Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νίκος Μπελογιάννης’

Τσικνοσαββατιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2017

Προχτές ήταν η Τσικνοπέμπτη, χτες η Τσικνοπαρασκευή (και το ρίξαμε έξω στο ιστολόγιο μελετώντας την επιρροή του Κωστή Παλαμά στην ελληνική ποίηση), σήμερα Τσικνοσάββατο -και βρήκαμε τίτλο για τα μεζεδάκια μας πλάθοντας ταυτόχρονα μια λέξη, μήπως και φτάσουμε τα 5 εκατομμύρια και μας σβήσει το χρέος ο Σόιμπλε.

* Και ξεκινάμε. Είναι γνωστό πως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος κάνει λάθη στα ελληνικά, αλλά τούτο εδώ, από ρεπορτάζ του Χάφιποστ για συνέντευξή του μάλλον στον δημοσιογράφο θα το χρεώσω, αφού δεν παρατίθενται λόγια του υπουργού εντός εισαγωγικών:

Ειδικότερα, ο κ. Τσακαλώτος εξήγησε ότι η Αθήνα επιδιώκει να επιτυγχανθεί πολιτική λύση σε όλο το πακέτο στη συνεδρίαση του Eurogroup στις 20 Φεβρουαρίου υπογραμμίζοντας ότι τόσο ο κ. Μοσκοβισί όσο και ο κ. Ντάισελμπλουμ, έντιμα προσπαθούν να συμβάλλουν ώστε αυτή να βρεθεί.

Επιτυγχάνω βέβαια, όχι όμως «να επιτυγχανθεί», αλλά να επιτευχθεί. Κερασάκι το διπλό λ στο «να συμβάλουν» που εγώ θα το έβαζα με ένα, παρόλο που στέκει και ως διαρκές. Προσπαθούν να βοηθήσουν, πιο στρωτό είναι από το «προσπαθούν να βοηθούν.

carol* Τυποποιημένο καρτελάκι του σωματείου ταξί που είδε και φωτογράφισε (όχι πολύ καλά) φίλος σε ταξί της Θεσσαλονίκης.

Το ταξί δεν διαθέτει μηχανισμό πληρωμής καρτών (POS), ήγουν στα αγγλικά does not have a carol payment mechanism (POS).

Το μπέρδεμα του ol με το d είναι κλασικό -τον παλιό καιρό που υπήρχαν διευθύνσεις ηλεταχυδρομείου της hol.gr ήταν συνηθισμένο λάθος να γράφονται hd.gr. Εδώ έχουμε το αντίστροφο.

Σε κανένα δεκαήμερο που θα είμαι Θεσσαλονίκη για τρεις μέρες, θα αποφύγω να πληρώσω το ταξί με κάλαντα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Εφημεριδογραφικά, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 306 Σχόλια »

Νίκος Μπελογιάννης, 64 χρόνια από την εκτέλεσή του

Posted by sarant στο 30 Μαρτίου, 2016

Σαν σήμερα, στις 30 Μαρτίου 1952, μέρα Κυριακή, στις 4.10 το πρωί, «εις τον συνήθη τόπον εκτελέσεων παρά το Γουδί» εκτελέστηκαν οι Νίκος Μπελογιάννης, Νίκος Καλούμενος, Ηλίας Αργυριάδης και Δημήτρης Μπάτσης, καταδικασμένοι την 1η Μαρτίου σε θάνατο για την «υπόθεση των ασυρμάτων».

Το βράδυ της Παρασκευής 28 Μαρτίου το Συμβούλιο Χαρίτων είχε απορρίψει την αίτηση χάριτος των τεσσάρων (του Μπάτση με 5-3), ενώ είχε γνωματεύσει υπέρ της απονομής χάριτος σε άλλους 4 καταδικασμένους σε θάνατο για την ίδια υπόθεση, μεταξύ των οποίων ο νεαρός Τάκης Λαζαρίδης και η Έλλη Ιωαννίδου (Παππά), που είχε πριν από μερικούς μήνες γεννήσει τον γιο του Μπελογιάννη, που ονομάστηκε επίσης Νίκος. Ο βασιλιάς Παύλος είχε εγκρίνει τις εισηγήσεις του Συμβουλίου Χαρίτων, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πλαστήρα είχε προτείνει να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης αφού τα αδικήματά του είχαν τελεστεί πριν από την 1η Νοεμβρίου 1951, οπότε και είχε αναλάβει η κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση του Κέντρου (συνεργασία ΕΠΕΚ-Φιλελεύθερων) δεν είχε ενιαία στάση ούτε ασκούσε πραγματικά εξουσία -ο πρωθυπουργός Πλαστήρας ήταν εναντίον των εκτελέσεων, όμως ήταν άρρωστος, ενώ ο Σοφοκλής Βενιζέλος όπως και ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν ήταν αντίθετοι. Ακριβώς για να προλάβουν το τεράστιο διεθνές κύμα διαμαρτυρίας που είχε ξεσηκωθεί, το παρακράτος του ΙΔΕΑ και ο αμερικανικός παράγοντας έσπευσαν να πραγματοποιήσουν τις εκτελέσεις κυριακάτικα, κάτι πρωτοφανές, και μάλιστα πριν καν ανατείλει ο ήλιος.

prooall

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Κομμουνιστικό κίνημα, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 265 Σχόλια »

Του εθνικού μας ποιητού Βαρνάλη

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2014

Σήμερα είναι της Παναγίας, είπα να βάλω κάτι λογοτεχνικό. Ύστερα θυμήθηκα μιαν ιστορία που μου είχε διηγηθεί ο πατέρας μου.

Ήταν λέει στη Μακρόνησο, και γινόταν ο επίσημος γιορτασμός του Πάσχα. Και αφού έγιναν οι συνήθεις ομιλίες, πετάχτηκε κι ένας φαντάρος και είπε: Και τώρα θα σας απαγγείλω το ποίημα «Οι πόνοι της Παναγίας, του εθνικού μας ποιητού Βαρνάλη». Κι όπως επίτηδες παρατόνισε το όνομα του Βάρναλη και ευπρέπισε τον τίτλο, ακούστηκε στη Μακρόνησο το ποίημα:

Οι πόνοι της Παναγιάς

Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
5 ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,
όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
10 πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
15 και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
20 πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.

(Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).

Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,
κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
25 πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
30 ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή – βραδύ,
35 πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.

…………………………………………………………….

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
40 που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
45 Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
50 που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
55 Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…
— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
60 την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ποιήματα της ελληνικής ποίησης -με μια δόση υπερβολής θα λέγαμε πως και μόνο αυτό να είχε γράψει, θα έπαιρνε μια θέση στο ελληνικό Πάνθεον. Πώς μπόρεσε -άντρας αυτός- να πιάσει τόσο καλά τα αισθήματα της μάνας -και άθεος να γράψει έτσι για τη Μάνα του Χριστού;

Το ποίημα είναι παρμένο από τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Αλλά και στην άλλη μεγάλη ποιητική σύνθεση του Βάρναλη, στο Φως που καίει, υπάρχει ένα «δίδυμο» ποίημα:

Η μάνα του Χριστού

Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

5 Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κι εγώ λαχταρήσει
10 (ήταν όνειρο κι έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι…
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…
15 νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
20 ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

25 Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ’φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θ’ άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
30 για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
35 Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
40 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ’ όνομά σου!

45 Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ’ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου κι οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
50 σα ρωτήσανε: «Ποιός ο Χριστός;» τί ’πες «Νά με»!
Αχ! Δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Όπως αναλύει ο Γιάννης Δάλλας στην υποδειγματική του έκδοση, το ποίημα μαρτυράει και την εξοικείωση του Βάρναλη με την εκκλησιαστικήν υμνογραφία. Για παράδειγμα, ο Δάλλας παραλληλίζει τη στροφή

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
40 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

με το Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου: Η δάμαλις τον μόσχον / εν ξύλω κρεμασθέντα / ηλάλαξεν ορώσα και με τον ύμνο του Ρωμανού του Μελωδού «και μαστοίς σοι τοις εμοίς γάλα παρέσχον».

Αλλά ας γυρίσουμε στην ιστορία του πατέρα μου, με τον «εθνικόν ποιητήν Βαρνάλη». Καθώς δεν είναι από πρώτο χέρι, ούτε από δεύτερο, δεν εγγυώμαι ότι συνέβη, μάλιστα έχω κάποιες αμφιβολίες. Θα μπορούσε να έχει συμβεί περίπου έτσι, μπορεί όμως να είναι απλώς ένας μπεντροβάτος παρηγορητικός μύθος των ηττημένων, μια μικρή νίκη για να παρηγορήσει τη μεγάλην ήττα.

Κάτι τέτοιο άλλωστε μπορεί να συμβαίνει και για μιαν άλλη ιστορία, που μου την είχε πει ο παππούς μου, ότι, λέει, τον Απρίλη του 1952, λίγες μέρες μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη, ή ίσως το 1953 στην πρώτη επέτειο της εκτέλεσής του, κάποιος ακροατής ζήτησε από την εκπομπή του ΕΙΡ που έπαιζε επιθυμίες των ακροατών, να παιχτεί κάποιο ρέκβιεμ ή πένθιμο εμβατήριο «εις μνήμην του πολυφιλήτου Νικολάου Μπελογιάννη». Μπορεί κι αυτό να έγινε, μπορεί να ήταν ιστορία παρηγοριάς…

 

Posted in Βάρναλης, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 79 Σχόλια »

Έλλη Παππά (1920-2009)

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2009

dspphoto

Με τον Μπελογιάννη στη δίκη

Πέθανε σήμερα το πρωί η αγωνίστρια, συγγραφέας και δημοσιογράφος Έλλη Παππά. Για τη συντρόφισσα του Νίκου Μπελογιάννη θα γραφτούν ασφαλώς πολλά, οπότε δεν θα έχει νόημα να παρουσιάσω εδώ τη βιογραφία της. Δεν τα λέει άσχημα η ηλέκδοση του Βήματος, ενώ καλό, και μάλιστα ενημερωμένο για τον θάνατο, είναι και το άρθρο της Βικιπαίδειας.

Είχα την τύχη να γνωρίσω την Έλλη Παππά -ήταν γλυκύτατη, πολύ υπομονετική με τους προπετείς νέους και γενναιόδωρη με τον χρόνο της.

Γενναιόδωρη ήταν και στους επαίνους (είχε χαρακτηρίσει ‘σχεδόν αντάξιο του Τσέχοφ’ ένα διήγημά μου!) αλλά και δεν χάριζε κάστανα -είχα λάθος το ‘ευάριθμος’, το διόρθωσε, έκτοτε το έμαθα. Όταν είχε εκδώσει μια μικρή μελέτη της (το «Σωθήτω η δημοτική», 1984 θαρρώ, που λείπει και από την εργογραφία της) της είχα στείλει ένα μακροσκελέστατο γράμμα, στο οποίο εξέθετα τις απόψεις μου. Βασικά συμφωνούσα μαζί της, αλλά την επέκρινα που διάλεξε καθαρευουσιάνικο τίτλο. Μου είχε απαντήσει με σοφία, η δε μεγάλη ειρωνεία της τύχης ήταν που 23 χρόνια μετά έβγαλα κι εγώ βιβλίο με τίτλο καθαρευουσιάνικο, τη Γλώσσα μετ’ εμποδίων.

Όμως, σταματώ εδώ να μιλάω για μένα και θα κλείσω με ένα επεισόδιο με γλωσσικό ενδιαφέρον. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πρέπει να ήταν, όταν είχε βγει η μόδα του «καλυτερότερος», και αμέσως διάφοροι λόγιοι είχαν σπεύσει να καταδικάσουν τη φθορά της γλώσσας και να προβλέψουν μύρια δεινά. Παρόλο που η ίδια είχε περάσει πια τα 70, άρα ήταν σε μια ηλικία όπου συνηθίζεται να γκρινιάζει κανείς με το νέο (μερικοί το παθαίνουμε από τα 45 μας), θυμάμαι ότι έγραψε στις εφημερίδες ένα μεγάλο γράμμα-άρθρο, όπου αποδελτίωνε ανάλογες εκφράσεις από την αρχαιότητα (ήταν και γερή στα φιλολογικά), όπως ‘παγκάκιστος’, ‘μεγιστότατος’ κτλ. Να σημειωθεί ότι αυτά τα έκανε πριν βγει το TLG, τώρα ξέρω και τα κάνω κι εγώ. Θέλω να πω, ήταν ανοιχτή στο καινούργιο και υπερασπιζόταν με φανατισμό το καινούργιο. Αιωνία της η μνήμη.

 

 

 

Posted in Εις μνήμην | Με ετικέτα: , | 82 Σχόλια »

Ύπαρξε ο Ιησούς; Μια (χαμένη;) εργασία του νεαρού Μπελογιάννη

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2009

Όταν έβαλα το «δύσκολο κουίζ», δεν φανταζόμουν πως θα το λύνατε μέσα σε λίγες ώρες, αλλά η συλλογική σοφία των φίλων του ιστολογίου είναι ως φαίνεται ακαταμάχητη -βοήθησαν βέβαια και τα στοιχεία που έδινα, διότι χάρη στη Βικιπαίδεια είναι πανεύκολο να βρεις ποιοι επιφανείς γεννήθηκαν τις χρονιές εκείνες και έζησαν τόσα ή τόσα χρόνια. Στο επόμενο κουίζ θα δώσω άλλου είδους στοιχεία, αν και καθόλου βέβαιος δεν είμαι πως θα σας δυσκολέψω περισσότερο.

0070Όπως σωστά μάντεψε πρώτα ο tsatsar (ο οποίος να συνεννοηθεί με τη γραμματεία του ιστολογίου για τα πλούσια δώρα, βίρτσουαλ βεβαίως), ο συντάκτης της εργασίας ήταν ο Νίκος Μπελογιάννης. Το περιοδικό στο οποίο στάλθηκε η εργασία ήταν οι «Νέοι πρωτοπόροι«, ένα λογοτεχνικό περιοδικό που εκδιδόταν από λογοτέχνες προσκείμενους στο ΚΚΕ.

Μια από τις μόνιμες στήλες του περιοδικού αυτού ήταν, όπως βλέπετε αριστερά, η «Κριτική της συνεργασίας που πήραμε». Οι περισσότερες συνεργασίες, βέβαια, ήταν ποιήματα και διηγήματα και ο κριτής του περιοδικού, αν ήταν ένας, ήταν αρκετά αυστηρός και σε θέματα ιδεολογίας και σε θέματα μαστοριάς. Άλλους επικρίνει για ιδεολογικές αδυναμίες και σε άλλους λέει πως το διήγημά τους στέκει ιδεολογικά αλλά είναι προκήρυξη και όχι λογοτεχνικό έργο. Μερικούς ενθαρρύνει να γράψουν ρεπορτάζ και όχι λογοτεχνία, ενώ σε κάποιους άτυχους κόβει απερίφραστα κάθε ελπίδα! Ακόμα και όσους επαινεί, τους κάνει υποδείξεις για βελτίωση. Δεν αποκλείεται ο άτεγκτος αλλά εύστοχος αυτός κριτής να ήταν η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η αρχισυντάκτρια του περιοδικού, αλλά αυτό είναι δικιά μου εικασία που τη λέω έτσι κουτουρού. Όποιος ξέρει, ας πει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κουίζ, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 33 Σχόλια »