Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νέα Εστία’

Βάο, γάο, δάο: ένα υπερσουρεαλιστικό σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2017

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, και είναι τώρα, άμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΣΟΝΕΤΟ ΥΠΕΡΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επετειακά, Ευτράπελα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ» -δυο επιστολές για ένα ποίημα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2016

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες το 40ό τεύχος (Φθινόπωρο 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι ταχτικά εδώ και μερικά χρόνια. Το περιοδικό ασχολείται, όπως λέει ο τίτλος του, με ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λεπτομέρειες ή υποσημειώσεις: αθησαύριστα έργα, συμπληρώσεις της βιβλιογραφίας, επιστολές λογοτεχνών. Τα Μικροφιλολογικά βγάζουν δύο τεύχη το χρόνο κι έτσι με το 40ό τεύχος κλείνουν 20 χρόνια ζωής. Μαζί με το κυρίως τεύχος συνήθως κυκλοφορούν και ένα ή δύο τετράδια με έκτακτη ύλη, που έχουν εκτενέστερες δημοσιεύσεις αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με το 40ό τεύχος των ΜΦ κυκλοφορούν και δύο «Μικροφιλολογικά τετράδια», το ένα με επιστολές Αναγνωστάκη-Σινόπουλου και το άλλο με συμπληρώματα της καβαφικής βιβλιογραφίας  από τον φίλο Λευτέρη Παπαλεοντίου.

Το νέο τεύχος έχει πολύ ενδιαφέρουσα ύλη αλλά επειδή δεν το έχω πάρει ακόμα στα χέρια μου θα περιοριστώ προς το παρόν να παρουσιάσω εδώ το δικό μου άρθρο, που έχει για αντικείμενο δυο επιστολές του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, οι οποίες φωτίζουν ένα μικροφιλολογικό ζήτημα. Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά αλλά προσθέτω κάποιους συνδέσμους και τις φωτογραφίες των χειρογράφων.

Δυο επιστολές του Ν. Λαπαθιώτη στον Γ. Μυλωνογιάννη και ένα απλό παιδί

Στο τμήμα του αρχείου Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ υπάρχουν και αρκετές επιστολές προς τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Μυλωνογιάννη (για τον οποίο, βλ. παλιότερο άρθρο μας), με τον οποίο ο Λαπαθιώτης συνδεόταν φιλικά και συνεργαζόταν στα φιλολογικά, ιδίως στη δεκαετία του 1930.

Θα παρουσιάσω σήμερα δύο από τις επιστολές αυτές, η πρώτη από τις οποίες θέτει ένα μικροφιλολογικό πρόβλημα, στο οποίο η δεύτερη δίνει την απάντηση–που δεν έχει ως τώρα προσεχτεί.

Η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935 και είναι γραμμένη όχι στο συνηθισμένο επιστολόχαρτο που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Λαπαθιώτης αλλά σε κόλλα διαγωνισμού Α4 με ρίγες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Πώς γράφετε;

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2016

Προχτές έδωσα μια ομιλία στο Λουξεμβούργο με θέμα τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, κυρίως εστιάζοντας στη διαδρομή της ζωής του, με απαγγελίες είκοσι ποιημάτων του από δυο φίλες. Δεν είναι βολικό να παρουσιάσω στο ιστολόγιο την ομιλία μου, επειδή ήταν αρκετά εκτενής, και άλλωστε λέει πράγματα γνωστά σε γενικές γραμμές στους εδώ αναγνώστες, θα το κοιτάξω μήπως βάλω κάποια στιγμή το ηχητικό αρχείο ή κάποια αποσπάσματα σε βίντεο.

Ωστόσο, καθώς έφτιαχνα την ομιλία και κοίταζα διάφορα κείμενα του Λαπαθιώτη, πρόσεξα ένα κείμενο γραμμένο δεκαπέντε μέρες πριν από την αυτοκτονία του και δημοσιευμένο μετά τον θάνατό του, στο περιοδικό Ορίζοντες του φίλου του Μάριου Βαϊάνου. Ο Λαπαθιώτης απαντά στο ερώτημα «Πώς γράφετε;» που έθετε το περιοδικό σε διάφορους συγγραφείς (στο προηγούμενο τεύχος υπήρχαν οι απαντήσεις του Σικελιανού και του Ξενόπουλου).

Βρήκα ότι οι απαντήσεις του Λαπαθιώτη έχουν κάποιο ενδιαφέρον και τις παρουσιάζω σήμερα εδώ. Ο Λαπαθιώτης έστειλε στον Βαϊάνο το κείμενό του στις 23 Δεκεμβρίου 1943. Στις 8 Ιανουαρίου 1944 αυτοκτόνησε και στο τεύχος Φεβρουαρίου 1944 των Οριζόντων, που είχε εκτενές αφιέρωμα στο έργο του, με ανέκδοτα (τότε) ποιήματά του, δημοσιεύτηκε και αυτή η προγραμματισμένη από τα πριν απάντησή του στην έρευνα του περιοδικού.

Τη μεταφέρω εδώ μονοτονισμένη και έχοντας (λίγο) εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Και στο τέλος βάζω και ένα ποίημα (που απαγγέλθηκε και στην προχτεσινή εκδήλωση) από το αρχείο Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ, για να δούμε πόσο δουλεμένα ήταν μερικές φορές τα χειρόγραφα των ποιημάτων του Λαπαθιώτη.

Απαντήσεις στην έρευνά μας ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΕ;

Και πρώτα-πρώτα, μπορώ απόλυτα να βεβαιώσω, πως δεν εργάστηκα ποτέ μου δίχως κέφι. Λέγοντας «κέφι» εννοώ την ειδική κατάσταση εκείνη, που οι παλιοί ρομαντικοί αποκαλούσαν «έμπνευση», «οίστρον», «εμπνοή» και «θείαν Έξαρση»,— και που δεν εί­ναι, παρά μια συναισθηματική υπερδιέγερση (κάτι αναμεταξύ ενθουσιασμού και νοσταλγίας), εκείνο, ίσα ίσα, που ο λαός αποκαλεί, ίσως επιτυχέστερα, «μεράκι». Χωρίς αυτό δεν έπιασα την πένα, μέχρι σήμερα, —ούτε καν γι’ απλήν αντιγραφή, ούτε και στις δύσκολες σημερινές συνθήκες. Ποτέ δεν έγραψα,— δεν το μπορούσα δηλαδή, ακόμα και να το ’θελα, και πολλές φορές το θέλησα πολύ —ούτε «κατά παραγγελίαν», ούτε «υπό την πίεσιν ανάγκης»… Πρόχειρα, «στο γό­νατο», δεν έγραψα ποτέ μου.

Πρωί, απόγεμα ή βράδυ, μου ήταν αδιάφορο. Αυτό το κέφι, δε λογάριαζε την ώρα. Άλλες φορές, για να το προκαλέσω τεχνητά, προσέφευγα στη μουσική, παίζοντας πιάνο. Και κάποτε αργότερα, και στα ναρκωτικά. Αλλ’ αυτό,— μιλώ για «τότε», πάντα— κατά πολύ μεγάλα διαστήματα. Εργάζομαι αργά, προσεχτικά, ζυγίζοντας τες λέξεις, και δεν προχωρώ, ποτέ, στην παρακάτω φράση, αν, αυτή που έγρα­ψα, δε με ικανοποιεί, με κάποιον τρό­πο. Πολλές φορές, ωστόσο, αφήνω κε­νούς χώρους, για να τους συμπληρώ­σω υστερότερα, όταν θα βρω την πιο καλή μου διατύπωση. Κι όταν την πετύχω μια φορά, έτσι καθώς τη θέ­λω, χαίρομαι σαν το Σκοπευτή, που πετυχαίνει στη σκοποβολή του. Άλ­λοτε, όταν ήμουνα παιδάκι, έκανα τρέλες, σφύριζα, πηδούσα, τραγου­δούσα. Δυστυχώς τώρα, δεν μπορώ να τα κάνω… δεν προσχεδιάζω ποτέ τίποτε: Ό,τι φέρ’ ή ώρα κι η στιγμή. Πολλές Φορές, για μια φράση, που μου άρεσε, είτε για ένα στίχο, —της αρχής, της μέσης ή του τέλους— έ­γραψα ολόκληρο διήγημα, ή ποίημα. Τώρα τελευταία, συνήθιζα πολύ να γράφω όρθιος: έχω φκιάσει ένα όρ­θιο γραφείο, σαν τ’ αναλόγια τα εκκλησιαστικά, ειδικά γι’ αυτή την εργασία. Και τούτο, γιατί βηματίζω πολύ, γράφοντας, και με κουράζει το να σηκωνοκάθομαι, στο συνηθισμένο μου γραφείο.

Ό,τι γράφω, μ’ ενθουσιάζει, μια στιγμή, —αλλά σέ λίγο, γρήγορα (και κάπως πολύ γρήγορα, αλίμονο!) μου φαίνεται ασήμαντο, μηδαμινό, γελοίο… Κι η εντύπωση αυτή μού μένει για καιρό. Πέρασαν χρόνια, κά­ποτε, για να μπορέσω να το δω με μάτια αμερόληπτα, — κι ίσως ποτέ, αυτό το τελευταίο, να μην το κατόρθωσα απόλυτα! Είν’ ένα δυστύχημα για μένα, το να μην εκτιμώ τα όσα γράφω… Αλλά και δε σκίζω ποτέ τί­ποτε : τ’ αφήνω,— και γιατί τ’ αφήνω, τάχα;…

Έχω φυλάξει, έτσι, ένα πλήθος παιδικά χειρόγραφά μου, μόνο και μόνον επειδή λυπήθηκα, από τότε, να τα καταστρέψω… και για τον ίδιο λόγο, κι εξακολουθώ να τα κρατώ. Τίποτε δεν εκτιμώ, — κι ωστόσο, τ’ αγαπώ…

Άλλη μου συνήθεια, για χρόνια, ήταν να σημειώνω σε χαρτάκια, τις νύχτες, που γυρνούσα, —ήμουν, καθώς είναι γνωστό, ο θρυλικός ξενύ­χτης!— ό,τι μου κατέβαινε, —στίχους, σκέψεις, φράσεις— στα συνοικιακά καφενεδάκια, και στα εστιατόρια, όπου μ’ οδηγούσαν κάθε βράδι, τ’ ά­σκοπα, τα πλάνα βήματά μου… Κι απ’ αυτά, ελάχιστα χρησίμεψαν κα­τόπι.

Πρωτόγραψα πολύ μικρός, σε ηλικία εφτά-οχτώ χρονών: είν’ ένα ποί­ημα, —ας το πούμε «ποίημα»!— με πατριωτικό περιεχόμενο, γραμμένο σ’ ένα λεύκωμα μεγάλο, μαζί με ζω­γραφιές, χαλκομανίες, και με διάφορα χρωματιστά μολύβια και κραγιόνια… Κι από τότε… δε σταμάτησα να γράφω! Κι ως τη στιγμήν αυτή, που χαράζω τις γραμμές μου τούτες, εξα­κολουθώ πιστά να γράφω…

Όσοι διαβάζουν, ας με συγχωρή­σουν! Εγώ, ωστόσο, όπως συμβαίνει στις μεγάλες τις αγάπες, που δε μας είναι δυνατόν να ζήσουμε, μήτε μ’ αυτές, μήτε χωρίς αυτές, — δεν το συγχώρησα, ποτέ, στον εαυτό μου! Κι ας ήταν απ’ τις λίγες μου χαρές, μέσ’ στη ζωή…

(23.12.43) ΝΑΠΟΛ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

deprofundis

Δυστυχώς η φωτογραφία κόβει το κάτω κάτω μέρος της σελίδας.

Αν ενδιαφέρεστε να δείτε το τελικό έντυπο αποτέλεσμα, το ποίημα δημοσιεύτηκε στις 15 Μαΐου 1930 στη Νέα Εστία, και αργότερα στην επιλογή του 1939, με αλλαγμένον ή μάλλον μεταφρασμένο τον τίτλο (Εκ βαθέων αντί για De profundis) ως εξής:

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς
-χωρίς να ’χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!

Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου και μένα,
-και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μού το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η μοίρα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
-λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

 

Posted in Λαπαθιώτης, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , | 89 Σχόλια »

Λαπαθιώτης – Καραγάτσης, η δεύτερη «συνάντηση» (επανάληψη με υστερόγραφο)

Posted by sarant στο 23 Νοέμβριος, 2014

Το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, αφού βρίσκομαι μακριά από τη βάση μου, κι έχει γραφτεί από προχτές. Κι επειδή δεν προλάβαινα να γράψω κάτι εκτενές και φιλολογικό, αποφάσισα να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης. Διάλεξα ένα άρθρο φιλολογικό, που αρχικά το είχα δημοσιεύσει πριν από τέσσερα χρόνια, τον Αύγουστο του 2010, και επιπλέον κατακαλόκαιρο, άρα και κάποιοι που παρακολουθούσαν από τότε το ιστολόγιο μπορεί να μην το πήραν είδηση. Με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης κάνω μερικές αλλαγές. Επιπλέον, προσθέτω ένα υστερόγραφο.

Σε ένα κείμενο που έχω στον ιστότοπό μου, και που δεν το έχω μεταφέρει στο ιστολόγιο συν τοις άλλοις επειδή είναι πολύ μεγάλο, παραθέτω και συμπληρώνω ένα άρθρο της Άντειας Φραντζή για μια «ιδιότυπη συνάντηση» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον Μ. Καραγάτση το 1939-1940. Το κείμενο αυτό μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο, εγώ εδώ θα δώσω μια πολύ σύντομη περίληψη της υπόθεσης. Λοιπόν, το 1939, δημοσιεύεται στα «Νεοελληνικά γράμματα» ένα διήγημα του Καραγάτση. Λίγο αργότερα, ο λόγιος Κ. Φριλίγγος, εβραϊστής, επισημαίνει (ίσως κάπως αιχμηρά) μια ανακρίβεια στο διήγημα. Ο Καραγάτσης, όπως συνήθιζε, απαντάει μάλλον αγενώς, οπότε ακολουθεί ανταπάντηση του Φριλίγγου. Στον καβγά παρεμβαίνουν, υπέρ Φριλίγγου, ο νεαρός φοιτητής Στ. Γιαννακόπουλος, πολύ γνωστότερος αργότερα ως Πέτρος Ανταίος, και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ο Καραγάτσης ρίχνει τους τόνους και δηλώνει τη μεγάλη επιθυμία του να λύσει την παρεξήγηση με τον Λαπαθιώτη. Η συνέχεια ακολουθεί σε ιδιωτική αλληλογραφία.

Στο αρχείο Καραγάτση υπάρχουν δύο επιστολές του Λαπαθιώτη, από το 1940, πολύ ενδιαφέρουσες, από τις οποίες μαθαίνουμε ότι σχεδίαζαν να συναντηθούν αλλά μάλλον δεν συναντήθηκαν. Πάντως, λέει στο άρθρο η Άντεια Φραντζή, στα τέλη του 1943, δυόμισι μήνες πριν αυτοκτονήσει, ο Λαπαθιώτης θα αφήσει σαφέστατους υπαινιγμούς για την τάση «ενός νέου λογογράφου» να ανοίγει καβγάδες για αυτοδιαφήμιση. Ωστόσο, παραλείπει η Ά.Φ. μιαν άλλη «συνάντηση» Λαπαθιώτη-Καραγάτση, με πολύ σαφέστερους υπαινιγμούς, λίγους μήνες νωρίτερα, την άνοιξη του 1943. Αυτήν σκοπεύω να σας παρουσιάσω στο σημείωμα αυτό, που βγήκε μεγάλο, αλλά ίσως αποτελέσει ενδιαφέρον ανάγνωσμα.

Βρισκόμαστε στο 1943, λοιπόν. Ο Καραγάτσης είναι 35 χρονών και ήδη έχει καθιερωθεί στο φιλολογικό στερέωμα. Ο Λαπαθιώτης είναι είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, 55, κατεστραμμένος από την ηρωίνη και την ανέχεια, και μόλις έχει ματαιώσει -γιατί ακριβώς δεν μάθαμε ποτέ- την έκδοση μιας δεύτερης εκλογής των ποιημάτων του. Σε κάποιο τεύχος της Νέας Εστίας λοιπόν, ο διευθυντής της Πέτρος Χάρης, στο χρονογράφημά του, γράφει για τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα και, αν και δικαιολογεί τον Σύψωμο που έγινε Πορφύρας, απορεί πως ο εύηχος Ροδόπουλος προτίμησε να γίνει Καραγάτσης. Σε επόμενο τεύχος (συγκεκριμένα, στο τ. 379 της 15ης Μαρτίου 1943), ο Καραγάτσης πολύ πρόθυμα αναλαμβάνει να εξηγήσει πώς και γιατί πήρε ψευδώνυμο. Και ταυτόχρονα εξαπολύει, εντελώς απρόκλητα και περιττά, μια φαρμακερή επίθεση στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, διότι βέβαια όλοι οι παροικούντες τη λογοτεχνική Ιερουσαλήμ κατάλαβαν με το πρώτο ποιος ήταν ο «αιρετικός» γιος του Παυσανία. Ιδού η επιστολή Καραγάτση [εκσυγχρονίζω την ορθογραφία, όπως και στην επόμενη επιστολή]:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 57 Σχόλια »

Ποιητές κάνουν δώρα

Posted by sarant στο 31 Αύγουστος, 2014

Κλείσανε προχτές 58 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στις 29 Αυγούστου 1956, από ανακοπή καρδιάς, στα 47 του χρόνια. Βασανισμένος από γεννησιμιού του από τη φτώχεια, τις στερήσεις και την κακή υγεία, χωρίς καμιά δυνατότητα να χωθεί σε κάποια μισθωτή θέση, εξαιτίας της ισιάδας του και της πολιτικής του τοποθέτησης, ο Κοτζιούλας το στερνό εκείνο καλοκαίρι της ζωής του δούλευε σαν είλωτας σε μιαν αυθαίρετη παράγκα που’χε φτιάξει στην Πεντέλη -τον βόλευε εκεί γιατί το σπίτι του στη Δάφνη ήταν μονοκάμαρο και με το μικρό παιδί και το νοικοκυριό δεν ήταν μπορετό να συγκεντρώνεται.

Μεταφράζοντας πέθανε ο Κοτζιούλας, σελίδες ατέλειωτες, μυθιστορήματα ποτάμια, Αθλίους κι άλλα, για εκδότες κακοπληρωτές με βαριά σακούλα. Κάποτε πρέπει κι εμείς οι μεταφραστές να τον τιμήσουμε αυτόν τον ήρωα της μεταφραστικής εργασίας, που ήταν κι απ’ τους πιο μεγάλους μάστορες του καιρού του.

Για την επέτειο της θανής του, διάλεξα να παρουσιάσω ένα χειρόγραφό του, ένα ποίημα χαρισμένο στον φίλο του, τον επίσης ποιητή Γεράσιμο Γρηγόρη, που του αντιχάρισε κι αυτός ένα δικό του ποίημα -μα που δεν πρόλαβε να το εκδώσει σε βιβλίο παρά μετά τον θάνατο του Κοτζιούλα. Ο Γρηγόρης (1907-1985), γεννημένος στη Λευκάδα, ήταν φοιτητής στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όπου γνώρισε τον Κοτζιούλα και δέθηκε μαζί του με στενή φιλία, μαζί και με τον Σταύρο Τσακίρη και άλλους νεαρούς με έφεση για την ποίηση.

Το βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνεται σε φωτογραφία το χειρόγραφο του Κοτζιούλα είναι το «Επιστροφή στην ποίηση», μια αναδρομική επιλογή της ποίησης του Γρηγόρη, που εκδόθηκε το 1980 από τις εκδόσεις Κονιδάρη. Ο φίλος μας ο Λεώνικος είχε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη του, κι όπως είναι καλός φίλος και ξέρει τις πετριές μου με ρώτησε αν το ξέρω. Του απάντησα πως όχι, του ζήτησα να μου σκανάρει τις σχετικές σελίδες, αλλά επειδή δεν σκαμπάζει από τα τέτοια κι είναι άνθρωπος γενναιόδωρος προτίμησε να μου χαρίσει το βιβλίο. Επίσης έγραψε το σημείωμα που θα διαβάσετε παρακάτω. Και για να αβγατίσει το δώρο, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Γρηγόρη βρήκα κι άλλο ένα θέμα που ενδιαφέρει το ιστολόγιο, που το βάζω σε υστερόγραφο, ύστερα από το σημείωμα του Λεώνικου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση, Συνεργασίες, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014)

Posted by sarant στο 24 Αύγουστος, 2014

Αθάνατος θα μείνει σίγουρα, αλλά τελικά δεν ήταν απέθαντος, όπως είχαμε πιστέψει. Ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς έφυγε από τη ζωή προχτές το βράδυ, αφού πρόλαβε να δει τα δοκίμια του 19ου τόμου του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, του έργου που ο ίδιος είχε ξεκινήσει και που μπορεί να θεωρηθεί το έργο ζωής του. Ο άγιος Κριαράς, συνήθιζα να τον αποκαλώ, επειδή πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μονοτονικού και βοήθησε να απαλλαγούν οι νεότερες γενιές από τον βραχνά των μακρών και των βραχέων σε μια γλώσσα που δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Όπως μου είχε πει ένας κοινός γνωστός, όταν είχε δει τον χαρακτηρισμό αυτό (στο βιβλίο μου Γλώσσα μετ’ εμποδίων) είχε σχολιάσει «Ακόμα δεν πέθανα και βιάζονται να με κάνουν άγιο», ή κάτι τέτοιο.

Οπότε, το σημερινό άρθρο θα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Εμμανουήλ Κριαρά κι ελπίζω να τιμήσουμε τη μνήμη του περισσότερο απ’ ό,τι ο ημιμαθής πρωθυπουργός μας, που αποκάλεσε τον μεγάλο νεκρό «καθηγητή της φιλοσοφίας«, χωρίς απ’ όσο ξέρω κάποιος σύλλογος φιλολόγων να διαμαρτυρηθεί για την απρέπεια.

Διάλεξα να δημοσιεύσω εδώ αποσπάσματα από δυο νεανικά κείμενα του Κριαρά, που τα έγραψε πριν από 82 χρόνια, δηλαδή το 1932, τότε που υπέγραφε «Μανόλης Κριαράς». Πρόκειται για έναν διαξιφισμό που είχε, μέσα από τις στήλες της Νέας Εστίας, με τον αγαπημένο μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης υποστήριζε ασαφώς τη «μουσικότητα στη γλώσσα» ενώ ο Κριαράς επέμενε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό του ατομικού ύφους και όχι της γλώσσας. Επίσης, ενδιαφέρουσες σκέψεις ανταλλάσσουν σχετικά με το ρόλο που διαδραματίζουν λογοτέχνες και γλωσσολόγοι στη διαμόρφωση της γλώσσας.

Πρώτη επιστολή, Κριαράς στη Νέα Εστία, τχ. 137 (1.9.1932, σελ. 939)

¨Μουσική», «ευφωνία», κ.ά.

Τον κ. Λαπαθιώτη τον εχτιμώ ως διαλεχτό ποιητή και διανοούμενο. Αυτό βέβαια δε μ’ εμποδίζει ν’ ανασκευάσω μερικά σημεία απ’ όσα έγραψε στο προηγούμενο τεύχος (αρ. 135, σελ. 827κ.ε.) της «Νέας Εστίας», απαντώντας σ’ ένα σημείο της κριτικής του κ. Ν.Α.[νδριώτη] για το βιβλίο του κ. Γιαννίδη «Γλωσσικά Πάρεργα», που ατομικά τον αφορούσε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Δημοτικισμός, Εις μνήμην, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 130 Σχόλια »

Η αιχμή του δόρατος του Νίκου Λάζαρη

Posted by sarant στο 1 Ιουνίου, 2014

lazarisEXOFΚυριακή σήμερα, μέρα που συνηθίζω να βάζω φιλολογικά κείμενα, όμως και πρώτη μέρα του μηνός, μέρα που συνήθως βάζουμε το Μηνολόγιο, οπότε είχα δίλημμα. Το δίλημμα το έλυσα αποφασίζοντας τελικά να αναβάλω το Μηνολόγιο για αύριο, επειδή σήμερα θέλω να παρουσιάσω ένα κριτικό κείμενο παρμένο από ένα βιβλίο που θα παρουσιαστεί την Τετάρτη που μας έρχεται, οπότε ήταν πολύ προτιμότερο να το δημοσιεύσω σήμερα και όχι την επόμενη Κυριακή.

Στην πραγματικότητα, τη βδομάδα που αρχίζει αύριο θα γίνουν τουλάχιστον δύο πολύ ενδιαφέρουσες παρουσιάσεις βιβλίων, στις οποίες θα πήγαινα αν ήμουν στην Αθήνα.

Η πρώτη, είναι η παρουσίαση των βιβλίων του Γιώργου Κοτζιούλα, «Πικρή ζωή» των εκδόσεων «Νηρέας», και του χειροποίητου βιβλίου «Γ. Κοτζιούλας, Ποιήματα», που βγαίνει σε 50 αντίτυπα από τις εκδόσεις «Μίμνερμος», με χαρακτικά του ζωγράφου Αλέκου Φασιανού. Η παρουσίαση θα γίνει αύριο, Δευτέρα 2 Ιουνίου, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Μεγάλου Βασιλείου 15, Ρουφ), στις 7 μ.μ. Η παρουσίαση θα γίνει από τον Θόδωρο Παπαγιάννη (γλύπτη, καθηγητή στην ΑΣΚΤ) και από τον Αναστάσιο Σακελλαρόπουλο (διευθυντή των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη). Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο ιατρός και αγιογράφος Σταμάτης Σκλήρης, παρουσία και του ζωγράφου Αλέκου Φασιανού. Για τον Κοτζιούλα έχουμε μιλήσει πολλές φορές στο ιστολόγιο και πριν από τρεις εβδομάδες είχα παρουσιάσει το ένα από τα δύο βιβλία που θα παρουσιαστούν αύριο, την «Πικρή ζωή», και μάλιστα ο γιος του ποιητή είχε προσφέρει και μερικά αντίτυπα σε φίλους του ιστολογίου.

Η δεύτερη εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη 4 Ιουνίου, στις 8μ.μ. στο Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2Α (Σύνταγμα). Θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Νίκου Λάζαρη «Η αιχμή του δόρατος – Κριτικά κείμενα 1987-2011». Θα μιλήσουν ο δοκιμιογράφος Γιώργος Παγανός, ο κριτικός Αλέξης Ζήρας, η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, αναπλ. καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος.

Για να πάρετε μια γεύση, θα παρουσιάσω παρακάτω ένα κριτικό κείμενο από το βιβλίο. Αλλά να πούμε πρώτα δυο λόγια για τη λογοτεχνική κριτική. Λέγεται συχνά ότι στις μέρες μας η λογοτεχνική κριτική έχει εκφυλιστεί σε βιβλιοπαρουσίαση ή ακόμα χειρότερα σε απλή αναπαραγωγή (με κόπι πέιστ) των δελτίων τύπου που διανέμουν οι εκδοτικοί οίκοι. Μια τέτοια γενίκευση θα ηταν άδικη, όσο κι αν στα περισσότερα έντυπα αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση. Κριτικοί με την παλιά έννοια της λέξης εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δεν φιλοξενούνται πια στις μεγάλες εφημερίδες αλλά στις μικρότερες ή σε κάποια λογοτεχνικά περιοδικά. Ταυτόχρονα έχουν εμφανιστεί πολλοί βιβλιοφιλικοί-βιβλιοκριτικοί ιστότοποι και ιστολόγια, ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο που όμως δεν το έχω παρακολουθήσει αρκετά για να το αξιολογήσω.

Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι ότι στις μέρες μας η κριτική θεωρείται αυτονόητο πως θα είναι επαινετική. Σπανίζουν οι κριτικοί που δεν θα διστάσουν να κάνουν αρνητική κριτική ή έστω να επισημάνουν αδυναμίες στο κρινόμενο έργο. Ένας από αυτούς είναι και ο Νίκος Λάζαρης, που το βιβλίο του παρουσιάζουμε σήμερα, που οι κριτικές του σπάνια είναι αμέριστα επαινετικές, συνήθως αναδεικνύουν και θετικά και αρνητικά, ενώ κάποιες φορές κοντεύουν να γίνουν κατεδαφιστικές -όπως στο κείμενο που θα αναδημοσιεύσω παρακάτω. Ο Λάζαρης είναι πιο γενναιόδωρος με τους πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές, πιο απαιτητικός με τους ώριμους και καθιερωμένους και δεν διστάζει να γράψει αρνητικά για συγγραφείς που θεωρούνται ιερά τέρατα. Αρκετές κριτικές του άλλωστε έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις. Είναι κριτικές λοιπόν αιχμηρές, έχουν όμως και το άλλο προσόν, ότι είναι καλογραμμένες, με νεύρο και ρυθμό, χωρίς τη συνηθισμένη στρυφνότητα των κριτικών κειμένων -μ΄άλλα λόγια, διαβάζονται με απόλαυση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναγγελίες, Εκδηλώσεις, Λογοτεχνική κριτική, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 70 Σχόλια »

Δυο κείμενα του Σεφέρη για τη γλώσσα (και λίγη ελληναράδικη κοπτοραπτική)

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2014

Τις προάλλες, που συζητούσαμε την ομιλία μου για τους Μύθους και τις αλήθειες για την ελληνική γλώσσα, ένας επισκέπτης του ιστολογίου με επιτίμησε (στο σχόλιο 353) με το εξής απόσπασμα από κείμενο του Σεφέρη: «…όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει». Ολοφάνερα, ο «φίλος» είχε τη γνώμη ότι η εκ μέρους μου ανασκευή των ελληναράδικων γλωσσικών μύθων συνιστά «θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας».

Το ίδιο απόσπασμα του Σεφέρη  το βρίσκουμε συχνά σε ελληνοκεντρικά-κινδυνολογικά άρθρα για τη γλώσσα, όπου πάντοτε παρατίθεται με σκοπό να ενισχυθεί η άποψη ότι η ελληνική γλώσσα απειλείται με αφελληνισμό, εξαφάνιση, και άλλα τέτοια δεινά. Για παράδειγμα, πρόπερσι που γινόταν η μεγάλη φασαρία με τη Φωνηεντιάδα, ο Μητροπολίτης Άνθιμος Αλεξανδρουπόλεως, θέλοντας να υποβάλει την ιδέα ότι η νέα γραμματική (που καταργεί δήθεν το η και το ω) έχει σκοπό να κάνει άγλωσσους τους μαθητές, επικαλέστηκε σε ένα ειρωνικό του άρθρο αυτό το απόσπασμα: Ήταν κάποτε ένας χαζός Έλληνας, Σεφέρη τον έλεγαν, που έγραφε, ο αφελής: «…γιατί όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε να εξηγηθεί. Ίσως οι απωθήσεις που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων, έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ή όχι ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνονται σα να προτιμούμε το εσπεράντο, σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας». Το ίδιο απόσπασμα παραθέτει και ένα έξαλλο άρθρο που στηλιτεύει την «απεθνοποίηση της παιδείας», το ίδιο και ο δάσκαλος από το Κιλκίς που καταγγέλλει τη «νέα τουρκοκρατία» στην οποία έχουμε περιέλθει, κι άλλα πολλά κείμενα ανάλογου ύφους και ήθους -αλλά εδώ δεν έχουμε σκοπό ν’ αναλύσουμε τις ελληναράδικες εξαλλοσύνες, περισσότερο ενδιαφέρον έχει ο Σεφέρης.

Διότι, βέβαια, το απόσπασμα του Σεφέρη, ολοφάνερα δεν μπορεί να αναφέρεται στη σημερινή εποχή και στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής γλώσσας, για τον απλούστατο λόγο ότι ο μεγάλος ποιητής έχει αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο από το 1971, ενώ το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1946. Και από το 1946 ίσαμε σήμερα το ελληνικό γλωσσικό τοπίο έχει αλλάξει άρδην: τότε κυριαρχούσε στον δημόσιο βίο η καθαρεύουσα, σήμερα η δημοτική· τότε είχαμε εκτεταμένο αναλφαβητισμό, σήμερα όχι· τότε λίγοι ήξεραν ξένες γλώσσες, και κυριαρχούσαν ακόμα τα γαλλικά -σήμερα ξέρουν πολλοί και κυριαρχούν τα αγγλικά. Για να μην αναφέρουμε τις αλλαγές στα μέσα επικοινωνίας ή στην τεχνολογία. Δεν αποκλείεται να υπάρχει σήμερα γλωσσική παρακμή, αλλά, αν υπάρχει, δεν θα είναι ο ίδιος τύπος παρακμής με το 1946. Θέλω να πω, το να επικαλείται κανείς το άρθρο του Σεφέρη του 1946 για να στηλιτεύσει τα γκρίκλις ή την «αποεθνοποιημένη» εκπαίδευση το θεωρώ απάτη όχι πολύ διαφορετική από την απάτη με το περίφημο ψευδορητό του Ισοκράτη για τη «δημοκρατία μας που αυτοκαταστρέφεται«. 

Βέβαια, σε αντίθεση με τον ψευτοϊσοκράτη, στην περίπτωση του Σεφέρη δεν έγινε διαστρέβλωση των λόγων του -όπως όμως μας θύμισε ο αγαπητός Μιχαλιός σε σχόλιό του, έγινε επιλεκτική παράθεση, έτσι που να φαίνεται πως, όταν ο Σεφέρης λέει «ελληνόμορφο εσπεράντο» εννοεί π.χ. ελληνικά με πολλές ξένες λέξεις, ενώ, αν διαβάσουμε όλο το κείμενο του 1946 βλέπουμε ότι ο Σεφέρης επικρίνει δριμύτατα τη μη διδασκαλία της δημοτικής στην εκπαίδευση, η οποία είχε αποτέλεσμα να μιλάει ο πολύς κόσμος μια γλώσσα γεμάτη ελληνικούρες, με κακοχωνεμένες καθαρευουσιάνικες λέξεις και φράσεις -παραθέτει και συγκεκριμένα παραδείγματα στο τέλος του άρθρου του.

Οπότε, και ανεξάρτητα από την κοπτοραπτική, σκέφτηκα ότι δεν είναι κακό να ανεβάσω εδώ σήμερα το άρθρο αυτό του Σεφέρη ολόκληρο, πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο. Κοντά σ’ αυτό, σκέφτηκα να ανεβάσω ένα ακόμα κείμενό του για τη γλώσσα, μια επιστολή του 1937 σε περιοδικό, που επίσης δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο, αλλά ούτε και έχει συμπεριληφθεί (απ’ όσο ξέρω) σε κάποια έκδοση έργων του Σεφέρη. [Διόρθωση: Δεν ήξερα αρκετά. Η επιστολή είχε μείνει έξω από τη δίτομη έκδοση των Δοκιμών που έχω στη βιβλιοθήκη μου, όμως συμπεριλήφθηκε στον μεταγενέστερο 3ο τόμο, σελ. 269-71]

Το πρώτο κείμενο, του 1946, δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Νέα Εστία, στο τχ. 460 (1.9.1946) που ήταν αφιερωμένο στον Αχιλλέα Τζάρτζανο, και αναδημοσιεύτηκε, με ελάχιστες αλλαγές, στις Δοκιμές του Γ. Σεφέρη (τόμ. 1, σελ. 320). Η μόνη ουσιαστική αλλαγή είναι η φράση «φαινόμενο ομαδικής ψυχοπαθολογίας» που έγινε στις Δοκιμές «φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας». Ευχαριστώ τον φίλο Γ.Τ. για την πληκτρολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , , , | 66 Σχόλια »

Ο ποιητής που τον έλεγαν Κ.

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2012

karthaios

Ο ποιητής που τον έλεγαν Κ.

Θα μπορούσα να το βάλω και για κουίζ αλλά δεν θα άντεχε για πολύ, οπότε ας το παρουσιάσω ευθέως: ποιος ήταν ο ποιητής που τον έλεγαν Κ; Βέβαια, λογοτεχνικοί ήρωες με όνομα Κ. υπάρχουν πολλοί, με πιο γνωστόν τον Κ. στον Πύργο του Κάφκα και τον Γιόζεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα πάλι (άλτερ έγκο του συγγραφέα υποθέτω), ενώ και ο Β. Βασιλικός, μετά το Ζ έβγαλε και το Κ, ίσως από τον Κοσκωτά (ή από το «κακέκτυπο»). Αλλά και τις μπρεχτικές Ιστορίες του κ. Κόινερ, μερικές φορές θα τις δούμε να γράφονται Ιστορίες του κ. Κ.

Όμως όλοι αυτοί είναι λογοτεχνικοί ήρωες, εγώ ζητάω λογοτέχνη, ποιητή συγκεκριμένα, που να λεγόταν Κ. Για να το πω αλλιώς, που το μικρό του όνομα να ήταν Κ. Όχι Κώστας, όχι Κυριάκος ή Κοσμάς, όχι Κλέαρχος, Κρίτωνας ή Καλλισθένης, αλλά σκέτο Κάπα. Θα μου πείτε, γίνεται αυτό; Μπορεί κανείς να βαφτιστεί ή να πάρει όνομα σκέτο Κ; Όχι. Αλλά μπορεί να το δώσει στον εαυτό του. Μπορεί δηλαδή να διαλέξει τέτοιο λογοτεχνικό ψευδώνυμο που να αποτελείται μόνο από το επώνυμο και το αρχικό γράμμα του μικρού του ονόματος.

Διάσημη τέτοια περίπτωση είναι ο Καραγάτσης· ο Δημήτρης Ροδόπουλος διάλεξε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μ. Καραγάτσης, και έτσι υπέγραφε. Το Μ. δεν σήμαινε Μιχάλης, όπως πολλοί υπέθεσαν επειδή είδαν στον Μιχάλη Καραμάνο, τον συγγραφέα φίλο του Γιούγκερμαν το άλτερ έγκο του Καραγάτση. Είτε σήμαινε Μίτια (το ρώσικο Δημήτρης, λόγω της αγάπης προς τον Ντοστογιέφσκι), είτε ένα σκέτο Μι χωρίς εξήγηση. Σήμερα δεν νομίζω να βρεθεί έργο αναφοράς να αναφέρει Μιχάλη τον Καραγάτση.

Δυστυχώς όμως, τον ποιητή που λεγόταν Κ. βρίσκονται και σήμερα ακόμα αρκετές πηγές να τον βαφτίζουν Κώστα, ενώ Κώστας ούτε ονομάστηκε, ούτε διάλεξε να τον λένε. Εννοώ τον Κ. Καρθαίο (1878-1955), ποιητή, ονομαστό μεταφραστή, κορυφαίο στον αγώνα του δημοτικισμού. Ο Καρθαίος γεννήθηκε Κλέανδρος Λάκων, γιος του καθηγητή Πανεπιστημίου Βασ. Λάκωνα. Σπούδασε στην Ευελπίδων, βγήκε αξιωματικός του πυροβολικού και έκανε μεταπτυχιακά στα μαθηματικά. Πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους, και παράλληλα συμμετείχε στον Νουμά και στους γλωσσικούς αγώνες, ενώ, πράγμα όχι συνηθισμένο για αξιωματικό, δημοσίευε στον Νουμά αντιπολεμικά ποιήματα, που ακόμα διεθνιστικά θα μπορούσε να τα πει κανείς, πιστεύοντας ότι πρέπει να γράφεται πολεμική λογοτεχνία αλλά δεν είναι ανάγκη να είναι πολεμόχαρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Κοτσανολόγιο, Μεταφραστικά, Ποίηση, Φιλολογία, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 77 Σχόλια »

Οι ασκοί του εώλου

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2011

Έχω πολλές φορές υποσχεθεί να γράψω για τη λέξη «έωλος» και την (μάλλον ανύπαρκτη) λέξη «αίολος» που λανσάρισε το λεξικό Μπαμπινιώτη, επιμένοντας μάλιστα ότι είναι λάθος να λέμε «έωλος = αστήρικτος, αβάσιμος», αλλά όλο το ανέβαλλα. Τις προάλλες, ένας φίλος μού έστειλε ηλεμήνυμα στο οποίο μου ζητούσε τη γνώμη μου και του έστειλα το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων». Στο μεταξύ, χτες ο Γιάννης Χάρης παρουσίασε στο ιστολόγιό του ένα πρόσφατο άρθρο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου από τη Νέα Εστία, για το ίδιο ακριβώς θέμα και, σε μεγάλο βαθμό, με παρεμφερή επιχειρήματα. Ο Γ. Χάρης κάνει λόγο και για όσα έχω γράψει στο βιβλίο, και επειδή το βιβλίο έχει εξαντληθεί και το συγκεκριμένο κεφάλαιο δεν υπάρχει ονλάιν, σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω εδώ το παλιό μου άρθρο, ώστε να υπάρχει κι αυτό, ιδίως επειδή το άρθρο του Τριανταφυλλόπουλου είναι σε σκαναρισμένες εικόνες και δεν γκουγκλίζεται. Να πούμε επίσης ότι για το ίδιο θέμα έχουν γράψει ο Γιάννης Χάρης καθώς και ο Τιπούκειτος.

Στο τέλος του κεφαλαίου από το βιβλίο μου έχω κολλήσει ένα μεταγενέστερο άρθρο μου για το ίδιο θέμα, έστω και αν αυτό υπάρχει και αυτοτελώς ονλάιν. Επιγραμματικά, υποστηρίζω ότι α) η λέξη «έωλος» δεν σημαίνει *μόνο* μπαγιάτικος, όπως διατείνεται το λεξικό Μπαμπινιώτη και οι μπαμπινιωτιστές, αλλά ότι εδώ και καμιά εικοσαριά αιώνες έχει πάρει επίσης τη σημασία «αστήρικτος, αβάσιμος» και ότι με αυτή τη σημασία τη βρίσκουμε σε κείμενα δοκιμότατων συγγραφέων. β) η λέξη «αίολος», την οποία θεωρεί σωστή το λεξικό Μπαμπινιώτη δεν είναι αρχαία (η αρχαία λέξη είναι «αιόλος») και είναι αμφίβολο αν υπάρχει σε κείμενο παλαιότερο του λεξικού Μπαμπινιώτη.

Το παλιό μου άρθρο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 115 Σχόλια »

Τα δισεκατομμύρια του Γιούγκερμαν και οι δήθεν λογοτέχνες: δυο κατοχικές επιστολές του Μ. Καραγάτση

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2011

Την Κυριακή προσπαθώ να παρουσιάζω θέμα λογοτεχνικό, αν δεν τύχει κάτι άλλο. Και το σημερινό θέμα λογοτεχνικό είναι, ή ίσως μικροφιλολογικό. Αφορά τον Μ. Καραγάτση, έναν από τους δημοφιλέστερους πεζογράφους μας, που ακόμα και σήμερα, 50 χρόνια και βάλε από τον θάνατό του, εξακολουθεί να διαβάζεται. Θα παρουσιάσω σήμερα δυο επιστολές του, που γράφτηκαν και οι δυο στη διάρκεια της κατοχής και που έχουν το κοινό στοιχείο ότι περιστρέφονται γύρω από τα χρήματα.

Λίγοι Έλληνες συγγραφείς κατάφεραν να ζουν από την πένα τους. Ο Καραγάτσης θα πρέπει να ήταν ένας από αυτούς, αλλά έτσι κι αλλιώς γνώρισε επιτυχία στις βιοποριστικές επαγγελματικές του δραστηριότητες, οπότε ήταν ευκατάστατος. Στα δυο γράμματα που θα δούμε σήμερα, κάνει ο ίδιος λόγο για την οικονομική του κατάσταση, στο πρώτο για να διαψεύσει ότι είναι ένας από τους πλουσιότερους Έλληνες και στο δεύτερο για να αρνηθεί ότι του έχει χορηγηθεί οικονομική ενίσχυση από το κράτος. Όποιος έχει ασχοληθεί με τον Καραγάτση, ξέρει ότι στις δημόσιες αντιπαραθέσεις του μέσω του Τύπου ήταν είρωνας και ελαφρώς εριστικός, κι αυτές εδώ οι επιστολές δεν αποτελούν εξαίρεση.

Η πρώτη επιστολή στάλθηκε στη Νέα Εστία στις αρχές του 1942 (δεν έχω κρατήσει ακριβή ημερομηνία, πάντως πρώτο εξάμηνο). Να σημειωθεί ότι ο Καραγάτσης είχε δημοσιεύσει τον Γιούγκερμαν σε (πολλές) συνέχειες στο ίδιο περιοδικό το 1938, και στη συνέχεια τις δυο νουβέλες «Το βουνό των λύκων» και «Ο γυρισμός του Γιούγκερμαν», που συναποτέλεσαν τον τόμο «Τα στερνά του Γιούγκερμαν» που σήμερα αποτελεί τον δεύτερο τόμο του έργου. Για τον Γιούγκερμαν ακριβώς γίνεται λόγος στην επιστολή -και για τα… μυθώδη κέρδη που απέφερε στον συγγραφέα του. Ο Καραγάτσης απευθύνεται στον Πέτρο Χάρη, τον διευθυντή του περιοδικού. Κρατάω την ορθογραφία του πρωτοτύπου αλλά μονοτονίζω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές σε έντυπα, Λογοτεχνία, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Η φενάκη της «διατήρησης της αρχικής ορθογραφίας»

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2011

Με ένα ενδιαφέρον φιλολογικό ζήτημα θα ασχοληθώ σήμερα, αν και φοβάμαι ότι οι περισσότεροι θα το βρείτε εντελώς –ίσως και προκλητικά– ανεπίκαιρο στους χαλεπούς καιρούς που περνάμε –όμως το έχω υποσχεθεί να το συζητήσω, και άλλωστε με απασχολεί κι εμένα.

Το πρόβλημα είναι το εξής: έστω ότι επανεκδίδουμε σήμερα ένα κείμενο που είχε εκδοθεί πριν από αρκετές δεκαετίες. Τι κάνουμε; Διατηρούμε την ορθογραφία της αρχικής δημοσίευσης, τη μετατρέπουμε στη σημερινή ή ακολουθούμε μια μέση οδό; Βέβαια, όσοι από εμάς επανεκδίδουν σε μονοτονικό, έχουν ήδη κάνει μια βασική μετατροπή (που υποχρεώνει σε άλλες, δευτερεύουσες μετατροπές, διότι π.χ. το πολυτονικό νἄχει πρέπει να μετατραπεί, είτε σε να ’χει είτε σε κάτι άλλο)· ωστόσο, είναι λάθος να νομίζουμε ότι αν κάποιος διατηρήσει το πολυτονικό αυτομάτως διατηρεί και την ορθογραφία των αρχικών δημοσιεύσεων.

Πρόσφατα έκανα τη φιλολογική επιμέλεια δύο βιβλίων, το Φονικό μοιραίο βόλι με τα πεζά του Θ. Λασκαρίδη, και τη νουβέλα Κάπου περνούσε μια φωνή του Ν. Λαπαθιώτη. Και στις δυο περιπτώσεις επέλεξα να μη διατηρήσω την ορθογραφία των αρχικών δημοσιεύσεων, αλλά να την εκσυγχρονίσω: όχι μόνο μετέτρεψα σε μονοτονικό, αλλά εφάρμοσα παντού τη σημερινή σχολική ορθογραφία. Στην περίπτωση της νουβέλας του Λαπαθιώτη, οι αλλαγές ήταν ελάχιστες: η υποτακτική που ήταν σε –η έγινε σε –ει (να κάνη -> να κάνει), το κ’ έγινε κι, και (μοναδική λαπαθιωτική ιδιοτροπία) το τέτιος έγινε τέτοιος. Στην περίπτωση του Λασκαρίδη, οι αλλαγές ήταν πολλές· αν διατηρούσα την αρχική ορθογραφία θα έπρεπε όχι μόνο να χρησιμοποιήσω γραφές που ξενίζουν σήμερα (φείδι, είνε, κτλ.) αλλά και να κρατήσω διαφορετικές γραφές για την ίδια λέξη, διότι οι αρχικές δημοσιεύσεις δεν ομονοούσαν πάντοτε μεταξύ τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ορθογραφικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 335 Σχόλια »

Κάπου περνούσε μια φωνή (νουβέλα του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2011

Η νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κάπου περνούσε μια φωνή», με υπότιτλο «Σελίδες μιας Αθήνας περασμένης», που είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες στο περιοδικό Νέα Εστία το 1940, κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Ερατώ», σε δική μου φιλολογική επιμέλεια. Αν παρακολουθείτε το ιστολόγιο, θα ξέρετε ότι από καιρό ασχολούμαι με τη ζωή και το έργο του Ν. Λαπαθιώτη, αλλά αυτό είναι το πρώτο λαπαθιωτικό βιβλίο «μου».

Ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε τη «Φωνή» το 1940, αλλά η υπόθεση εκτυλίσσεται το 1915. Πρωταγωνιστούν νεανικές παρέες, εργατόπαιδα του Παγκρατιού και άλλων συνοικιών της Αθήνας, κορίτσια του μοδιστράδικου, ένας αδικαίωτος έρωτας και μια υποδόρια ομοφυλοφιλική έλξη.

Τη νουβέλα την είχα παρουσιάσει στον παλιό μου ιστότοπο (τώρα πια δεν είναι διαθέσιμη, αλλά υπάρχει στον ιστότοπο του ΕΚΕΒΙ). Για την έκδοση σε βιβλίο έχω προσθέσει εκτενή επιλεγόμενα, περίπου 60 σελίδων, όπου προσπαθώ να συνδέσω τη «Φωνή» με το υπόλοιπο έργο του Λαπαθιώτη, καθώς και αναλυτικό χρονολόγιο του ποιητή, με πολλά στοιχεία που δεν έχουν ως τώρα δημοσιοποιηθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαφημίσεις, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 25 Σχόλια »

Το φέρετρό μου σανιδένιο…

Posted by sarant στο 8 Ιανουαρίου, 2011

Σαν σήμερα πριν από 66 χρόνια, τα ξημερώματα της 8ης Ιανουαρίου 1944, αυτοκτόνησε ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης  μέσα στο πατρικό του σπίτι, Κουντουριώτου 23 και Οικονόμου στο λόφο του Στρέφη. Ο Λαπαθιώτης είχε περιγράψει τον θάνατό του στο πεζοτράγουδο Μια κίνηση μονάχα, γραμμένο το 1940 και δημοσιευμένο στη Νέα Εστία το 1942.  Παραθέτω την αρχή:

Μια κίνηση, μια κίνηση μονάχα, μια κίνηση περήφανη κι απλή (τόσο μικρή, τόσο μικρή, μέσ’ στο μεγάλο Σύμπαν, τόσο μικρή, τόσο μικρή, κι ασήμαντη, κι απλή, που ζήτημ’ αν κανένας μας θα πρέπει να τ’ ονομάσει κίνηση, το τιποτένιο αυτό, που θα’ χει κάνει ο μυς ενός δαχτύλου, σ’ ένα μικρό μοχλό μιας μηχανής!…

(…)

Το πεζοτράγουδο είναι αφιερωμένο Στη γοητεία της σκιάς του Κώστα Καρυωτάκη, του άλλου διάσημου αυτόχειρα ποιητή. Ο Καρυωτάκης είχε περιγράψει κι αυτός και τους ιδανικούς αυτόχειρες αλλά και την κηδεία του, στο σονέτο Δικαίωσις, που το παραθέτω εδώ (όπως το βρήκα στο Διαδίκτυο, χωρίς να έχω τσεκάρει λεπτομέρειες της στίξης):

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
— πρώτη φορά — σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

Ο Λαπαθιώτης περιέγραψε τη δική του κηδεία σε ένα εκτενές σατιρικό (ή αυτοσατιρικό) ποίημα, χωρισμένο σε τρία μέρη, που το έγραψε την άνοιξη του 1937 και που βρέθηκε στα χαρτιά του μετά τον θάνατό του. Αν και το ποίημα είναι ειρωνικό, ο ίδιος σημειώνει στο χειρόγραφο ότι ένα κομμάτι του το έγραψε «κλαίγοντας ακράτητα». Να σημειωθεί ότι τον Φλεβάρη του 1937 είχε πεθάνει η μητέρα του η Βασιλική, την οποία ο Λαπαθιώτης υπεραγαπούσε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , , | 29 Σχόλια »