Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μ. Καραγάτσης’

Καραμπινάτο με καραμπίνα;

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2016

Με ρώτησε χτες το πρωί ο φίλος Μπάμπης Μεταξάς (που έχει γράψει το ωραίο βιβλίο για τους Μπαγιάτηδες και τους χαμουτζήδες) πώς καταλήξαμε να χαρακτηρίζουμε «καραμπινάτο» κάτι που είναι ολοφάνερο, εξοφθαλμο, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Ήμουν στο αεροδρόμιο εκείνη την ώρα, του είπα λοιπόν πως θα το ψάξω. Το έψαξα και βγήκε άρθρο. Οπότε, σας το παρουσιάζω.

Αλλά αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις. Λοιπόν, το επίθετο «καραμπινάτος», της καθομιλουμένης γλώσσας, λέγεται, σύμφωνα με το ΛΚΝ, για κτ. που παρουσιάζεται σε οξεία ή σοβαρή μορφή: Έπαθε μια γρίπη καραμπινάτη. Πρόκειται για καραμπινάτη υπόθεση λαθρεμπορίου / περίπτωση φοροδιαφυγής. Τα ίδια περίπου και στον Μπαμπινιώτη.

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας βρίσκουμε κάμποσες καλοδιαλεγμένες περιπτώσεις χρήσης: καραμπινάτη αδικία, απατη, παρανομία (= εξόφθαλμη, κατάφωρη)’ καραμπινάτο λάθος, σκάνδαλο (κραυγαλέο)’ καραμπινάτα ψέματα (= απροκάλυπτα)’ καραμπινάτη περίπτωση (= κλασική, τυπική).

Τα λεξικά δεν καταγράφουν μια από τις πιο… καραμπινάτες περιπτώσεις χρήσεις του επιθ. «καραμπινάτος»: το καραμπινάτο πέναλτι στο ποδόσφαιρο, που βέβαια το λέμε έτσι κυρίως όταν δεν το δώσει ο διαιτητής. Λέγεται επίσης και πέναλτι μαρς, δάνειο από την ταβλαδορική ορολογία.

Συμφωνούμε για τη χρήση της λέξης, αλλά τα δυο από τα τρία μεγάλα λεξικά μας δεν λένε τίποτε για την προέλευσή της -ολοφάνερα, προέρχεται από την καραμπίνα, αλλά γιατί ονομάστηκε έτσι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 200 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (συμπληρωμένο)

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2015

28η Οκτωβρίου σήμερα, και συνεχίζω δημοσιεύματα στο πνεύμα της επετείου, αφού και την Κυριακή αλλά και χτες είχαμε συναφή θεματολογία. Σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που είχα ανεβάσει πριν από τρία χρόνια, για ένα πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο του πολέμου. Τον Δεκέμβριο του 1940, ενώ στα βουνά της Αλβανίας συνεχίζονταν οι μάχες, που είχαν πια πάρει νικηφόρα τροπή για τον ελληνικό στρατό, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας Παξινός (αργότερα τον εκτέλεσαν οι Άγγλοι για άνθρωπο των Γερμανών) κάλεσε στην Ασφάλεια αρκετούς αρθρογράφους εφημερίδων και περιοδικών, τους περισσότερους αριστερούς, για να τους επιπλήξει επειδή στα άρθρα τους καλούσαν τον ελληνικό λαό να πολεμήσει το φασισμό -και όχι απλώς και γενικώς τους Ιταλούς.

Στην παλιότερη δημοσίευση είχα παρουσιάσει την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ασημάκη Πανσέληνο, όπως τα περιέγραψε στην απολαυστική αυτοβιογραφία του «Τότε που ζούσαμε». Σήμερα θα προτάξω την εξιστόρηση του ίδιου περιστατικού από τον Κώστα Βάρναλη, όπως τα θυμήθηκε σε χρονογράφημά του μέσα στον Εμφύλιο, στις 27 Οκτωβρίου 1947, στον Ρίζο της Δευτέρας, που ακόμα ήταν νόμιμος (ενώ ο καθημερινός Ριζοσπάστης είχε κλείσει μαζί με τις άλλες εαμικές εφημερίδες από τις αρχές Οκτωβρίου) αν και δεν θα αργούσε να κλείσει (στα τέλη του χρόνου, όταν τέθηκε εκτός νόμου το ΚΚΕ).

Παρουσιάζω επίσης στο τέλος την αναφορά που κάνει στο ίδιο περιστατικό ο Σεφέρης, που περιλαμβάνεται στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του «Χειρόγραφο Σεπ. 41» (τώρα στον τρίτο τόμο των Δοκιμών). Έτσι έχουμε το ίδιο γεγονός ιδωμένο από τρεις μεγάλους λογοτέχνες μας, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές (λίγους μήνες μετά ο Σεφέρης, λίγα χρόνια μετά ο Βάρναλης, πολλά χρόνια μετά ο Πανσέληνος). Παραθέτω επίσης ορισμένες πολύ καίριες σκέψεις του Σεφέρη για την οξεία αντίθεση στην οποία βρέθηκε το τεταρταυγουστιανό καθεστώς, να μάχεται, φασιστικό κι εκείνο, ενάντια σε δυνάμεις φασιστικές.

Βάρναλης

Η βουβή επέτειος – Γιορτή και λαός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Ένα φεγγάρι του Λαπαθιώτη για τη χτεσινή πανσέληνο

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2015

Χτες, καθώς γυρνούσαμε από τη Θεσσαλονίκη, αντικρίσαμε ξαφνικά ένα τεράστιο φεγγάρι να κάθεται πάνω στο Καλλίδρομο, και συνειδητοποιήσαμε πως ήταν πανσέληνος -δυο φεγγάρια τον Αύγουστο που έλεγε κι εκείνη η ταινία. Για το φεγγάρι έχουν γραφτεί αμέτρητα ποιήματα και τραγούδια, που σε πιάνει δέος ακόμα και να σκεφτείς πως θα τα ανθολογήσεις, οπότε θα περιορίσω το πεδίο μου στον αγαπημένο μου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Ο Λαπαθιώτης έχει γράψει πολλά ποιήματα για το φεγγάρι, σήμερα όμως θα διαλέξω να παρουσιάσω ένα πεζό του με αυτόν ακριβώς τον τιτλο – Φεγγάρι. Ένα πεζό σχεδόν σαν ποίημα, με τη γνωστή ρυθμική πρόζα του Λαπαθιώτη, που το είχα παρουσιάσει και στον παλιό μου ιστότοπο κι ύστερα το συμπεριέλαβα στον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη (Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες). Πρώτη του δημοσίευση, τον Αύγουστο του 1922 στο περιοδικό «Μούσα».

Να πούμε εδώ ότι ενώ το φεγγάρι είναι συχνότατο μοτίβο στα λαπαθιωτικά ποιήματα, όχι σπάνια είναι λυπημένο και χλωμό ή άλλες φορές μάλλον εχθρικό, αλλόκοτο, προκαλεί φόβο: Έν’ αλλόκοτο φεγγάρι, σαν ένα κομμάτι πάγου, / πεθαμένο και στημένο μες στη μέση του πελάγου (Τοπίο χειμωνιάτικο) ή το παράξενο φεγγάρι περπατούσε μυστικά (Μια νύχτα πόθου μαγική) ή ακόμα και τερατώδες: Απόψε πρόβαλε γυμνή, σαν τέρας, η Σελήνη (Εκάτης πάθη). Ωστόσο, στο πεζό που θα παρουσιάσουμε σήμερα, το φεγγάρι μπορεί να είναι πελώριο και παράξενο, αλλά κάνει τη νύχτα απαλότατη και τους ανθρώπους να φαίνονται σχεδόν καλοί καλούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 83 Σχόλια »

Λαπαθιώτης – Καραγάτσης, η δεύτερη «συνάντηση» (επανάληψη με υστερόγραφο)

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2014

Το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, αφού βρίσκομαι μακριά από τη βάση μου, κι έχει γραφτεί από προχτές. Κι επειδή δεν προλάβαινα να γράψω κάτι εκτενές και φιλολογικό, αποφάσισα να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης. Διάλεξα ένα άρθρο φιλολογικό, που αρχικά το είχα δημοσιεύσει πριν από τέσσερα χρόνια, τον Αύγουστο του 2010, και επιπλέον κατακαλόκαιρο, άρα και κάποιοι που παρακολουθούσαν από τότε το ιστολόγιο μπορεί να μην το πήραν είδηση. Με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης κάνω μερικές αλλαγές. Επιπλέον, προσθέτω ένα υστερόγραφο.

Σε ένα κείμενο που έχω στον ιστότοπό μου, και που δεν το έχω μεταφέρει στο ιστολόγιο συν τοις άλλοις επειδή είναι πολύ μεγάλο, παραθέτω και συμπληρώνω ένα άρθρο της Άντειας Φραντζή για μια «ιδιότυπη συνάντηση» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον Μ. Καραγάτση το 1939-1940. Το κείμενο αυτό μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο, εγώ εδώ θα δώσω μια πολύ σύντομη περίληψη της υπόθεσης. Λοιπόν, το 1939, δημοσιεύεται στα «Νεοελληνικά γράμματα» ένα διήγημα του Καραγάτση. Λίγο αργότερα, ο λόγιος Κ. Φριλίγγος, εβραϊστής, επισημαίνει (ίσως κάπως αιχμηρά) μια ανακρίβεια στο διήγημα. Ο Καραγάτσης, όπως συνήθιζε, απαντάει μάλλον αγενώς, οπότε ακολουθεί ανταπάντηση του Φριλίγγου. Στον καβγά παρεμβαίνουν, υπέρ Φριλίγγου, ο νεαρός φοιτητής Στ. Γιαννακόπουλος, πολύ γνωστότερος αργότερα ως Πέτρος Ανταίος, και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ο Καραγάτσης ρίχνει τους τόνους και δηλώνει τη μεγάλη επιθυμία του να λύσει την παρεξήγηση με τον Λαπαθιώτη. Η συνέχεια ακολουθεί σε ιδιωτική αλληλογραφία.

Στο αρχείο Καραγάτση υπάρχουν δύο επιστολές του Λαπαθιώτη, από το 1940, πολύ ενδιαφέρουσες, από τις οποίες μαθαίνουμε ότι σχεδίαζαν να συναντηθούν αλλά μάλλον δεν συναντήθηκαν. Πάντως, λέει στο άρθρο η Άντεια Φραντζή, στα τέλη του 1943, δυόμισι μήνες πριν αυτοκτονήσει, ο Λαπαθιώτης θα αφήσει σαφέστατους υπαινιγμούς για την τάση «ενός νέου λογογράφου» να ανοίγει καβγάδες για αυτοδιαφήμιση. Ωστόσο, παραλείπει η Ά.Φ. μιαν άλλη «συνάντηση» Λαπαθιώτη-Καραγάτση, με πολύ σαφέστερους υπαινιγμούς, λίγους μήνες νωρίτερα, την άνοιξη του 1943. Αυτήν σκοπεύω να σας παρουσιάσω στο σημείωμα αυτό, που βγήκε μεγάλο, αλλά ίσως αποτελέσει ενδιαφέρον ανάγνωσμα.

Βρισκόμαστε στο 1943, λοιπόν. Ο Καραγάτσης είναι 35 χρονών και ήδη έχει καθιερωθεί στο φιλολογικό στερέωμα. Ο Λαπαθιώτης είναι είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, 55, κατεστραμμένος από την ηρωίνη και την ανέχεια, και μόλις έχει ματαιώσει -γιατί ακριβώς δεν μάθαμε ποτέ- την έκδοση μιας δεύτερης εκλογής των ποιημάτων του. Σε κάποιο τεύχος της Νέας Εστίας λοιπόν, ο διευθυντής της Πέτρος Χάρης, στο χρονογράφημά του, γράφει για τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα και, αν και δικαιολογεί τον Σύψωμο που έγινε Πορφύρας, απορεί πως ο εύηχος Ροδόπουλος προτίμησε να γίνει Καραγάτσης. Σε επόμενο τεύχος (συγκεκριμένα, στο τ. 379 της 15ης Μαρτίου 1943), ο Καραγάτσης πολύ πρόθυμα αναλαμβάνει να εξηγήσει πώς και γιατί πήρε ψευδώνυμο. Και ταυτόχρονα εξαπολύει, εντελώς απρόκλητα και περιττά, μια φαρμακερή επίθεση στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, διότι βέβαια όλοι οι παροικούντες τη λογοτεχνική Ιερουσαλήμ κατάλαβαν με το πρώτο ποιος ήταν ο «αιρετικός» γιος του Παυσανία. Ιδού η επιστολή Καραγάτση [εκσυγχρονίζω την ορθογραφία, όπως και στην επόμενη επιστολή]:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 57 Σχόλια »

Περνώντας το Πλατύ Ποτάμι

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2014

platypb56345Όταν παρουσίασα στο ιστολόγιο την ψηφοφορία που διοργάνωσε στις αρχές του καλοκαιριού ο καθηγητής Αντ. Πετρίδης για το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα (τα αποτελέσματα τα βρίσκετε εδώ), έγραψα ότι «παρόμοιες ψηφοφορίες είναι από τερπνές έως  χρήσιμες, δεν βλάφτουν και ίσως να ωφελούν -αν όχι τίποτε άλλο, μας δίνουν την αφορμή να συλλογιστούμε ποια βιβλία δεν έχουμε διαβάσει και ίσως να πάρουμε την απόφαση να διαβάσουμε κάποιο από τα βιβλία του καταλόγου».

Προς το τέλος του καλοκαιριού, έβαλα σε εφαρμογή εγώ ο ίδιος την παραίνεσή μου, πιάνοντας να διαβάσω το βιβλίο που ήρθε 92ο στην ψηφοφορία, το Πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη. Χρόνια τώρα το έβλεπα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου να με κοιτάει με μισό μάτι και απέστρεφα ένοχο το βλέμμα. Βλέπετε, το είχα ξαναπιάσει πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, τότε που διάβαζα και ταυτόχρονα έκανα αποδελτίωση ιδιωματικών εκφράσεων, αλλά επειδή δεν είχε πολλές το είχα παρατήσει σχετικά στην αρχή -είναι κιόλας, πρέπει να το πούμε, βιβλίο που ξεκινάει αργά, δεν σε αιχμαλωτίζει με το πρώτο, θέλει να πάρεις το κολάι του -αλλά τότε σ’ αποζημιώνει, όπως κι εμένα μ’ αποζημίωσε αυτή η δεύτερη -και πετυχημένη- προσπάθεια να περάσω το Πλατύ ποτάμι.

Στο Πλατύ ποτάμι ο Μπεράτης αφηγείται τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 όπως τον έζησε. Γεννημένος το 1904, ο Μπεράτης πήγε εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, όπου ως ιταλομαθής ανέλαβε τελικά χρέη εκφωνητή, δηλαδή έγραφε προπαγανδιστικά κείμενα που τα εκφωνούσε από την πρώτη γραμμή για να υπονομεύσει το ηθικό των Ιταλών στρατιωτών. Έγραψα «τελικά», επειδή για αρκετό διάστημα δεν ήταν καθαρό πώς θα τον αξιοποιούσε το στράτευμα, αυτόν και μερικούς ακόμα ιταλομαθείς εθελοντές, ούτε και το καθεστώς τους ήταν σαφές αφού στο φύλλο πορείας τους έγραφε απλώς ότι «δύναται να μεταφέρει αποσκευάς αξιωματικού» αλλά δεν ανέφερε τον βαθμό τους -τελικά υπηρέτησε ως ανθυπασπιστής.

Δεν έχει σώμα με σώμα μάχες η αφήγηση του Μπεράτη, ούτε σκηνές ωμού ρεαλισμού. Βέβαια, ο πόλεμος κάνει πάντοτε αισθητή την παρουσία του, ακόμα από τις πρώτες σελίδες, με έναν βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης (διαβάστε εδώ το πολύ χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα, από τον παλιό μου ιστότοπο), αλλά περισσότερο παρακολουθούμε τις απεγνωσμένες προσπάθειες του αφηγητή αρχικά να βρει αντικείμενο δουλειάς και στη συνέχεια, όταν του έχει ανατεθεί η αποστολή του, να φτάσει στην πρώτη γραμμή κουβαλώντας με τα μουλάρια ένα σωρό ανοικονόμητα κιβώτια με τον απαραίτητο μεγαφωνικό εξοπλισμό. Και μόλις φτάσει και μπορέσει επιτέλους να κάνει την πρώτη του πετυχημένη εκπομπή, έρχεται η γερμανική επίθεση και η υποχώρηση, η σύμπτυξη του μετώπου, τέλος η υπογραφή της συνθηκολόγησης και η επιστροφή κακήν κακώς, καθώς κάθε έννοια πειθαρχίας έχει εξαφανιστεί και οι περισσότεροι σπεύδουν να βρουν ένα οποιοδήποτε μέσο για να γυρίσουν μια ώρα αρχύτερα στα σπίτια τους και μόνο η αίσθηση της αξιοπρέπειας σε κρατάει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 73 Σχόλια »

Τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα, λοιπόν

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2014

Στις αρχές του καλοκαιριού, είχαμε συζητήσει μια σφυγμομέτρηση που διοργάνωσε ο Αντώνης Πετρίδης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου, μια λογοτεχνική σφυγμομέτρηση για τα καλύτερα νεοελληνικά μυθιστορήματα, με κατάλογο καταρτισμένον εκ των προτέρων.

Εννοώ ότι ο ίδιος ο κ. Πετρίδης κατάρτισε έναν κατάλογο, που τον διεύρυνε λίγο στη συνέχεια αποδεχόμενος προτάσεις σχολιαστών στο ιστολόγιό του (και δικές μου), φτάνοντας τα 223 νεοελληνικά μυθιστορήματα και νουβέλες, και ζήτησε από τους επισκέπτες του ιστολογίου του να ψηφίσουν τα 30 κατά τη γνώμη τους καλύτερα ή πιο σωστά έως 30. Η χρονική συγκυρία ήταν καλή, αφού το καλοκαίρι πάντοτε ευνοεί το διάβασμα εκτενέστερων έργων. Παλιότερα, ο κ. Πετρίδης είχε κάνει ανάλογη δημοσκόπηση για ποιήματα.

Επειδή δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριθεί το μυθιστόρημα από τη νουβέλα, στη δημοσκόπηση συμμετείχαν και νουβέλες -και μάλιστα νουβέλα κατέκτησε την πρώτη θέση, και με μεγάλη διαφορά, στις προτιμήσεις όσων ψήφισαν. Θα καταλάβατε πως εννοώ τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, που νομίζω πως σχεδόν όλοι στις νουβέλες θα την κατέτασσαν (αν και βέβαια ο δημιουργός της την είχε χαρακτηρίσει “κοινωνικόν μυθιστόρημα”).

Η δημοσκόπηση είχε πολύ μεγάλη επιτυχία από πλευράς συμμετοχής, αφού συμμετείχαν συνολικά σχεδόν 10.000 άτομα (για την ακρίβεια: 9904!)

Τα πλήρη αποτελέσματα θα τα δείτε παρακάτω, τα παραθέτω όλα για να τα σχολιάσετε.

Προσωπικά, τα θεωρώ αναμενόμενα και αυτό το λέω χωρίς καμιά μειωτική διάθεση. Ίσως περίμενα λίγο πιο πάνω τον Ζορμπά και λίγο πιο κάτω τη Διδώ Σωτηρίου -αλλά βέβαια δεν είχα υπολογίσει ότι το βιβλίο της Σωτηρίου, που άλλωστε είναι εξαιρετικό, γνώρισε μια δεύτερη περίοδο εντατικής δημοσιότητας πριν από μερικά χρόνια. Ασφαλώς περίμενα τον Λουντέμη ψηλά, και πιστεύω ότι αν ο κατάλογος είχε κι άλλα βιβλία του θα έπαιρναν κι αυτά καλές θέσεις στην κατάταξη. Παρόλο που η κριτική τον σνομπάρει, ο Λουντέμης, ειδικά σ’ αυτό το βιβλίο του, έχει δώσει ένα πολύ μεγάλο έργο κατά τη γνώμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο λοιπόν;

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2013

Με το σημερινό άρθρο μπορεί να θυμώσω κάποιους ταχτικούς αναγνώστες, διότι θα επαναλάβω μερικά πράγματα που τα έχω ξαναγράψει, και μάλιστα χωρίς να δίνω, τουλάχιστον, την απάντηση στο ερώτημα του τίτλου. Άλλοι πάλι θα παραπονεθούν, και με το δίκιο τους, ότι το ιστολόγιο έχει μετατραπεί σε ένα είδος «Παρατηρητηρίου του Άδωνη» διότι, λίγες μόνο μέρες μετά το άρθρο για τη μνημειώδη γκάφα του υπουργού (οΘντκ) Υγείας που άλλαξε τα φώτα στον γιατρό Δημοκήδη, σας παρουσιάζω ένα ακόμα άρθρο που ξεκινάει από κάτι που είπε ο Άδωνης Γεωργιάδης.

Και τι δεν είπε, βέβαια. Χτες το πρωί στο δελτίο του Μέγκα, ο κ. Υπουργός εξαπέλυσε βάναυση επίθεση στη συνδικαλίστρια της Πολυκλινικής που είχε απέναντί του, με ιταμές εκφράσεις που ταιριάζουν περισσότερο σε ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου («έπρεπε να απολυθείτε για να δείτε τι εστί βερίκοκο») ή σε χωροφύλακα της εποχής της χούντας («από τη Σοβιετική Ένωση που ήρθατε») παρά σε υπουργό ενός σημαντικού υπουργείου που έχει να διαχειριστεί θέματα (κυριολεκτικά!) ζωής ή θανάτου για τους πολίτες. Βεβαίως, όλα αυτά τα έκανε επειδή έχει την εντύπωση, ίσως σωστή, ότι αυτό το στιλ το τάχαμου μάγκικο έχει απήχηση σε ένα τμήμα των τηλεθεατών, και επειδή οι παρουσιαστές τον άφηναν ανενόχλητο να βρίζει και να τσιρίζει ενώ διέκοπταν με το παραμικρό τη συνδικαλίστρια -παλιά τους τέχνη κόσκινο.

Τα καμώματα του κ. Υπουργού μπορείτε να τα δείτε στο βιντεάκι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Επικαιρότητα, Λογοτεχνία, Τηλεοπτικά, Υγεία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 125 Σχόλια »

Γιατί λέμε κύμινο;

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2013

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά τα τελευταία χρόνια, χρόνια της κρίσης, ο μόνος κλάδος που φαίνεται να διαφημίζεται στην τηλεόραση με ζήλο συγκρίσιμο με πριν είναι ο κλάδος της κινητής τηλεφωνίας. Αυτό που λέω βέβαια δεν στηρίζεται σε κάποιαν ενδελεχή -ή όχι- μελέτη του κλάδου, στατιστικά στοιχεία δεν έχω στη διάθεσή μου, απλή εμπειρική παρατήρηση κάνω, ίσως επηρεασμένος από μερικές πολύ πετυχημένες διαφημίσεις που θυμάμαι, σαν τον Ομορφάντρα ή τον Αγαπούλα, που όλες τους διαφήμιζαν εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες πώς να μην ευδοκιμούν τη στιγμή που, σε αγαστή σύμπνοια (είδες ο ανταγωνισμός; ) αλλάζουν κατά το δοκούν τους όρους χρήσης και επιβάλλουν ελάχιστη χρέωση κλήσης τα 60 δευτερόλεπτα (ή και τα 180), αλλά ας μην παρασυρθώ, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου μου. Έλεγα ότι έχουν φτιαχτεί μερικές πολύ πετυχημένες διαφημίσεις για εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Τις τελευταίες διαφημίσεις της Κοσμοτέ δεν θα τις χαρακτήριζα ιδιαίτερα επιτυχείς, αλλά μία από αυτές, με τους νεαρούς στο αυτοκίνητο, μου έδωσε την πάσα για το σημερινό μου άρθρο.

Η διαφήμιση αυτή εκμεταλλεύεται το παλιό ανέκδοτο που λέει ότι το μικρότερο μετρήσιμο χρονικό διάστημα είναι το διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που θα ανάψει πράσινο έως τη στιγμή που θα κορνάρει το από πίσω σου αυτοκίνητο. Στη διαφημιστική παραλλαγή, αν υπάρχει, λέει, κάτι γρηγορότερο από το δίκτυο 4G της Κοσμοτέ, αυτό ίσως είναι η ελληνίδα κόρνα, διότι βλέπετε ο διαφημιστής, που μάλλον δεν έχει οδηγήσει στο εξωτερικό, ακόμα και τόσο χαμηλά που έχουμε φτάσει, πρέπει σε κάτι να βρίσκει αιτίες εθνικής υπερηφάνειας -ας είμαστε σε κάτι πρώτοι, έστω και στην ανυπομονησία, στην αγένεια, στη γαϊδουριά βρε αδερφέ, κι ας έχουμε πρωθυπουργό Σαμαρά και αντιπρόεδρο Βενιζέλο. Αλλά εδώ δεν πολιτικολογούμε, λεξιλογούμε, και με την αφορμή της διαφήμισης θα δούμε μερικές από τις πολλές φράσεις που διαθέτει η γλώσσα μας για να εκφράσει το ακαριαίο μιας ενέργειας.

Η έμφαση εδώ δεν είναι τόσο στην ταχύτητα της κίνησης, όσο στο μικρό χρονικό διάστημα. Βέβαια αυτά πάνε μαζί, και όσο πιο γρήγορη η κίνηση τόσο μικρότερος ο χρόνος ώσπου να διανυθεί η ίδια απόσταση, αλλά εδώ θα κοιτάξουμε το νόμισμα από τη μία όψη, θα δούμε τις φράσεις που δηλώνουν μικρό χρονικό διάστημα.

Λοιπόν, όταν κάτι γίνεται πολύ γρήγορα, αστραπιαία, μπορούμε να πούμε ότι γίνεται όσο να πεις κύμινο ή ώσπου να πεις κύμινο. Για παράδειγμα, στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν του Καραγάτση, ο Λιάπκιν φωνάζει σε κάτι αλήτες: — Αλάργα, κανάγηδες! Χαθήτε, παλιόμουτρα! Ώσπου να πω κύμινο, νά’ χει αδειάσει ο δρόμος. Το κύμινο δεν είναι η μοναδική λέξη που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό. Παλιότερα έλεγαν όσο/ώσπου να πεις κρεμμύδι. Ας πούμε, στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, ένα μέλος της εφορευτικής επιτροπής προφασίζεται ότι έχει δουλειά και θέλει να πάει σπίτι του και υπόσχεται να γυρίσει ωσότου να πεις κρεμμύδι. Μάλλον έχει ξεχαστεί η παλιότερη έκφραση «όσο να πεις λουκάνικο«, για την οποία θα παραθέσω έναν ωραίο στίχο του Σουρή, του 1890: Με σκέψιν ερευνήσαντες τα οικονομικά μας, που ήλθαν σουλφ και βερεσέ ώσπου να πεις λουκάνικο… Ήρθαν σουλφ και βερεσέ θα πει «κατασπαταλήθηκαν». Λέμε επίσης «ώσπου να πεις τρία» και «ώσπου να πεις αμήν«, ενώ στον Τσίρκα βρίσκω «ώσπου να πεις κινίνο» και δεν ξέρω αν λεγόταν ή αν είναι προσωπική του παραλλαγή από το κύμινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Διαφημίσεις, Λογοτεχνία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Ένας φιλολογικός καβγάς στην Αθήνα του 1943

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2013

Φυλλομετρούσα τις προάλλες τις κατοχικές εφημερίδες για να βρω αναφορές στη μεγάλη κινητοποίηση του ΕΑΜ το 1943 εναντίον της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, και για τη θυσία της Παναγιώτας Σταθοπούλου και των δεκάδων άλλων νέων. Όπως θα δείτε στο σχετικό άρθρο, ελάχιστα πράγματα βρήκα, άλλωστε δεν περίμενα να βρω πολύ περισσότερα: στις εφημερίδες της εποχής, η πολιτική και πολεμική ειδησεογραφία ήταν απόλυτα ελεγχόμενη. Αντίθετα, και λόγω της έλλειψης πολιτικών ειδήσεων, το φιλολογικό και πνευματικό περιεχόμενο των κατοχικών εφημερίδων ήταν πολύ πλούσιο. Ειδικά η Πρωία διαβάζεται ακόμα και σήμερα με αρκετό ενδιαφέρον.

Μπορεί να μην βρήκα πολλά για τις αντικατοχικές διαδηλώσεις, έπεσα όμως πάνω σε έναν φιλολογικό καβγά, έναν καβγά ανάμεσα σε δυο ονόματα που και τότε πρωταγωνιστούσαν στην πνευματική ζωή αλλά και σήμερα είναι ακόμη πασίγνωστα. Κάτι ήξερα για τον καβγά αυτόν, επειδή είχα διαβάσει ένα παραφιλολογικό σχόλιο του περιοδικού «Φιλολογική Κυριακή» (που έβγαζε ο Μυριβήλης το 1943), αλλά δεν είχα διαβάσει τα πρωτότυπα κείμενα του διαξιφισμού. Τα διάβασα και μου φάνηκε ότι έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον -τόσο ώστε να γεμίσει ένα καλοκαιρινό κυριακάτικο άρθρο. Αν μη τι άλλο, πολλές φορές βλέπουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γνωστούς συγγραφείς να βρίζουν και να βρίζονται και κουνάμε το κεφάλι -όποιος όμως αναδιφήσει παλιά έντυπα βλέπει πως οι φιλολογικοί καβγάδες, ακόμα και με βαριές εκφράσεις, συνηθίζονταν ανέκαθεν. Και μάλιστα, σε σύγκριση με τους παλιούς καβγάδες, που γίνονταν γραπτώς -άρα υπήρχε το περιθώριο να το ξανασκεφτεί κανείς, καθώς και ο έλεγχος από μεριάς εκδότη- οι σημερινοί φιλολογικοί καβγάδες, που διευκολύνονται από την αχαλίνωτην αμεσότητα του Διαδικτύου έχουν αρκετά ελαφρυντικά.

Τα κείμενα τα παραθέτω όπως δημοσιεύτηκαν, με κάποιον ενδιάμεσο σχολιασμό δικό μου. Τηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά με μονοτονικό. Ευχαριστώ πολύ τη φίλη Ν. που πληκτρολόγησε τις τέσσερις επιστολές και τον φίλο που έκανε την πέμπτη.

Ο καβγάς άρχισε όταν, στις 23 Ιουλίου 1943, στο καθημερινό του χρονογράφημα στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», αναφερόμενος σε πολλά και ποικίλα θέματα («Σκίτσα της εποχής» είναι ο τίτλος) αναφέρεται και σε ένα βιβλίο που είχε μόλις κυκλοφορήσει με τίτλο «Τον καιρό της μαύρης» και με συγγραφέα τον δημοσιογράφο Ε. Θωμόπουλο, και συνεχίζει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Αθανασιακά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2013

Η λέξη «αθανασιακά» δεν υπάρχει, βέβαια, και μέχρι σήμερα δεν γκουγκλιζόταν, αλλά αν θέλουμε να φτάσουμε γρήγορα στα 5 εκατομμύρια λέξεις της ελληνικής γλώσσας, ώστε να μη βγει ψεύτης ο ακαδημαϊκός που αναφέρει αυτό το τερατώδες νούμερο σε επίσημη ομιλία του, πρέπει ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του και να αρχίσει να δημιουργεί νέες λέξεις. Και αφού τα μεζεδάκια αυτά, που δημοσιεύονται βέβαια σήμερα Σάββατο, γράφτηκαν χτες, γιορτή του αγίου Αθανασίου, είπα να τα βαφτίσω ‘αθανασιακά’. Βέβαια, σήμερα είναι, βλέπω το ημερολόγιο, η γιορτή οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, οπότε θα μπορούσα να τα πω «μακάρια μεζεδάκια», αλλά αφενός αυτή η λέξη υπάρχει και αφετέρου δεν έχω κανέναν φίλο Μακάριο (ούτε καν πτωχό τω πνεύματι).

Θα μπορούσα επίσης να τα αποκαλέσω «λιστικά μεζεδάκια» ή «κάλπικα» ή «στικάκεια», μια και η προηγούμενη βδομάδα πέρασε στον αστερισμό της λίστας Λαγκάρντ, του στικακιού και του καβγά για το σε πόσες κάλπες θα γίνει η ψηφοφορία στη Βουλή, αλλά παραδόξως (ή όχι και τόσο παραδόξως) όσο άκουσα τη συζήτηση στη Βουλή δεν έπιασα πολλά αξιοσχολίαστα γλωσσικά, ή μάλλον τα στραβοπατήματα δεν ήταν γλωσσικά. (Βέβαια, δεν παρακολούθησα παρά ένα μικρό μέρος της συνεδρίασης, αν θέλετε συμπληρώστε).

Σημείωσα βέβαια ένα «αναδύουν μια νοσηρή αντίληψη για το πώς ασκείται η εξουσία» που είπε ο κ. Βενιζέλος (το σωστό είναι «αναδίδουν», που και πάλι είναι λιγάκι τραβηγμένο για αντίληψη! -ρήμα «αναδύω», ενεργητικό, δεν υπάρχει, μόνο αναδύομαι). Επίσης, με στενοχώρησε που ο Αλ. Τσίπρας πλήρωσε φόρο στη γενικομανία και είπε «μετέρχεται κάθε μέσων», το ρήμα ‘μετέρχομαι’ κανονικά με αιτιατική συντάσσεται. [Αν και μπορεί να είπε «μετέρχεται κάθε μέσον»]. Δεν θεωρώ λάθος, αλλά τύπο μειωμένου κύρους, και το δέχομαι στον προφορικό λόγο, το «πιο σοβαρότερα» που είπε ο Μανόλης Γλέζος (ο οποίος χρησιμοποιεί ακομπλεξάριστα τον λαϊκό αυτό τύπο, τον έχω ακούσει να δίνει -καλή- διάλεξη περί γλωσσολογίας και να πει δέκα φορές «πιο + υπερθετικό»). Ούτε θεωρώ λάθος, και μάλιστα πρέπει να πω πως μου άρεσε, το «κατ’ ομολογία» που είπε ο Μ. Βαρβιτσιώτης, διότι βέβαια η δασεία έχει πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πούμε και «*παντομολογούμενος»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός;

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2012

Τον Δεκέμβριο του 1940, ενώ στα βουνά της Αλβανίας συνεχίζονταν οι μάχες, που είχαν πια πάρει νικηφόρα τροπή για τον ελληνικό στρατό, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας Παξινός (αργότερα τον εκτέλεσαν οι Άγγλοι για άνθρωπο των Γερμανών) κάλεσε στην Ασφάλεια αρκετούς αρθρογράφους εφημερίδων και περιοδικών, τους περισσότερους αριστερούς, για να τους επιπλήξει επειδή στα άρθρα τους καλούσαν τον ελληνικό λαό να πολεμήσει το φασισμό -και όχι απλώς και γενικώς τους Ιταλούς. Το περιστατικό το έχει αφηγηθεί ο Κώστας Βάρναλης (που ήταν ένας από τους διανοούμενους που άθελά τους πήραν μέρος) σε χρονογράφημά του που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ρίζο της Δευτέρας και που μπορείτε να το διαβάσετε στο ιστολόγιο του φίλου Αλλού φαν Μαρξ. Εγώ θα σας παρουσιάσω μιαν άλλη εξιστόρηση του ίδιου περιστατικού, από έναν άλλο παθόντα, τον Ασημάκη Πανσέληνο. Τα αποσπάσματα τα έχω πάρει από το απολαυστικό αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Τότε που ζούσαμε…», που έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό (δυστυχώς είναι εξαντλημένο· αν το θέλετε, γράψτε στον Κέδρο και ζητήστε να το επανεκδώσει). Ο Πανσέληνος γράφει ότι και ο Σεφέρης έχει γράψει κάτι για το επεισόδιο στις Μέρες του 41, αλλά δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο να το ελέγξω (δείτε όμως στο τέλος του άρθρου).

Παραθέτω λοιπόν αποσπάσματα από τον Πανσέληνο (διατηρώ ορθογραφία πλην πολυτονικού):

Ο χειμώνας εκείνος ήτανε άπονος και ψυχρός. Το χιονόνερο δε σταματούσε. Ήταν οι νύχτες μεγάλες κι όταν φυσούσε ο βοριάς είχες την αίσθηση πως μες στους έρημους δρόμους παραπατούσε το πεπρωμένο. Συλλογιζόμουν να πάω εθελοντής αλλά δίσταζα. Απ’ το δίλημμα μ’ έβγαλε η είδηση, πως το Γιώργο το Θεοτοκά, που είχε κιόλας καταταχτεί, τον φώναξαν μια μέρα, τον διάταξαν να ξεντυθεί και τον στείλανε σπίτι του!

Είχε περάσει κανένας μήνας και είμαστε πια στο καταχείμωνο του ’40. Ήταν μια Πέμπτη, 19 του Δεκέμβρη, νομίζω. Η μέρα πέρασε ανιαρή, κουρασμένη. Το κρύο τρυπούσε τα κόκκαλα. (…) Πέρασε ώρα κι ετοιμαζόμαστε να πλαγιάσουμε όταν χτύπησε η πόρτα μας με διάκριση. Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα; Όξω χιόνιζε ολοένα. Σηκώθηκα κι άνοιξα με δυσφορία.

Έχω πάντα μια διαίσθηση σε κάτι τέτοια. Ο άνθρωπος που μπήκε, στιγμή δεν αμφέβαλα για το επάγγελμά του. Μόνο που ήταν απόψε λίγο πιο ευγενής απ’ όσο σηκώνει η δουλειά του. Έκανε μια σύντομη, τυπική έρευνα στο γραφείο.

– Σας ζητούν στην Ασφάλεια, είπε.
(…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41 | Με ετικέτα: , , , , , , | 143 Σχόλια »

Δεν υπάρχει έλεος!

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2012

Ο τίτλος δεν είναι υπαινιγμός για τη στάση της τρόικας. Παρουσιάζω ξαναδουλεμένο και επαυξημένο ένα άρθρο από τον παλιό μου ιστότοπο, που έχει συμπεριληφθεί και στο (εξαντλημένο πια) βιβλίο μου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων«

Για πολλούς δημοσιογράφους, αρθρογράφους και λοιπούς επαγγελματίες γραφιάδες που ψωνίζουν από τα ράφια του νεοκαθαρευουσιάνικου ευπρεπισμού, οι αρχαιότροπες εκφράσεις έχουν ακαταμάχητη γοητεία. Μια από τις λεξούλες που τις χρησιμοποιούν πολλοί για να ομορφύνουν τα άνοστα γραφτά τους, όπως ο κασιδιάρης της παροιμίας που βάζει μαργαριτάρι στη σκούφια του, είναι και το ελέω.

Οι παλιοί βασιλιάδες, ο Όθων ας πούμε, κυβερνούσαν «ελέω Θεού», δηλαδή έτσι έλεγαν για να πιστεύει το πόπολο ότι η εξουσία τους είναι δοσμένη από τον Θεό (παρεμπιπτόντως, αυτό ακριβώς το επιχείρημα επικαλούνται μερικοί πούροι βασιλόφρονες στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες για να υποστηρίξουν ότι ο εστεμμένος δεν έχει δικαίωμα να παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου του: αφού ο Θεός σε ανέβασε στο θρόνο, ο Θεός θα σε κατεβάσει). Το «ελέω Θεού» είναι μεταφραστικό δάνειο από το λατινικό Dei gratia.

Αυτό το απομεινάρι, το ελέω, επιβίωσε ως απολίθωμα και σε άλλα συμφραζόμενα, συνήθως σε φράσεις περιπαιχτικές ή εύθυμες, όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος απέκτησε κάτι (π.χ. ένα αξίωμα) χωρίς να το αξίζει. Το ΛΚΝ δίνει ένα παράδειγμα που το έχω ακούσει κι εγώ: έγινε προϊστάμενος ελέω θείου, που κάνει και ωραίο λογοπαίγνιο. Για να δώσω άλλο ένα παράδειγμα, στον Γιούγκερμαν του Καραγάτση διαβάζουμε ότι ο Ιορδάνογλου, ο αντίπαλος του (φτασμένου πια) Γιούγκερμαν για τη θέση του διοικητή της τράπεζας, έγινε γερουσιαστής «ελέω συνδυασμού ενός μεγάλου κόμματος, τα συμφέροντα του οποίου πάντα υποστήριξε πειθαρχικά». Η λεξούλα ήταν σχετικά συχνή στις αθλητικές σελίδες των εφημερίδων, όπου διαβάζαμε, λογουχάρη, ότι η τάδε ομάδα (μην πω ονόματα και παρεξηγηθώ, γιατί τώρα κερδίζει πότε-πότε και με το σπαθί της) «κέρδισε ελέω διαιτητή» ή κάτι ανάλογο. Και εκεί βεβαίως ήταν γουστόζικη η χρήση με την ελαφριά ειρωνεία και τη γκροτέσκα εικόνα που δημιουργούσε η σύγκριση του διαιτητή με τον Θεό· το γούστο όμως χάθηκε όταν άρχισαν να χρησιμοποιούν πολλοί το «ελέω» αδιακρίτως, χωρίς καμιά προσοχή στο ύφος, ακόμα και για δυσμενείς εξελίξεις, σαν απλό συνώνυμο του εξ αιτίας ή του λόγω. Έχω ξαναγράψει και έχω ξαναπαραθέσει τραγελαφικά παραδείγματα (όπως για τον Σάββα Ξηρό, ότι Ο αγιογράφος είναι το τραγικό πρόσωπο της δίκης, ελέω της βόμβας που τον ακρωτηρίασε, Ελευθεροτυπία 28.7.2003)), αλλά αφού εκείνοι δεν κουράζονται να το μοστράρουν ίσως δεν είναι περιττό να το καυτηριάζω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευπρεπισμός, Κοτσανολόγιο, Νεοκαθαρεύουσα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Τα δισεκατομμύρια του Γιούγκερμαν και οι δήθεν λογοτέχνες: δυο κατοχικές επιστολές του Μ. Καραγάτση

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2011

Την Κυριακή προσπαθώ να παρουσιάζω θέμα λογοτεχνικό, αν δεν τύχει κάτι άλλο. Και το σημερινό θέμα λογοτεχνικό είναι, ή ίσως μικροφιλολογικό. Αφορά τον Μ. Καραγάτση, έναν από τους δημοφιλέστερους πεζογράφους μας, που ακόμα και σήμερα, 50 χρόνια και βάλε από τον θάνατό του, εξακολουθεί να διαβάζεται. Θα παρουσιάσω σήμερα δυο επιστολές του, που γράφτηκαν και οι δυο στη διάρκεια της κατοχής και που έχουν το κοινό στοιχείο ότι περιστρέφονται γύρω από τα χρήματα.

Λίγοι Έλληνες συγγραφείς κατάφεραν να ζουν από την πένα τους. Ο Καραγάτσης θα πρέπει να ήταν ένας από αυτούς, αλλά έτσι κι αλλιώς γνώρισε επιτυχία στις βιοποριστικές επαγγελματικές του δραστηριότητες, οπότε ήταν ευκατάστατος. Στα δυο γράμματα που θα δούμε σήμερα, κάνει ο ίδιος λόγο για την οικονομική του κατάσταση, στο πρώτο για να διαψεύσει ότι είναι ένας από τους πλουσιότερους Έλληνες και στο δεύτερο για να αρνηθεί ότι του έχει χορηγηθεί οικονομική ενίσχυση από το κράτος. Όποιος έχει ασχοληθεί με τον Καραγάτση, ξέρει ότι στις δημόσιες αντιπαραθέσεις του μέσω του Τύπου ήταν είρωνας και ελαφρώς εριστικός, κι αυτές εδώ οι επιστολές δεν αποτελούν εξαίρεση.

Η πρώτη επιστολή στάλθηκε στη Νέα Εστία στις αρχές του 1942 (δεν έχω κρατήσει ακριβή ημερομηνία, πάντως πρώτο εξάμηνο). Να σημειωθεί ότι ο Καραγάτσης είχε δημοσιεύσει τον Γιούγκερμαν σε (πολλές) συνέχειες στο ίδιο περιοδικό το 1938, και στη συνέχεια τις δυο νουβέλες «Το βουνό των λύκων» και «Ο γυρισμός του Γιούγκερμαν», που συναποτέλεσαν τον τόμο «Τα στερνά του Γιούγκερμαν» που σήμερα αποτελεί τον δεύτερο τόμο του έργου. Για τον Γιούγκερμαν ακριβώς γίνεται λόγος στην επιστολή -και για τα… μυθώδη κέρδη που απέφερε στον συγγραφέα του. Ο Καραγάτσης απευθύνεται στον Πέτρο Χάρη, τον διευθυντή του περιοδικού. Κρατάω την ορθογραφία του πρωτοτύπου αλλά μονοτονίζω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές σε έντυπα, Λογοτεχνία, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Δυο χοχλοί και τρία σάζεν

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2011

Προειδοποίηση: Ακολουθεί σεντόναρος και μάλιστα αφιερωμένος σε μεταφραστικά θέματα. 

Στο πλοίο για την Κέρκυρα διάβαζα τη «Στέπα», ένα ωραίο εκτενές διήγημα του Τσέχοφ (και νουβέλα μπορεί να το πείτε) από μιαν έκδοση που μοίραζε πέρσι το Βήμα, με τον όχι πολύ πρωτότυπο τίτλο Διηγήματα, που περιλαμβάνει συνολικά πέντε μεγάλα διηγήματα, διαλεγμένα από δύο παλιότερες συλλογές διηγημάτων του Τσέχοφ, που είχαν κυκλοφορήσει παλιότερα σε «κανονικά» βιβλία από τις εκδόσεις Ροές. (Λέγοντας «κανονικά» εννοώ τα βιβλία που πουλιούνται μέσω βιβλιοπωλείου). Δεν ξέρω ποια είναι τα διηγήματα που έμειναν απέξω στο διάλεγμα, αλλά τα πέντε που διαλέχτηκαν είναι εξαιρετικά, ένα κι ένα, ανάμεσα στ’ άλλα «Ο μαύρος καλόγερος» και «Η κυρία με το σκυλάκι». Οπότε, η συλλογή είναι εξαιρετικά συμφερτική και από τιμή και από ποιότητα, κι αν όλοι αγοράζουν μόνο τέτοια βιβλία (εφημεριδάδικες επανεκδόσεις, είτε τζάμπα είτε σε χαμηλή τιμή) γεννιέται το ερώτημα τι θα γίνουν οι κανονικοί εκδότες και πού θα βρίσκουν μετά υλικό για να εκδίδουν κοψοχρονιά τα δικά τους συμφερτικά βιβλία οι εφημεριδάδες. Αλλά πλατειάζω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνοφαυλισμοί, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 39 Σχόλια »