Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μόρια’

Σαν τα χιόνια!

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2017

kriti_xionia_532_355Μπορεί ο πολυδιαφημισμένος «ιστορικός χιονιάς» να μην ήταν τελικά τόσο δριμύς όσο διατυμπάνιζαν οι μικρέμποροι του τρόμου από τα κανάλια, ωστόσο η θερμοκρασία έπεσε αισθητά σε πολλά μέρη της χώρας και χιόνισε γερά, ακόμα και σε περιοχές όπου αυτό δεν συνηθίζεται: είδαμε φωτογραφίες με χιονισμένη την παραλία στο Ρέθυμνο, ας πούμε.  Εγώ που αψήφησα τις προειδοποιήσεις και τόλμησα να πεταχτώ ίσαμε την Αίγινα το Σάββατο, δεν είδα χιόνι παρά μόνο πάνω σε αυτοκίνητα που είχαν κατέβει από τα βουνά (λέμε τώρα) του νησιού -στο Σφεντούρι χιόνιζε. Πιο βόρεια, βέβαια, το έστρωσε κανονικά.

Επειδή σε πολλά μέρη της χώρας μας, είτε πεδινά είτε νότια, η χιονόπτωση είναι φαινόμενο σπάνιο, έχει γεννηθεί η παροιμιακή φράση που τη διάλεξα για τίτλο: «σαν τα χιόνια», που τη χρησιμοποιούμε ως παιγνιώδη προσφώνηση προς κάποιον γνωστό μας που τον συναντάμε ή μας επισκέπτεται ενώ είχαμε πολύν καιρό να τον δούμε. Στα χιόνια λοιπόν θα αφιερώσω το σημερινό μας άρθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 444 Σχόλια »

Λεγεωνάρικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2016

Αν σας παραξένεψε ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος, θα πρέπει να κάνετε υπομονή γιατί η απορία σας θα λυθεί στο τέλος του άρθρου, στο τελευταίο μεζεδάκι της πιατέλας -στο επιδόρπιο, ας πούμε. Μπορείτε βέβαια να πεταχτείτε από τώρα στο τέλος, αλλά δεν σας το συνιστώ, άλλωστε το μεζεδάκι εκείνο δεν είναι διασκεδαστικό, μια επισήμανση πολιτικού, ας πούμε, χαρακτήρα είναι.

* Τα σημερινά μεζεδάκια θα μπορούσα επίσης να τα ονομάσω «υποτροπικά», για λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως.

Διάβασα τα σχέδια της Περιφέρειας Αττικής για την ανάπλαση του Φαληρικού Όρμου, ένα θέμα που με ενδιαφέρει και πιο προσωπικά, αφού κάπου εκεί μένω, και είδα ότι: «Πρόκειται για ένα υποτροπικής σημασίας έργο, το οποίο δίνει νέο προσανατολισμό σε όλη την Αττική, αφού ουσιαστικά στρέφει την περιοχή με «πρόσωπο» προς το παράκτιο μέτωπο και η θάλασσα πλέον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και συνέχεια του αστικού ιστού της».

Την είδηση τη διάβασα στην Αυγή, βλέπω όμως ότι η αρχική πηγή είναι το ΑΠΕ, απ’ όπου η περίεργη διατύπωση «υποτροπικής σημασίας έργο» έχει αναπαραχθεί σε αρκετούς ακόμα ιστοτόπους.

Τι θα πει, κατά τη γνώμη σας, «έργο υποτροπικής σημασίας»; Η φρικτή μου υποψία, που κατά 99% είναι σωστή, είναι πως ο συντάκτης άκουσε λάθος το «υπερτοπικής», διότι μόνο με αυτή τη λέξη βγαίνει νόημα. Το θεωρώ πιθανότερο, παρά να προέρχεται το λάθος από τον αντιπεριφερειάρχη, που πάνω στις δικές του ανακοινώσεις στηρίζεται το άρθρο.

Μια ακόμα πιο φριχτή υποψία: μήπως για το λάθος φταίει ο κορέκτορας ή ο Σπελ Τσέκερ του συντάκτη. Και πράγματι, στο δικό μου Word ο έλεγχος ορθογραφίας κοκκινίζει το «υπερτοπικής», ενώ δέχεται το «υποτροπικής». Ωστόσο, για την αντικατάσταση του «υπερτοπικής» προτείνει το πιο κοντινό «υπεροπτικής».

Οπότε, αν δείτε κάπου ότι ένα έργο είναι «υπεροπτικής σημασίας», θα ξέρετε πού οφείλεται η διατύπωση!

* Συνεχίζουμε με την απορία ενός φίλου, που δεν μπορώ να τη λύσω και την υποβάλλω στη συλλογική σας σοφία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 301 Σχόλια »

Οι δυο φίλοι του παππού μου – Ι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2016

Το ιστολόγιο εδώ και τέσσερα χρόνια δημοσιεύει, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από βιβλία του αξέχαστου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Τη μέρα την είχε διαλέξει ο ίδιος: κάθε Τρίτη δημοσίευε το χρονογράφημά του στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της Μυτιλήνης, και ταυτόχρονα στο ιστολόγιο. Τη συχνότητα την τροποποίησα μετά τον θάνατό του, σε μια φορά κάθε δεκαπέντε μέρες, για να κρατήσουν περισσότερο οι δημοσιεύσεις αφού, φευ, δεν πρόκειται να γράψει άλλα βιβλία. Έτσι παρουσιάσαμε, σε πολλές συνέχειες, δύο εκτενή έργα του πατέρα μου, το αυτοβιογραφικό «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» και τη βιογραφία «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», γραμμένη για τον παππού μου, που ολοκληρώθηκε πριν από 14 μέρες.

mimis_jpeg_χχsmallΠροβληματίστηκα με ποιο βιβλίο να συνεχίσω, διότι τα υπόλοιπα δεν είναι (αυτο)βιογραφικά και δεν είναι τόσο εύκολο να κοπούν σε συνέχειες που να έχουν κάποια αυτοτέλεια. Τελικά σκέφτηκα, έτσι για ιντερλούδιο, να βάλω μια νουβέλα από το βιβλίο του πατέρα μου «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο», που κυκλοφόρησε το 2006, και ενδεχομένως να συνεχίσω και με τις άλλες δύο νουβέλες αυτού του βιβλίου.

Όπως θα δείτε, ο πατέρας μου εδώ γράφει για δικούς του ανθρώπους, αφού ο υπότιτλος είναι «(και άλλες οικογενειακές ιστορίες)» αλλά δεν ισχυρίζεται ότι καταγράφει πραγματικά γεγονότα.

Η πρώτη νουβέλα λέγεται «Οι δυο φίλοι του παππού μου» και χωρίζεται εύκολα σε δύο συνέχειες. Στη σημερινή θα δούμε για τον πρώτο απ’ τους δύο.

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

Ο παππούς μου, άνθρωπος παλαιών αρχών, ήταν μονόχνωτος και λιγομίλητος. Είκοσι χρόνια στο χωριό, όπου είχε το εμπορικό του, το πόδι του δεν πάτησε σε καφενείο. Από το σπίτι στο μαγαζί κι από το μαγαζί στο σπίτι. Και καθώς αυτά απείχαν μεταξύ τους διακόσια μέτρα, ουσιαστικά δεν κυκλοφορούσε στο χωριό. Μονάχα κάθε Κυριακή και κάθε σκόλη, πρωί, πήγαινε στην εκκλησιά, πάντα στον Άη Δημήτρη, όπου είχε δικό του στασίδι και ποτέ στον Άη Βασίλη, που βρισκόταν άλλωστε στην άλλη άκρη του χωριού.

Όπως ήταν επόμενο δεν είχε αναπτύξει στο χωριό κοινωνικές σχέσεις και δεν είχε χαρίσει σε κανέναν χωριανό τη φιλία του. Στις αναπόφευκτες επαφές, που το επάγγελμά του επέβαλλε να έχει με τους πελάτες του, ήταν κατά κανόνα λιγομίλητος και αυστηρός. Η επιβίωση του μαγαζιού του τόσα χρόνια στο χωριό δε στηριζόταν στην ευπροσηγορία και την ευφράδειά του ως πωλητή, ούτε στην κολακεία του πελάτη αλλά στην καλή πoιότητα και τη χαμηλή τιμή των εμπορευμάτων του. Οι χωριανοί πάντως, που δεν τον έβλεπαν στα καφενεία και στην πλατεία του χωριού, τον είχαν βγάλει «μισάνθρωπο». Δεν ήταν όμως. Μάλλον είχε αγοραφοβία. Άλλωστε είχε φίλους και μάλιστα δύο, τον μπάρμπα Θόδωρο τον Κούκο και τον κυρ Ιγνάτη τον Περγαμηνέλλη, τον αμανετζή. Μόνο που οι φίλοι του δεν ήταν από το χωριό, όπου κανείς δεν τους ήξερε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 111 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οικογενειακή ζωή

Posted by sarant στο 25 Αύγουστος, 2015

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή ένατη και είναι η πέμπτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα.

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν γαλήνια και ομαλά με εξαίρεση την εγχείρηση κήλης, κατά την οποία παρατηρήθηκε υψηλός μετεγχειρητικός πυρετός που επέμενε αρκετές μέρες. Εκτός από τους γιατρούς της κλινικής ο πυρετός θορύβησε τους επίσης γιατρούς εξαδέλφους του, το Γιάννη τον Δαβάκη και το Μίμη τον Οικονομίδη, που κάναν πρόχειρο ιατρικό συμβούλιο. Ο ποιητής που διατηρούσε το χιούμορ του, βλέποντάς τους σκεπτικούς και προβληματισμένους για την αιτία που προκάλεσε τον πυρετό, τους είπε

— Μη νοιάζεστε βρε παιδιά, στη νεκροψία θα το βρείτε οπωσδήποτε!

Τελικά όλα πήγαν καλά. Ο πυρετός οφειλόταν σε λοίμωξη της ουρήθρας από τον καθετήρα και αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση.

Στα τέλη του 51 πέθανε στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 86 χρονών η πεθερά του. Ο ποιητής την αγαπούσε, για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα της, την ικανότητα των χεριών της, (ύφαινε στον αργαλειό με πραγματική τέχνη, κεντούσε, μαστόρευε τις ζημιές του σπιτιού και έβαφε τοίχους και παράθυρα), την πολυπραγμοσύνη και το ανήσυχο πνεύμα της. Από τότε που ξαναεγκαταστάθηκε με τον άντρα της στην πόλη κι όσο ήταν καλά, αλώνιζε με τα πόδια τη Μυτιλήνη, σε επισκέψεις των παλιών της φιλενάδων, ανανεώνοντας μια φιλία χρονολογούμενη από τις αρχές του αιώνα, την οποία είχε διακόψει η μετοικεσία της στη Μόρια. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της η ημιπληγία την καθήλωσε στο κρεβάτι κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ποίηση, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 49 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Οι Γερμανοί στη Λέσβο

Posted by sarant στο 21 Οκτώβριος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή έβδομη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ και είναι η δεύτερη συνέχεια από το 7ο κεφάλαιο του βιβλίου “Πόλεμος και κατοχή”. Το σημερινό κεφάλαιο, για τεχνικούς λόγους, είναι κάπως μικρό -συγνώμη, αλλά δεν βόλευε να χωρίσω αλλιώς το υλικό.

mimis_jpeg_χχsmallΤρεις βδομάδες μετά τη γερμανική επίθεση, η Αθήνα κι όλη η ηπειρω­τική Ελλάδα είχαν καταληφθεί. Η κυβέρνηση κατέφυγε στην Κρήτη. Για λίγο διάστημα δημιουργήθηκαν ελπίδες ότι ο ελληνικός κι ο αγγλι­κός στόλος θα κρατούσαν τη νησιωτική Ελλάδα ελεύθερη. Φρούδες ελπίδες, που έσβησαν όταν μαθεύτηκε ότι οι Γερμανοί με κάτι παλιοκάικα πήρανε αμαχητί τη Θάσο, τη Σαμοθράκη και τη Λήμνο.

Αρχές Μαΐου όλοι τούς περίμεναν να φτάσουν στη Λέσβο. Ο ποιη­τής πήρε τα γυναικόπαιδα, δηλαδή τη γυναίκα του, το γιο του, τις αδελφές της και τα ανίψια του και πήγανε στη Μόρια, στο σπίτι του πεθερού του. Στις 3 Μαΐου οι φήμες ότι οι Γερμανοί βγήκαν στο Μόλυβο οργίασαν, αλλά δεν επαληθεύτηκαν. Την επομένη πήρε το γιο του και τράβηξε για το σπίτι του φίλου του Νίκου Ιωάννου, που βρισκόταν στην έξοδο του χωριού προς την Παναγιούδα. Σε μια στιγ­μή είδε τον κόσμο να αναστατώνεται και πολλούς να τρέχουν να κρυ­φτούν. Από το δρόμο της Λάρσος φάνηκε μια μικρή ομάδα γερμανών μοτοσυκλετιστών. Ο επικεφαλής τους φώναζε κάθε τόσο σαν να ’θελε να καθησυχάσει τον κόσμο:

«Γκερμάνια, Γκερμάνια νο Ιτάλια».

Ο ποιητής πήρε το γιο του και γύρισε πίσω από ένα μονοπάτι, χωρίς να περάσει από το κέντρο του χωριού. Από τη στεναχώρια του δεν ήθελε να δει άνθρωπο. Όταν βρέθηκαν στα χωράφια, ο γιος του τον άκουσε να σιγοτραγουδά ένα τραγούδι που είχε μάθει όταν ήταν στην Κρήτη:

«Πότε θα κάνει ξαστεριά πότε θα φλεβαρίσει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Θέατρο στο χωριό (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2012

Το σημερινό είναι το δεκατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε πριν στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Κανονικά τα αποσπάσματα αυτά τα δημοσιεύω τις Τρίτες, σήμερα έγινε μια μικρή μετάθεση για λόγους οργάνωσης της ύλης του ιστολογίου, ας πούμε. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό για το οποίο γίνεται λόγος, δηλαδή το χωριό του προπάππου μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη.

Εκείνες τις μέρες, όλο το χωριό μιλούσε για την παράσταση που θα έδινε ο ερασιτεχνικός όμιλος, που είχαν φτιάξει κάποιοι νέοι του χωριού, η δασκάλα, η κυρία Ευλαλία, ο γιατρός ο κύριος Αργεντέλλης και άλλοι. Η παράσταση θα γινόταν στο σχολείο του χωριού, που ήταν τώρα κλειστό. Με τα παιδιά της συμμορίας του ιππικού, μέρες τώρα κουβεντιάζαμε για την παράσταση. Κανένα τους δεν είχε πάει ποτέ τους σε θέατρο, μερικά μόνο είχαν δει καραγκιόζη, όταν είχε έρθει πέρσι στο πανηγύρι του Άι-Δημήτρη ένας πλανόδιος καραγκιοζοπαίχτης.

Εγώ είχα πάει δυο φορές σε θέατρο, πέρσι που μέναμε στην Αθήνα. Και τις δύο φορές με πήραν μαζί τους οι γονιοί μου γιατί δεν είχαν πού να με αφήσουν. Την πρώτη φορά δεν κατάλαβα απολύτως τίποτα. Θυμάμαι πως είχαμε μπει σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη πολυθρόνες, καθίσαμε κι ο μπαμπάς μου με πήρε στα γόνατά του. Σβήσανε τα φώτα, άνοιξε ένα μεγάλο παραπέτασμα («αυτή είναι η αυλαία», εξήγησε την απορία μου η μαμά μου) και είδαμε ένα είδος δωμάτιο με τρεις τοίχους (ο τέταρτος ήταν η αυλαία), όπου μπαινοβγαίναν διάφοροι άνθρωποι μιλώντας συνεχώς. Στο τέλος βαρέθηκα, νύσταξα κι αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του πατέρα μου.

Τη δεύτερη φορά, όμως, ήταν όλα διαφορετικά. Με πήραν και πήγαμε να δούμε μιαν «επιθεώρηση», έτσι λέγανε αυτό το έργο, που την είχε γράψει, όπως μου εξήγησαν, ένας φίλος του μπαμπά μου, που είχε ένα περίεργο όνομα. Λεγόταν Πωλ Νορ. Αυτήν τη φορά κάθισα σε δικό μου κάθισμα, και όσα είδα, όταν άνοιξε η αυλαία, ήταν πολύ διασκεδαστικά. Όμορφες κοπέλες και νέοι χόρευαν και τραγουδούσαν, δυο αστείοι τύποι έκαναν φάρσες ο ένας στον άλλον και όλοι οι θεατές γελούσαν και χειροκροτούσαν. Στο διάλειμμα με πήραν και πήγαμε πίσω από τη σκηνή, σ’ ένα μέρος που το λέγανε «παρασκήνια» κι εκεί είδαμε το φίλο του μπαμπά μου και πολλούς από αυτούς που είχα δει λίγο πιο μπροστά να παίζουν στη σκηνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Θεατρικά, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 35 Σχόλια »

Στον Καλαμιάρη και στη Θερμή (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2012

Το σημερινό είναι το ένατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε πριν στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό του προπάππου μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη.

Δυο χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό του παππού, πάνω στην ακτή, ήταν ένα γειτονικό χωριουδάκι, η Παναγιούδα. Σε μια συνοικία του χωριού, που λεγόταν Καλαμιάρης, ζούσαν κάτι ξαδέλφια της μαμάς μου, παιδιά του μικρότερου αδελφού του παππού, του μπάρμπα Θανάση. Ο παππούς μου καταγόταν από το Πληγώνι, ένα μικρό χωριό στις πλαγιές της Αμαλής, στα νότια της πόλης μας. Ο πατέρας του, ο Βασίλης ο Μυρογιάννης, είχε τέσσερις γιους, το Βαγγέλη, το Γιώργο (τον παππού μου), το Θανάση και τον Τζάννο. Ήταν μικροκτηματίας και δύσκολα τα ‘βγαζε πέρα. Ήταν όμως άνθρωπος κεφάτος, αισιόδοξος και δουλευτής. Του άρεσε το κρασί και το τραγούδι κι έπαιζε λύρα και λαγούτο. Από τα παιδιά του, ο πρώτος και ο τελευταίος μείναν αγρότες και κράτησαν τα χτήματα. Ο παππούς μου έγινε πραματευτής κι ο Θανάσης σιδεράς και εγκαταστάθηκε στην Παναγιούδα, στο χωριό της γυναίκας του.

Απόχτησε τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.

Ένα απόγεμα Σαββάτου, η γιαγιά μάς ξεσήκωσε να πάμε να δούμε τα ανίψια της. Είχε από τα χτες ετοιμάσει μια γαλατόπιτα και έβαλε γλυκό του κουταλιού σε μια γυάλα. Ο παππούς δεν ήθελε να έρθει, γιατί ήταν η μέρα που θα ερχόταν ο φίλος του ο Ιγνάτης. Ήταν άλλωστε συντηρητικός στις κοινωνικές του σχέσεις και μ’ όλο που η οικογένεια του μπάρμπα Θανάση ήταν σόι του παππού, τις επαφές μαζί τους τις κρατούσε η γιαγιά.

Ξεκινήσαμε η γιαγιά, η μαμά μου, η θεία Μάρω κι εγώ. Ο δρόμος ήταν ίσιος και η διαδρομή ευχάριστη. Κάναμε στάση σε δυο σπίτια που ήταν στο δρόμο μας, στου κυρίου Ιωάννου, ενός φίλου του μπαμπά μου, και του κυρίου Αρχοντίδη, που ήταν καθηγητής στο Γυμνάσιο και ήξερε καλά τη μαμά μου. Εκεί οι μεγάλοι κουβέντιασαν για λίγο και μας κέρασαν γλυκό του κουταλιού και βυσσινάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 57 Σχόλια »

Στο μαγαζί του παππού μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2012

Το σημερινό είναι το όγδοο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε πριν από καμιά δεκαριά μέρες στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό του προπάππου μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη. Ταιριάζει ίσως που το σημερινό άρθρο είναι το πρώτο μετά τη βράβευση του ιστολογίου -όσο κι αν ο πατέρας μου δεν είναι πια εδώ για να καμαρώσει.

Το μαγαζί του παππού μου, στη Μόρια, ήταν δίπλα στο σταθμό της Χωροφυλακής, στην αρχή του δρόμου, που κατηφόριζε από την αγορά στον τσεσμέ. Ήταν στενόμακρο και είχε και στις τρεις πλευρές του ράφια με εμπορεύματα από το πάτωμα ως το ταβάνι. Η τέταρτη πλευρά ήταν η είσοδος. Μπροστά στα ράφια της αριστερής πλευράς ήταν ένας μακρύς ξύλινος πάγκος, όπου ο παππούς άπλωνε τα τόπια με τα υφάσματα και τ’ άλλα εμπορεύματά του.

Ο παππούς πουλούσε κάθε είδους υφάσματα, νήματα, μάλλινα και μπαμπακερά, κλωστές σε κουβαρίστρες και σε μασουράκια, καρφίτσες, βελόνες και παραμάνες, κόπιτσες, σούστες και γάντζους για τα ρούχα, φουρκέτες και τσιμπιδάκια για τα μαλλιά. Ακόμα πουλούσε βαφές για υφάσματα, ναφθαλίνη, στύψη, βιτριόλι, καραμπογιά, ακουαφόρτε, σόδα, ποτάσα, ακόμα και κινίνο χύμα και πλήθος άλλα εμπορεύματα.

Μου άρεσε πολύ να πηγαίνω στο μαγαζί του παππού μου τα πρωινά, όταν η συμμορία μας, το «καλαμένιο ιππικό», δε λειτουργούσε, να παρακολουθώ τους πελάτες που μπαινοβγαίναν και να περιεργάζομαι τα εμπορεύματα.

Ο παππούς μου, με την πρώτη, μου απαγόρεψε αυστηρά να πιάνω τα κουτιά που είχαν σκόνες και τα μπουκάλια που είχαν υγρά. Αντίθετα, μ’ άφηνε να πιάνω τα κουτιά με τα μασουράκια των χρωματιστών κλωστών για κέντημα και τα διπλωτά χαρτόνια με τα χρωματολόγιά τους. Τα χρώματα με μάγευαν. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα τις άπειρες αποχρώσεις των βασικών χρωμάτων, καθώς τις έβλεπα ταξινομημένες στα χρωματολόγια.

Αργότερα, ο παππούς με άφηνε να παίζω και με τη μικρή ζυγαριά που είχε για να ζυγιάζει τις μπογιές.
Ο παππούς ήταν λιγομίλητος, ακόμη και με τους πελάτες του. Η κίνηση του μαγαζιού του δε στηριζόταν στην ευφράδεια του καταστηματάρχη ή στην κολακεία του προς τους πελάτες, αλλά στην καλή ποιότητα των εμπορευμάτων και τη χαμηλή τους τιμή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 78 Σχόλια »

Στο χωριό του παππού μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2012

Το σημερινό είναι το έβδομο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε πριν από καμιά δεκαριά μέρες στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό του παππού του πατέρα μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη.

Τις πρώτες μέρες στο χωριό, με ξυπνούσαν τα κοκόρια, που άρχιζαν να κράζουν από τα χαράματα.
Την αρχή την έκανε ο κόκορας του γείτονά μας, που είχε φωνή πολύ δυνατή και επιβλητική. Αληθινό σάλπισμα. Αμέσως απαντούσαν δυο μακρινά λαλήματα και ακολουθούσαν όλα τα κοκόρια της γειτονιάς. Καθώς ήμουν ασυνήθιστος σ’ αυτήν τη συναυλία, σηκωνόμουν από το κρεβάτι και πήγαινα στο παράθυρο. Η μαμά μου, μισοκοιμισμένη, μου φώναζε να πέσω πάλι, αλλά εγώ τίποτα. Κατέβαινα με τις πιτζάμες στο κάτω σπίτι, όπου η γιαγιά μου ήταν κιόλας ξύπνια και ντυμένη και άναβε στη φουφού τη φωτιά για το πρωινό τσάι. Το κακό ήταν πως μόλις μ’ έβλεπε, μ’ έπαιρνε από το χέρι και με πήγαινε στο πλυσταριό για να με πλύνει κι ύστερα μ’ έστελνε πάλι επάνω για να ντυθώ κανονικά.

Όταν, έτοιμος πια, κατέβαινα, μπορούσα να καθίσω στο τραπέζι. Περιμένοντας να γίνει το τσάι, παρακολουθούσα τη γιαγιά, που έριχνε από ένα μαυρισμένο ρογί λίγο λάδι στο καντήλι που έφεγγε στο εικονοστάσι, άλλαζε φυτίλι και το άναβε και κατόπιν θυμιάτιζε τις εικόνες κι όλο το κάτω σπίτι, που γέμιζε με τη βαριά μεθυστική μυρουδιά του λιβανιού. Ύστερα στεκόμασταν κι οι τρεις ορθοί γύρω από το τραπέζι και κάναμε το σταυρό μας. Ο ήλιος που μόλις είχε προβάλει από την Ουτζά, γέμιζε την κάμαρη. Όλη αυτή η διαδικασία γινόταν σιωπηλά, ο παππούς ήταν πάντα λιγομίλητος κι η γιαγιά πολύ αφοσιωμένη, με κινήσεις σχεδόν τελετουργικές, που μ’ εντυπωσίαζαν.

Όταν αποτρώγαμε, ο παππούς χαιρετούσε κι έφευγε. Βγαίνοντας στο δρόμο, έκανε πάλι το σταυρό του.

Από εκείνη την ώρα ήμουν ελεύθερος. Μπορούσα να πάω στο δώμα του πλυσταριού να χαζέψω το τάισμα των ζωντανών στην αυλή του γείτονα ή να δω την κοπέλα του άλλου σπιτιού να ποτίζει τα λουλούδια του κήπου τους. Όπως έμαθα, την έλεγαν Άσπα, αλλά στη γειτονιά ήταν γνωστή σαν «κόρη του Κινέζου» γιατί ο μπαμπάς της είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Κίνα. Αυτή η πληροφορία μού κίνησε ακόμα πιο πολύ το ενδιαφέρον για την όμορφη γειτόνισσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 44 Σχόλια »