Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νίκος Εγγονόπουλος’

Τι γύρευε εκεί;

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2022

Στη συζήτηση για τον βιασμό στη Θεσσαλονίκη, ακούστηκε η ερώτηση του τίτλου: Τι γύρευε στη σουίτα η κοπέλα που έπεσε θύμα βιασμού;

Την ερώτηση αυτή, που συνήθως κάθε άλλο παρά αθώα είναι, σίγουρα θα την έχετε ξανακούσει σε ανάλογες ή και σε όχι και τόσο ανάλογες περιστάσεις.

Επειδή τα γράφει καλύτερα από μένα, δανείζομαι ένα απόσπασμα από άρθρο του Κωστή Παπαϊωάννου που είχε γραφτεί στις αρχές του Δεκέμβρη για το οχτάχρονο κοριτσάκι που βρήκε τραγικό θάνατο στην πόρτα του εργοστασίου:

Ναι, αλλά τι γύρευε το οκτάχρονο κοριτσάκι στο εργοστάσιο; Τραγικό το δυστύχημα, αλλά δεν είχε γονείς να το προσέξουν; Και ο Ζακ, κρίμα που πέθανε, αλλά τι γύρευε στο κοσμηματοπωλείο; Και η Ελένη Τοπαλούδη, άτυχη βέβαια, αλλά τι γύρευε νυχτιάτικα με δυο άντρες; Και ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, μικρό παιδί, τι ήθελε στα Εξάρχεια; Μήπως είχε μπλέξει πουθενά; Και η αθλήτρια, που τώρα θυμήθηκε ότι έφηβη τη βίαζε ο παράγοντας της ομοσπονδίας, τι γύρευε στο δωμάτιό του; Και τον άτυχο ντελιβερά τον σκότωσε ένα αμάξι που παραβίασε το κόκκινο με χίλια, αλλά μήπως κι αυτός δεν πρόσεχε;

Πράγματι, το μοτίβο αυτό είναι υπαρκτό και πράγματι, ολες αυτες οι φρασεις έχουν ακουστεί, με τη μια ή την άλλη διατύπωση.

Και όταν ακούγονται, ως δημόσιος λόγος, αναπόφευκτα λειτουργούν σε βάρος του θύματος, προσθέτουν ελαφρυντικά για τους δράστες, καλλιεργούν την αίσθηση της συνυπευθυνότητας -φταίει βέβαια ο βιαστής, ο δολοφόνος, ο κακοποιητής, αλλά και το θύμα γιατί έμπλεξε; Τι γύρευε εκεί; Γιατί δεν πήρε τα μέτρα του; Γιατί δεν πρόσεχε; Η ίδια η ερώτηση, έτσι όπως είναι διαρθρωμένη, ρίχνει το φως σε ό,τι ακολουθεί το μοιραίο «αλλά», στο θύμα που δεν πρόσεξε -και κουκουλώνει ό,τι προηγείται, τον βιασμό, τον φόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Επικαιρότητα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , | 297 Σχόλια »

Η καλύβα της Γαλάτειας και πάλι

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από δύο μόλις χρόνια (και ούτε). Ο λόγος για την τόσο κοντινή αναδημοσίευση (συνήθως προτιμώ να αναδημοσιεύω άρθρα αφού περάσουν 3-4 χρόνια από την αρχική δημοσίευση) είναι διπλός: αφενός, υπάρχει κάτι καινούργιο που μπορεί να προστεθεί -τις προάλλες πήρα ηλεμήνυμα από τον καθηγητή Αλέξη Πολίτη, ο οποίος με ενημέρωσε για ένα εύρημά του που προσθέτει νέα στοιχεία στο θέμα. Και αφετέρου, ξανακοιτάζοντας το παλιό μου εκείνο άρθρο, συνειδητοποίησα ότι είχε δημοσιευτεί αρχικά την Κυριακή 13 Αυγούστου (του 2013). Όσοι έχουν ιστολόγιο θα ξέρουν ότι τα καλοκαιρινά σαββατοκύριακα η κίνηση είναι αρκετά μειωμένη, αλλά το σαββατοκύριακο της χρονιάς με τη χαμηλότερη κίνηση, μαζί με τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, είναι το σαββατοκύριακο κοντά στον Δεκαπενταύγουστο -άρα, την αρχική δημοσίευση του άρθρου αρκετοί θα την έχασαν, οπότε μπορούμε να την επαναλάβουμε τώρα, που και πάλι είναι σαββατοκύριακο μειωμένης κίνησης λόγω του τριημέρου.

Επαναλαμβάνω λοιπόν το παλιό μου άρθρο, επικαιροποιημένο και με κάποιες τροποποιήσεις.

Μια φράση που έχουμε για να δείξουμε τον απόλυτο έρωτα, όταν κάποιος αρνείται πλούτη και δόξες αρκεί να βρίσκεται μαζί με το αγαπημένο του πρόσωπο, είναι «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Η φράση έχει γίνει παροιμιώδης, κι αν γκουγκλίσετε το «και μίαν καλύβην» ή το δημοτικότερο «και μια καλύβα» θα δείτε διάφορες παραλλαγές, όπου το αγαπημένο πρόσωπο δεν έχει όνομα: «την αγάπη μου και μίαν καλύβην» ή «την καλήν μου και μίαν καλύβην» ή ακόμα «την καρδίαν σου και μίαν καλύβην». Ωστόσο, θα εστιαστούμε κυρίως στη Γαλάτεια, μια και αυτή η παραλλαγή έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Στη βάση εννοιών της Λέξιγκραμ, η φράση «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην» υπάρχει στην κατηγορία «βούληση», υποκατηγορία «μόνο αυτό θέλω», μαζί με την άλλη, πολύ κοινότερη, «και ξερό ψωμί», όπως λέμε ΠΑΟΚ και ξερό ψωμί -κι άλλες πολλές παραλλαγές.

Θέλω λοιπόν μόνο τη Γαλάτεια, αλλά πώς βγήκε η φράση; Διότι, παρά την καθαρευουσιάνικη διατύπωση, δεν είναι αρχαίο ρητό, όπως είδα κάπου στο Διαδίκτυο. Πρόκειται για μια φράση που, πράγμα σπάνιο, ξέρουμε από ποιον γεννήθηκε σε αυτή τη μορφή. Την είπε, ή μάλλον την έγραψε, ο Νίκος Καζαντζάκης, νεαρός τότε και ερωτευμένος με τη Γαλάτεια Αλεξίου, στο Ηράκλειο της ακόμα αυτόνομης Κρήτης, γύρω στο 1908. Τις λεπτομέρειες δεν τις θυμάμαι καλά, και γράφω μακριά από τα κιτάπια μου, αλλά καθώς απαντούσε στις ερωτήσεις του λευκώματος ενός συμμαθητή του, κάτι που ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία των νέων της εποχής, φτάνοντας στην ερώτηση «Τι επιθυμείτε από την ζωήν;» (ή κάπως έτσι), απάντησε: «Την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Δεν ήταν μεγάλη πόλη το Ηράκλειο, όλοι κατάλαβαν ποιαν εννοούσε, δεν το κρατούσε άλλωστε και μυστικό. Την απέκτησε αργότερα τη Γαλάτεια, αλλά όπως ξέρουμε δεν έμειναν μαζί για πολύ.

Τη φράση του Καζαντζάκη, που έγινε παροιμιώδης, την πήρε αργότερα ο Εγγονόπουλος, και από σύζευξη τη μετάτρεψε σε δίλημμα, στο οποίο έδωσε απάντηση:

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

(Από το Γλωσσάριο των ανθέων).

Όλα καλά, αλλά η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Η απάντηση του Καζαντζάκη στο λεύκωμα ήταν τάχα ξεκάρφωτη, απλή εκδήλωση του έρωτά του ή την εμπνεύστηκε από κάπου αλλού;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Θεατρικά, Ποίηση, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 99 Σχόλια »

Η καλύβα της Γαλάτειας

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2013

Μια φράση που έχουμε για να δείξουμε τον απόλυτο έρωτα, όταν κάποιος αρνείται πλούτη και δόξες αρκεί να βρίσκεται μαζί με το αγαπημένο του πρόσωπο, είναι «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Η φράση έχει γίνει παροιμιώδης, κι αν γκουγκλίσετε το «και μίαν καλύβην» ή το δημοτικότερο «και μια καλύβα» θα δείτε διάφορες παραλλαγές. Στη βάση εννοιών της Λέξιγκραμ, η φράση υπάρχει στην κατηγορία «βούληση», υποκατηγορία «μόνο αυτό θέλω», μαζί με την άλλη, πολύ κοινότερη, «και ξερό ψωμί», όπως λέμε ΠΑΟΚ και ξερό ψωμί -κι άλλες πολλές παραλλαγές.

Θέλω λοιπόν μόνο τη Γαλάτεια, αλλά πώς βγήκε η φράση; Διότι, παρά την καθαρευουσιάνικη διατύπωση, δεν είναι αρχαίο ρητό, όπως είδα κάπου στο Διαδίκτυο. Πρόκειται για μια φράση που, πράγμα σπάνιο, ξέρουμε από ποιον γεννήθηκε. Την είπε, ή μάλλον την έγραψε, ο Νίκος Καζαντζάκης, νεαρός τότε και ερωτευμένος με τη Γαλάτεια Αλεξίου, στο Ηράκλειο της ακόμα αυτόνομης Κρήτης, γύρω στο 1908. Τις λεπτομέρειες δεν τις θυμάμαι καλά, και γράφω μακριά από τα κιτάπια μου, αλλά καθώς απαντούσε στις ερωτήσεις του λευκώματος ενός συμμαθητή του, κάτι που ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία των νέων της εποχής, φτάνοντας στην ερώτηση «Τι επιθυμείτε από την ζωήν;» (ή κάπως έτσι), απάντησε: «Την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Δεν ήταν μεγάλη πόλη το Ηράκλειο, όλοι κατάλαβαν ποιαν εννοούσε, δεν το κρατούσε άλλωστε και μυστικό. Την απέκτησε αργότερα τη Γαλάτεια, αλλά όπως ξέρουμε δεν έμειναν μαζί.

Τη φράση του Καζαντζάκη, που έγινε παροιμιώδης, την πήρε αργότερα ο Εγγονόπουλος, και από σύζευξη τη μετάτρεψε σε δίλημμα, στο οποίο έδωσε απάντηση:

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

(Από το Γλωσσάριο των ανθέων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 95 Σχόλια »