Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νίκος Μπακουνάκης’

Οι Τιμπώ, κριτική μιας ιδιότροπης μετάφρασης

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2013

Thibault_ad6c3b068265080c86ec88d308d8675cΣτον παλιό μου τον ιστότοπο, είχα δημοσιεύσει αρκετά εκτενή άρθρα με κριτικές μεταφράσεων. Σε τούτο εδώ το ιστολόγιο, αν και ασχολούμαι με μεταφραστικά λάθη, πολύ σπάνια γράφω τέτοια άρθρα, γιατί έχω τον φόβο ότι ελάχιστους θα ενδιαφέρουν, με λίγες εξαιρέσεις, ας πούμε όταν το βιβλίο είναι γνωστό (όπως με το τελευταίο του Ουμπέρτο Έκο). Σήμερα έχουμε άλλη μια τέτοια εξαίρεση.

Πρόκειται για το μυθιστόρημα Οι Τιμπώ, του νομπελίστα Γάλλου συγγραφέα Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ (1882-1958), από τις εκδόσεις Εστία. Να πω ότι έχω διαβάσει μόνο τον πρώτο από τους δύο τόμους, αλλά έχει 800 σελίδες, δεν είναι μικρό πράμα. Το βιβλίο μού το δάνεισε μια φίλη, η οποία επέμενε να το διαβάσω για να κρίνω τη μετάφραση, που ήταν κατά τη γνώμη της απαράδεκτη. Τον διάβασα, της έγραψα τη γνώμη μου αναλυτικά, σκέφτηκα να γράψω στο ιστολόγιο, το αμέλησα, μετά διάβασα μια έντονα αρνητική κριτική (πράγμα σπάνιο) στην Athens Review of Books, οπότε αποφάσισα να πω κι εγώ τη γνώμη μου, αλλά πέρασαν και δυο-τρεις μήνες μέχρι να υλοποιήσω την απόφαση, επειδή σκεφτόμουν να βρω και να διαβάσω και τον δεύτερο τόμο, όμως αυτό δεν θα γίνει σύντομα, έχω πολλά πολυσέλιδα στο ράφι με τα αδιάβαστα, οπότε ας βγάλω από μέσα μου το κείμενο, που έλεγε κι ο Καζαντζάκης, να μην έχω την έγνοια του.

Οι Τιμπώ είναι σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που εκδόθηκε αρχικά σε έξι ξεχωριστά βιβλία (ο πρώτος τόμος) και σε ένα μεγάλο (συν τον επίλογο) ο δεύτερος τόμος. Είναι το γνωστότερο έργο του νομπελίστα συγγραφέα. Παρακολουθεί την ιστορία μιας οικογένειας, της οικογένειας Τιμπώ, από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν θα δώσω περίληψη της πλοκής, μπορείτε να τη διαβάσετε στην παρουσίαση της Καθημερινής,  όπου η δημοσιογράφος γράφει κοινότοπα ότι «Αξιέπαινη είναι η μετάφραση του Γ. Νίκα, ο οποίος επέτυχε να μεταφέρει τους Τιμπώ στη γλώσσα μας με ζωντάνια και ευαισθησία». Πιο συνοπτικός, αλλά πιο προσωπικός, ο Ν. Μπακουνάκης στο Βήμα επίσης επαινεί τη μετάφραση, που την αποκαλεί μεταφραστικό άθλο: Εχω πολλές παρατηρήσεις να κάνω για τη μετάφραση αλλά δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ ενώπιον του μεταφραστικού άθλου του Γ. Νίκα. Αισθάνθηκα διαβάζοντας το βιβλίο ότι ο μεταφραστής είχε κάποιον παραπάνω λόγο για να κάνει τη μετάφραση – και όχι μόνο επαγγελματικό. Μια αναγνωστική ή συναισθηματική εμμονή – και αυτό μου άρεσε.

Και πράγματι, από το Διαδίκτυο μαθαίνουμε ότι  ότι ο μεταφραστής με δική του πρωτοβουλία άρχισε να μεταφράζει το βιβλίο, από μεράκι και αγάπη προς τον συγγραφέα, και μετά το πρότεινε στον εκδοτικό οίκο, χωρίς να το έχει ολοκληρώσει (ίσως είχε κάνει μόνο τον πρώτο τόμο). Έμεινε στο συρτάρι για καιρό, και το ολοκλήρωσε καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα. Εδώ ο μεταφραστής χαρακτηρίζεται «ηρωικός». Εδώ που τα λέμε, να μεταφράσεις 1600 σελίδες δεν είναι και αστείο.

Αντίθετα, στην ΑRB,. η καθηγήτρια της Γαλλικής Φιλολογίας (και ειδική στη μετάφραση) Μαρία Παπαδήμα έχει σοβαρότατες αντιρρήσεις για τη μετάφραση των Τιμπώ. Το άρθρο της δεν υπάρχει ονλάιν, αλλά και σε πρόσφατη συνέντευξή της ξεχώρισε (αρνητικά) το έργο και μίλησε για τα «τόσα πραγματολογικά και συντακτικά λάθη». Στις περισσότερες επισημάνσεις της η κ. Παπαδήμα έχει δίκιο, αν και σε ένα σημείο διαφωνώ σοβαρά μαζί της: για να δώσει παράδειγμα των πραγματολογικών λαθών του βιβλίου αναφέρει ότι ο Walt Whitman μεταγράφηκε Χουίτμαν, που το θεωρεί λάθος, και μάλιστα ενδεικτικό «άγνοιας και αβλεψίας». Μα, φιλτάτη, στη γλώσσα μας υπάρχουν τρεις τρόποι να μεταγράψεις τον μεγάλο ποιητή: Ουίτμαν, Γουίτμαν, Χουίτμαν. Συμφωνώ ότι το Χουίτμαν είναι η σπανιότερη απόδοση, αλλά την έχουν επιλέξει και λογοτέχνες, όπως ο ποιητής Κλείτος Κύρου, ή συγγράμματα αναφοράς (Πάπυρος). Άρα, δεν πρόκειται για λάθος που δείχνει άγνοια ή αβλεψία, αλλά για μεταφραστική επιλογή -κακή ίσως, αλλά επιλογή. Και μειώνει την αξιοπιστία της κριτικής αυτή η αναφορά, τη στιγμή που υπάρχουν άλλα αναντίλεκτα λάθη στα κύρια ονόματα (π.χ. Σαλλούστος, στις σελ. 62 και 127 ενώ τον λέμε Σαλλούστιο). Πρέπει όμως να πω ότι οι άλλες παρατηρήσεις της κ. Παπαδήμα είναι εύστοχες, όπως εύστοχη είναι και η μπηχτή της για τους κοινότοπους επαίνους.

Ωστόσο, εγώ δεν θα καταδικάσω τόσο απόλυτα τη μετάφραση, και ακόμα περισσότερο τον μεταφραστή, παρόλο που στα επόμενα θα αραδιάσω δεκάδες λάθη και λαθεμένες επιλογές. Δίκιο έχει η Παπαδήμα, αλλά και ο Μπακουνάκης. Η συνολική μου ετυμηγορία, να το πω από τώρα, είναι ότι έχουμε μια ιδιότροπη μετάφραση από έναν ιδιότροπο αλλά καλό μεταφραστή. Η μετάφραση δεν είναι τόσο καλή όσο ο μεταφραστής, επειδή η άλλη μεταβλητή της εξίσωσης είχε μηδενική τιμή: εννοώ ότι η επιμέλεια του έργου ήταν ανύπαρκτη από κάθε άποψη και εδώ θα παραπονεθώ για τον ιστορικό εκδοτικό οίκο, την Εστία, που φαίνεται να μην έκανε θεώρηση της μετάφρασης ή/και επιμέλεια του κειμένου, παρά μόνο τυπογραφική διόρθωση (που κι αυτής της ξέφυγαν όχι λίγα). Άκουσα ότι η Εστία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, και συμφωνώ ότι η έκδοση ενός βιβλίου με 2 επί 800 σελίδες είναι άθλος, η δε τιμή, 39 ευρώ για 800 σελίδες, είναι μάλλον χαμηλή (απόλυτα βέβαια, είναι υψηλή). Να σημειώσω ότι η έκδοση ενισχύθηκε από το γαλλικό Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, και προφανώς ο εκδότης αξιοποίησε την επιδότηση για να κρατήσει χαμηλή την τιμή, αντί να πληρώσει θεώρηση της μετάφρασης. Δεν ήταν καλή επιλογή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 147 Σχόλια »