του χρόνου άρχισε πάλι να εκδίδεται, σκιά πλέον του εαυτού του, με πολύ λιγότερες σελίδες. Σε αυτή τη νέα περίοδο, από την οποία δεν έχουμε εντελώς πλήρη σώματα, οι συνεργασίες του Λαπαθιώτη είναι αρχικά σποραδικές. Στο 1943, και ενώ σταδιακά οι σελίδες του περιοδικού αυξάνονται και η ύλη βελτιώνεται, ο Λαπαθιώτης δίνει για δημοσίευση δύο διηγήματά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Περιοδικά, Πεζό ποίημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Καζαμίας το 2017;

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2017

Μου γράφει ένας φίλος χτες το πρωί: «Εψαξα το ιστολόγιο και δεν βρήκα να έχεις γράψει άρθρο για τον Καζαμία. Γιατί δεν γράφεις κάτι;».

Του απαντάω «Διαβάζεις τις σκέψεις μου;» διότι εκείνην ακριβώς τη στιγμή μάζευα υλικό για το σημερινό άρθρο! Τόσα χρόνια που ιστολογώ, σπάνια τυχαίνει τέτοια σύμπτωση, οπότε είπα να την αναφέρω.

Βέβαια, τις πρώτες μέρες της καινούργιας χρονιάς ο Καζαμίας είναι κάτι επίκαιρο, οπότε η σύμπτωση δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σύμφωνα με το λεξικό, ο Καζαμίας είναι «λαϊκό έντυπο με το ημερολόγιο της χρονιάς και με διάφορες πληροφορίες και προβλέψεις που στηρίζονται στην αστρολογία».

Ο ορισμός είναι ακριβής. Κι αν έχουμε συνδυάσει τον Καζαμία με το επαρχιακό και το παρωχημένο, Καζαμίες εκδίδονται και σήμερα, με ύλη αρκετά εκσυγχρονισμένη, και, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη συνέντευξη της εκπροσώπου ενός εκδοτικού οίκου, οι μεγάλοι Καζαμίες πουλάνε περί τις 150.000 αντίτυπα κάθε χρονιά, εξακολουθούν δηλαδή να έχουν μεγάλη απήχηση. Πρόκειται βέβαια για φτηνό έντυπο, με τιμή γύρω στα 2 ευρώ.

casamiaΑπό πού όμως βγήκε η λέξη; Σύμφωνα με το λεξικό, Casamia ήταν όνομα φανταστικού αστρολόγου που έμπαινε σαν τίτλος σε τέτοια βιβλία που εκδίδονταν στα ιταλικά. Το ίδιο αναφέρει και το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη γράφοντας (λαθεμένα;) Cazamia.

Εδώ αριστερά βλέπετε το εξώφυλλο ενός τέτοιου βιβλίου που εκδόθηκε το 1827. Ο πλήρης τίτλος του είναι Il giro astronomico del celebre astronomo, fisico e cabalista Pietro G.P. Casamia, Veneziano. Αστρονόμικο λέει, αλλά την εποχή εκείνη η λέξη σήμαινε τον αστρολόγο περισσότερο. Σε άλλες εκδόσεις το όνομα είναι Τζανπέτρο Καζαμία, η καταγωγή πάντα από τη Βενετία. Κάπου διάβασα ότι τα πρώτα τέτοια βιβλία κυκλοφόρησαν στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ιταλία πάντοτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ημερολογιακά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Μπίλυ Γεράνης, ο πρώτος Έλληνας ντετέκτιβ

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2016

Το όνομα Μπίλυ Γεράνης μάλλον δεν σας είναι γνωστό, ωστόσο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας: έτσι ονομάζεται ο πρώτος Έλληνας μυθιστορηματικός αστυνομικός, ο πρώτος ντετέκτιβ της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μερικά χρόνια πριν από τον δικαίως πολύ διασημότερο αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή.

Ο Μπίλυ Γεράνης είναι δημιούργημα του Πέτρου Μακρυνού, και εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1942 στο περιοδικό Μπουκέτο, πρωταγωνιστής έξι αστυνομικών διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν σε δυο ή τρεις συνέχειες. Απ’ όσο ξέρω, ήταν τα πρώτα κείμενα που εμφανίζονταν στο Μπουκέτο με την υπογραφή αυτή -αλλά και τα τελευταία. Όλα δείχνουν ότι το όνομα Πέτρος Μακρυνός ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Έχω κάνει μια εικασία για την ταυτότητα του συγγραφέα, αλλά είναι εντελώς στα κουτουρού και δεν την ανακοινώνω.

Τα έξι διηγήματα εκτυλίσσονται στην Αθήνα γύρω στο 1920. Ο Μπίλυ Γεράνης είναι νεαρός, 20-21 χρονών, και μικροδείχνει ακόμα περισσότερο. Υπηρετεί στο 5ο αστυνομικό τμήμα και ονομάζεται Βασίλης Γεράνης, αλλά οι συναδελφοί του τού έχουν κολλήσει το παρατσούκλι Μπίλυ επειδή είναι μανιώδης αναγνώστης αγγλοσαξονικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Θα σας παρουσιάσω σήμερα το πρώτο αστυνομικό διήγημα με ήρωα τον Μπίλυ Γεράνη, «Το μυστήριο της λεωφόρου Ακαδημίας» (έτσι έλεγαν την οδό Ακαδημίας προπολεμικά). Όπως θα δείτε, οι λογοτεχνικές του αρετές δεν είναι μεγάλες, θα έλεγα ότι πρόκειται για μάλλον απλοϊκό διήγημα με προβλέψιμο τέλος -αλλά δεν παύει να είναι το πρώτο με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ.

Απ’ όσο ξέρω, τα έξι διηγήματα του Πέτρου Μακρυνού δεν έχουν αναδημοσιευτεί ποτέ -αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια επισκόπηση των πρώτων βημάτων της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, πριν από τον Γιάννη Μαρή, γραμμένη από τον Φίλιππο Φιλίππου.

Το Μπουκέτο, όπου δημοσιεύτηκαν τα διηγήματα, είναι το γνωστό ποιοτικό λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που κυριάρχησε στο είδος πριν από τον πόλεμο, φέρνοντας την καλή λογοτεχνία σε επαφή με πλατύτερες μάζες. Διέκοψε την κυκλοφορία του με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα αλλά την ξανάρχισε λίγους μήνες αργότερα. Παρόλο που το κατοχικό Μπουκέτο από πλευράς εμφάνισης και μέσων ήταν φτωχός συγγενής του προπολεμικού, κατάφερε, υπό τη διεύθυνση του Μήτσου Παπανικολάου, να διατηρήσει αρκετά καλό επίπεδο. Bέβαια, η ποικίλη ύλη του ήταν κατοχική -για παράδειγμα, πλάι στο διήγημα του Μακρυνού διαβάζουμε συνταγές για σάλτσα χωρίς λάδι.

Ευχαριστώ τη φίλη Σουμέλα για την πληκτρολόγηση. Έχω μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Ο μοίραρχος, διοικητής του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος Αθηνών κ. Δούκας φόρεσε το μανδύα του  και το πηλήκιό του και, γυρίζοντας προς ένα νεαρό ενωμοτάρχη που στεκόταν όρθιος λίγο πιο πέρα του είπε:

-Λοιπόν, Μπίλυ, εγώ πηγαίνω. Δεν πιστεύω να ’χουμε απόψε τίποτε το εξαιρετικό. Εξ άλλου όπου να ’ναι θα ’ρθει ο αξιωματικός της υπηρεσίας. Η μπόρα, φαίνεται, τον έκανε ν ’αργήσει. Πάντως εγώ βασίζομαι σε σένα, Μπίλυ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Αθησαύριστα, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Μια ώρα με τον κ. Κώστα Βάρναλη (συνέντευξη του 1932)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2016

Το ιστολόγιο ασχολείται συχνά με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη και ακόμα πιο συχνά με τον Γιώργο Κοτζιούλα. Στο σημερινό φιλολογικό άρθρο συνδυάζω αυτούς τους δυο αγαπημένους συγγραφείς, αφού παρουσιάζω μια φιλολογική τους συνάντηση, και συγκεκριμένα μια συνέντευξη που πήρε ο δεύτερος από τον πρώτο.

Το 1932 ο Γιώργος Κοτζιούλας δημοσίευσε στο περιοδικό Μπουκέτο τρεις συνεντεύξεις με φτασμένους λογοτέχνες:  τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Βαρναλη και την ποιήτρια Αιμιλία Δάφνη, ενώ είχε προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 1931, συνέντευξη με τον Λάμπρο Πορφύρα. Οι τρεις συνεντεύξεις του 1932 είχαν τον γενικό τίτλο «Φιλολογικές εκστρατείες» και καθώς δημοσιεύτηκαν με τακτική συχνότητα (κάθε δεκαπέντε μέρες) δίνεται η εντύπωση ότι ο Κοτζιούλας είχε σκοπό να συνεχίσει και με άλλες συνεντεύξεις: ωστόσο, λίγο αργότερα έπαθε νευρική κατάρρευση και γύρισε στο χωριό του, την Πλατανούσα για να αναρρώσει, ενώ τον ίδιο καιρό ήρθε και σε ρήξη με το επιτελείο του Μπουκέτου -ίσως γράψουμε άλλη φορά γι αυτό το θέμα. Έτσι, οι συνεντεύξεις αυτές διακόπηκαν.

Ο Κοτζιούλας ήταν 23 χρονών την εποχή εκείνη, φοιτητής της Φιλοσοφικής, και είχε αρχίσει να ακούγεται στα ελληνικά γράμματα, τόσο ως ποιητής (στις αρχές του 1932 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Εφήμερα) όσο και ως κριτικός (με τακτική συνεργασία σε διάφορα έντυπα). Ο Βάρναλης, από την άλλη, είχε τα διπλά χρόνια του Κοτζιούλα (και κάτι παραπάνω, ήταν 48) και βρισκόταν στο τέλος της δημιουργικής δεκαετίας του (όπως την ονόμασε, εκ των υστέρων βέβαια, ο Γιάννης Δάλλας), τη δεκαετία 1923-33 μέσα στην οποία δημοσίευσε τα περισσότερα μεγάλα έργα του που του χάρισαν την καταξίωση. Λίγο καιρό πριν παρθεί η συνέντευξη, ο Κοτζιούλας είχε δημοσιεύσει στο λογοτεχνικό περιοδικό Μελέτη-Κριτική μια ευνοϊκή αλλά και ουσιαστική κριτική για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη του Βάρναλη. Επιπλέον, οι δυο τους ήταν και ομοϊδεάτες -αν και ο Κοτζιούλας δεν είχε δημόσια εκδηλωθεί για αριστερός.

Έχει ενδιαφέρον να αναδημοσιεύουμε σήμερα, 84 χρόνια μετά, μια συνέντευξη, ένα είδος που, εν πάση περιπτώσει, είναι μάλλον εφήμερο; Πιστεύω πως ναι και όχι μόνο για τους μελετητές, αφού ο Βάρναλης εξακολουθεί, και δίκαια, να διαβάζεται από ευρύ κοινό. Οπότε σκέφτηκα να την ψηφιοποιήσω για να είναι προσιτή -το Μπουκέτο υπάρχει βέβαια ονλάιν (έως το 1934) αλλά σε αρχεία pdf χωρίς δυνατότητα αναζήτησης.

Μεταφέρω σε μονοτονικό και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

kotzbarn

Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιη­τών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιη­τική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συ­νηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.

kbmpoukΓια το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασο­πουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε…  ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό ό­νομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Α­θήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέ­βαια διαφορετικούς από τους επαναστα­τικούς και υπέροχους του αντρός της.

Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.

— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ ση­μειώσεις…

— Σύμφωνοι. Λέγετε!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Περιοδικά, Συνεντεύξεις, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 118 Σχόλια »

Ένας σουρεαλιστής από την Αμοργό;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2015

Η Αμοργός έχει κερδίσει μια προνομιούχα θέση στη γεωγραφία του ελληνικού σουρεαλισμού αφού έτσι διάλεξε να τιτλοφορήσει την ποιητική του σύνθεση ο Νίκος Γκάτσος. Ωστόσο, ο Γκάτσος δεν καταγόταν από την Αμοργό (αλλά από την Ασέα της Αρκαδίας), οπότε δεν είναι αυτός ο σουρεαλιστής του τίτλου μας.

Εδώ που τα λέμε, ο Γεώργιος Εξαρχόπουλος, διότι γι΄αυτόν πρόκειται να μιλήσουμε σήμερα, δεν είναι καν σουρεαλιστής με την αυστηρή -ίσως και με καμία- έννοια του όρου, κι αν είναι θα είναι avant la lettre, που λένε κι οι Γάλλοι, μιας και ο ποιητής από την Αμοργό έδρασε και πέθανε πολύ πριν εμφανιστεί ο σουρεαλισμός σαν καλλιτεχνικό ρεύμα, πολύ πριν γεννηθεί ο Αντρέ Μπρετόν ή ακόμα και ο πατέρας του Μπρετόν. Να προειδοποιήσω πως οι περισσότεροι που έχουν ασχοληθεί μαζί του, σχεδόν όλοι, τον θεωρούν απλώς παλαβό, ψώνιο, έναν από τους τύπους της παλιάς Αθήνας στα χρόνια του Όθωνα.

Ο Εξαρχόπουλος γεννήθηκε στην Αμοργό γύρω στο 1780 -δεν έχω πρόχειρη εγκυκλοπαίδεια να κοιτάξω να δω αν αναφέρει το ακριβές έτος γεννήσεώς του, και μεταξύ μας δεν ξέρω καν αν έχει αξιωθεί να αποκτήσει λήμμα σε εγκυκλοπαίδεια: αν ήταν να στοιχηματίσω, θα έλεγα πως όχι. Τη χρονολογία που δίνω τη συνάγω από το ότι στα 1803 τον βρίσκουμε ακόλουθο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, ηγεμόνα της Βλαχίας. Στα 1820 φαίνεται πως μυήθηκε στη Φιλικήν Εταιρία και είχε αξιόλογη δράση ως φιλικός. Όταν ξέσπασε η επανάσταση στη Μολδοβλαχία πήρε μέρος στις μάχες του Σκουλενίου και του Δραγατσανίου, όπου τραυματίστηκε. Μετά, κατέβηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Διάβασα ότι έδωσε την περιουσία του για τον αγώνα. [Προσθήκη: Τα όσα ακολουθούν έχουν ένα σοβαρό λάθος. Όπως επισήμαναν αρκετοί σχολιαστές και τελικά επιβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία φίλος που έχει σχέση με την Αμοργό, στο άρθρο συγχέονται δύο πρόσωπα με το ίδιο ονοματεπώνυμο. Ο αγωνιστής της Επανάστασης Γεώργιος Εξαρχόπουλος του Μάρκου και ο εκκεντρικός ποιητής Γεώργιος Εξαρχόπουλος του Ματθαίου. Ο αγωνιστής ζούσε ακόμα το 1848 αλλά είχε πεθάνει το 1865.]

Έζησε στην Αθήνα στα χρόνια του Όθωνα, και το 1842 εξέδωσε τη μοναδική ποιητική του συλλογή, που θα την παρουσιάσω εδώ σήμερα. Πέθανε στην Αμοργό, μετά το 1856 αλλά πότε ακριβώς δεν ξέρω. Κατά πάσα πιθανότητα, έγραψε και άλλα ποιήματα αλλά δεν ξέρω αν σώζονται. Δεν αποκλείεται κάποια από όσα αποδίδονται σε αυτόν να είναι φτιαχτά, όχι δικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 143 Σχόλια »

Ν. Λαπαθιώτη «Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες»

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2015

dekatriantominaΚυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες, από τις εκδόσεις “Ερατώ” και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, η συλλογή διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη “Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες”. Το βιβλίο περιέχει 38 διηγήματα του Λαπαθιώτη, δημοσιευμένα από το 1930 και μετά, δηλαδή διηγήματα της ωριμότητας. Είναι ο τρίτος και (εκτός απροόπτου) τελευταίος τόμος με διηγήματα του Λαπαθιώτη. Θυμίζω ότι το 2012 είχα εκδώσει, πάλι από την Ερατώ, τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη, «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες«, με 30 νεανικά διηγήματα γραμμένα μεταξύ του 1908 και του 1923, ενώ το 2013 ακολούθησε ο δεύτερος τόμος «Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες«, με 31 διηγήματα γραμμένα μεταξύ 1924 και 1929.

Τα περιεχόμενα του τρίτου τόμου και άλλα στοιχεία της έκδοσης μπορείτε να τα δείτε, από την παρουσίαση στο ηλεβιβλιοπωλείο της Πολιτείας, εδώ. Έτσι, συγκεντρώνονται συνολικά 99 διηγήματα του Λαπαθιώτη σε τρεις τόμους (ο πλήρης κατάλογος υπάρχει επίσης στο βιβλίο).

Πρέπει να πω ότι για μεγάλο διάστημα ήμουν αναποφάσιστος αν τα 38 ευρισκόμενα διηγήματα του Λαπαθιώτη, που απέμεναν μετά την έκδοση των δύο πρώτων τόμων, θα εκδίδονταν σε έναν ή σε δύο τόμους. Η λύση των δύο τόμων θα είχε το πλεονέκτημα ότι, αν τυχόν στο μεταξύ τους διάστημα έρχονταν στην επιφάνεια κι άλλα αθησαύριστα διηγήματα, θα μπορούσαν και αυτά να συμπεριληφθούν σε έναν τέταρτο τόμο. Ωστόσο, δεν υπήρχε κάποιο λογικό και βολικό σημείο τομής στο προς έκδοση υλικό, κι έτσι τελικά, σε συνεννόηση και με τον εκδότη, προτιμήθηκε να εκδοθεί ένας τόμος, έστω και κάπως ευμεγέθης (πιάνει 466 σελίδες!) αντί για δύο ισχνούς. Άμποτε να βρεθούν κι άλλα διηγήματα του Λαπαθιώτη που λανθάνουν, να προστεθεί τέταρτος τόμος.

(Θα ρωτήσετε ίσως: Υπάρχει πιθανότητα να βρεθούν και άλλα διηγήματα του Λαπαθιώτη; Αυτό είναι μάλλον βέβαιο. Καταρχάς, οι δικές μου έρευνες δεν ήταν δυνατόν να καλύψουν τα πάντα· ανάμεσα στ’ άλλα, δεν μπόρεσα να ερευνήσω στην ολότητά τους δύο πηγές που ήδη έχουν φανερωθεί γόνιμες, το περιοδικό Οικογένεια στα χρόνια 1931-33 και το κατοχικό Μπουκέτο (πουθενά δεν βρήκα πλήρη τα σώματά τους, μόνο ελλιπή). Επίσης, δεν αποκλείεται διηγήματα του Λαπαθιώτη να λανθάνουν σε άλλα έντυπα, ακόμα και σε εφημερίδες. Και τέλος, αν κάποτε ανοίξει ή αξιοποιηθεί το μυθικό αρχείο Λαπαθιώτη που βρίσκεται στην κατοχή των αδελφών Παπανδρέου, μπορούμε να περιμένουμε ότι θα έρθουν στο φως και άγνωστα διηγήματα).

Το βέβαιο είναι ότι, εβδομηνταένα χρόνια μετά την αυτοκτονία του, στις 8 Ιανουαρίου 1944 στο πατρικό του σπίτι, στη γωνία των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης όχι μόνο δεν έχει λησμονηθεί, αλλά απροσδόκητα βρίσκεται όλο και περισσότερο στην επικαιρότητα. Λιγότερο απροσδόκητο είναι το ότι οι νεότερες εργασίες για τον Λαπαθιώτη αφορούν κυρίως το πεζό του έργο, το οποίο είχε μείνει στη σκιά του ποιητικού και μέχρι πρόσφατα παρέμενε ανέκδοτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 71 Σχόλια »

Μια διαμαρτυρία και ένα ποίημα για τα γενέθλια του Ν. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2014

Συμπληρώνονται σήμερα 126 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα (ή εκεί κοντά) συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Σήμερα θα σας παρουσιάσω κάτι σχετικό με την πολιτική δραστηριότητα του Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης, θυμίζω, αν και γιος υψηλόβαθμου (αλλά και όχι αντιπροσωπευτικού) στρατιωτικού καριέρας, από νέος συμπαθούσε το σοσιαλιστικό κίνημα και αργότερα πλησίασε το κομμουνιστικό κόμμα. Τον βρίσκουμε να συνεισφέρει ένα σημαντικό ποσό σε έρανο του Ριζοσπάστη το 1920 και το 1921 να στέλνει στον Ριζοσπάστη θερμή επιστολή στην οποία δηλώνει «πιστός στρατιώτης του σκοπού». Το 1927 κάνει φιλοκομμουνιστικές δηλώσεις και ζητάει από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών να πάψει να λογίζεται μέλος του ποιμνίου της ορθοδοξίας, ενώ αργότερα υπογράφει κείμενα διαμαρτυρίας μαζί με άλλους λογοτέχνες για διάφορα θέματα, καταθέτει μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη των φαντάρων του Καλπακιού και στέλνει μια συνεργασία στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», το «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου», το μοναδικό λογοτεχνικό του κείμενο που έχει πολιτικό χαρακτήρα.

Βέβαια, αυτή η συνοδοιπορία του δεν τον οδήγησε σε στενότερη ένταξη, έμεινε ως το τέλος συμπαθών. Ως το τέλος όμως, αν πιστέψουμε τη μαρτυρία του Κώστα Χριστοδούλου στον Τάσο Βουρνά, ότι λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει ήρθε σε επαφή με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής των Εξαρχείων και τους παρέδωσε τα όπλα του στρατηγού πατέρα του.

Σήμερα θα παρουσιάσω ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο γιατί είναι το πρώτο κείμενο πολιτικής διαμαρτυρίας που έχουμε βρει να υπογράφει ο Λαπαθιώτης. Το κείμενο, που αρχικά δημοσιεύτηκε το 1925 στον Ριζοσπάστη, δεν έχει γίνει, απ’ όσο ξέρω, ευρύτερα γνωστό, αν και το συμπεριέλαβε ο Γιώργης Πικρός το 1978 σε μια συλλογή δημοσιευμάτων από τον προπολεμικό Ριζοσπάστη.

Όπως είπα, πρόκειται για διαμαρτυρία. Αλλά πρώτα να δούμε το πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Βρισκόμαστε στις αρχές Αυγούστου 1925. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (ο παππούς του σημερινού απόμαχου πολιτικού) έχει αναλάβει πρωθυπουργός αλλά ακόμα δεν έχει προχωρήσει σε ανοιχτή δικτατορία -η Βουλή λειτουργεί. Ωστόσο έχει αρχίσει η περιστολή των ελευθεριών, μετά τη δημοσίευση του λεγόμενου «κατοχυρωτικού νόμου» του πολιτεύματος. Στα τέλη Ιουλίου, δώδεκα στελέχη του ΚΚΕ, ανάμεσα στους οποίους ο Παντελής Πουλιόπουλος, γραμματέας του κόμματος, ο Σεραφείμ Μάξιμος και ο Τάκης Φίτσος, συλλαμβάνονται και κλείνονται στις φυλακές Παραπηγμάτων για να παραπεμφθούν στο στρατοδικείο, και όντας προφυλακισμένοι πέφτουν θύματα ξυλοδαρμού και κακοποίησης από τους στρατιωτικούς που τους επιτηρούν. Ταυτόχρονα, παραπέμπεται σε δίκη ο Ριζοσπάστης για παραβίαση του «κατοχυρωτικού». Στις 1 Αυγούστου το βράδυ απαγορεύεται την τελευταία στιγμή η παράσταση του θεατρικού έργου του Ρομέν Ρολάν «Θα ρθει καιρός» (Le temps viendra) που δινόταν από θίασο φιλικά προσκείμενο στο ΚΚΕ, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τη Διεθνή Εργατική Βοήθεια.

Στις 3 Αυγούστου ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει την εξής «διαμαρτυρία νέων λογίων» (διατηρώ την ορθογραφία αλλά μονοτονίζω):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Κομμουνιστικό κίνημα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 43 Σχόλια »

«Η νοσταλγία του Γιάννη», αθησαύριστο διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη (εκδόσεις Ερατώ)

Posted by sarant στο 26 Οκτώβριος, 2014

cover000Από χτες βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο «Η νοσταλγία του Γιάννη», από τις εκδόσεις Ερατώ, σε επιμέλεια δική μου. Το άγνωστο αυτό διήγημα του Παπαδιαμάντη το παρουσίασα αρχικά εδώ στο ιστολόγιο το καλοκαίρι του 2012, λίγο μετά αφότου το ανακάλυψα. Σε εκείνη την πρώτη δημοσίευση διατηρούσα κάποια μικρή επιφύλαξη αν το κείμενο είναι του Παπαδιαμάντη, γι’ αυτό και είχα βάλει ερωτηματικό στον τίτλο του άρθρου. Τώρα, είμαστε βέβαιοι ότι το διήγημα είναι γνήσιο παπαδιαμαντικό, το πολύ με ελάχιστες επεμβάσεις των συντακτών του περιοδικού όπου αναδημοσιεύτηκε.

Είναι τόσο σημαντικό ένα άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη; Ασφαλώς δεν πρόκειται να αλλάξει η γενική γνώμη μας για τον συγγραφέα της Φόνισσας από αυτό το ένα διήγημα που ανασύρθηκε από την αγκαλιά της λήθης. Δεν θέλω να πέσω στην παγίδα που πέφτουν πολλοί ερευνητές να θεωρούν καίριας σημασίας αποκλειστικά και μόνο τον ειδικό τομέα όπου ερευνούν οι ίδιοι, και κοσμοϊστορικά τα ευρήματά τους. Η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι μία από τις 172 ψηφίδες που συνθέτουν το έργο του διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Ως τώρα γνωρίζαμε 171 διηγήματα, τώρα προστίθεται και ένα ακόμα, το 172ο διαμαντάκι θα έλεγα.

Το χαρακτήρισα αθησαύριστο, θα μπορούσα επίσης να το πω ανεύρετο. Έτσι το χαρακτηρίζει ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, ο οριστικός εκδότης του Παπαδιαμάντη, στον 4ο τόμο της κριτικής του έκδοσης (σελ. 637-8). Εκεί αναφέρει: Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες και τα σχετικά δημοσιεύματα, δεν ανακαλυφθηκε κανένα από τα ‘ανεύρετα’ διηγήματά του, που είναι τα εξής: 1) «Ο μοναχογιός», της σειράς ‘Διηγήματα του θέρους’, δημοσιευμένο στην «Λαϊκή», άλλη έκδοση της «Ακροπόλεως», στις 10 Ιουνίου 1900, 2) «Η νοσταλγία του Γιάννη» στην εφημ. «Αλήθεια», 25 και 26 Απριλίου 1906, 3) «Ανέορτοι», πιθανώς στην «Ακρόπολι», και 4) «Η Δούλα», δημοσιευμένη (έξι ή εφτά συνέχειες) στην εφημ. «Νέα Ζωή», άγνωστη στις βιβλιοθήκες.
Και σε υποσημείωση, ο Ν.Δ.Τ. αναφέρει ότι σύμφωνα με μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα των διηγημάτων «Η νοσταλγία του Γιάννη» και «Ανέορτοι».

Θα ρωτήσετε, αφού τα διηγήματα είναι ανεύρετα, πώς ξέρουμε ακόμα και την ημερομηνία που δημοσιεύτηκαν; Το ξέρουμε από δημοσιεύσεις ή αγγελίες σε άλλες εφημερίδες, που τα δικά τους σώματα υπάρχουν στις βιβλιοθήκες, ότι δημοσιεύτηκε το τάδε διήγημα του Παπαδιαμάντη «εις την εκλεκτήν συνάδελφον». Όμως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, παρόλο που για δύο διηγήματα είχαμε πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία, δεν έγινε μπορετό να βρεθούν τα συγκεκριμένα φύλλα των εφημερίδων σε καμιά βιβλιοθήκη, είτε δημόσια είτε ιδιωτική.

Θα απορείτε: το διήγημα, που μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ που δίνω πιο πάνω, δεν πιάνει πάνω από 8-10 σελίδες βιβλίου. Δικαιολογείται έκδοση για τόσο λιγοσέλιδο έργο; Η ένσταση είναι βάσιμη -αλλά από τη άλλη μεριά, Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. Επειδή έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Για την ακρίβεια, από το 1938 που σύνταξε ο Κατσίμπαλης τη βιβλιογραφία του, ένα μόνο άγνωστο διήγημα είχε φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι το δεύτερο του είδους, κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το εύρημα δεν είναι αμελητέο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2013

Την προηγούμενη Κυριακή παρουσίασα ένα αφήγημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στο Μπουκέτο τα Χριστούγεννα του 1930, με αναμνήσεις από την παρέα της Δεξαμενής, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας λόγιος, ο φοβερός Ευρυσθένης Τσανάκας, και μια γαλοπούλα, την οποία ο Τσανάκας βρήκε ξεκομμένη από το κοπάδι της και την μετέτρεψε σε χριστουγεννιάτικο έδεσμα, έναν πειρασμό στον οποίο ακόμα και ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί, ίσως επειδή το κρασί του κυρ-Γιάννη, του καφετζή της Δεξαμενής, ήταν αγνό και γλυκόπιοτο, «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», όχι σαν το πετρέλαιο των άλλων καφενείων!

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ένας σημαντικός λόγιος αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Ευρυσθένη Τσανάκα και αντέδρασε με ένα βίαιο κείμενο που θα δούμε στη συνέχεια, στο οποίο όχι μόνο καταγγέλλει τον Μαλακάση ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια σχετικά με το περιστατικό της γαλοπούλας, αλλά και περνάει σε αντεπίθεση διατυπώνοντας βαρύτατες κατηγορίες για το ποιόν και την ηθική συγκρότηση του «Θανάση», όπως παρονομάζει τον Μαλακάση, αφού τον κατηγορεί ότι συνδεόταν με πλούσιες γυναίκες για να τους απομυζά την περιουσία. Ο λόγιος αυτός ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στον οποίο χρωστάμε, ανάμεσα στ’ άλλα, το ότι ανέδειξε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Όπως ήταν φυσικό, ο Μαλακάσης αντέδρασε, και σε μια σύντομη επιστολή του έκανε λόγο για μήνυση -που δεν ξέρω αν έγινε, και τι απέγινε. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και μια άλλη σύντομη επιστολή, του Κώστα Πασαγιάνη, ο οποίος αναφέρθηκε από τον Μαλακάση ως μάρτυρας του περιστατικού, αλλά διέψευσε ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Κι έτσι τελείωσε αυτός ο φιλολογικός καβγάς πριν από 83 χρόνια, ένας καβγάς που θα παρακολουθήσετε τώρα εσείς στα επόμενα.

Τα κείμενα έχουν εκσυγχρονιστεί ορθογραφικά. Ευχαριστώ πολύ τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας και τον Αλέξη για την πληκτρολόγηση.

ΑΜΟΛΑ!
[Δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, 15.1.1931, με το εξής εισαγωγικό κείμενο του περιοδικού: Στο φύλλο των χριστουγέννων δημοσιεύτηκε μια φιλολογική σελίς, με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων». Στη σελίδα αυτή απαντά σήμερα δια των κατωτέρω ο γνωστός λογογράφος, ιστορικός και Διευθυντής των Αρχείων του Κράτους κ Γιάννης Βλαχογιάννης]

(Κριτική όχι φιλολογική, μα κριτική αληθινή, σωφρονιστική και επανορθωτική του συγγραφέα του αριστουργηματικού και μόνου πεζογραφήματος περί Γαλοπούλας, γραμμένου από τον περίφημο στα Ελλ. Γράμματα Καζανόβα, εσχάτως επονομασθέντα και Θανάση, άρχοντα ξεπεσμένο, ποιητή χρεωμένο και πνευματικώς χρεοκοπημένο από τα Μποχωρογάλατα, κριτική συρραφείσα και εις βούρδουλα ματαβληθήσα από τον πεθαμένο κριτικό Τσανάκα, αργήσασα εξ αγνοίας του, αλλά τέλος φθάσασα από τα ύψη της Δεξαμενής).

Ο Καζανόβας ο νεότερος τρέμει τους ζωντανούς, ας είναι και «θρασύδειλοι». Γι΄αυτό παρασταίνει στο διήγημά του των ήρωα Τσανάκα πεθαμένο, και αφίνει ζωντανό τον άλλο ήρωα το Θανάση, δηλ. τον εαυτό του, να μιλεί ακράτητα. Αυτοί είναι οι δύο ήρωές του οι αριστουργηματικοί· ο ένας, σαν πεθαμένος, δε μιλεί, κι΄ο Θανάσης γενναία τα παραλέει, γιατί φαντάζεται πως δεν φοβάται τίποτα απ΄ τον πεθαμένο. Ο Δον Κισώτος έπλαθε φανταστικούς εχθρούς κι ύστερα τους πολεμούσε αλλά ο Καζανόβας ή Θανάσης, τους πεθαίνει πρώτα με το νου του, κι ύστερα τους πολεμάει. Μ΄αυτό τον τρόπο έχει την πλάνη πως είναι σίγουρος απ΄το κακό, σαν κάτι ζούδια που κρύβουν το κεφάλι τους στην τρύπα και λουφάζουν, ήσυχα πια για τη μικρή τους ύπαρξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Παλιότερα άρθρα, Περιοδικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2013

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και το ιστολόγιο αρέσκεται να συντηρεί ένα παλιό έθιμο, να δημοσιεύει δηλαδή χριστουγεννιάτικα αναγνώσματα, όπως έκαναν παλιά οι εφημερίδες και τα περιοδικά τέτοιες μέρες. Το σημερινό αφήγημα λογάριαζα να το παρουσιάσω εδώ και καιρό, αλλά δίσταζα επειδή, για να διηγηθώ ολόκληρη την ιστορία, μου χρειάζονται δυο συνέχειες. Τελικά, σήμερα θα δημοσιεύσω το πρώτο αφήγημα και την επόμενη Κυριακή θα δούμε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η αρχική δημοσίευση, δηλαδή έναν βίαιο φιλολογικό καβγά στον μεσοπόλεμο.

Το αφήγημα που προκάλεσε τον καβγά δημοσιεύτηκε στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του λαϊκού αλλά ποιοτικού περιοδικού Μπουκέτο το 1930, πριν από 83 73 χρόνια. Το υπογράφει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο οποίος αφηγείται μια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια της παρέας της Δεξαμενής, στην οποία συμμετείχε στα νιάτα του, μαζί με τον Καρκαβίτσα, τον Βλαχογιάννη, τον Νιρβάνα και άλλους λόγιους -και βέβαια τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Χρονολογίες δεν δίνονται, αλλά το περιστατικό πρέπει να συνέβη στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Όμως πρέπει να σας προειδοποιήσω πως η ακρίβεια των εξιστορουμένων αμφισβητείται. Δείτε το λοιπόν σαν πεζογράφημα και όχι σαν μαρτυρία.

Έχω εκσυγχρονίσει την (έτσι κι αλλιώς αρκετά σύγχρονη) ορθογραφία. Ευχαριστώ πολύ τους αγαπητούς φίλους που μοιράστηκαν την πληκτρολόγηση του κειμένου, τον Ιστοδεσπότη και τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας. Δεν χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις για το κείμενο, πέρα από το ότι η ελαφρώς κακέμφατη οδός Αγχέσμου δεν είναι άλλη από τη σημερινή Βουκουρεστίου.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ                                   ΤΟΥ κ. ΜΙΛΤ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

ΕΝΑ ΓΕΥΜΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

malakasis2Ένα μουντό πρωινό χινοπωριάτικης ημέρας, παραμονές των Χριστουγέννων, εδώ και εικοσιπέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λόγιος και συγγραφέας και άνθρωπος κολασίμων παθών, έπαιρνε τον καφέ του στο υπόστεγο του μικρού καφενείου της Δεξαμενής -στου κυρ Γιάννη. Τον έπινε και εδιάβαζε την εφημερίδα του, επισκοπώντας και από αταβισμόν ζουλαπιού τα περίγυρα, οσμιζόμενος και την ατμόσφαιρα.

Ο Ευρυσθένης Τσανάκας ! Τρομερό πρόσωπο, άνθρωπος πολυφαγάς, καυγατζής, χωρικός, θρασύδειλος, τύραννος και δούλος. Κακολόγος, κακόσουρτος, βραδύς αλλά παρατηρητικός και συγγραφέας με κάποιο ταλέντο.

Είναι πεθαμένος εδώ και είκοσι χρόνια το λιγότερο. Ύστερα από τόσον καιρό, και ο Θεός ακόμα θα τον συγχώρησε. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λοιπόν, εκείνο το πρωί, έκαμε την τύχη του.

Όπως παραφύλαγε, ανασηκωμένος σε μια στιγμή, συνέλαβε με το μάτι το ξεκομμένο γαλόπουλο που κατέβαινε από το Λυκαβητό σαστισμένο και παραπατώντας.

Εκαθόμουν ακριβώς αντίκρυ του και παρακολουθούσα τη σκηνή. Ο Τσανάκας το ήξερε και με υπόβλεπε. Ήμαστε φίλοι αλλά και εχτροί μαζύ. Μ’ αγαπούσε και δε με υπόφερε. Τον εκαυτηρίαζα εκεί που πονούσε και εφρύαζε. Και το πιο που τον λυσσούσε, ήτανε ο αφελής και παιγνιδιάρικος τρόπος μου.

Το γαλί  ως τόσο κατέβαινε· έφτανε τώρα στο διάμεσο των δύο καφενείων, ήσαν τότε δύο τα καφενεία της Δεξαμενής, κι εκεί που κοντοστάθηκε αναποφάσιστο ακόμα, ο Ευρυσθένης Τσανάκας ευρέθηκε στο πλάι του. Είχε πάρει από κάτω ένα ξεροκάλαμο και διαγράφοντας ημικύκλιο, από τη μια μεριά του έκοψε με το σώμα του το δρόμο, ενώ από την άλλη, τάπα, τάπα, με τη βέργα, το ‘φερνε προς το καφενείο. Συγχρόνως με λίγη ψίχα ψωμιού που έτριβε με το άλλο του χέρι, καθησύχαζε το πουλερικό, που αναθαρρεμένο έτσι, παρασύρονταν προς την κατεύθυνση που του έδινε ο Τσανάκας. Ήτανε δε αυτή, μια παράγκα κολλημένη στο καφενείο, και που εφυλάγονταν τα καθίσματα του καλοκαιριού. Εκεί όταν το έφτασε, άνοιξε την πόρτα και αφού έσπρωξε το γαλί με το ξεροκάλαμο μέσα, την έσυρε πάλι προς αυτόν και την έκλεισε.

Εφώναξε τότε τον μικρόν του καφενείου και του είπε, κοιτάζοντας και προς εμένα ύποπτα, αλλά κάπως εξευτελισμένα :

– Άκου, Θανάση, μεσ’ στην αποθήκη είναι ένα γαλόπουλο, αν το ζητήσει κανένας, το δίνεις. Αν όχι, το κρατείς κλεισμένο· το μεσημέρι εγώ θα γυρίσω από δω. Αγόρασέ του και λίγο καλαμπόκι και βάλε του σ’ ένα πιάτο και νερό.

Γυρίζοντας σ’ εμένα, πάμε ; μου λέει, κατεβαίνεις ή θα καθήσεις εδώ;
– Κατεβαίνω, του απάντησα, και σηκώθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παπαδιαμάντης, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Ν. Λαπαθιώτη «Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες»

Posted by sarant στο 4 Αύγουστος, 2013

lapfilosFF9C53D171B0F476B7A481ABCAB986D4Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες, από τις εκδόσεις “Ερατώ” και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, η συλλογή διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη “Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες”. Το βιβλίο περιέχει 29 διηγήματα του Λαπαθιώτη, δημοσιευμένα από το 1924 έως το 1929, δηλαδή όταν ο γεννημένος το 1888 ποιητής ήταν μεταξύ 35 και 40 χρονών -πρόκειται δηλαδή για διηγήματα της ωριμότητας. Πρόθεσή μου είναι, καιρού επιτρέποντος, να συνεχίσω με το υπόλοιπο διηγηματογραφικό του έργο, δηλαδή να εκδοθεί και ένας τρίτος τόμος με διηγήματα, μπορεί και δύο. Το 2012 είχα εκδώσει, πάλι από την Ερατώ, τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη, «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες«, με νεανικά διηγήματα γραμμένα μεταξύ του 1908 και του 1923.

Ο δεύτερος αυτός τόμος περιέχει, σε επίμετρο, δυο μικρά νεανικά πεζογραφήματα του Λαπαθιώτη, που αν είχαν εντοπιστεί νωρίτερα θα είχαν μπει στον πρώτο τόμο. Βλέπετε, δεν έχει καταρτιστεί εργογραφία του Λαπαθιώτη, κι έτσι τα κείμενά του βρίσκονται διασκορπισμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. Έτσι, συνολικά το βιβλίο έχει 31 διηγήματα. Τα περιεχόμενα του βιβλίου και άλλα στοιχεία της έκδοσης, από την παρουσίαση στο ηλεβιβλιοπωλείο της Πολιτείας, εδώ.

Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά την αυτοκτονία του, στις 8 Ιανουαρίου 1944 στο πατρικό του σπίτι, στη γωνία των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης όχι μόνο δεν έχει λησμονηθεί, αλλά απροσδόκητα βρίσκεται όλο και περισσότερο στην επικαιρότητα. Λιγότερο απροσδόκητο είναι το ότι οι νεότερες εργασίες για τον Λαπαθιώτη αφορούν κυρίως το πεζό του έργο, το οποίο είχε μείνει στη σκιά του ποιητικού και εξακολουθεί, στο μεγαλύτερο μέρος του, να παραμένει ανέκδοτο. Για παράδειγμα, στην «Έκτη συνάντηση εργασίας μεταπτυχιακών φοιτητών του τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ», τον Μάιο του 2011, έγιναν δύο ανακοινώσεις για το πεζό έργο του Λαπαθιώτη.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης βέβαια είναι κυρίως γνωστός ως ποιητής, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, αλλά άφησε μεγάλο σε έκταση και ποικίλο σε μορφή πεζογραφικό έργο. Από αυτό έχουν εκδοθεί η αυτοβιογραφία του (“Η ζωή μου” σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα από τον Κέδρο) και δυο νουβέλες (“Το τάμα της Ανθούλας” σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα από τις εκδ. Λιβάνη και “Κάπου περνούσε μια φωνή” από τις εκδ. Ερατώ σε δική μου επιμέλεια), καθώς και η συλλογή διηγημάτων «Μαραμένα μάτια». Εκτός από τα διηγήματα έχει γράψει επίσης πεζά ποιήματα, στοχασμούς και χρονογραφήματα, καθώς και μη λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως κριτικές και αισθητικές επιφυλλίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαφημίσεις, Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 32 Σχόλια »