Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μυτιλήνη’

Κατερίνα, χρόνια πολλά και πάλι!

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2016

Σήμερα είναι της Αγίας Αικατερίνης, γιορτάζουν λοιπόν οι Κατερίνες, οπότε ευκαιρία είναι να τους κάνει το ιστολόγιο ένα δώρο, δηλαδή να αφιερώσει ένα άρθρο στο όνομά τους, που έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον. Αναδημοσιεύω λοιπόν το άρθρο που είχα ανεβάσει τέτοια μέρα το 2013, έχοντας πάντως κάνει κάμποσες αλλαγές, ανάμεσα στ’ άλλα ενσωματώνοντας πράγματα που είχατε πει στα σχόλια του προηγούμενου άρθρου.

Η Κατερίνα είναι ένα από τα δημοφιλέστερα γυναικεία ονόματα. Από τη μελέτη του Χάρη Φουνταλή για τα ονόματα, προκύπτει ότι η Κατερίνα είναι το τρίτο συχνότερο γυναικείο όνομα. Φυσικά, το πρώτο συχνότερο όνομα είναι η Μαρία, τουλάχιστον προς το παρόν, γιατί αν κρίνω από τις συμμαθήτριες των παιδιών μου μπορεί σε πενήντα χρόνια να έχει γινει συχνότερο το Φαίδρα ή το Νεφέλη (εντάξει, υπερβάλλω). Όσο για το δεύτερο συχνότερο γυναικείο όνομα, είπα προς στιγμή να το βάλω σε κουίζ, αλλά τελικά είπα να το πάρει το ποτάμι, είναι η Ελένη.

Το επίσημο όνομα είναι, βέβαια, Αικατερίνη, αλλά δεν έχω ακούσει πολλές να τις φωνάζουν έτσι -ήδη και η Κατερίνα έχει τέσσερις συλλαβές, πράγμα που κάτι θειάδες μου στην Αίγινα το θεωρούσαν άτοπο, θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια όμως. Υπήρχε βέβαια η Μεγάλη Αικατερίνη, η τσαρίνα της Ρωσίας, αλλά οι αυτοκράτειρες επιτρέπεται να είναι πεντασύλλαβες (Γιεκατερίνα στα ρώσικα). Έτσι, παρόλο που το Κατερίνα στέκεται και μόνο του μια χαρά και είναι συχνότατο, έχει όμως και άφθονα χαϊδευτικά -παλιότερων εποχών κυρίως, διότι στις νεότερες γενιές υπάρχει γενικά μια αντιπάθεια στα χαϊδευτικά.

Να πούμε όμως πρώτα την ετυμολογία του ονόματος, η οποία είναι μάλλον περίπλοκη. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι στην αρχή βρίσκεται το γυναικείο (αμάρτυρο) όνομα *Εκατερίνα/Εκατερίνη, θηλυκό του Εκατερός/Εκάτερος που προέρχεται από την αντωνυμία εκάτερος = ο καθένας από τους δυο. Λίγο περίεργο φαίνεται να προήλθε κύριο όνομα από αντωνυμία, αυτή όμως είναι η πειστικότερη εκδοχή. Δεν φαίνεται πιθανή η πρόελευση από την Εκάτη, ενώ για το όνομα Εκατερός υπάρχουν στέρεες ελληνιστικές μαρτυρίες. Πάντως, το λεξικό Μπαμπινιώτη, που δέχεται την προέλευση αυτή, δίνει μτγν. όνομα ΑικατερίνΗ, ενώ στις πρωτογενείς πηγές εγώ βρίσκω αρχικό τύπο ΑικατερίνΑ -η Αικατερίνη θα μπορούσε να έχει προέλθει από τη γενική: η Αικατερίνα-της Αικατερίνης, απ’ όπου θα μεταπλάστηκε νέα ονομαστική. Άλλωστε, στην εικονογραφία και στα απολυτίκια επικρατεί ο τύπος «Αικατερίνα».

Πάντως, από πολύ νωρίς υπήρξε παρετυμολογική σύνδεση με τη λέξη καθαρός, και αυτός είναι ο λόγος του th που εμφανίζεται στην αγγλική και τη γαλλική μορφή του ονόματος (Catherine). Η αγία Αικατερίνη, σύμφωνα με τη δυτική παράδοση, ήταν εξαιρετικά μορφωμένη και επειδή κατατρόπωσε στη θεολογική συζήτηση πενήντα εθνικούς σοφούς, ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος διάταξε να πεθάνει με μαρτύρια. Ωστόσο, οι πρώτες διηγήσεις για τον βίο της εμφανίζονται πολλούς αιώνες μετά, και για το λόγο αυτό η Καθολική Εκκλησία την αφαίρεσε το 1969 από τον κατάλογο των αγίων, λόγω της έλλειψης στοιχείων για την ύπαρξή της. Όμως, φαίνεται ότι οι πιέσεις από τις απανταχού του κόσμου Κατερίνες (σε διάφορες βέβαια παραλλαγές ανά τον κόσμο) ήταν μεγάλες κι έτσι την επανέφερε, κατά παραχώρηση, το 2002. Υποστηρίζεται επίσης ότι η Αικατερίνη μπορεί να είναι το χριστιανικό αντίστοιχο της Υπατίας, δηλαδή πλασμένη από τους Χριστιανούς πάνω στο πατρόν της Υπατίας αλλά με το χριστιανικό θρήσκευμα.

Αυτά με την Αικατερίνη, ας επιστρέψουμε στην Κατερίνα και τα πολλά χαϊδευτικά της. Καταρχάς, Καίτη, που όταν ήμασταν στο γυμνάσιο μάς έδινε το εύκολο λογοπαίγνιο «Καίτοι η Καίτη….» (Στο «Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο» υπάρχει μπέρδεμα του «Καίτη» όχι μόνο με το «καίτοι» αλλά και με το «έτι και έτι» της θείας λειτουργίας).

Έπειτα Κάτια. Παλιότερα, ήταν πολύ συχνό το Κατίνα, για το οποίο όμως θα μιλήσουμε πιο κάτω. Λέμε επίσης Κατερινιώ (Κατερνιώ στον Παπαδιαμάντη). Σε αστικό περιβάλλον ήταν παλιότερα πολύ συνηθισμένο το Κάκια, που σήμερα ακούγεται πολύ λιγότερο. Από την Κατίνα και η Κατίγκω, που φαντάζομαι θα το θεωρούν αφόρητα χωριάτικο πολλοί -να μην πω και το «Τίγκα» που μου λένε οτι ακούγεται στη Βέροια. Ακόμα πιο χωριάτικο, αλλά ίσως όχι πανελλήνιο, είναι η Κατέρω (π.χ. Ήπειρος, Επτάνησα, αλλά και στις Σέρρες το βρίσκω) ενώ το Κατερή πρέπει να είναι ποντιακό. Στην Κέρκυρα υπάρχει και το Κατέ, ενώ το κρητικό Καντή ζήτημα είναι αν ακούγεται ια. Χαϊδευτικό του Κατερίνα είναι και το Ρίνα, που γράφεται και Ρήνα, και Ρηνιώ και Ρηνούλα, αλλά βέβαια πάρα πολλές Ρήνες κα Ρηνούλες προέρχονται από το Ειρήνη. Έχουμε και το Κίττυ (όπως η αείμνηστη αγωνίστρια ηθοποιός Κίττυ Αρσένη) και μάλλον το Κατιάνα (όπως η Μπαλανίκα). Να σημειώσουμε επίσης και το Τίνα, που βέβαια μπορεί να αντιστοιχεί και στη Χριστίνα. Αν έχω παραλείψει καμιά τοπική παραλλαγή ή χαϊδευτικό (μάλλον βέβαιο), παρακαλώ συμπληρώστε. Βέβαια, επειδή το όνομα Κατερίνα έχει αντίστοιχά του σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, υπάρχουν πάμπολλες παραλλαγές, όπως Καταλίνα, Κατίνκα, Τρίνα, Κάρεν κτλ.  Τέτοια μη συμπληρώσετε.

Με βάση το γκουγκλοδιασημόμετρο, διασημότερες Κατερίνες, χτες που το κοίταξα, ήταν: η Κατερίνα Στικούδη, η Κατερίνα Γώγου και η Κατερίνα Μάρκου (πρόσκαιρη ίσως διασημότητα, αφού είναι στην επικαιρότητα επειδή αποχώρησε από το Ποτάμι). Καίτη η Γκρέι,, η Χωματά και η Γαρμπή, Κάτια η Δανδουλάκη, Κατίνα η Παξινού, διότι τα τελευταία 40 χρόνια αυτή η μορφή του ονόματος, συχνότατη κάποτε, τείνει να εκλείψει. Ο λόγος είναι, φυσικά, ότι, όπως λέει και το λεξικό, η «κατίνα» χρησιμοποιείται ως μειωτικός χαρακτηρισμός: α) γυναίκας που θεωρείται ότι υστερεί σε μόρφωση και παιδεία. β) ανθρώπου, συνήθ. γυναίκας, που σχολιάζει, κουτσομπολεύει. [Οι ορισμ0ί από το λεξικό ΛΚΝ]. Συνακόλουθα έχουμε και την κατινιά, την αναξιόπρεπη συμπεριφορά ιδίως.

Πώς όμως η Κατίνα έγινε κατίνα; Το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον. Κατά τη γνώμη μου, και όχι μόνο τη δική μου, η κατίνα ξεκίνησε ως ταξικά χρωματισμένος χαρακτηρισμός, από τις αστές προς τις λαϊκές γυναίκες. Το Κατίνα, αν και παλιότερα το έβρισκες και στις αστές, ήταν επίσης κατεξοχήν λαϊκό όνομα, που το είχαν πάρα πολλές υπηρέτριες (ναι μεν οι περισσότερες υπηρέτριες λέγονταν Μαρίες, αλλά το Μαρία δεν έχει άλλον πολύ συχνό τύπο κι έτσι δεν χρωματίστηκε). Με την επιρροή του γαλλικού catin (παλιοθήλυκο, τσουλί), που ασφαλώς θα ήταν γνωστό στις αστές, πήρε η Κατίνα τη σημασία της κατίνας, ή ίσως η κατίνα προήλθε από το catin με επιρροή του ονόματος Κατίνα.

Αυτή την προέλευση άλλωστε την υιοθετούν και τα μεγάλα λεξικά μας. Κάποιοι επισήμαναν (στο slang.gr όταν το είχαμε συζητήσει) ότι θα μπορούσε η κατίνα να προέρχεται από το τουρκικό kadin = γυναίκα, εξήγηση που φαίνεται ελκυστική. Ωστόσο, επειδή το «κατίνα» δεν φτιάχτηκε παλιά, στην ύπαιθρο και από τον απλό λαό αλλά σχετικά πρόσφατα (τον 20ό αιώνα και μάλιστα μεταπολεμικά, μάλλον) στην Αθήνα και από (μικρο)αστούς, η πιθανότητα για τουρκική προέλευση αδυνατίζει πολύ. Δεύτερον, το καντίνα = τουρκάλα (< kadin) υπήρχε παλιότερα (τρεις φορές στον Παπαδιαμάντη) χωρίς να έχει καταγραφεί, απ’ όσο ξέρω, καμιά άλλη, αποκλίνουσα ή ενδιάμεση σημασία. Οπότε, η προέλευση αυτή δεν με πείθει.

Απόηχος της εποχής που η Κατίνα δεν είχε ανεπανόρθωτα στιγματιστεί είναι το κόμικς «Μήτσος και Κατινάκι» του Διογένη Καμένου που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ελευθεροτυπία με την έκδοσή της το 1975 (και ο Μήτσος είναι ο αρχετυπικός μέσος λαϊκός Έλληνας, άλλωστε). Να θυμηθούμε και την ατάκα «Κατίνα, σαλαμάκι» του Κ. Βουτσά από την ταινία Ο γόης του Δαλιανίδη, που μου τη θύμισε ένας φίλος από το Φέισμπουκ.

Υπάρχει και μια άλλη λέξη «κατίνα» ή μάλλον «κατήνα», αν όχι στα πανελλήνια ελληνικά, πάντως σε ιδιώματα -ας πούμε, στα μυτιληνιά αλλά και αλλού. Αυτή η κατήνα είναι δάνειο από τα λατινικά (catena) και σήμαινε αρχικώς αλυσίδα και μετά σπονδυλική στήλη και κατ’ επέκταση πλάτη, ράχη. Οι πόρτες του Άδου ας χαλαστούν κι ας πέσουν οι κατήνες, λέει στον μεσαιωνικό Απόκοπο, ενώ στον Φορτουνάτο βρίσκουμε τη δεύτερη σημασία: ήκοψές μου τα νεφρά κι ήσπασες την κατήνα. Όπως είπα, η λέξη υπάρχει και στη μυτιληνιά διάλεκτο, και σε ένα αντάρτικο μυτιληνιό τραγούδι ακούγεται κι ο στίχος «μα ξπάσαν τα μλάρια, πετάξαν απ’ τς κατίνις τα σαμάρια» (επαναστάτησαν τα μουλάρια, πέταξαν από τις πλάτες τα σαμάρια). Όταν κάποιος Μυτιληνιός κουραζόταν πολύ ή σήκωνε μεγάλο βάρος, συχνά δεν έλεγε «ξεθεώθηκα» ή «κοψομεσιάστηκα» αλλά «ξεκατηνιάστηκα». Το σημερινό «ξεκατινιάζομαι» που το ακούμε και το λέμε ιδίως για καβγάδες στα παράθυρα των καναλιών, είναι μετεξέλιξη του διαλεκτικού «ξεκατηνιάζομαι», υπό την επιρροή του «κατίνα» που εδώ συναντάει την κατήνα.

Ας γυρίσουμε όμως στην Κατερίνα. Από την Κατερίνα, ή μάλλον την Αικατερίνη, δηλαδή από ένα εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, πήρε το όνομά της και η πόλη Κατερίνη, όπως είχαμε συζητήσει παλιότερα (και τότε, πριν από ένα χρόνο παρά τρεις μέρες, είχα υποσχεθεί στον φίλτατο Γρηγόρη να γράψω το σημερινό άρθρο -να που καμιά φορά τις τηρώ τις υποσχέσεις μου -έστω και με κάποια μικρή καθυστέρηση!). Το επώνυμο Κατερίνης πάλι, μάλλον είναι μητρωνυμικό.

Να σημειώσουμε και το κοριτσίστικο περιοδικό Κατερίνα, που κυριαρχούσε στον κλάδο του πριν από αρκετές δεκαετίες -αλλά και την Κατερίνα του Μικρού Ήρωα, την αγαπημένη του Γιώργου Θαλάσση.

Αλλά είπαμε πολλά και η Κατερίνα θα κουράστηκε. Ας την αποχαιρετίσουμε λοιπόν με μερικά τραγούδια. Υπάρχουν πάρα πολλά (αν και περισσότερα έχει η Άννα), αλλά αν διάλεγα ένα, όχι επειδή μ΄ αρέσει περισσότερο αλλά για ιστορικούς λόγους, θα ξεχώριζα το «Πάμε για ύπνο Κατερίνα» των Κατσαρού-Πυθαγόρα, με τον Γιάννη Πουλόπουλο:

Το τραγούδι βγήκε το 1971 και θυμάμαι ότι πολλοί ήταν εκείνοι που έβρισκαν αντιδικτατορικά υπονοούμενα στους στίχους -ίσως και να είχαν δίκιο, αλλά δεν με έπειθαν.

Αργότερα ξαναέγινε δημοφιλές το ρεμπέτικο «Άμαν Κατερίνα μου» του Τούντα:

 

ενώ από τις διεθνείς Κατερίνες, θα ξεχωρίσω, για λόγους Αστερίξ, την Καταλινέτα (τσι-τσι):

αλλά και την Κατιούσα -οι ρωσικοί πύραυλοι με το ίδιο όνομα είναι Κατερινούλες, δηλαδή- που πάνω στο σκοπό της έχουν ταιριαστεί οι στίχοι του ύμνου του ΕΑΜ (Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν…)

Ευχαρίστως να συμπληρώσετε με τραγούδια, ταινίες, βιβλία κτλ. για την Κατερίνα που γιορτάζει σήμερα (αλλά να βάζετε μόνο το λινκ στο γιουτουμπάκι, όχι την εικόνα, γιατί θα βαρύνει η σελίδα).

Και σε όλες τις Κατερίνες του ιστολογίου, χρόνια πολλά και να τις χαίρονται που τις αγαπάνε!

Posted in Γιουτουμπάκια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 250 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-2011)

Posted by sarant στο 17 Δεκέμβριος, 2015

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη μέρα που χάσαμε τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο. Παρόλο που τον θυμόμαστε διαρκώς στο ιστολόγιο, αφού κάθε δεύτερη Τρίτη βάζω σε συνέχειες ένα κομμάτι από κάποιο βιβλίο του, αισθάνθηκα την ανάγκη να τιμήσω σήμερα τη μνήμη του, όχι γράφοντας κάποιο καινούργιο κείμενο -δεν είμαι έτοιμος, ας πούμε- αλλά αναδημοσιεύοντας το μεγαλύτερο μέρος από τη νεκρολογία που είχα γράψει την επόμενη μέρα από τον θάνατό του. Το σημερινό άρθρο έχει αρκετές ομοιότητες με το αυριανό, και δεν αποκλείεται το αυριανό να με παρακίνησε για το σημερινό. Επίσης, συμπληρώνω τη νεκρολογία με ένα επεισόδιο από τη ζωή του πατέρα μου που το έμαθα πρόσφατα από έναν φίλο του, με τον οποίο βρέθηκα χάρη στο Διαδίκτυο.

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

mimis_jpeg_χχsmallΟ πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε o συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ. [Τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» έχουν επίσης παρουσιαστεί από το ιστολόγιο]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 61 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οικογενειακή ζωή

Posted by sarant στο 25 Αύγουστος, 2015

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή ένατη και είναι η πέμπτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα.

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν γαλήνια και ομαλά με εξαίρεση την εγχείρηση κήλης, κατά την οποία παρατηρήθηκε υψηλός μετεγχειρητικός πυρετός που επέμενε αρκετές μέρες. Εκτός από τους γιατρούς της κλινικής ο πυρετός θορύβησε τους επίσης γιατρούς εξαδέλφους του, το Γιάννη τον Δαβάκη και το Μίμη τον Οικονομίδη, που κάναν πρόχειρο ιατρικό συμβούλιο. Ο ποιητής που διατηρούσε το χιούμορ του, βλέποντάς τους σκεπτικούς και προβληματισμένους για την αιτία που προκάλεσε τον πυρετό, τους είπε

— Μη νοιάζεστε βρε παιδιά, στη νεκροψία θα το βρείτε οπωσδήποτε!

Τελικά όλα πήγαν καλά. Ο πυρετός οφειλόταν σε λοίμωξη της ουρήθρας από τον καθετήρα και αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση.

Στα τέλη του 51 πέθανε στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 86 χρονών η πεθερά του. Ο ποιητής την αγαπούσε, για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα της, την ικανότητα των χεριών της, (ύφαινε στον αργαλειό με πραγματική τέχνη, κεντούσε, μαστόρευε τις ζημιές του σπιτιού και έβαφε τοίχους και παράθυρα), την πολυπραγμοσύνη και το ανήσυχο πνεύμα της. Από τότε που ξαναεγκαταστάθηκε με τον άντρα της στην πόλη κι όσο ήταν καλά, αλώνιζε με τα πόδια τη Μυτιλήνη, σε επισκέψεις των παλιών της φιλενάδων, ανανεώνοντας μια φιλία χρονολογούμενη από τις αρχές του αιώνα, την οποία είχε διακόψει η μετοικεσία της στη Μόρια. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της η ημιπληγία την καθήλωσε στο κρεβάτι κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ποίηση, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 49 Σχόλια »

Δυο βιβλία του Βάρναλη

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2015

Ίσως επειδή το 2014 είχαμε τη διπλή επέτειο των 130 χρόνων από τη γέννησή του και των 40 χρόνων από τον θάνατό του, κυκλοφόρησαν στα τέλη της χρονιάς τουλάχιστον τρία βιβλία με κείμενα του Κώστα Βάρναλη. Το ένα από αυτά, το δικό μου, τη σειρά εντυπώσεων «Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ«, το έχω παρουσιάσει εδώ, οπότε δεν θα ασχοληθώ περισσότερο σε τούτο το άρθρο. Από τα άλλα δύο, ξεκινάω με εκείνο στο οποίο θα αφιερώσω μικρότερη έκταση και επειδή λίγα έχω να πω και επειδή δεν το έχω μπροστά μου (αλλά το έχω δει). Να σημειώσω ότι η σημερινή δημοσίευση έχει και κάποιον επετειακό χαρακτήρα, αφού ο Βάρναλης γεννήθηκε (κατά πάσα πιθανότητα) σαν χτες.

Το πρώτο βιβλίο λοιπόν είναι τα Άπαντα τα ποιητικά, 1904-1974, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος σε επιμέλεια της Μαρίας Συμεωνίδου. Είναι ένα πολύ σημαντικό βιβλίο για όποιον δεν έχει στη βιβλιοθήκη του τον Βάρναλη. Ωστόσο, φοβάμαι ότι ο τίτλος του δεν είναι ακριβής. Αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, δεν περιλαμβάνονται όλα τα ποιήματα που έγραψε ή που δημοσίευσε όσο ζούσε ο Βάρναλης, αλλά μόνο όσα κυκλοφορούσαν ήδη από τον Κέδρο σε επιμέρους βιβλία -πρόκειται δηλαδή για συγκεντρωτικήν έκδοση και όχι για Άπαντα.

Και ειδικά με τον Βάρναλη, η διαφορά είναι μεγάλη, διότι πολλά αξιόλογα ποιήματα ιδίως της πρώτης περιόδου του έχουν μείνει απέξω, επειδή ο ίδιος δεν τα συμπεριέλαβε σε μια (πολύ αυστηρή) εκλογή που είχε κάνει ενόψει της έκδοσης των Ποιητικών του το 1956. Και δίνεται μια κάπως στρεβλή εικόνα του βαρναλικού ποιητικού σώματος, διότι περιλαμβάνονται στο βιβλίο οι συλλογές Πυθμένες και Κηρήθρες που έγραψε νεότατος ο Βάρναλης, όχι όμως πολλά από τα πολύ ωριμότερα και αρτιότερα ποιήματα που έγραψε ως φτασμένος ποιητής. Απέξω μένουν και ποιήματα που είχαν παραλειφθεί από τη συγκεντρωτική έκδοση του 1956 λόγω του περιεχομένου τους, όπως ο «αντιπατριωτικός» Εξαγνισμός. Τέλος (και αυτό είναι σημαντικό για τον Βάρναλη) νομίζω ότι από τη νέα έκδοση δεν υπάρχουν οι παραλλαγές των ποιητικών του συνθέσεων -η πρώτη έκδοση του Φωτός που καίει, πολύ διαφορετική από την δεύτερη, όπως και οι παραλλαγές των Σκλάβων πολιορκημένων.

Παρ’ όλες τις ενστάσεις, η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου είναι χρήσιμη, αλλά το κακό με μια λειψή έκδοση «Απάντων» είναι ότι κάνει δυσκολότερο να εκδοθεί στο μέλλον μια πλήρης έκδοση. Υπάρχει βέβαια πάντοτε η δυνατότητα να συγκεντρωθούν και να εκδοθούν τα «Παραλειπόμενα» ποιήματα, τα οποία, στην περίπτωση του Βάρναλη θα έχουν μέσα και πολλά διαμάντια. Σε σχέση με την έκδοση του Κέδρου, ενδιαφέροντα πράγματα είπε στη Φωτεινή Λαμπρίδη και στον ραδιοσταθμό Στο Κόκκινο ο κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Βούλγαρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Νομανσλάνδη, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 41 Σχόλια »

Σκαλίζοντας αναμνήσεις, του Αντώνη Γιανακού.

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2014

skalizΤην Παρασκευή 10 Οκτωβρίου, στις 8:30 μμ, στο βιβλιοπωλείο poems ‘n crimes των Εκδόσεων Γαβριηλίδη, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, θα γίνει η παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων «Σκαλίζοντας αναμνήσεις» του Αντώνη Γιανακού. Θα προλογίσει ο παλιός μου φίλος Παναγιώτης Δρεπανιώτης, μεταφραστής, και αποσπάσματα θα διαβάσει ο Ελισσαίος Βλάχος, ηθοποιός.

Για κάτι τέτοια στεναχωριέμαι που λείπω από την Αθήνα. Την εκδήλωση θα τη χάσω και μαζί την ευκαιρία να γνωρίσω τον συγγραφέα, που είναι και σκακιστής (αν κι εγώ το έχω εγκαταλείψει πια το σκάκι) αλλά κυρίως που ο πατέρας του, ο λογοτέχνης Αλέκος Γιανακός, στέλεχος της Αντίστασης και του ΚΚΕ στη Μυτιλήνη, γνωριζόταν με τον παππού μου και τον πατέρα μου.

Για αναπλήρωση, ζήτησα από τον συγγραφέα και μού έστειλε το ομότιτλο διήγημα για να το αναδημοσιεύσω εδώ σήμερα Κυριακή, που έχουμε την ταχτική φιλολογική μας δημοσίευση.

Το διήγημα εκτυλίσσεται στην εξορία του Άι Στράτη και έχει σκακιστικό, ας πούμε, θέμα. Μη νομίσετε πάντως ότι όλα τα διηγήματα περιστρέφονται γύρω από το σκάκι -τα περισσότερα κινούνται μακριά από τα 64 τετράγωνα.

Παραθέτω το διήγημα λοιπόν:

Σκαλίζοντας αναμνήσεις

Βγήκε από τη σκηνή. Ξεπλυμένες πέτρες, βαλμένες με τάξη, όριζαν έναν ελάχιστο ζωτικό χώρο σε σχέση με τις γύρω σκηνές. Οι σκηνές κατηφόριζαν ακολουθώντας τη ρεματιά. Παρακάτω ενώνονταν με αυτές της διπλανής ρεματιάς και έβγαιναν μέχρι τη θάλασσα. Το στρατόπεδο ξεκίνησε στην πάνω ρεματιά και όπως περνούσαν τα χρόνια μεγάλωνε και κατέβαινε προς τη θάλασσα. Όταν έκλεισε η Μακρόνησος, το στρατόπεδο γέμισε. Απέναντι φαινόταν το χωριό. Τα σπίτια σκαρφάλωναν στην γυμνή πλαγιά, προσπαθώντας να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερα σ’ ένα μικρό χώρο. Η κορυφή ήταν για τους ανεμόμυλους κι ένα εκκλησάκι. Να συμβολίζει την προσπάθεια των ψαράδων να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Θεό.

Τράβηξε προς τη Σαχάρα. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Ή μάλλον πίστευε ακριβώς αυτό που συνέβη. Ανακοινώθηκε η απόφαση του γραφείου της Ομάδας Συμβίωσης. Το Γραφείο αποφάσισε την απομόνωση του από τους συντρόφους, καθώς είχε ρεβιζιονιστικές απόψεις, οι οποίες ήταν επικίνδυνες για το λαϊκό κίνημα. Σταμάτησαν να του μιλάνε όλοι. Στο ξυλουργείο, στη σκηνή, ακόμα και ο Κώστας που τόσα είχανε περάσει μαζί. Τον κοίταζε μόνο με αυτό το βλέμμα που έλεγε τι να κάνω, πρέπει να πειθαρχήσω. Μόνο οι τροτσκιστές που ήταν απομονωμένοι στην άκρη του στρατοπέδου του μιλούσαν, αλλά εκείνος δεν ήθελε πολλά μαζί τους.

Το ρέμα κατέβαζε ακόμα νερό από τις τελευταίες βροχές. Πλατσούρισε στα λασπόνερα και βγήκε να περπατήσει στην παραλία με τη μαύρη άμμο. Η θάλασσα άφριζε και ο βορειοδυτικός άνεμος περνούσε μέσα από το ρέμα κι έφτανε μέχρι την καρδιά του στρατοπέδου. Ένα συνεχόμενο βουητό ακούγονταν μέρα νύχτα καθώς ο αέρας χόρευε ανάμεσα στις πάνινες σκηνές. Βροχές δεν είχε πολλές. Έβρεχε λίγο και δυνατά, άφριζε το ρέμα κατεβάζοντας τα παραπανήσια νερά, παράσερνε ότι έβρισκε μπροστά του και μετά τίποτα. Εκείνες τις ώρες της βροχής, μάζευαν όσο νερό μπορούσαν για τη λάτρα. Όταν έριχνε πολύ νερό προσπαθούσαν να προφυλαχτούν, να προφυλάξουν όσα πράγματα πρόφταιναν, να γλιτώσουν από το νερό, τους κεραυνούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , | 70 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η φιλοσοφική του κοσμοθεώρηση

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1938 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, βρίσκεται στη Σάμο -ωστόσο, η σημερινή συνέχεια δεν αφηγείται γεγονότα. Έτσι κι αλλιώς είναι ένα σύντομο κεφάλαιο, με αρκετό βάρος σε ποιήματα -άλλωστε, τη ζωή ενός, έστω και άγνωστου, ποιητή αφηγούμαστε! Τα δύο από τα τρία ποιήματα έχουν παρουσιαστεί ξανά στο ιστολόγιο, αλλά νομίζω την αντέχουν την επανάληψη.

mimis_jpeg_χχsmallΕκείνη την εποχή, μεταξύ Κρήτης, Μυτιλήνης και Σάμου, ο ποιητής γνώρισε και αγάπησε την αρχαία ελληνική σκέψη και ταυτόχρονα ξεκαθάρισε μέσα του το ζήτημα της θρησκείας. Ήδη από τον καιρό που ήταν στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη, η επαφή του με τη μαρξιστι­κή φιλοσοφία τον είχαν κάνει υλιστή.

Η παρέα του με τον κύριο Θεόδωρο εξάλλου τον έφερε σε επαφή με το θεό της Παλαιάς Διαθήκης, τη μισαλλόδοξη και αιμοχαρή φύση του οποίου δεν είχε ως τότε συνειδητοποιήσει. Στην Κρήτη, τέλος, διαβάζοντας ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία του Επίκουρου, που του χάρισε ο Κανόνης, τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Αγάπησε την αρχαία ελληνική σκέψη, τόσο διαφορετική από τη χριστιανική. Τον έθελξε η ανθρωποκεντρική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, η λατρεία του ωραίου, η ευθύτητα, η παρρησία και η αγάπη της ελευθερίας, που χαρακτήριζε τη σκέψη τους. Από τότε άρχισε να μελετά τους αρχαίους συγγραφείς, ιδιαίτερα τον Θουκυδίδη, τον Ηρόδοτο και τον Αριστο­τέλη. ΓΙιο πολύ όμως αγάπησε τον Λουκιανό και τον Διογένη τον Λαέρτιο, που μπορούσε να τους διαβάζει άνετα στο πρωτότυπο, ενώ οι άλλοι τον δυσκόλευαν. Αγόρασε τα Απαντα του Λουκιανού και τους Βίους Φιλοσόφων του Διογένη του Λαέρτιου σε στερεότυπες εκ­δόσεις Λειψίας και τα ’χε πάντα δίπλα στο κρεβάτι του.

Κατάληξε σιγά σιγά σε μια φιλοσοφική κοσμοαντίληψη που ήταν μείγμα του μαρξιστικού και αρχαιοελληνικού υλισμού. Σ’αυτή την κοσμοαντίληψη δεν υπήρχε θέση για κανένα θεό. Τη μεταστροφή του αυτή την κράτησε για τον εαυτό του και ποτέ δεν προσπάθησε να προσηλυτίσει στις απόψεις του τη γυναίκα του ή τους φίλους του. Πίστευε πως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ή η έλλειψή τους ήταν αυστηρά προσωπική υπόθεση που δεν έπρεπε να κοινολογείται. Σεβόταν τους πιστούς και θρησκευόμενους το ίδιο όσο και τους άθεους ή άπιστους, γινόταν όμως θηρίο με τους φανατικούς θρησκόληπτους, τους επίμονους προσηλυτιστές και κατηχητές. Αυτούς τους τελευταίους είχε πολλούς τρόπους να αποστομώνει, παραθέτοντας μάλιστα περικοπές από την Αγία Γραφή που την είχε μελετήσει βα­θιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Μια διαμαρτυρία λογίων και δυο δυσεύρετα σονέτα

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2014

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι συντομευμένος, επειδή ο πλήρης τίτλος βγήκε κάπως ανοικονόμητος. Πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο «Λεσβιακό ημερολόγιο 2014», μια ετήσια έκδοση που βγαίνει κάθε Δεκέμβριο με συνεργασίες από και για τη Λέσβο, στην οποία συνεργάστηκα κι εγώ αφού λογαριάζομαι για Μυτιληνιός από τη μεριά του πατέρα μου. Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας μερικά πράγματα.

Μια διαμαρτυρία των λογίων της Λέσβου για τον Βάρναλη – και δυο δυσεύρετα σονέτα του Βάρναλη για τη Λέσβο

Το φθινόπωρο του 1924 ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, που υπηρετούσε ως εκπαιδευτικός στη μέση εκπαίδευση και βρισκόταν με υποτροφία στο Παρίσι, διέκοψε την υποτροφία του για να έρθει στην Αθήνα και να στελεχώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία, το εκπαιδευτικό ίδρυμα που μόλις είχε ιδρυθεί, περίπου ως αντίπαλο δέος της συντηρητικής φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, με σκοπό να επιμορφώνει εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης και να αποτελέσει, μαζί με το Μαράσλειο Διδασκαλείο, την αιχμή του δόρατος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1923.

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, διδάσκοντας νεοελληνική λογοτεχνία στην Ακαδημία, ο Βάρναλης έγινε στόχος επιθέσεων. Βλέπετε, καθώς η ορμή της επανάστασης του Πλαστήρα είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει και ο ρυθμός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είχε ανακοπεί μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον συντηρητικότερο Μιχαλακόπουλο (Οκτώβρης 1924), μια μερίδα των Φιλελευθέρων αρχίζει να επικρίνει τη μεταρρύθμιση. Σημείο καμπής είναι η μεταστροφή της (βενιζελικής) Εστίας, η οποία από τις 10 Νοεμβρίου 1924 αρχίζει να επιτίθεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία με κύριο στόχο τον Βάρναλη, και τις «αντιπατριωτικές» απόψεις που είχε εκφράσει στο «Φως που καίει», που το είχε δημοσιεύσει το 1921 στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας.

Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το «Φως που καίει», μεταξύ των οποίων και οι στίχοι

Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω,
το μίσος, την κλοπή, το φόνο
σειώντας ένα πανί χρωματιστό
μπροστά στα μάτια που τυφλώνω τα με χίλιους τρόπους

η Εστία αναρωτιέται γιατί η «κλίκα» του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου δεν στρέφεται εναντίον του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού, που πάντως δεν τον κατονομάζει.

Ο Αλέξ. Δελμούζος απάντησε θαρραλέα στην Εστία ότι οι προσωπικές πεποιθήσεις των δασκάλων δεν ενδιαφέρουν («Ο καθένας μας μπορεί ατομικά να έχει οποιαδήποτε πολιτική πίστη θέλει, ακόμα και αναρχικός να είναι και σε σύλλογο αναρχικό να ανήκει και θεωρητικά στην εξωσχολική του δράση να γράφει ακόμα υπέρ του αναρχισμού. Πώς μπορεί να συμβιβάσει σε τέτοια περίπτωση τη δική του πίστη με το έργο του διδασκαλείου, αυτό είναι ζήτημα δικής του συνειδήσεως») .

Ο ίδιος ο Βάρναλης δεν πήρε θέση· άλλωστε, ήξερε, και το εξέφρασε και αργότερα στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα, ότι δεν ήταν αυτός ο κύριος στόχος αλλά ο Γληνός και ο Δελμούζος: («Μα τουτουνούς [Δελμούζο και Γληνό] ίσα-ίσα θέλανε να φάνε … εμένα με χτυπήσανε για λογαριασμό δικό τους κι ο Δελμούζος νόμιζε πως εγώ τον πήρα στο λαιμό μου!»). Η επίθεση στον Βάρναλη, και αργότερα στην Ιμβριώτη, δεν ήταν αυτοσκοπός, ήταν μέσο για να χτυπηθούν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφενός η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αφετέρου η διείσδυση των ιδεών του κομμουνισμού στην εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα, κάποιος καλοθελητής φρόντισε να φτάσει στον πρωθυπουργό Ανδρ. Μιχαλακόπουλο ένα αντίτυπο από το Φως που καίει έχοντας σημειώσει επάνω στο εξώφυλλο (το πειστήριο του εγκλήματος εδώ):

Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού.

Εάν επιθυμείτε και έχετε καιρόν αναγνώσατέ το όλον, αλλά πάντως αναγνώσατε τας σελίδας 40 (τελευταίον στίχον) 53 όπου υβρίζει την Παναγίαν, τέλος δε από της σελίδος 61 μέχρι τέλους.

Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν. Εν τούτοις, επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον!

Ο Βάρναλης ήταν πράγματι βαρήκοος, ενώ ο χαρακτηρισμός Βουλγαρικόν κτήνος εννοεί το ότι ο Βάρναλης είχε γεννηθεί στην Ανατολική Ρωμυλία (και όχι ότι ήταν αριστερός, μια και το 1925 δεν αποκαλούσαν ακόμη Βούλγαρους τους κομμουνιστές). Παρόλο που η εθνικοφροσύνη έσκιζε τα ρούχα της, υποτίθεται, για τον εκτός συνόρων ελληνισμό, δεν έπαυε να αποκαλεί Βούλγαρους τους ομογενείς από τη Ρωμυλία.

Τα διαβήματα έφεραν αποτέλεσμα, και πράγματι στις αρχές του 1925 συνεδρίασε το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και τιμώρησε τον Βάρναλη με εξάμηνη παύση, ποινή που ανακοινώθηκε στα τέλη Μαρτίου 1925. Τις επόμενες μέρες δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες δυο διαμαρτυρίες λογίων. Μία από λογίους της Αθήνας (με τα πρώτα ονόματα, Παλαμάς, Ξενόπουλος, Βουτυράς κτλ. αλλά και με υπογραφές από πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου) και μία από λογίους της Αλεξάνδρειας, μεταξύ των οποίων, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, ο Κ.Π.Καβάφης.

Υπήρξε όμως και μια τρίτη διαμαρτυρία, ελάχιστα γνωστή, που δεν την έχω βρει πουθενά δημοσιευμένη, αλλά που το πρωτότυπό της απόκειται στο Αρχείο Βάρναλη στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη.  Απ’ όσο έψαξα, δεν έχει κάπου δημοσιευτεί, οπότε την παρουσιάζω εδώ ελπίζοντας να μην κομίζω γλαύκα -αν όχι εις Αθήνας πάντως στη Λέσβο. Πρόκειται για μια διαμαρτυρία λογίων της Μυτιλήνης:

mytil1 DSCF6091

Διαμαρτυρία

Απ’ τ’ Αθηνέικα φύλλα μάθαμε το διώξιμο του ευσυνήδειτου (sic) λογοτέχνη κ. Βάρναλη από τη θέση του, για ένα λογοτεχνικό του έργο που δημοσιεύτηκε εδώ και δυο χρόνια, και με ψευδώνυμο στην Αλεξάντρεια. Διαμαρτυρούμαστε γι’ αυτό το βάρβαρο στραγγαλισμό της ελευθερίας των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας απάνου σε ζητήματα της σκέψεως και της τέχνης, που πάει να επιβάλη η Κυβέρνηση και εκφράζουμε πικρά όλη τη ντροπή που αισθανόμαστε για λογαριασμό της.

Μυτιλήνη, 18 Απρίλη 1925

Υπόγραψαν

Στρατής Μυριβήλης

Θ. Λεφκίας                              Ν. Σωτηράκης

Π. Εράτης                                Ηλίας Βενέζης

Στρατής Δούκας                      Π. Κεφάλας

Ηλ. Ηλιάδης

Τέρπ. Αναστασιάδης

Φ. Ανατολέας

Στρατής Παπανικόλας

Σ. Παπαλουκάς

Ν. Πασαλής

Εφημερίδες

«Ελεύθερος Λόγος»
«Σάλπιγξ»
«Ταχυδρόμος»
«Κήρυξ»
«Καμπάνα»
«Βούρδουλας»

Σωματεία

Ένωσις Εφέδρων Λέσβου
Σύλλογος Ελληνικών Μουσικών Τεχνών

Περιοδικό
Λεσβιακές Σελίδες

Τα ονόματα της δεξιάς στήλης (Σωτηράκης κτλ.) έχουν προστεθεί εκ των υστέρων. Σημειώνουμε ότι Παύλος Εράτης είναι το ψευδώνυμο του Ασημάκη Πανσέληνου.

mytil2 DSCF6093

Η διαμαρτυρία δεν φαίνεται να δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της Μυτιλήνης (ευχαριστώ τον φίλο Αριστείδη Καλάργαλη για τη βοήθειά του στη σχετική έρευνα) όπου μόνο στη Σάλπιγγα δημοσιεύεται, στις 30.4.1925, αναφορά στη διαμαρτυρία των Αθηναίων και Αλεξανδρινών λογίων για την «άδικο εξάμηνο παύσι του ποιητού κ. Βάρναλη». Πιο περίεργο είναι ότι δεν (βρήκα να) δημοσιεύτηκε ούτε σε αθηναϊκή εφημερίδα. Αν όντως έτσι είναι και δεν οφείλεται σε δική μου αβλεψία, τότε το κείμενο της διαμαρτυρίας βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά έπειτα από 89 χρόνια!

Ο Βάρναλης δεν έμελλε να συνεχίσει στη δημόσια εκπαίδευση· μετά την εξάμηνη παύση τού ήρθε μια εκδικητική μετάθεση στα Χανιά, επί δικτατορίας Πάγκαλου, και ύστερα η οριστική απόλυση χωρίς σύνταξη. Ο ποιητής στράφηκε στη δημοσιογραφία για βιοπορισμό. Η πρώτη τακτική συνεργασία του Βάρναλη με εφημερίδα ήρθε το καλοκαίρι του 1926 όταν περιόδευσε τη Γαλλία ως απεσταλμένος της εφημερίδας Πρόοδος -τα χρονογραφήματα αυτής της περιόδου κυκλοφορούν σε βιβλίο, με δική μου επιμέλεια, από τις εκδόσεις Αρχείο, με τίτλο «Γράμματα από το Παρίσι».

Όταν τον Οκτώβριο του 1935, με το κίνημα του Κονδύλη, ο Βάρναλης εξορίστηκε μαζί με δεκάδες άλλους δημοκρατικούς πολίτες στον Άγιο Ευστράτιο, πέρασε 5-6 μέρες στη Μυτιλήνη σε αναμονή του βαποριού της άγονης γραμμής και είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με Μυτιληνιούς λογίους (και να… βγάλει ένα δόντι που τον πονούσε). Τα γράμματα που έστειλε ο Βάρναλης από την εξορία, μαζί και εκείνα της Μυτιλήνης, πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε επιμέλεια του φίλου Ηρακλή Κακαβάνη, τον οποίο και ευχαριστώ για τη βοήθειά του σε αυτό το άρθρο.

Ωστόσο, ο Βάρναλης είχε ήδη γράψει δυο «δίδυμα» σονέτα αφιερωμένα στη Λέσβο, που είναι μάλλον δυσεύρετα σήμερα αφού δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας το 1913, αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν σε καμιά ως τώρα συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Βάρναλη σε βιβλίο (ξέρουμε ότι ο ποιητής φάνηκε πολύ φειδωλός στην ανθολόγηση ποιημάτων της νιότης του) παρά μόνο στο περιοδικό Ηριδανός το 1975, οπότε ίσως να μην είναι γνωστά στον σημερινό αναγνώστη.

Κλείνω λοιπόν με τα δίδυμα αυτά σονέτα, που παρουσιάζουν τη στιχουργικήν αρτιότητα και το διονυσιακό κλίμα που ήταν χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου του Βάρναλη:

ΛΕΣΒΟΣ

I

Ω που βυθάς πάντα θερμά τα αιθέρια
στα σμαραγδά σου ανάγυρτα, σαν κρίνοι
χιονάτα περιστέρια προς την κρήνη
της ηδονής, εσένα, την Κυθέρεια

σου φέρνουνε! Ζευγάρια περιστέρια
με καημό που τα ογρά τους μάτια κλείνει,
φιλιούνται απάνω στην παρθένα κλίνη,
που κλήμα με τσαμπιά ισκιώνει τη στέρια!

Κι ω κόρη εσύ γλυκιά της Μυτιλήνης,
την ακριβή σιωπή σου μην τη λύνεις,
θεία ζώνη κεντημένη απ’ των Ιμέρων

τα ματωμένα δάχτυλα· να βάνει
γύρω νέφη ονείρου το λιβάνι
των κινημάτων σου όλων των ημέρων!

II

Μυρωδικά της Αραβίας θα καίω
πάνω στη ροδοστέφανη θυμέλη
κι αλειμμένα τα χείλια μας με μέλι
θα διαβάζουν τον ερωτάρη Αλκαίο

ή τον ισόθεο κύκνο το Διρκαίο
από χρυσή περγαμηνή! (Τα μέλη
τ’ άπλερα πρώτα ν’ απλωθούνε μέλει
σε κόκκινα χαλιά). Και με το νέο

στόμα θε να σου δίνω σύκα, όσο έχει
ο λύχνος απ’ το λάδι φως να πίνει·
κι η φαντασιά στα σκοτεινά σαν τρέχει,

θα βάφεται στο ευωδιακό ψιμμύθι,
όπου μ’ αυτό ψες βράδυ το ρουμπίνι
το φλογάτον η ρώγα σου εμιμήθη!

 

Posted in Βάρναλης, Εκπαίδευση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 57 Σχόλια »

Κατερίνα, χρόνια πολλά!

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2013

Σήμερα είναι της Αγίας Αικατερίνης, γιορτάζουν λοιπόν οι Κατερίνες, οπότε ευκαιρία είναι να τους κάνει και το ιστολόγιο ένα δώρο, δηλαδή να αφιερώσει ένα άρθρο στο όνομά τους, που έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον.

Η Κατερίνα είναι ένα από τα δημοφιλέστερα γυναικεία ονόματα. Από τη μελέτη του Χάρη Φουνταλή για τα ονόματα, προκύπτει ότι η Κατερίνα είναι το τρίτο συχνότερο γυναικείο όνομα. Φυσικά, το πρώτο συχνότερο όνομα είναι η Μαρία, τουλάχιστον προς το παρόν, γιατί αν κρίνω από τις συμμαθήτριες των παιδιών μου μπορεί σε πενήντα χρόνια να έχει γινει συχνότερο το Φαίδρα ή το Νεφέλη (εντάξει, υπερβάλλω). Όσο για το δεύτερο συχνότερο γυναικείο όνομα, είπα προς στιγμή να το βάλω σε κουίζ, αλλά τελικά είπα να το πάρει το ποτάμι, είναι η Ελένη.

Το επίσημο όνομα είναι, βέβαια, Αικατερίνη, αλλά δεν έχω ακούσει πολλές να τις φωνάζουν έτσι -ήδη και η Κατερίνα έχει τέσσερις συλλαβές, πράγμα που κάτι θειάδες μου στην Αίγινα το θεωρούσαν άτοπο, θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια όμως. Υπήρχε βέβαια η Μεγάλη Αικατερίνη, η τσαρίνα της Ρωσίας, αλλά οι αυτοκράτειρες επιτρέπεται να είναι πεντασύλλαβες (Γιεκατερίνα στα ρώσικα). Έτσι, παρόλο που το Κατερίνα στέκεται και μόνο του μια χαρά και είναι συχνότατο, έχει όμως και άφθονα χαϊδευτικά -παλιότερων εποχών κυρίως, διότι στις νεότερες γενιές υπάρχει γενικά μια αντιπάθεια στα χαϊδευτικά.

Να πούμε όμως πρώτα την ετυμολογία του ονόματος, η οποία είναι μάλλον περίπλοκη. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι στην αρχή βρίσκεται το γυναικείο (αμάρτυρο) όνομα *Εκατερίνα/Εκατερίνη, θηλυκό του Εκατερός/Εκάτερος που προέρχεται από την αντωνυμία εκάτερος = ο καθένας από τους δυο. Λίγο περίεργο φαίνεται να προήλθε κύριο όνομα από αντωνυμία, αυτή όμως είναι η πειστικότερη εκδοχή. Δεν φαίνεται πιθανή η πρόελευση από την Εκάτη, ενώ για το όνομα Εκατερός υπάρχουν στέρεες ελληνιστικές μαρτυρίες. Πάντως, το λεξικό Μπαμπινιώτη, που δέχεται την προέλευση αυτή, δίνει μτγν. όνομα ΑικατερίνΗ, ενώ στις πρωτογενείς πηγές εγώ βρίσκω αρχικό τύπο ΑικατερίνΑ -η Αικατερίνη θα μπορούσε να έχει προέλθει από τη γενική: η Αικατερίνα-της Αικατερίνης, απ’ όπου θα μεταπλάστηκε νέα ονομαστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ετυμολογικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 148 Σχόλια »

Ο αήττητος ακράνης και η αμφίβολη αθιβολή

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2013

 

Πήρα προχτές ένα ηλεμήνυμα από τον φίλο του ιστολογίου τον Πέπε, ο οποίος διάβασε το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, και μου έκανε την τιμή να μου στείλει ένα εκτενές σημείωμα με τα σχόλιά του πάνω σε λήμματα του βιβλίου, με συμπληρώσεις και παράλληλους τύπους, αλλά και με διορθώσεις μερικών αβλεψιών ή και διαφωνίες στον χειρισμό λημμάτων. Περιττό να πω ότι τέτοια γράμματα είναι πολύτιμα, και πολύ τα εκτιμώ. Δεν είναι η πρώτη φορά που παίρνω μέιλ από αναγνώστες του βιβλίου μου με σχόλια για τα λήμματα που περιέχει, και συχνά μετατρέπω τα σημειώματά τους αυτά σε άρθρα του ιστολογίου (όπως ας πούμε το γράμμα του φίλου Αρκεσινέα ή τη συνεργασία του Ορεσίβιου), σήμερα όμως σκέφτομαι να κάνω κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίσω δηλαδή ένα από τα λήμματα για το οποίο μου γράφει ο φίλος Πέπε, που αναφέρεται σε ένα δημοτικό τραγούδι, και να σχολιάσω τα γλωσσικά αυτού του τραγουδιού, και ιδίως μια πολύ ενδιαφέρουσα, παρετυμολογική θα έλεγα, μετατροπή στο πώς τραγουδιέται σήμερα το τραγούδι αυτό.

Το λήμμα για το οποίο σας λέω είναι η λέξη «ακράνης», για το οποίο γράφω στις Λέξεις που χάνονται, ανάμεσα στα άλλα, και τα εξής:

Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνειο από το τουρκικό akran, που  σημαίνει συνομήλικος, όμοιος, και είναι αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ’ ακράνη του τ’ Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου».

Το καρπάθικο αυτό τραγούδι, το ακούμε εδώ από τη Δόμνα Σαμίου:

Παραθέτω και τα λόγια, όπως τα πήρα από τον ιστότοπο domnasamiou.gr, με μερικές δικές τους ερμηνευτικές σημειώσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 110 Σχόλια »

Στη Νέα Σμύρνη με τα κουκλάκια (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2013

 

Εδώ και καιρό δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα από το «ιντερμέτζο», δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΕκτός από τα ξαδέρφια μου, όταν βρέθηκα στην Αθήνα αρχικά έκανα παρέα και με τρεις συμμαθητές (και συναγωνιστές) από το Γυμνάσιο, που είχαν κι αυτοί έρθει στην πρωτεύουσα για σπουδές. Κι άλλοι συμμαθητές και φίλοι μου από το Γυμνάσιο είχαν έρθει στην Αθήνα για σπουδές, αλλά χαθήκαμε μέσα στη μεγαλούπολη και στη ζωή. Άλλοι σπούδασαν κι άλλοι πήγαν στρατιώτες και μερικοί απ’ αυτούς καταλήξανε στη Μακρόνησο. Καθώς βρισκόμουν στο όριο, από πλευράς ηλικίας, στάθηκα τυχερός.  Έχοντας μπει μια χρονιά πιο μπροστά από το κανονικό στο σχολείο, τέλειωσα δεκαεφτά χρονώ και έφυγα από το νησί πριν σφίξουν τα πράματα.

         Ο πιο καλά δικτυωμένος από τους συμμαθητές μου αυτούς ήταν ο Μήτσος ο Μακρής  (που στο Γυμνάσιο τον φωνάζαμε “Κεγατούκλη” γιατί πρόφερε το ρω με γαλλική προφορά), ο οποίος πριν ξεσπάσει ο πόλεμος ζούσε με την οικογένειά του στη Νέα Σμύρνη. (…) Η οικογένεια Μακρή είχαν εγκατασταθεί από παλιά στη Νέα Σμύρνη, και ως Μικρασιάτες πρόσφυγες είχαν πάρει ένα μεγάλο οικόπεδο, όπου έχτισαν ένα ευρύχωρο σπίτι, στη συνοικία Αγία Παρασκευή. Κοντά τους και με τη βοήθειά τους νοικιάσαμε κι εμείς ένα ημιτελές σπίτι, του οποίου κατοικήσιμα ήταν μόνο τα δύο δωμάτια και το υπόγειο. Τα υπόλοιπα δύο δωμάτια ήταν γιαπί, χωρίς σοβάδες, πατώματα και τζαμιλίκια. Τέτοια σπίτια υπήρχαν τότε άφθονα σε προάστια με εύπορο πληθυσμό, όπως η Νέα Σμύρνη και η Νέα Φιλαδέλφεια, που στις παραμονές του πολέμου είχαν γνωρίσει μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα, η οποία ανακόπηκε με τον πόλεμο. Εμείς στην οικονομική κατάσταση που βρισκόμασταν δε μπορούσαμε να βρούμε καλύτερο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 58 Σχόλια »

Καταφύγιο στην Αθήνα (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2013

Εδώ και ένα χρόνο περίπου, ανεβάζω κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’ και ειδικά από τα τρία πρώτα καλοκαίρια, που δημοσιεύονταν παράλληλα στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Η εξιστόρηση του τρίτου καλοκαιριού τελείωσε εδώ. Θα συνεχίσω τις δημοσιεύσεις, πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη, με τη συνέχεια του αφηγήματος.

[Ανάμεσα στο τρίτο και το τέταρτο καλοκαίρι μεσολαβούν οχτώ ταραγμένα χρόνια, 1944 με 1952, και σε ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο ο πατέρας μου ανασκοπεί αυτή την περίοδο και στη συνέχεια αφηγείται πώς έφυγαν από τη Μυτιλήνη το 1946 για την Αθήνα]

mimis_jpeg_χχsmallΚαθώς αναλογιζόμουν τα εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια της ζωής μου, διαπίστωσα πως τα χρόνια  που μεσολαβούν ανάμεσα στο τρίτο και στο τέταρτο, τη χωρίζουν σε δυο  περιόδους. Στην πρώτη ανήκουν τα τρία πρώτα ευτυχισμένα καλοκαίρια μου, που  κύλησαν σε μιαν ατμόσφαιρα γενικής αμεριμνησίας, ίσως και αθωότητας. Στη δεύτερη τα επόμενα τέσσερα, που μπορεί να ήταν ευτυχισμένα, με τις προδιαγραφές που έβαλα, όταν κάθισα να τα λογαριάσω, δεν υπήρχε όμως  πια σ΄ αυτά ούτε αμεριμνησία, ούτε αθωότητα.

Αυτά τα χρόνια σημάδεψαν τη ζωή όλων μας και φυσικά και τη δική μου. Ήταν χρόνια ματωμένα και πικρά, χρόνια δοξασμένα και γεμάτα ελπίδες, που όλες διαψεύστηκαν. Χρόνια χαμένα, που κύλησαν στην αλληλοσφαγή και στη βία. Δε χάθηκαν μονάχα σπουδαίοι άνθρωποι, που πολλά θα δίνανε στον τόπο μας, χάθηκε ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Πάψανε οι άνθρωποι να βλέπουν όπως πρώτα τη ζωή απλά και αισιόδοξα. Χωρίς να το θέλουν και χωρίς καν να το καταλάβουν, αγρίεψαν κι οι μεταξύ τους σχέσεις σκλήρυναν.

        Μολονότι ξεκίνησα να καταγράφω τα ευτυχισμένα μου καλοκαίρια, νομίζω πως χρειάζεται μια σύντομη αναδρομή σ΄αυτά τα κρίσιμα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στο τρίτο και το τέταρτο καλοκαίρι,

*  *  *

Ήρθαμε στην Αθήνα σε τρεις δόσεις και σχεδόν κυνηγημένοι. Πρώτος ήρθε ο πατέρας μου. Αφού τον είχαν κλείσει (μαζί με όλη σχεδόν την ηγεσία του ΕΑΜ Λέσβου) στη φυλακή επί ένα χρόνο, υπόδικο με την κατηγορία του στασιαστή, τον Μάιο του ΄46, με την έγκριση της Οργάνωσης, υπέβαλε αίτηση να αποφυλακιστεί «επί εγγυήσει», η οποία έγινε δεκτή. Ο θείος ο Μιχάλης είχε έρθει στο νησί, φέρνοντας τα χρήματα της εγγύησης (εμείς δεν είχαμε φυσικά δραχμή) και για να μεριμνήσει για τις απαραίτητες διαδικασίες. Η ευθυμία του και η ζωντάνια του μας γοήτεψαν. Είχε πάρει ενεργό μέρος στην Αντίσταση και στα Δεκεμβριανά τον είχαν πιάσει οι Άγγλοι και τον είχαν κλείσει στο Γουδί και από καθαρή τύχη δεν τον έστειλαν στην Ελ Ντάμπα, όπως τόσους άλλους. Φορτισμένος ακόμα από τα γεγονότα που έζησε, μας έλεγε ασταμάτητα ιστορίες και περιστατικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Όταν μεγαλώσει, θα βρει το δρόμο του… (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2012

Ύστερα από υπερκατανάλωση επίκαιρης και πολιτικής ύλης, λόγω των εκλογών, ας κάνουμε λίγη δίαιτα με κάτι εντελώς ανεπίκαιρο: το σημερινό είναι το ενδέκατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε πριν στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Ο αφηγητής βρίσκεται σε ηλικία εφτά χρονών.

Σημείωση: στο τέλος του πεζογραφήματος έχω μια άσχετη πρόσκληση προς εθελοντές.

Τότε, δηλαδή το καλοκαίρι που αφηγούμαι, ήμουν πολύ θρήσκος και αυτό κράτησε ως τα δώδεκα χρόνια μου, μ’ όλο που στο σπίτι μας δε μιλούσαμε ποτέ για θρησκευτικά θέματα, ούτε είχαμε εικονίσματα. Ο πατέρας μου ήταν άθεος και δεν το έκρυβε, αλλά ποτέ του δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να επιβάλει τις απόψεις του ούτε σε μένα ούτε και σε κανέναν άλλον. Όταν κάποιοι φίλοι του τον πείραζαν πώς από έναν άθεο βγήκε ένα παπαδάκι, γελούσε κι έλεγε συνήθως:

«Όταν μεγαλώσει, θα βρει μονάχος το δρόμο του. Κι όποιον δρόμο ακολουθήσει, θα έχει αξία, γιατί θα τον έχει βρει μοναχός του.»

Η μητέρα μου τηρούσε ορισμένους τύπους της θρησκείας, νήστευε την εβδομάδα των Παθών και το Δεκαπενταύγουστο, έκανε το σταυρό της, άναβε κανένα κερί στην εκκλησία, κοινωνούσε μια δυο φορές το χρόνο, αλλά δε θυμάμαι να είχε ποτέ της εξομολογηθεί. Πιο πολύ τη δυνάστευαν ορισμένες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, όπως άλλωστε όλους σχεδόν τους ανθρώπους, εκτός από τον πατέρα μου.

Ο παππούς μου κι η γιαγιά μου ήταν άνθρωποι ευλαβείς και θεοφοβούμενοι, με μιαν ευσέβεια όμως σεμνή και καθόλου επιδεικτική. Του παππού μου του άρεσε να ψέλνει και συχνά διάβαζε την Αγία Γραφή, αλλά και άλλα βιβλία, όπως την «Αποκάλυψη του Αγαθάγγελου», τη «Φαβιόλα» και το «Κβο Βάντις». Αγαπούσε ιδιαίτερα το συνονόματό του άγιο Γεώργιο, γιατί ήταν «των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής», όπως έλεγε το απολυτίκιό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 20 Σχόλια »

Η γειτονιά μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2012

Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Περάσαμε την αγορά και στον Άγιο Συμεών στρίψαμε αριστερά και πήραμε τον ανήφορο. Στο φούρνο του μπάρμπα Κλήμη στρίψαμε δεξιά και μπήκαμε στο δρόμο μας. Εδώ δεν ήταν μονάχα η γειτονιά μου. Ήταν κυριολεκτικά το σπίτι μου, γιατί από τα δεκαπέντε σπίτια του δρομάκου, τα οχτώ ανήκαν σε αδερφοξαδέρφια της μαμάς μου.
Δίπλα στο φούρνο ήταν το σπίτι της Πάτρας και της Αννέτας. Ήταν δυο γριές που πάντα με τρόμαζαν, γιατί ενώ ήταν κάτι ερείπια, ανά­μεσα στα εξήντα κι εβδομήντα, ντυνόντουσαν σαν νεαρές κοπέλες. Ήταν γεροντοκόρες. Το επόμενο σπίτι ήταν ψηλό και κλειστό σαν φρούριο. Ακόμα και η αυλή του ήταν δυο μέτρα πιο ψηλά από τον δρόμο και την περιτριγύρι­ζε ψηλός μαντρότοιχος. Θα το ’παιρνε κανείς για το άντρο κακοποιών. Εν τούτοις έμενε εκεί μια ησυχότατη οικογένεια ενός δημοσίου υπαλ­λήλου.
Ακολουθούσαν τα δυο δίδυμα σπίτια της θείας Ευτυχίας και της θείας Ζωής. Ήταν πρώτες εξαδέλφες της μητέρας μου, αλλά την περνούσαν τουλά­χιστο δεκαπέντε χρόνια κι έτσι τις θεωρούσα κάτι σαν γιαγιάδες μου. Η Ζωή, νεώτερη και κοντύτερη, ήταν η γυναίκα του Γιάσου. Το σπίτι της ήταν από μέσα βαμμένο με κόκκινη λαδομπογιά, όλα τα έπιπλα ή­ταν τυλιγμένα σε σκούρες θήκες και οι βαριές κουρτίνες στα παρά­θυρα ήταν μονίμως κλειστές. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα και η μόνιμη οσμή ναφθαλίνης που είχε δια­ποτισμένο το σπίτι, μ’ έκαναν να φοβάμαι να μπω μέσα και όπως φαίνεται έκαναν και τον Γιάσο να μην αντέχει να κάθεται εκεί, εκτός από τις ώρες του φαγητού και του ύπνου. Παρ’ όλα αυτά, στο σπίτι της θείας Ζωής ήταν κάποια πράγματα, που μου κάναν εντύπωση. Στη σάλα είχαν ένα κουρντιστό ρολόι που κάθε ώρα, αντί να χτυπά, έπαιζε το σκοπό από το τραγούδι:
«Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται»
Στο επάνω πάτωμα, στο μικρό κεφαλόσκαλο, ήταν ένα περίεργο μπαούλο με πομπέ κάλυμμα, ντυμένο με δέρμα καμήλας. Τέλος, δίπλα στη σκάλα ήταν μια μυστηριώδης καταπακτή, που οδηγούσε σ’ ένα υπόγειο γεμάτο ξύλα και κάρβουνα. Ήταν τόσο σκοτεινό αυτό το υπόγειο, που με τρόμαζε και μια φορά το είδα στο όνειρό μου.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 14 Σχόλια »

Στο τούρκικο χαμάμ (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2012

 

Το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να σημειώσω επίσης ότι ο πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, ο ποιητής και γραμματολόγος Κώστας Μίσσιος, δημοσίευσε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» ένα συγκινητικό κείμενο στη μνήμη του πατέρα μου, που μπορείτε να το διαβάσετε στο ιστολόγιο «Το φιστίκι».

Το λουτρό ήταν ένα τούρκικο χαμάμ, που βρισκόταν στην Απάνω Σκάλα. Απ’ όξω μου ‘δωσε την εντύπωση εκκλη­σιάς με τους θόλους του και τα στενά παράθυρά του. Καθώς ήμουν τότε στην ηλικία της αδιαφιλονίκητης θρησκευτικής πίστης και μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, μπήκα ανύποπτος και σχεδόν πρόθυμος μέσα.

Μόλις ανεβήκαμε μερικά πέτρινα σκαλιά, βρεθήκαμε σ’ ένα διάδρομο, όπου αριστερά ήταν πολλά δωμάτια με ξύλινους τοίχους και καφασωτά παράθυρα, ενώ δεξιά ήταν ένας πέτρινος τοίχος με μια μεγάλη βαριά ξύλινη θολω­τή πόρτα, απ’ όπου ακούγονταν πνιχτοί και βαθείς ήχοι, σαν να ‘βγαιναν από καμιά σπηλιά.

Μπήκαμε σε κάποιο από τα δωμάτια της αριστερής πλευράς, όπου όλες οι γυναίκες, η μαμά μου, οι θείες μου και η Παρασκευή, η υπηρέτρια της θείας Μένης, γδύ­θηκαν τελείως και τυλίχτηκαν σε κάτι μεγάλα μπουρνούζια. Παρά τις δια­μαρτυρίες μου μ’ έγδυσαν και μένα και με τύλιξαν σ’ ένα μεγάλο προσόψι. Κατόπιν ήρθε μια χοντρή και πολύ ιδρωμένη γυναίκα με ξύλινα τσόκαρα και πέτσινη ποδιά, που μας οδήγησε όλους μαζί προς την κλειστή θολωτή πόρτα. Όταν άνοιξε η πόρτα, μου πιάστηκε η αναπνοή. Από μέσα βγήκαν πυκνοί ατμοί και με τύλιξε μια υγρή καταχνιά, ενώ διάφοροι καμπανιστοί και σπηλαιώδεις ήχοι με κατατρόμαξαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 27 Σχόλια »