Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νέο Ηράκλειο’

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έβδομο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα είναι σύζυγος πλέον του εφοριακού Κωστάκη, και έχουμε σταματήσει μόλις αρχίζει η Κατοχή. Να προειδοποιήσω ότι η νουβέλα έχει ακόμα ένα κεφάλαιο κι έναν επίλογο, που μάλλον θα τα παρουσιάσω μαζί τη μεθεπόμενη Τρίτη.

7

mimis_jpeg_χχsmallΤα πρώτα δύο χρόνια της Κατοχής πέρασαν ήσυχα. Η Μαρίνα πίστευε στην τελική νίκη των Γερμανών και προσπάθησε να δημιουργήσει κοσμικές σχέσεις μαζί τους. Ο επιφυλακτικός και διορατικότερος Κωστάκης για πρώτη φορά δεν συντάχθηκε μαζί της

— Καλοί κι άγιοι οι Γερμανοί Μαρινάκι μου, αλλά στο τέλος θα χάσουν. Για σκέψου: Αγγλία, Αμερική και Ρωσία τους πολεμάν. Αργά ή γρήγορα θα νικηθούν. Γι΄ αυτό μη μιλάς πολύ.

Απροσδόκητα η Μαρίνα τον άκουσε. Οι βεγγέρες με τους Γερμανούς αξιωματικούς σταμάτησαν, μόλο που συνέχιζαν να χαιρετιούνται εγκάρδια όταν συναντιόντουσαν στο δρόμο. Άλλωστε τον τρίτο χρόνο της Κατοχής τα πράγματα στα προάστεια της Αθήνας αγρίεψαν. Ολόκληρες γειτονιές ήταν ανεξάρτητες από τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Ακόμα και στο Νέο Ηράκλειο τα βράδια ακουγόταν όχι μόνο το χωνί, που τους γέμιζε φόβο, αλλά καμιά φορά και το ελασίτικο ντουφέκι.

Αυτό που έκανε έξω φρενών τη Μαρίνα ήταν πως ο αδερφός της ο Γιώργος, ένας υπαλληλάκος του Δήμου Νέας Ιωνίας κι η γυναίκα του μια αμόρφωτη προσφυγοπούλα, που είχε ανοίξει ψιλικατζίδικο στα σύνορα Νέας Ιωνίας και Νέου Ηράκλειου, για να συμπληρώνει τον πενιχρό μισθό του αντρός της, ήταν στο ΕΑΜ και μάλιστα στελέχη! Αν ήταν ποτέ δυνατό δυο φτωχοί κι ασήμαντοι άνθρωποι, όχι μόνο να τολμούν  να έχουν διαφορετικήν άποψη αλλά όπως φαινόταν είχαν και κάποιαν εξουσία. Αν είναι ποτέ δυνατόν!

Από αυτόν και μόνο το λόγο μίσησε ακόμα περισσότερο τους  εαμίτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 257 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έκτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα χωρίζει με τον Ανέστη για να παντρευτεί τον μεσήλικα εφοριακό Κωστάκη.

mimis_jpeg_χχsmall6

Έτσι η Μαρίνα χώρισε τον Ανέστη και σε τρεις μήνες έγινε σύζυγος του Κωστάκη.

Η Μαρίνα με τον Κωστάκη εγκαταστάθηκαν στο Νέο Ηράκλειο, στην άκρη της πόλης όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με αυλή. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωθε ασφαλής. Παράλληλα όμως κοντά στον Κωστάκη έπληττε θανασίμως. Ο νέος της σύζυγος ήταν μονόχνωτος, μίζερος, φιλάσθενος ή μάλλον κατά φαντασίαν ασθενής και υπερβολικά τσιγκούνης. Κατά τα άλλα ήταν ήσυχος, πράος και σοβαρός άνθρωπος. Αυτό το τελευταίο ήταν το κυριότερο γνώρισμά του. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ και δε μπορούσε να ανεχτεί αστεία και πειράγματα. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς σοβαροφανής. (Ο πατέρας μου όταν τον γνώρισε τον χαρακτήρισε: μηδενικόν υπό το προσωπείον της σοβαρότητος καλυπτόμενον).

Της Μαρίνας της έλειψε η ανοιχτή καρδιά του Ανέστη, οι φίλοι του, τα φτωχικά γλεντάκια μαζί τους, που τα ομόρφαινε το τραγούδι και το κέφι του. Ακόμα πιο πολύ της έλειπε η φλόγα και τα χάδια του Θρασύβουλου. Τώρα συνειδητοποιούσε  πολύ οδυνηρά πόσο τον είχε αγαπήσει. Τις νύχτες πολλές φορές έμενε άγρυπνη καθώς θυμόταν το Θρασύβουλο και το πρωί ξύπναγε λυσσασμένη από τη μνησικακία και  τη στέρηση που ένοιωθε. Ξαναθυμήθηκε τη μαγική της τέχνη και έριχνε κατά του επίορκου φριχτές κατάρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »