Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘μπράτη’

Τα μπράτη, μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2014

Το άρθρο που ακολουθεί μού το έστειλε ο φίλος Βασίλης Ορφανός, που μελετάει εδώ και χρόνια την κρητική διάλεκτο και μάλιστα ετοιμάζει κι ένα λεξικό με τα τουρκικά της δάνεια. Όπως αναφέρει κι ο ίδιος, την αφορμή την πήρε από ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου, στο οποίο είχε γίνει μνεία της λέξης αυτής, που ακούγεται (ή ακουγόταν) και στην Αμοργό.

Ο Βασίλης Ορφανός διατυπώνει μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης. Ομολογώ ότι την κρητική διάλεκτο δεν την έχω μελετήσει τόσο που να μου επιτρέπεται να έχω γνώμη, αλλά βάσει γενικών αρχών η εκδοχή του δεν με πείθει -ο λόγος είναι ότι σπάνια μια λέξη με βασική «πονηρή» σημασία προσλαμβάνει και άλλες σημασίες μη αισχρές, συνήθως γίνεται το αντίθετο, μια γενική λέξη (πράμα, ας πούμε) παίρνει και μιαν πονηρή σημασία. Ωστόσο, αυτό δεν ακυρώνει την αξία του άρθρου, που -πέρα από τα ετυμολογικά- είναι μια πλήρης μελέτη, πολύ καλογραμμένη και τεκμηριωμένη, υπόδειγμα για ανάλογες εργασίες. Σημειώστε άλλωστε ότι και ο ίδιος ο συντάκτης έχει αμφιβολίες για την υπόθεσή του.

Μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης (α)μπράτη (τα)

(Γράφτηκε με αφετηρία συζήτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου για τη λέξη μπράτη, από ένα κατάλογο με σπάνιες λέξεις από την Αμοργό, που του είχε στείλει ο φίλος του ιστολογίου που υπογράφει ως Αρκεσινεύς και ο οποίος ετυμολογεί με ερωτηματικό τη λέξη από το αρχ. πρατός (< πέρνημι ‘εξάγω πράγματα προς πώληση’). Ευχαριστώ θερμά τον  οικοδεσπότη του ιστολογίου που δέχτηκε πρόθυμα να φιλοξενήσει το κείμενό μου. Ευχαριστώ προκαταβολικά και καθέναν που θα ήθελε να σχολιάσει το γραφτό μου, ιδίως ως προς τον έλεγχο της ετυμολογίας που προτείνω. Με την ευκαιρία: Καλή Χρονιά σε όλους!)

Στην Κρήτη χρησιμοποιούμε τη λέξη πράμα με τις εξής σημασίες (μόνο στην πρώτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στον πληθυντικό) :
1.
πράγμα, αντικείμενο: Ποτέ μου δεν πρικαίνομαι όντε θα χάσω πράμα, γιατί ποτέ τα πράματα αθρώπους δεν εκάμα(ν) (παλιά μαντινάδα).

2. κάτι: ― Ίντα θές; Θές πράμα; (εδώ μου θυμίζει το παλιό γαλλ. rien).

3. τίποτε: (Απάντηση στο προηγούμενο) ―Όι, πράμα δε θέλω (και εδώ βεβαίως το σύγχρονο rien).

4. περιουσία, κατ’ εξοχήν η αγροτική.  Με τη σημ. αυτή στην παροιμία Το πράμα μου είναι καλό και δεν παρακαλώ, που ισοδυναμεί με τις πανελλήνιες Έχει κι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) ή Το μοναστήρι να ’ν’ καλά (και καλογέροι χίλιοι). Λέγεται κατά περίσταση και ως σεξουαλικό υπονοούμενο, διότι η λ. πράμα

5. «μεταφ. σημαίνει το γυναικείον αιδοίον» (γράφει ο Πάγκαλος (Δ 573), αλλά αλλού (Β 416) την έχει και ως συνώνυμο του πέους) ή «τα γεννητικά όργανα ανθρώπων και ζώων» (Κριτσωτάκης) (έτσι την ξέρω κι εγώ, αλλά αν αναφερόμαστε σε αρσενικό, δηλώνει το πέος).

Θυμούμαι που είχαμε στο χωριό μια γειτόνισσα με τσουχτερή γλώσσα. Όταν άκουγε κάποιον/α να μιλάει με   κομπασμό για το πράμα του/της, δηλ. την περιουσία του/της, έλεγε μέσα από τα μουστάκια της (διότι είχε!) την κατάρα: «Μoυρνιά!». Η σιβυλλική κατάρα γίνεται αμέσως διαφανής, αν σκεφτούμε ότι η γειτόνισσα έδινε στη λ. πράμα τη σημασία ‘γεννητικά όργανα’, ενώ έπαιζε με τη λ. μουρνιά, που εκτός από ‘μουριά’ σημαίνει επίσης ‘καρκίνος του δέρματος’: Μουρνιά να φυτρώξει στο πράμα σου!  (Καλοσύνη όμως, ε;)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθυροστομίες, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 87 Σχόλια »