Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘μπόγιας’

Η μπογιά του μπόγια

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2021

Τις προάλλες, σε κάποιο σχόλιο, ο φίλος μας ο Pedis μας πληροφόρησε ότι σε μια διαδήλωση που έγινε στην Ιταλία για την απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα πετάχτηκαν τρικάκια, όπως αυτό της φωτογραφίας, που έγραφαν MITSOTAKIS BOIA.

Κι έτσι συνειδητοποιήσαμε πολλοί ότι η λέξη «μπόγιας» στα ελληνικά είναι δάνειο από τα ιταλικά.

Δάνειο, αλλά με αλλαγή σημασίας, διότι στα ελληνικά η σημερινή σημασία της λέξης είναι βεβαίως ο υπάλληλος που ασχολείται με τη σύλληψη και τη συγκέντρωση των αδέσποτων σκύλων. Βέβαια, επειδή τα καθήκοντά του είναι απεχθή, έστω κι αν είναι αναγκαία, μεταφορικά έχει πάρει τη σημασία (λέει το λεξικό) του πολύ αυστηρού ή σκληρού ανθρώπου.

Αλλά δεν είναι αυτή η σημασία στο τρικάκι, στα ιταλικά. Στα ιταλικά boia είναι ο δήμιος και δήμιο αποκαλούσαν τον Μητσοτάκη οι διαδηλωτές που πέταξαν τα τρικάκια (το άλλο σύνθημα που βλέπουμε στην εικόνα λέει «Να μεταφερθεί αμέσως ο Δ.Κ.»).

Έχει όμως και στα ιταλικά η λέξη πάρει πολλές μεταφορικές μειωτικές σημασίες, πράγμα διόλου παράξενο αφού και ο δήμιος ήταν πρόσωπο που το απεχθανόταν ο πολύς κόσμος, ακόμα περισσότερο από τον μπόγια.

Η αλλαγή της σημασίας από τον δήμιο στον υπάλληλο τον επιφορτισμένο με το κυνηγητό των αδέσποτων σκυλιών έγινε στα ελληνικά. Όταν πρωτομπήκε η λέξη στη γλώσσα μας, στα μεσαιωνικά χρόνια, σήμαινε, όπως και στα ιταλικά, δήμιος. Με αυτή τη σημασία τη βρίσκουμε στο Μεσαιωνικό Λεξικό του Κριαρά, όπου ήδη βρίσκουμε και τη μεταφορική σημασία του ελεεινού ανθρώπου.

Άλλωστε, η σημασία «δήμιος» διατηρήθηκε και στα επόμενα χρόνια, τόσο που να καταγράφεται και στο ΛΚΝ (φυσικά με την ένδειξη «παρωχημένο») όπως και στο λεξικό Μπαμπινιώτη και το ΜΗΛΝΕΓ (με την ένδειξη «παλαιότ.»). Βρίσκω, ας πούμε, μυθιστορηματική βιογραφία του Ρήγα, γραμμένη από τον Τάσο Βουρνά το 1956, όπου η λέξη μπόγιας χρησιμοποιείται για τον δήμιο: Σε λίγο ένας τσαούσης τέντωσε τα θυρόφυλλα κι ο μπόγιας με την ακολουθία του μπήκαν στην αυλή. Να πούμε εδώ ότι η λέξη, αν δεν σφάλλω, δεν έχει περάσει στα τουρκικά, όπου ο δήμιος είναι cellat, που έχει δώσει και το ελληνικό «τζελάτης».

Σε παλαιότερα κείμενα βρίσκω επίσης να αναφέρεται ως μπόγιας εκείνος που σκότωνε τα άλογα όταν γερνούσαν. Εικάζω ότι η σημασία εστιάστηκε αποκλειστικά στα αδέσποτα σκυλιά στα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν το πρόβλημα των αδέσποτων λυσσασμένων σκυλιών ήταν οξύτατο στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα (στα Αττικά θα βρείτε πολλά χρονογραφήματα του Βάρναλη για το θέμα).

Και βέβαια στις μέρες μας, που έχει πια πάψει προ πολλού να εμφανίζεται το κάρο του μπόγια στους δρόμους των συνοικιών, η λέξη πρέπει να χρησιμοποιείται λιγότερο -αν και σ’ εμάς τους παλιότερους έχει μείνει η αστεία απειλή «θα φωνάξω να σε μαζέψει ο μπόγιας». Αναρωτιέμαι αν οι νεότεροι χρησιμοποιούν τη λέξη. Αν διαβάζει κανείς ας μας πει.

Όμως, το ταξίδι της λέξης το πιάσαμε από τη μέση. Θέλω να πω, αρκετή έχει ιστορία και η ετυμολογία της ιταλικής λέξης boia που γέννησε τον δικό μας μπόγια. Ο μπόγιας, βλέπετε, είναι αντιδάνειο, έχει απώτερη ελληνική αρχή. Η ιταλική λέξη είναι δάνειο από το λατινικό boja `δερμάτινο κολάρο για βόδια΄ και στη συνέχεια «λουρί, όργανο βασανισμού», που προέρχεται από το ελληνικό  βοεῖαι, πληθυντικός του βοεία `(λουρίδα από) τομάρι βοδιού΄. Ο δανεισμός έγινε στον πληθυντικό, bojae. Τα λουριά και ανάλογα σύνεργα ήταν χρήσιμα στον δήμιο.

Η ελληνική λέξη «βοείαι» είναι αρχικά επίθετο που έγινε ουσιαστικό (όπως ο ποντικός μυς έγινε ποντικός και το νηρόν ύδωρ νηρόν και μετά νερό). Έτσι και εδώ είχαμε «βοεία δορά» αρχικά για το δέρμα του βοδιού και στη συνέχεια για διάφορα αντικείμενα από βοδινό δέρμα πχ ασπίδες ή λουριά κτλ, αλλά συνήθως το «δορά» παραλείπεται. Ήδη στον Όμηρο (Ιλιάδα Ρ389-90), σε μια παρομοίωση για το πώς τραβούσαν τον νεκρό του Πάτροκλου, βρίσκουμε τον ιωνικό τύπο «βοείη»: ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ταύροιο βοὸς μεγάλοιο βοείην λαοῖσιν δώῃ τανύειν μεθύουσαν ἀλοιφῇ, που το μεταφράζουν Καζαντζάκης και Κακριδής: Πώς όντας πει να δώσει ο μάστορας τρανού βοδιού τομάρι να το τεντώσουν οι καλφάδες του με ξίγκι ποτισμένο.

Οπότε, δεν ξέρω αν αυτό μας περιποιεί τιμή, αλλά ο μπόγιας έχει τρισχιλιετή ρίζα.

Έχουμε κι ένα περίπου ομόηχο του μπόγια ή ίσως δύο στη γλώσσα μας. Το ένα, το λιγότερο προφανές, είναι τα μπόγια, πληθυντικός της λέξης μπόι, που το χρησιμοποιούμε στον πληθυντικό κυρίως για μέτρηση ύψους ή βάθους, π.χ. «στο σημείο εκείνο του ποταμού το νερό φτάνει τα δυο μπόγια». Το μπόι έχει τουρκική ετυμολογία.

Το άλλο, που δεν είναι ακριβώς ομόηχο αφού έχουμε τονισμό σε άλλη συλλαβή, είναι βεβαίως η μπογιά. Κι αυτή τουρκικής προέλευσης, boya.

Ο τίτλος παίζει με τα ομόηχα. Δεν ξέρω αν είναι μπόγιας, ή δήμιος, ο Μητσοτάκης. Θα φανεί. Φοβάμαι μήπως θέλει να γίνει μπόγιας επειδή βλέπει ότι με την κάκιστη πορεία της πανδημίας και της οικονομίας, η σκληρή καταστολή και η πόλωση θα είναι ο μοναδικός τρόπος για να εξακολουθήσει να περνάει η μπογιά του. Αλλά αυτό θα το δούμε…

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , | 201 Σχόλια »