Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νίκος Κοκοβλής’

Ο ήλιος επιάστηκε (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2018

Ο φίλος μας ο Antonislaw, που σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα και που έχει κάπως επετειακό χαρακτήρα μια και αναφέρεται στη Μάχη της Κρήτης, που έγινε στα τέλη Μαϊου 1941.

Το έγραψαν ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή, που είναι από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τους 8 της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Antonislaw βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί.

(Το 1979, ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή εξεδωσαν αλλη μια συλλογή διηγηματων με το ιδιο ψευδωνυμο, Στα βουνα της Κρητης και στην παρανομία (αληθινές ιστορίες)»).

Το βιβλίο Βάσανα και καημοί περιέχει 14 διηγήματα, ανάμεσά τους και το διήγημα «Ο ήλιος επιάστηκε» που αναφέρεται στη μάχη της Κρήτης (20 με 31 Μαΐου του 1941).
Σημειώνει ο Antonislaw: Το διήγημα έχει τις όποιες κοινοτοπίες των αντίστοιχων της εποχής, όμως είναι το μόνο, από όσα εγώ γνωρίζω που είναι γραμμένο από αριστερούς αγωνιστές πρώτης γραμμής. … Επίσης έχει σημεία και στιγμές εξαιρετικές, όπως το σημείο που ο παπα-Γιώργης πυροβολεί τους Γερμανούς προτάσσοντας κάθε φορά «στο όνομα του Θεού». Επισημαίνεται επίσης στο διήγημα ο αφοπλισμός των κρητικών από το Μεταξά, ένα αντιδιχτατορικό κίνημα του 1938, καθώς και η άρνηση των ντόπιων «αρχόντων» και των Εγγλέζων να δώσουν όπλα στον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, και λίγοι φαντάροι που είχαν καταφέρει με ίδια μέσα να κατέβουν από την ήδη υπόδουλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Το ύφος της διήγησης δεν είναι ενιαίο. Σε κάποια σημεία είναι αμιγώς κρητικό, σε άλλα φαίνεται η διάθεση των συγγραφέων να μιλήσουν στην κοινή νεοελληνική, για να απευθυνθούν σε ευρύτερο κοινό. (πχ γράφει ζα-που δεν λέγεται στην Κρήτη- αντί για οζά). Σε κάποια σημεία οι συγγραφείς μέσα σε παρένθεση παραθέτουν μετάφραση σε λέξεις που πιστεύουν ότι δε θα είναι κατανοητές στους αναγνώστες [ Γλάκα (τρέξε) ,Δεν γκατέω (δεν ξέρω), γη (ή) ].  Σε άλλες περιπτώσεις όχι, που ίσως θα χρειαζόταν («Μα κείνοι οι εγγλέζοι δε νοιώθανε».Εδώ το νοιώθω έχει την έννοια του γνωρίζω να κάνω κάτι καλά, πχ νοιώθεις να γράψεις;πράμα δε νοιώθεις!»

Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός.

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη

Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

Ο ήλιος επιάστηκε

Ο μπάρμπα Νικόλας έφερε την παλάμη πάνω απ’ τα φρύδια, στο πλατύ ρυτιδωμένο του μέτωπο και κοίταξε τον ουρανό γύρω τριγύρω. Απ’ τα χοντρά ξασπρισμένα χείλη του έφυγε μια οργισμένη βρισιά: «Ούλ’ οι διαόλοι στο μιλέτι σας, ρημάδια». Ύστερα, μετέφερε το δρεπάνι απ’ τ’ αριστερό στο δεξί χέρι έσκυψε κι’ άρχισε πάλι να θερίζει τις μαραμένες κουκιές.

Σχεδόν μια ώρα απ’ το χωριό, κάτω στον κάμπο, είναι το χωράφι τούτο του μπάρμπα Νικόλα. Πρωί πρωί, όπως κάθε μέρα όταν έχει την υγειά του, πήγε και σήμερα στη δουλειά. Μαζί του είναι και η νύφη του, μια στρογγυλοπρόσωπη και δυνατή εικοσάχρονη κοπέλα. Τριάντα μέτρα πιο πέρα κι ο παπάς. Θερίζει κι αυτός. Καθώς είναι σκυμένος του αναδεύει το αεράκι την πυκνή σαν λιονταριού χαίτη μαύρη γενειάδα του. Πού και πού στένει ίσιο το κορμί του για να ξεκατσουνιάσει η μέση του και να ξαποστάσει. Η μέρα είναι απ’ τις πιο όμορφες της άνοιξης. Ο ουρανός, καταγάλανος, χαμογελάει καλωσυνάτα στη στολισμένη φύση. Τα ολοπράσινα δέντρα και τ’ ανθισμένα χαμόκλαδα, τα πολύχρωμα μαγιάτικα λουλούδια κι’ η μυρωμένη γη, τα μεστά στάχυα και το βαθυπράσινο χορτάρι, τα πουλιά με το γλυκό τους κελάιδημα και τα ζώα με τα χαρούμενα ξεφωνητά τους, όλα τραγουδούνε στον ίδιο σκοπό την ομορφιά και τη χαρά της ζωής και τη διαιώνισή της που παίρνει μια ξεχωριστή σημασία τούτη την ευλογημένη εποχή. Μόνο ένα πλάσμα, το ανώτερο πλάσμα της φύσης, ο άνθρωπος, δεν τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε αυτός που έπρεπε να χαίρεται, να τραγουδά, να γελά πιο πολύ. Τη ζωή του σήμερα τη σκιάζει μια μαύρη καταχνιά: Ο Πόλεμος. Μήπως ήθελε χειρότερο; Χαμοί, χωρισμοί, πόνοι, φόβοι, καταστροφές, γδύμια και πείνα. Α, αυτός ο εφιάλτης της πείνας! Μα να, από τούτο το πανηγύρι του χρόνου που λέγεται άνοιξη, έχει κι’ ο άνθρωπος το μερτικό του. Πολλά από τα κακά που βαραίνουν τη ζωή του γίνονται τώρα πιο μικρά. Με το φευγιό του χειμώνα δεν ξαναραχνιάζει μήπως λίγο και το στόμα του; Ευλογημένη εποχή, σκέφτεται ο μπάρμπα Νικόλας. Δυο κουκιά σήμερα, λίγο σταροκρίθαρο αύριο, δυο χόρτα την άλλη μας κρατούνε στη ζωή… Την πείνα σήμερα την πολεμάς όσο νάναι. Κι’ ύστερα και τον οχτρό δεν τον έχεις στο σπίτι σου. Βέβαια πώς λευτεριά δεν είναι σαν τ’ αδέρφια σου είναι σκλαβωμένα. Όμως και το ίδιο δεν είναι. Νοιώθεις του καταχτητή την άχνα του μα δεν αντικρίζεις τη φαρμακερή ματιά του. Δεν τον έχεις στο σπίτι σου, στην αυλή σου, να σε σκοτώνει, να σ’ ατιμάζει, ν’ αρπάζει το βιος σου, ό,τι βρει. Δεν τον συναντάς κάθε μέρα, κάθε ώρα στην πορπατησιά σου. Μα κείνοι κει στην άλλη Ελλάδα τον έχουνε ένα μήνα τώρα το γερμανό καταχτητή στην πλάτη τους. Και τάχουνε κι’ όλα τ’ άλλα τα κακά του πολέμου. Στο νησί μας ναι, δεν πάτησε ακόμα το πόδι του ο τρισκατάρατος τύραννος. Μα τούτα τα ρημάδια τ’ αεροπλάνα του ανασκάφτουνε μέρα νύχτα τον τόπο, και σκορπούνε το θάνατο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , , , | 159 Σχόλια »