Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μύκονος’

Το δείπνο (διήγημα του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2017

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα το έχει γράψει ο Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς -το επώνυμο θα είναι γνωστό σε όσους πηγαίνουν συχνά στη Μύκονο αν όχι από τον ίδιο αλλά επειδή είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα στο νησί, μαζί με τον Ζουγανέλη και μερικά ακόμα. Αλλά και ο ίδιος ο Κουσαθανάς είναι δίκαια γνωστός για το έργο του, ποιητικό και πεζογραφικό -και το μη λογοτεχνικό, αφού έχει γράψει πολλά για την ιστορία του νησιού του και έχει συντάξει και ένα πολύ αξιόλογο «Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου».

Το σύντομο αυτό διήγημα είναι το πρώτο από τη συλλογή διηγημάτων «Αναπάντεχες συναντήσεις» (εκδ. Ίνδικτος, 2011· πρώτη δημοσίευση, πρδ. Εντευκτήριο, 2007). Ο υπότιτλος της συλλογής είναι Μυθ-ιστορίες για σημαδιακά συναπαντήματα. Το είχα διαβάσει πριν από 2-3 χρόνια στο αεροπλάνο, θυμάμαι, μου άρεσε πολύ και ήθελα να το παρουσιάσω εδώ, όμως το αμέλησα -επανορθώνω τώρα.

Ίσως ξενίσει ο ιδιότυπος τρόπος στίξης του συγγραφέα: δεν χρησιμοποιεί τελείες, ούτε κόμματα, μόνο σπανίως άνω τελείες. Η αρχή των προτάσεων βέβαια δηλώνεται από το κεφαλαίο γράμμα. Επίσης, κατά το ισπανικό συνήθειο, προτάσσει το ερωτηματικό (αν και όχι ανεστραμμένο) πριν από μια ερωτηματική πρόταση. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι καινοτομίες αυτές προσθέτουν κάτι, πάντως τις διατήρησα, όπως και την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού. Στο τέλος του διηγήματος, έχω κι ένα βιντεάκι όπου μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει το διήγημά του.

Ίσως χρειαστεί να πούμε δυο λόγια για μερικές λέξεις και φράσεις, με τη σειρά που εμφανίζονται.

* Το μότο του διηγήματος Cum mortuis in lingua mortua, παραπέμπει, όπως αναφέρει στο επίμετρο ο συγγραφέας, στον τίτλο αποσπάσματος από τις «Εικόνες από μια έκθεση» του Μουσόργκσκι. Σημαίνει «με τους νεκρούς σε νεκρή γλώσσα»

* οργιά είναι η ουρά

* «ν’ απολο’χάνει» θα πει υποθέτω «να κατακάτσει». Στο μυκονιάτικο λεξικό του ο Κουσαθανάς λημματογραφεί τη φράση «ν’ απολοχάνει το φαγητό» με τη σημασία «να το αφήσουμε να κρυώσει λίγο».

* «ξίγγικος στο ξίδι», πρέπει να είναι αυτό που λέμε ξίκικος, εδώ με τη σημασία λειψός, λιγοστός

* ‘ρέ’εται, δηλαδή ορέγεται.

* minaccioso e sinis­tro, απειλητικά και δυσοίωνα

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
(Συνάντηση με τον Ι.Π.Κ. α’)
Cum mortuis in lingua mortua

Εκείνος μαγείρευε κι εγώ δίπλα του τον παρακο­λουθούσα με κατάνυξη αυτή τη φορά όμως συνέβη το αντίθετο Ζωσμένος την ποδιά μου πολεμούσα στον πάγκο της κουζίνας με τα χαντζάρια και τα τηγάνια μου κι εκείνος καθισμένος σε μια καρέκλα με συμβούλευε κάνοντας πως δεν βλέπει το σκόρδο που περίμενε καθάρισμα στο τραπέζι αυτός που δεν με άφηνε να μαλάζω τα χέρια μου με μυρωδιές «—Ο σαραβάς! αλλού τόνε λένε γλανιό ή σαλούβαρδο Δεν υπάρχει καλύτερο ψάρι για τηγάνισμα και σαβόρε αλλά να ’ναι φρέσκος κι όταν λέμε φρέσκος εννοούμε φρέσκος της ώρας “η κεφαλή στο τηγάνι η οργιά στη θάλασσα” όπως λέμε αλλιώς δεν αξίζει Λαδάκι της ελιάς της ελιάς τού θεού ;άκουσες; όχι τα παλιόλαδα που πάτε κι αγοράζετε· μακριά απ ’ αυτά όλο αρρώστια και χολέρα είναι Στο σαβόρε θα βάζεις καινούργιο λάδι όχι εκείνο με τα καμένα αλεύρια απ’ το τηγάνι­σμα αυτό περίχυνέ το στα μουλιασμένα ξεροκόμματα για τις όρνιθες γιατί ’ναι κρίμα να πηγαίνει χαμένο Το ψιλοκομμένο σκορδάκι με το αλεύρι να μην τσιγαρίζεται πολύ και πικραίνει Το δεντρολίβανο πλυμένο καλά γιατί το κουτσουλούν οι σπουργίτες στην αυλή και ;πού ’σαι; να βάζεις ολόκληρο το κλαδάκι μην το μαδάς μέσα κι ύστερα τρως και φτύνεις τα ξύλα Το σαβόρε πρέπει να τ’ αφήνεις για μια μέρα στην μπάντα εκτός ψυγείου να ζυμώνονται οι γεύσεις του κι οι μυρωδιές άντε για πρώτη και τελευταία φορά δεν πειράζει που δεν θα μείνει ν’ απολο’χάνει αφού κι εγώ απρόσκλητος σου ’ρθα και ;βλέπεις; τα μάτια σου δεκατέσσερα το ξίδι από το βαρελάκι της αποθήκης να το βάνεις στο φαΐ με το σταγονόμετρο γιατί ’ναι Τούρκος!»

Έκανε μια μικρή παύση «-Σού ’χω πει το πιπεροξιδάτο κατόρθωμά μου μια φορά; Του ‘γνεψα πως όχι κι άρχισε να μου εξιστορεί το χωρατό που θυμήθηκε πάντα του άρεσε να διηγιέται τα καμώματά του στρατιωτικά κυνηγετικά αλιευτικά αγροτικά και επαγγελματικά «—…ο καημένος ο φίλος μου ο Γιακουμάκης ακόμα θα φυσά το στόμα του για να του περάσει η καήλα! αλλά ;ποιο στόμα το ’δες που πάλι το ξέχασα μπας κι έχουν χείλια οι αποθαμένοι να φυ­σούν όταν καούν και να μιλούν όταν συναντιούνται καληώρα σαν κι εμάς τώρα;» Γελάσαμε κι οι δυο με το πάθημα του Γιακουμάκη κι ύστερα συνέχισε τις συνταγές του για το δείπνο μας από εκεί όπου είχε σταματήσει «—Δεν έχει καλύτερη σαλάτα που να ται­ριάζει με το σαβόρε από τη μαρουλοσαλάτα που κόβεις τώρα» μου είπε «έτσι μπράβο! κρεμμυδάκι τρυφερό ψιλοκομμένο άνηθο λίγο αλατάκι χωρίς τσιγκουνιά το λάδι αλλά το ξίδι με φρονιμάδα “ξίγγικος στο ξίδι μπόλικος στο λάδι φρόνιμος στ’ αλάτι και λωλός στο τάραγμα” που λέγανε κι οι παλαιοί το πολύ πολύ να βάλεις καμμιά θρούμπα μέσα και δυο-τρεις κάππαρες με τα φυλλαράκια και τ’ αγγουράκια τωνε Δεν πάει να πει πως βάνομε και τα σαράντα φτύσματα μόνο και μόνο επειδή τή λέμε “σαλάτα” άλλη ιστορία αν απλώσεις μερικές πιπεράτες σαρδέλες “Λούκας” πάνω πάνω Λιγοστά μα στυλωτικά πράματα ’ρέ’εται η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου αλλά εσείς μου ’χετε πιασμένες καινούργιες μόδες τώρα… άμα ξέρεις τι τρως το τρως με άλλη όρεξη όπως τον χορό που τον χορεύεις ασίκικα όταν γνωρίζεις τον σκοπό που σου παίζουνε» Γύρισα με τρόπο από την άλλη με­ριά και κρυφά χαμογέλασα άνοιξα το ντουλάπι πάνω από τον νεροχύτη κι έβγαλα μια κονσέρβα πικάντικες σαρδέλες τις άνοιξα τις στράγγιξα και τις άπλωσα πάνω στη σαλάτα ξέροντας πως η μόνη παραχώρηση που έκανε στις κονσέρβες ήταν σ’ αυτές ακριβώς τις πορτογαλέζικες σαρδέλες για τις οποίες τρελαινόταν· όσο ετοίμαζα τη σαλάτα εκείνος συνέχιζε τον χαβά του «—Αφερίμ! βλέπω πως δεν πήγαν χαμένα τα μαθήματα που σου ’δωσα έτσι κόβουν οι καλοί μαγείροι μαζεμένα τα δάχτυλα προς τα μέσα μη φάμε και ωμό κρεατικό μαζί! ;δεν είπαμε πως όσο πιο απλά και λίγα πράματα στη σαλάτα στο φαΐ και στη ζωή τόσο το καλύτερο;» είπε με προσποιητή σοβαρότητα Αμέσως μετά ξαφνικά κι απρόσμενα με ρώτησε «—;Πώς τα πας με τη ζωή σε μεταχειρίζεται καλά;» Είπε «μεταχειρίζεται» σαν να ’μουν σκλάβος της πράμα ή παιγνιδάκι δεν είπε «συμπεριφέρεται» όπως συνηθίζομε να λέμε βάζοντας υποτιμητικά τη ζωή στη θέση του άτακτου παιδιού που επιδέχεται σωφρονισμό διά της γνωστής δοκιμασμένης μεθόδου Διακρίνοντας τον προστατευτικό τόνο στην ερώτησή του βιάστηκα να κουνήσω το κεφάλι καταφατικά θέλοντας να του δείξω πως αρμενίζω χωρίς ιδιαίτερα μπουρίνια και φουρτούνες ωστόσο απορημένος αναρωτήθηκα από μέσα μου «—Καλά ;τί ’ναι τούτο πάλι; αυτός προσγειωμένος και χωμάτινος ξεζουμίζει με τον τρόπο του την κάθε στιγμή της ζωής κι έμαθε κι εμένα να κάνω το ίδιο χωρίς να γκρινιάζω ;πώς του’ ρθε τώρα πως μπορεί και να παραπονιέμαι;»

Έχοντας πια τελειώσει το «μάθημα» της μαγειρικής πήρε φόρα κι άρχισε να με ρωτά κι άλλες ερωτήσεις προσωπικές και μάλλον αδιάκριτες ενώ δεν ήταν του χαρακτήρα του και ποτέ άλλοτε δεν το είχε κάνει. Από την πρώτη κιόλας ερώτηση διέβλεψα μέσα του ως να ήταν τώρα πια ομοιοπαθής συνοδοιπόρος της δικής μου ζωής την άκακη φιλάλληλη μάλλον και συμφιλιωτική «πονηριά» που μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι διαθέτουν Το σκανταλιάρικο χαμόγελό του δεν άφηνε αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ περισσότερα για τον εαυτό μου από εμένα τον ίδιο και είχα συνεχώς την εντύπω­ση ότι παρά το ανυπόκριτο ενδιαφέρον του απαντούσα σε έναν άνθρωπο που ήξερε κιόλας τις απαντήσεις Ανακουφισμένος λες κι αυτό ήταν που μια ζωή περίμενα αποκρινόμουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια πρωτόγνωρη για μένα τον δειλό άνεση χωρίς καθόλου να δυσανασχετώ αντιθέτως ένιωθα να φεύγει σιγά σιγά ένα βάρος από πάνω μου να με θωρακίζει μια μακροφτέρουγη προστασία και να με κατακλύζει μια ηρεμία λυσιμελής και ενώ το βλέμμα του στην αρχή της κάθε ερώτησης έδειχνε ανείπωτη ανησυχία μετά από τις απαντήσεις μου το πρόσωπό του γέμι­ζε από αγαλλίαση λάμποντας σαν ήλιος Ύστερα και άλλη παύση αυτή τη φορά μεγαλύτερη όπως εκείνες τις απειλητικές και δυσοίωνες στη Μουσική που λένε πιο πολλά από το ίδιο το μέλος («minaccioso e sinis­tro» θα σημείωνα στην παρτιτούρα αν έγραφα τώρα νότες αντίς για λέξεις) Κατάλαβα πως δεν είχε να με ρωτήσει τίποτε άλλο «—;Κρασάκι ή μπιρίτσα θα πιούμε;» του πέταξα αν και ήξερα πως του άρεσε να πίνει με το φαΐ ένα ποτηράκι ’λιαστό κρασί Απάντη­ση δεν πήρα τον ξαναρώτησα γυρνώντας να κοιτάξω στην καρέκλα όπου καθόταν Άφαντος! «—Αχ πατέρα πατέρα!» ψέλλισα «πάντα έρχεσαι γλιστράς και σαν πουλί φεύγεις! αυτή τή φορά τουλάχιστο πρόλαβα να σου πω όσα είχα στοιβαγμένα μέσα μου εγώ όμως μόνο για σένα μαγείρεψα! ;γιατί δεν μού ’πες πως οι πεθαμένοι δεν κάθονται να δειπνήσουν στην ίδια τάβλα με τους ζωντανούς;»

Εδώ ακούμε -και βλέπουμε- τον Παναγιώτη Κουσαθανά να διαβάζει «Το δείπνο»

 

Posted in Γαστρονομία, Διηγήματα, Κυκλάδες | Με ετικέτα: , | 141 Σχόλια »