Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νίκος Τσιφόρος’

Πριν, τότε, μετά (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2023

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρυσι τον Ιούλιο κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Tο σημερινό είναι μια τριλογία με διαφορετικά θέματα που δείχνουν την θεώρηση των πραγμάτων και των ενδιαφερόντων πριν, κατά ή μετά από ένα γεγονός που αλλάζει την φιλοσοφία της ζωής μας, όπως λέει ο Τζι, που μου έστειλε και τις φωτογραφίες που συνοδεύουν τη δημοσίευση.

 

Πριν

Η φωτογραφία

Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν…να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.

Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ’ την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ’ αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ’ ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.

Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.

Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.

 

Τότε

Η πρώτη γνωριμία

Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι’ όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι’ η κοινωνία … άρα έτσι θάναι !

Οπως η κοινωνία λέει και επιμένει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται, ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο.

Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε για πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος, αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε και σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που – ίσως – δεν θα σκεφτόμαστε τίποτε άλλο, παρά τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα, ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την χρονική αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :
(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)

– Κι’ ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο
– Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
– Κι’ όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
– Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
– Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
– Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
– Οσοι αιώνες κι’ αν περάσουνε
– Η «λογική» κι η «τρέλλα»

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες και σε όλους τους αιώνες, όπως έκανε στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς κάπου και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή…

Ηταν κάτι το πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι, ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής, ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με αυτόν τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι’ αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς.

Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι’ άλλοτε φωτισμένο, μα πάντοτε το ίδιο στραμμένο προς την γη των ζωντανών…

 

Μετά

Ένα πρωινό στην πλατεία του χωριού

Την κοιτούσε αλλά μάλλον ήταν τόσο πολύ αφηρημένος που δεν την έβλεπε, του γεννούσε εξ άλλου τόσους συνειρμούς που θα ήταν αδύνατον σε μια από τις αισθήσεις του- στην όραση εκείνη τη στιγμή-  να επικρατήσει στο μυαλό του.

Ηταν τα νιάτα της που τον χτύπαγαν στο υπογάστριο, το ξανθό α λα γκαρσόν μαλλί της που αναδείκνυε έναν υπέροχο λαιμό και τα χοντρά άγαρμπα ποδοδάκτυλα που σηκώνονταν σαν περπατούσε με τις σαγιονάρες που τράβαγαν το βλέμμα του. Είχαν γι αυτόν κάτι το έντονα σεξουαλικό αυτού του είδους τα δάκτυλα και η κίνησή τους. Είχε παρκάρει- μάλλον παρατήσει – το θηριώδες τζιπ της στην πλατεία του χωριού και πήγαινε χαμογελαστή και φουριόζα στο μανάβικο καλημερίζοντας τους θαμώνες του διπλανού καφενείου. Ολοι την έτρωγαν με τα μάτια, άλλος για το πλούσιο στήθος της, άλλος για τη μέση της κι άλλος για τα καλοσχηματισμένα από τον πολύ χορό ημισφαίρια. Η κοπελιά δεχόταν τα βλέμματα των συγχωριανών της με κατανόηση, η σαρκική υπεροχή της ερχόταν να προστεθεί στην οικονομική αλλά και στην εθνική – όπως πίστευε- υπεροχή της.

Η οικονομική υπεροχή ήταν αναμφισβήτητη. Τα παραλιακά κατσάβραχα όπου έβοσκε τα ζα ο παπούς της είχαν αποκτήσει μεγάλη αξία όταν έφτασε -επί χούντας- ο δρόμος κι ο τουρισμός στο χωριό της. Ολοι οι κάτοικοι ευγνωμονούσαν το στρατιωτικό καθεστώς αγνοώντας πως ο δρόμος είχε αποφασισθεί να γίνει  πριν έλθει αυτό στην εξουσία. » Οι άχρηστοι πολιτικοί όλο υποσχέσεις ήτανε και μεις πηγαίναμε με το καΐκι στ’ άλλα χωριά» ήταν η μόνιμη επωδός τους όταν κάποιος επιχειρούσε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ο παπούς της κοπελιάς δεν παρασύρθηκε από την γρήγορη άνοδο των τιμών. Μαθημένος στη φτώχεια του ζήταγε με γαϊδουρινή υπομονή ένα αστρονομικό ποσό για μια λουρίδα βραχώδους γης που έμπαινε μέσα στη θάλασσα. Δεν το πίστευε κανείς αλλά βρέθηκε ένας βαρεμένος αμερικάνος που ήθελε να κτίσει «σπίτι στη θάλασσα» και πλήρωσε πέντε φορές επάνω την τρέχουσα τιμή του οικοπέδου. Ξεκίνησε να κτίζει το «σπίτι στη θάλασσα» κι όταν το τέλειωσε εξαφανίσθηκε, μάλλον πέθανε. Ποτέ κανένας κληρονόμος δεν άνοιξε το σπίτι στη θάλασσα που έμεινε ακατοίκητο να σαπίζει στα κτυπήματα της θάλασσας και του αγέρα.

Τα παιδιά του παπού, ανάμεσά τους κι ο πατέρας της κοπελιάς, κεφαλαιούχοι του χωριού πλέον, τόριξαν στις τουριστικές μπίζνες, «ρούμς του λετ» και καφετέριες που εξελίχθηκαν σε πιο πολιτισμένες επιχειρήσεις, όπως ξενοδοχεία και βενζινάδικα. Τα παιδιά τους, ανάμεσά τους κι η κοπελιά, δεν χρειάσθηκε να δουλέψουν, πήραν μόνο ένα σεμινάριο από τους γονείς τους πως να κλέβουν την εφορία και το φι-πι-α, δεν τους χρειάζονταν περισσότερα.

Η κοπελιά βγήκε από το μανάβικο με τα ψώνια της. Χαμογελούσε συνεχώς, είχε όλα τα προβλήματά της λυμένα, όπως ο ήλιος στη καθημερινή του διαδρομή. Τα βλέμματα όλων την ακολουθούσαν αυξάνοντας την αυτοπεποίθησή της. Ηταν περήφανη για το ολοφάνερα μακρύ, σλάβικο σώμα της που αναπτύχθηκε όταν μετά την κατοχή η διατροφή των παιδιών έπαψε να είναι τραγική καθώς και για το αρβανίτικο αγύριστο κεφάλι της που κανένα σχολείο δεν ήταν σε θέση να της το διορθώσει. Εξ άλλου δεν το είχε ανάγκη, μπορούσε να περάσει ζωή χαρισάμενη και με τα λίγα και στραβά πράγματα που ήξερε. Ετσι υπερηφανευότανε για την ελληνική καταγωγή της -κατευθείαν από τον Σωκράτη και την Ξανθίππη- και σιχαινότανε τους αλβανούς και βούλγαρους που ξεζούμιζε στις επιχειρήσεις της. Τα προσόντα της επεκτείνονταν και στην μαγειρική όπου η προτίμησή της συνέπιπτε με τα εθνικά της ιδεώδη. Ετσι όταν είχε χρόνο έφιαχνε περίτεχνο ιμάμ μπαϊλντί ή μουσακά αλλά και το ατζέμ πιλάφι ήταν στο ρεπερτόριό της ενώ όταν βαριότανε να μαγειρέψει δοκίμαζε τις συνθετικές της ικανότητες στην πίτσα, παίζοντας με τα υλικά που άπλωνε στην έτοιμη πίττα. Οι φίλες της κι οι συγγενείς της που είχαν την τύχη να δοκιμάσουν την μαγειρική της είχαν να το λένε πως ήταν πολύ προχωρημένη στην ελληνική κουζίνα.

Η κουλτούρα της περιοριζότανε σε καψουροτράγουδα και δημοτικά που τα χόρευε μανιωδώς. Εξ άλλου ήταν ιδρυτικό μέλος και χορηγός της γυναικείας ομάδας χορού του χωριού της στην οποίαν συμμετείχε και ένας νέος, ολοφάνερα αδερφή. Η επιτυχία των χορευτικών εκδηλώσεων μεγάλωνε το κύρος της και τα σκαλοπάτια που θα έπρεπε να ανέβει ο πρίγκηπας που θα την κατακτούσε. Η λεσβιακή οδός φάνταζε πιο εύκολη και οι κακές γλώσσες είχαν ήδη αρχίσει να ψιθυρίζουν.

Το βλέμμα του είχε μαγνητισθεί από το γαλάζιο του μπλουτζίν της. Περιέργως δεν πήγαινε στο περιεχόμενο του παντελονιού αλλά προσπαθούσε να καταλάβει αν πλησίαζε περισσότερο το γαλάζιο της ακίνητης θάλασσας ή το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού, λίγο πριν φέξει. Το χρώμα έσπαζε στα γόνατα όπου το ξεφτισμένο ύφασμα άφηνε να φανεί το χρώμα της επιδερμίδας της. Το παντελόνι τελείωνε σε μια λυγερή μέση που δεν είχε ανάγκη από ζώνη να το συγκρατήσει, τόσο εφαρμοστό ήτανε. Πιο πάνω, το άσπρο πουκάμισο δεμένο κόμπο στο γυμνό στομάχι της θύμιζε άγραφο χαρτί, ίδιο με το μυαλό του εκείνη τη στιγμή. Η κοπελιά τον κοίταξε κι αμέσως σκόνταψε, το μάτι του «έπιανε».

Ο θεός της Ελλάδας να σε έχει καλά» της είπε κι αμέσως ανέβηκε πρώτος στη λίστα των υποψηφίων εραστών της, όταν και αν αποφάσιζε να δοκιμάσει τις ετεροφυλικές σχέσεις. Τον ήξερε από το τοπικό κουτσομπολιό, τον θεωρούσανε απόμακρο. Σκέφθηκε πως ήταν ώριμος, εχέμυθος και συμπαθητικός.

Του γέλασε παιχνιδιάρικα και μπήκε στο τζιπ της όπου η φίλη της την περίμενε υπομονετικά και τώρα πια, ζηλότυπα…

 

 

Advertisement

Posted in Διηγήματα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 76 Σχόλια »

Και πάλι για το περιφρονημένο φρούτο

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2022

Θα επαναλάβω σήμερα ένα άρθρο που έχει δημοσιευτεί ξανά στο ιστολόγιο, ένα άρθρο της σειράς των φρούτων -είναι άλλωστε η εποχή του περιφρονημένου φρούτου που θα σας παρουσιάσω (ξανά) σήμερα. Ποιο φρούτο; Το βλέπετε στην εικόνα: το μούσμουλο.

Τα είδα στον μανάβη, αλλά μου τα θύμισε και μια φίλη, που με ρώτησε αν τη λέξη μούσμουλο, που λέγεται στα ιταλικά nespolo και στην Κρήτη δέσπολο, έχει αρχή ελληνική ή ιταλική -ποιος το πήρε από ποιον με άλλα λόγια. Της απάντησα σε συντομία και της σύστησα να δει το άρθρο που θα έγραφα για περισσότερα.

Κατά την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, που έγινε πριν από 6 χρόνια (τέτοια εποχή, παρά δύο μέρες!) είχα πει ότι το λέω περιφρονημένο το μούσμουλο, με τα πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και τη σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα, παρόλο που έχει φανατικούς φίλους διότι ποτέ δεν κατέκτησε τις μάζες, όσο ωραίο κι αν είναι το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης.

Σε εκείνη τη δημοσίευση ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού θύμισε ότι και τη μουσμουλιά την είχε κοροϊδέψει ο μέγας Τσιφόρος, σε ένα του ευθυμογράφημα της σειράς Παιδιά της πιάτσας, με τίτλο «Ο μούσμουλος». Εκεί, φαντάζεται τον Θεό να λέει μια μέρα «Ρε δεν κάθουμαι να σκαρώσω ένα δέντρο κορόιδο να σπάνε πλάκα τα υπόλοιπα φυτά;». Και πράγματι δίνει διαταγή στον Γαβρίλη (τον αρχάγγελο Γαβριήλ): «Το δέντρο, μεγάλα φύλλα το θέλω, καθότι τα μεγάλα θα φορεθούν πολύ φέτος και να’χει καρπόν, τα κουκούτσα να τρώνε το ψαχνό, διότι μας είναι και χρήσιμα». Χρήσιμα, επειδή θα τα παίρνουν οι ευσεβείς να τα κάνουν κομπολόγια για τις προσευχές.

Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσετε με τον Τσιφόρο ότι είναι για κοροϊδία η μουσμουλιά. Αυτό που ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν το ήξερε ο Τσιφόρος, είναι ότι στην πραγματικότητα οι σημερινές μουσμουλιές δεν είναι ίδιες με αυτές που ήξεραν οι προπαππούδες μας, οι οποίοι είχαν υπόψη τους μια πολύ διαφορετική ποικιλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 106 Σχόλια »

Η αλήθεια για την Εύα (εύθυμο διήγημα του gpoint)

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτιο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Το σημερινό διήγημα, σύντομο όπως τα περισσότερα του Τζι, ο ίδιος το χαρακτήρισε «τσιφορικό», κάτι που μου θύμισε πως και τη δική μου πρώτη συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία») την είχε χαρακτηρίσει «με τσιφορικό ύφος» ο άνθρωπος του εκδότη που την είχε διαβάσει. Αλλά νομίζω πως και η Μυθολογία του Αύγουστου Κορτώ τσιφορική μπορεί να χαρακτηριστεί, αν κρίνω από αποσπάσματα που έχω δει. Δεν είναι πάντως υποτιμητικός ο χαρακτηρισμός, κάθε άλλο.

Ο Τζι βάζει και… δυσκλαίμηρον στο διήγημά του: Οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ’ ευθύνη τους. Είπε και ελάλησε, οπότε αμαρτίαν ουκ έχει.

Η αλήθεια για την Εύα

Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε.
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ’ αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος.
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως  και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βίβλος, Διηγήματα, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »

Ο Μποστ πριν από το μποστάνι του – 3

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2019

Την προπερασμένη Παρασκευή άρχισα να δημοσιεύω μια μικρή σειρά τεσσάρων άρθρων με γελοιογραφίες του Μποστ που δημοσιεύτηκαν τους πρώτους μήνες του 1959 στο περιοδικό Ταχυδρόμος, υποτίθεται ως εικονογράφηση του εύθυμου αφηγήματος «Σταυροφορίες» του Νικ. Τσιφόρου που δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό.

Λέω «υποτίθεται», επειδή, όπως είπα και στο πρώτο άρθρο, τα σκίτσα του Μποστ αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Να θυμόμαστε ότι το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Το δεύτερο άρθρο της σειράς αυτής δημοσιεύτηκε εδώ. Σήμερα συνεχίζουμε με το τρίτο άρθρο. Ωστόσο, επειδή είχα μετρήσει λάθος τα σκίτσα, τελικά θα έχουμε πέντε συνολικά συνέχειες, όχι τέσσερις. Όσοι δεν συμπαθούν πολύ τον Μποστ, ας κάνουν υπομονή.

Στη σημερινή δημοσίευση θα δούμε τρία σκίτσα. Και ξεκινάμε.

Το πρώτο σκίτσο της σειράς δημοσιεύτηκε, πάντοτε στον Ταχυδρόμο, στις 28 Φεβρουαρίου 1959. Εικονογραφούσε τη συνέχεια των Σταυροφοριών που είχε τίτλο «Καρδιά λιονταριού, μυαλό κοκόρου» κι έτσι, για μια φορά, μπορούσε να πει κανείς πως ο Μποστ έμενε πιστός στο θέμα της ιστορίας του Τσιφόρου:

Επιφανειακά, λοιπόν, το σκίτσο έχει θέμα σχετικό, αφού το κεφάλαιο του Τσιφόρου παρουσιάζει πράγματι τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, ωστόσο η ατάκα του Ριχάρδου, η ιστορική φράση «Είμαστε οι Ριχάρδοι και δέρνουμε» κάνει λογοπαίγνιο με ένα μικροσυμβάν της επικαιρότητας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 113 Σχόλια »

Ο Μποστ πριν από το Μποστάνι του (2)

Posted by sarant στο 5 Απριλίου, 2019

Την περασμένη Παρασκευή άρχισα να δημοσιεύω μια μικρή σειρά τεσσάρων άρθρων με γελοιογραφίες του Μποστ που δημοσιεύτηκαν τους πρώτους μήνες του 1959 στο περιοδικό Ταχυδρόμος, υποτίθεται ως εικονογράφηση του εύθυμου αφηγήματος «Σταυροφορίες» του Νικ. Τσιφόρου που δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό.

Λέω «υποτίθεται», επειδή, όπως είπα και στο πρώτο άρθρο, τα σκίτσα του Μποστ αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Να θυμόμαστε ότι το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Το πρώτο σκίτσο της σημερινής δημοσίευσης (και πέμπτο συνολικά) δημοσιευτηκε στον Ταχυδρόμο στις 31 Ιανουαρίου 1959 και εικονογραφούσε το κεφάλαιο «Ιερουσαλήμ – Τέρμα».

Ένα ακόμα σκίτσο που αναπαράγει τα στερεότυπα περί βρετανικής ομοφυλοφιλίας, και που σήμερα θα ενοχλούσε.

Παρ’ όλ’ αυτά, να επισημάνουμε το έξοχο λογοπαίγνιο «τι είν’ αυτό που το λένε αράπη», πάνω στο πασίγνωστο τραγούδι «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη«, καθώς και την παράτονη ρίμα «Χαλιμάς – το χάλι μας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Μεγάλη Βρετανία, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , , | 90 Σχόλια »

Ο Μποστ πριν από το Μποστάνι του (1)

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2019

Το 1959 συνέβησαν διάφορα σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν τον ρου της ιστορίας και την πορεία της ανθρωπότητας. Ένα από αυτά ήταν ότι γεννήθηκα εγώ, αλλά από μετριοφροσύνη θα αναφερθώ σε ένα άλλο: μέσα στο 1959 ο Μποστ έκανε το καθοριστικό βήμα από την εικονογράφηση στην αυτοτελή πολιτική γελοιογραφία και την ίδια χρονιά γέννησε τους κοσμαγάπητους ήρωές του: μαμα-Ελλάς, Πειναλέοντα και Ανεργίτσα.

Πράγματι, το 1959 βρίσκει τον Μποστ να συνεργάζεται με τον Ταχυδρόμο, όπου εικονογραφεί διάφορα διηγήματα που δημοσιεύει το περιοδικό καθώς και τις Σταυροφορίες του Ν. Τσιφόρου. Ολοένα και περισσότερο, όμως, ο σκιτσογράφος δείχνει ν’ ασφυκτιά στα στενά περιθώρια της εικονογράφησης, όπου είναι υποχρεωμένος να σχολιάζει κείμενα άλλου, και εκδηλώνει τάσεις αυτονόμησης και σχολιασμού της πολιτικής επικαιρότητας. Τελικά, στις αρχές Μαΐου ολοκληρώνονται οι Σταυροφορίες και από τον Ιούνιο ο Μποστ αποκτά τη δική του στήλη, με μία γελοιογραφία την εβδομάδα και με τίτλο Το Μποστάνι του Μποστ. Εκεί θα δημιουργήσει τους ήρωές του που θα τους ξεδιπλώσει καταρχάς στον Ταχυδρόμο και μετά (1960-63) στην Ελευθερία και στη Μακεδονία (1960) και αργότερα στην Αυγή (1963-66).

Σε μια σειρά τεσσάρων άρθρων λογαριάζω να παρουσιάσω τα σκίτσα που δημοσίευσε ο Μποστ στον Ταχυδρόμο πριν από το Μποστάνι, τους πρώτους 4 μήνες του 1959, σκίτσα που υποτίθεται πως εικονογραφούν τις Σταυροφορίες του Τσιφόρου αλλά αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Να σημειώσω ότι, όπως λέγεται, ο Νίκος Τσιφόρος δεν καλόβλεπε τις τάσεις αυτονομίας του εικονογράφου του. Αν αυτό ισχύει δεν το ξέρω, αλλά το βέβαιο είναι πως οι Σταυροφορίες εκδόθηκαν σε βιβλίο με σκίτσα (λιγοστά και χωρίς λόγια) του Κώστα Μητρόπουλου.

Ξεκινάμε λοιπόν, σε αυστηρά χρονολογική σειρά.

Το πρώτο σκίτσο δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 1959 και εικονογραφούσε το κεφάλαιο «Μισσίρ, η χώρα της πλούσιας λάσπης» των Σταυροφοριών.

Τυπικά πρόκειται για πειθαρχημένη εικονογράφηση, αφού παρουσιάζει Σταυροφόρους να γευματίζουν. Ωστόσο, αν το προσέξουμε βλέπουμε ήδη τον προσανατολισμό προς την επικαιρότητα αφού το θέμα του σκίτσου αναφέρεται όχι στο κείμενο του Τσιφορου (όπου δεν υπάρχει τίποτα το χριστουγεννιάτικο) αλλά στις γιορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους -που μάλιστα σκιτσογραφική αδεία (πάνω αριστερά) είναι το 1159.

Το λογοπαίγνιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο: Γάλοι τρώγοντες γάλον.

Το δεύτερο σκίτσο δημοσιεύτηκε στις 10 Ιανουαρίου 1959 και εικονογραφούσε το κεφάλαιο Ακόμα ένα ταξιδάκι.

Και πάλι επιφανειακά έχουμε πειθαρχημένη εικονογράφηση αλλά ήδη το «άσεμνο» λογοπαίγνιο του τίτλου ξεκινάει την ανατροπή που την ολοκληρώνει ο παιγνιώδης διάλογος.

Το τρίτο από τα σημερινά σκίτσα δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου 1959 και είναι το πρώτο από τα αντιαγγλικά της σειράς. Εικονογραφεί το κεφάλαιο «Ο Βαλδουίνος νούμερο τέσσερα» αλλά ουδεμία σχέση εχει με τον Βαλδουίνο.

Ο Βαλδουίνος βεβαια δεν ήταν Άγγλος αλλά ο Μποστ βαζει Τούρκους (και όχι Άραβες) να έχουν πιάσει αιχμάλωτον έναν γενναίο Άγγλο ο οποίος αρνείται να αλλάξει την πίστη του και προφέρει τη μνημειώδη ατάκα: Εγώ Άγγλος εγεννήθην και ως τοιούτος θα αποθάνω! Δεν ξέρω αν χρειάζεται, για τους νεότερους, να επισημάνω ότι «τοιούτος» ήταν, την εποχή εκείνη, ο κατεξοχήν μη χυδαίος (αλλά υποτιμητικός πάντοτε) όρος αναφοράς σε ομοφυλόφιλο άντρα.

Και το τέταρτο και τελευταίο για σήμερα σκίτσο, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 24ης Ιανουαρίου 1959 εικονογραφώντας το κεφάλαιο Αρτσιβούρτσι και λουλάς.

Eδώ δεν έχουμε μόνο λογοπαίγνια με υπαινιγμούς αλλά και οι Άγγλοι σταυροφόροι αποκτούν όλοι στρουμπουλά και τροφαντά οπίσθια.

Ανοιχθώμεν κουνηθώμεν, δύσκολα παραδοθώμεν. Τόσον ωραίοι και τόσον άγριοι. Σώμα προς σώμα -οι ατάκες των Άγγλων είναι, θαρρώ, εύγλωττες.

Και το σκίτσο αυτό εισάγει και μιαν άλλη πρωτοτυπία που αργότερα έμελλε να καθιερωθεί ως τακτικό στοιχείο των μποστικών γελοιογραφιών: το κείμενο της μπορντούρας.

Εδώ, το κείμενο της μπορντουρας αρχικά αναπαράγει τα λόγια των στρατιωτών του σκίτσου ενώ μετά προσθέτει:

Enedra stisomen – Ton Tourcon exantlisomen
Prin mas fagi mavro xoma – Palesomen soma pros soma
Das katastasis ist zer apelpistiche – Und alles trexomen eis parkensen.

Δηλαδή, το σκίτσο αυτό διεκδικεί και μιαν άλλη πρωτιά: είναι η πρώτη γελοιογραφία που έχει λεζάντα σε γκρίκλις.

Με την ευκαιρία, βλέπουμε την ολέθρια επίπτωση των γκρίκλις, για την οποία μας προειδοποιεί και ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης. Ώσπου να κάνει το σκίτσο αυτό, ο Μποστ ήταν άριστος στην ορθογραφία. Μόλις όμως χρησιμοποίησε γκρίκλις πήρε τον κατήφορο και ξέχασε οσα είχε μάθει, σε σημείο που το όνομά του να γίνει συνώνυμο της ανορθογραφίας. Να το έχουμε στο νου μας αυτό.

Πολύ σύντομα, η δεύτερη συνέχεια των σκίτσων του Μποστ πριν από το Μποστάνι!

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 225 Σχόλια »

Η πώρωση δεν έχει πόρους

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2018

Τις υποσχέσεις καλό είναι να τις τηρεί κανείς. Το ιστολόγιο δυστυχώς μοιράζει απλόχερα υποσχέσεις για γράψιμο άρθρων, κάποτε ρητά διατυπωμένες, κάποτε έμμεσα («αξίζει χωριστό άρθρο αυτό το θέμα»). Το παραδέχομαι πως δίνω περισσότερες υποσχέσεις απ’ όσες μπορώ να τηρήσω, κι έτσι σήμερα, που φίλος μού θύμισε μια τέτοια υπόσχεση, έστω κι έμμεση, σπεύδω ν’ ανταποκριθώ.

Πριν από λίγους μήνες, σε ένα σαββατιάτικο άρθρο με μεζεδάκια, σχολιάζαμε τη φράση «Ο σοβιετικός ύμνος παίζει σε αγώνα της εθνικής Ρωσίας και πορώνει τους διεθνείς!» και τους τύπους «πορώνω» και «πόρωση» που χρησιμοποιούνταν σε ένα άρθρο. Και γράφαμε:

Ωστόσο,  το συναίσθημα του έντονου πάθους λέγεται «πώρωση», όχι «πόρωση». Ίσως όμως χρειάζεται χωριστό άρθρο για να ξεμπλέξουμε την πόρωση και την οστεοπόρωση από την πώρωση.

Οπότε, σήμερα έχουμε το άρθρο που θα προσπαθήσει να ξεμπλέξει αυτό το συχνότατο ορθογραφικό λάθος και τη σύγχυση που προκαλείται ανάμεσα σε δυο ομόηχες λέξεις και τα παράγωγά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Τι κάνει ο ναμικιόρης;

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2017

Εννοώ, τι σημαίνει η λέξη; Θα μου πείτε, γιατί δεν ανοίγεις ένα λεξικό να δεις τη σημασία της; Θα σας απαντήσω ότι ασφαλώς αυτή είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος, αλλά υπάρχει ένα προβληματάκι.

Βλέπετε, κανένα από τα μεγάλα λεξικά μας δεν καταγράφει τη λέξη, ούτε τα νεότερα ούτε τα παλιά -εκείνος ο Δημητράκος που διαφήμιζε πως είναι λεξικό «όλης» της ελληνικής και καταγράφει ευλαβικά όλα τα σαρίδια του Ησυχίου, ακόμα και τις λάθος γραφές, απαξιεί (σικ) να καταχωρήσει λαϊκές λέξεις πολύ κοινότερες από τον ναμικιόρη.

Ότι ο ναμικιόρης δεν βρίσκεται στα λεξικά μας το ήξερα, και όταν έφτιαχνα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται συμπεριέλαβα μέσα και αυτή τη λέξη -αναφέροντας τη σημασία που ήξερα, και που την είχα διασταυρώσει με διάφορα γλωσσάρια, ότι ναμικιόρης είναι ο αχάριστος. Οπότε, προς τι το σημερινό άρθρο;

Τις προάλλες, μια φίλη σχολίασε στο Φέισμπουκ: Σαν δεν ντρέπεται, ο αναμικιόρης!

Αναμικιόρης είναι παραλλαγή του ναμικιόρη. Η ανάπτυξη τέτοιου προτακτικού α-, όχι στερητικού βέβαια, είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, συνήθως σε θηλυκά ουσιαστικά (αλησμονιά, αμασχάλη, απαλάμη, αλυγαριά) αλλά όχι μόνο (αράθυμος). Στα αρσενικά, το α- προκύπτει από συνεκφορά με το αόριστο άρθρο (είδα ένα ναμικιόρη, έναναμικιόρη, έν’ αναμικιόρη).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , , , | 169 Σχόλια »

Σύρμα!

Posted by sarant στο 15 Δεκεμβρίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι απόρροια μιας συζήτησης που έγινε τις προάλλες, στα σχόλια του άρθρου που είχαμε βάλει για τα λεξιλογικά της περιπέτειας Ο Αστερίξ και το χρυσό δρεπάνι. Όπως θα δείτε, ουσιαστικά συνοψίζω όσα ειπώθηκαν στη συζήτηση εκείνη, προσθέτοντας ελάχιστα δικά μου. Νομίζω όμως πως το άρθρο δεν είναι περιττό, επειδή έτσι δίνεται η ευκαιρία να ενημερωθούν για τη συζήτηση και να σχολιάσουν και όσοι δεν την είχαν πάρει είδηση -διότι δεν διαβάζουν όλοι ως το τέλος τα σχόλια, ιδίως αν το άρθρο δεν τους ενδιαφέρει.

xxiiΛοιπόν, στα σχόλια της περιπέτειας του Αστερίξ, ο φίλος μας ο Corto είδε στη μετάφραση (του Αργ. Χιόνη) τη φράση «Σύρμα! Οι Ρωμαίοι!» και έφερε τη συζήτηση για τη φράση αυτή. Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι γίνεται ένας καβγάς σε νυχτερινό κέντρο, όπου ο Αστερίξ και ο Οβελίξ ξυλοφορτώνουν τους μπράβους μιας συμμορίας λαθρεμπόρων και ξαφνικά ένας από τους δαρμένους μπράβους φωνάζει «XXII! Les Romains!!» και όλοι οι λαθρέμποροι το σκάνε.

Η φράση του Αστερίξ είναι αναχρονισμένη παραλλαγή μιας γνωστής γαλλικής φράσης της αργκό, της φράσης «Vingt-deux, voilà les flics», κατά λέξη «Εικοσιδύο, οι μπάτσοι!», που ολοφάνερα αντιστοιχεί ακριβώς στη δική μας «Σύρμα!» -για τις ανάγκες της ιστορίας ο αριθμός 22 γράφτηκε στο ρωμαϊκό σύστημα και οι μπάτσοι έγιναν Ρωμαίοι. Ο Χιόνης πολύ σωστά το μεταφράζει «Σύρμα, οι Ρωμαίοι!» ενώ η Μαραντέι (των εκδόσεων Μαμούθ που είναι αυτές που κυκλοφορούν τώρα) αστοχεί, αφού το αποδίδει «ΧΧΙΙ, οι Ρωμαίοι!» που δεν λέει τίποτα στον Έλληνα αναγνώστη.

Η αργκοτική φράση σε μας είναι συνήθως ένα σκέτο «Σύρμα!» και χρησιμοποιείται ως επιφώνημα προειδοποίησης, «για να ειδοποιήσουμε κάποιον ότι πρέπει να εγκαταλείψει κάποια παράνομη δραστηριότητά του, γιατί πλησιάζει ένα όργανο τάξεως ή ελέγχου» (ορισμός από το ΛΚΝ).

Ο φίλος μας ο Κόρτο αναρωτήθηκε αν το επιφώνημα «Σύρμα!» υπήρχε προπολεμικά ή αν γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή ή στον πόλεμο, όπως δείχνουν κάποιες ενδείξεις. Αυτή η ερώτηση προκάλεσε τη συζήτηση που θα συνοψίσω στο σημερινό άρθρο. Εννοείται ότι  η προσπάθεια για χρονολόγηση της έκφρασης πηγαίνει χέρι-χέρι με την προσπάθεια για «ετυμολόγησή» της -να βρούμε δηλαδή από πού προήλθε, για ποιο λόγο κάποιοι πρόγονοί μας είπαν «Σύρμα!» θέλοντας να προειδοποιήσουν ότι πλησιάζει κάποιο όργανο της τάξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Πώς τραβιούνται τα σαντεκλέρια λοιπόν;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2016

Τον καιρό της νιότης μου, τα καλοκαιρινά σινεμά παίζανε επαναλήψεις, πρόβαλλαν δηλαδή παλιότερες ταινίες, οπότε ήταν μια ευκαιρία να συμπληρώσει κανείς τα κενά του ή να θυμηθεί παλιότερα έξοχα έργα. Σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα θερινά παίζουν ταινίες πρώτης προβολής -αλλά σε αυτή την παλιά συνήθεια θα καταφύγει το ιστολόγιο, αφού το έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημοσιεύει καλοκαιριάτικα ένα άρθρο κάθε μέρα σε αδιάλειπτο σερί.

Το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια -παρά μία μέρα. Στη συνέχεια, τη λέξη «σαντεκλέρι» τη συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Εδώ αναδημοσιεύω το παλιό άρθρο με αρκετές επικαιροποιήσεις παίρνοντας επίσης υπόψη τα σχόλια που είχαν γίνει κατά την πρώτη δημοσίευση. 

Lucien-Guitry-1860-1925-In-Chantecler-By-Edmond-Rostand-1868-1918Το άρθρο αυτό γεννήθηκε από ένα δικό μου σχόλιο σε  ένα λήμμα του εξαιρετικού ιστότοπου slang.gr. Εδώ, αναπτύσσω περισσότερο την άποψή μου.

Λοιπόν, στο slang.gr τέθηκε η απορία για την προέλευση της φράσης «θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια«, που είναι -κατά το εκεί άρθρο- μια παμπάλαιη μάγκικη έκφραση. Και βέβαια, ενώ η σημασία της έκφρασης είναι προφανής, σημαίνει «θα μαλώσουμε άσκημα», η λέξη «σιντεκλέρια» είναι εντελώς άγνωστη και μυστηριώδικη, πολύ περισσότερο που τη βρίσκουμε και με άλλες παραλλαγές: σαντεκλέρια, σεντεκλέρια, σιντεγκλέρια.

Ο φίλος Χότζας που έγραψε το αρχικό άρθρο στο slang.gr και οι υπόλοιποι στα σχόλια προσπάθησαν, με τα ελάχιστα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους,  να βγάλουν νόημα, προτείνοντας με επιφυλάξεις την προέλευση από το ότι το «σαντικλέρι» είναι γυναικείο κοκαλάκι για τα μαλλιά, αλλά και φυλαχτό, διακοσμητικό -αλλά τελικά στα σχόλια νομίζω ότι συμφώνησαν με την εκδοχή που πρότεινα.

Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι η έκφραση «θα τραβηχτούμε σαν τα σαντεκλέρια» (ή σαν τα σεντεκλέρια ή σιντεκλέρια) ακούγεται στην κλασική ελληνική κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», που προβλήθηκε το 1961 σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου και σκηνοθεσία Πολύβιου Βασιλειάδη. Την ταινία θα την έχετε πιθανώς δει, αλλά αν δεν θυμάστε τη συγκεκριμένη ατάκα μπορείτε να τη δείτε εδώ, είναι στο 8′.17 της ταινίας. Ο Ρίζος είναι ο κοντός του τίτλου, σώγαμπρος με πεθερά τη Βασιλειάδου η οποία του ψήνει το ψάρι στα χείλη. Αυτός υπομένει, αλλά λέει κατ’ ιδίαν στη γυναίκα του: «Κάποια στιγμή θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια».  Δεν ακούγεται ολοκάθαρα, άλλοι έγραψαν ότι ακούν «σιντεγκλέρια». Μπορεί βέβαια και ο ίδιος ο Ρίζος να μην είπε σωστά τη φράση, αν σκεφτούμε (βλ. πιο κάτω) ότι σε άλλο κείμενο του Τσιφόρου (του σεναριογράφου της ταινίας) υπάρχει η μορφή «σαντεκλέρια», που είναι και η αρχική κατά τη γνώμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 173 Σχόλια »

Διπλός Μποστ για την επέτειο

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2013

Σήμερα συμπληρώνονται 72 χρόνια από τη μέρα που ο Μανόλης Γλέζος με τον Λάκη Σάντα κατέβασαν τη χιτλερική σημαία από την Ακρόπολη, ένα θέμα με το οποίο έχουμε ασχοληθεί στο ιστολόγιο με αφορμή την επίθεση των σύγχρονων θαυμαστών του Χίτλερ εναντίον του Μανόλη Γλέζου (τους τσούζει ακόμα), καθώς και σε αντιδιαστολή με τον ανύπαρκτο ήρωα Κουκίδη. Οπότε, σκέφτομαι να (ξανα)παρουσιάσω ένα σκίτσο του Μποστ, δημοσιευμένο πριν από 49 χρόνια, που αναφέρεται έμμεσα μόνο στην ηρωική πράξη του Γλέζου. Αλλά για να μη μείνουν παραπονεμένοι όσοι ήδη ξέρουν το σκίτσο, θα παρουσιάσω και ένα ακόμα σκίτσο του Μποστ, που περιλαμβάνεται στην έκθεση Λαϊκαί Εικόναι στο Μουσείο Γουναρόπουλου, όπου θα κάνω αύριο ξενάγηση στα σκίτσα του Μποστ.

Το πρώτο από τα δύο σκίτσα, λοιπόν, δημοσιεύτηκε στις 31.5.1964 στην Αυγή:

mposta64-05-31

Ο Πειναλέων διαβάζει την «Αβγή» και περιγράφει στη «μυτέρα» του την προσέλευση επισήμων στην κηδεία του Παντίτ Νεχρού, του ηγέτη της Ινδίας (που είχε πεθάνει στις 28 Μαΐου από καρδιακή προσβολή). Με μπουζούκι στο χέρι, η μαμά Ελλάς απαντά ότι θα έπρεπε να υποβάλουν τα σέβη τους και οι Έλληνες συνθέτες που αντλούν έμπνευση  από τα ινδικά τραγούδια (ακριβέστερα: τα αρμέγουν). Στο φόντο, ο βράχος της Ακρόπολης με μια υπερμεγέθη ελληνική σημαία και στον ουρανό ένα γερμανικό αεροπλάνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »