Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ναπολέων Λαπαθιώτης’

Υπό εχεμύθειαν με την Έλλη Αλεξίου

Posted by sarant στο 5 Απριλίου, 2020

Μια και η επικαιρότητα στους πανδημικούς καιρούς μας είναι ζοφερή και καταθλιπτική, σκέφτομαι σήμερα να βάλω κάτι ανάλαφρο. Θα δημοσιεύσω μερικά ανέκδοτα. Όχι όμως ανέκδοτα με την τρέχουσα σημασία της λέξης («Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας, και λέει ο Άγγλος…») αλλά με την παλαιότερη, δηλαδή ένα συμβάν που αναφέρεται σε ιστορικό πρόσωπο αλλά που η αλήθεια του δεν επιβεβαιώνεται από έγκυρες ιστορικές πηγές [ορισμός από το ΛΚΝ]).

Και αυτά τα ανέκδοτα βέβαια συνήθως είναι αστεία ή πνευματώδη, κι αν δεν είναι αληθινά είναι μπεντροβάτα (όπως λέμε στο ιστολόγιο).

Η Έλλη Αλεξίου (1894-1988), η μικρότερη αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, από σημαντική οικογένεια λογίων του Ηρακλείου Κρήτης, είναι γνωστή για το λογοτεχνικό και το εκπαιδευτικό της έργο και για τη συμμετοχή της στην Εθνική Αντίσταση και στους κοινωνικούς αγώνες. Η Λιλίκα, όπως την έλεγαν οι φίλοι της, είχε επίσης έφεση στα ανέκδοτα και το 1976 εξέδωσε στη Σύγχρονη Εποχή τη συλλογή «Υπό εχεμύθειαν» στην οποία παρουσιάζει εκατοντάδες ανέκδοτα λογοτεχνών και γενικά ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων, αλλά και της πολιτικής, πολλά από τα οποία της τα αφηγήθηκαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές.

Tο βιβλίο αργότερα επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτης, όπου έχει εκδοθεί το σύνολο των έργων της Έλλης Αλεξίου, αλλά είναι προ πολλού εξαντλημένο και στην επανέκδοση.

Η Αλεξίου δημοσιεύει τα ανέκδοτα στη συλλογή της με τυχαία σειρά, έχει όμως ευρετήριο στο τέλος ώστε να βρίσκει εύκολα ο αναγνώστης ποια ανέκδοτα αναφέρονται σε κάθε πρόσωπο. Επίσης, για κάθε ανέκδοτο υπάρχει μνεία του προσώπου που το αφηγήθηκε.

Διάλεξα λοιπόν κάμποσα ανέκδοτα που μου άρεσαν από τα πολλά ωραία που έχει το βιβλίο στις 200 σελίδες του, αν και έδειξα κάποια προτίμηση στα πιο σύντομα. Σε κάποιες περιπτώσεις, θα μπορούσε κανείς να πει για κουτσομπολιό, αλλά όπως έλεγε κάποιος «Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

* Του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου συστήσανε τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη σε κάποιον γνωστό μεγαλέμπορο, ο οποίος είχε μεσάνυχτα από ποίηση και φυσικά αγνοούσε και το όνομα του ποιητή. Κάποια στιγμή, που ο καλός άνθρωπος είχε στριμώξει τον Λαπαθιώτη σε μια γωνιά και του μιλούσε ασταμάτητα για την αγορά, το εμπόριο και τις δουλειές του, αντιλήφθηκε την απόγνωση και την αμηχανία του συνομιλητή του κι έσπευσε να τον ρωτήσει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 136 Σχόλια »

Οι δρασκελιές της ποίησης

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2020

Μέρες πανδημίας, σίγουρα, αλλά χτες είχαμε και τη Μέρα της ποίησης, στις 21 Μαρτίου, που συμπίπτει περίπου με την ανοιξιάτικην ισημερία και κατά κάποιο τρόπο εγκαινιάζει την άνοιξη.

Δύσκολη άνοιξη η φετινή, σε καιρούς καραντίνας -αλλά να μην ξεχάσουμε την ποιηση. Οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ένα άρθρο, μάλλον τεχνικό, που όμως θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά ποιήματα. Το άρθρο το είχα εδώ και καιρό στο νου μου αλλά το τελικό έναυσμα μου το έδωσε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες με τον φίλο μας τον Τζι για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες.

Να διευκρινίσω εδώ ότι μιλώ για την παραδοσιακή ποίηση, δηλαδή με στίχο έμμετρο, με ομοιοκαταληξία. Ίσως και στον ελεύθερο στίχο να παρατηρούνται κάποιες αναλογίες, αλλά έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε, τα παραδείγματα τα παίρνω κυρίως από το βιβλίο Η ομοιοκαταληξία του Ξ. Κοκόλη και από τη Νεοελληνική μετρική του Θρ. Σταύρου, που και τα δυο αναφέρονται κατεξοχήν στην ισόμετρη ποίηση.

Να δούμε, για παράδειγμα, το εξής απόσπασμα από το ποίημα «Ο Νυμφίος» του Γρυπάρη (ολόκληρο το βρίσκετε εδώ)

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη
αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνει
το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

Η ομοιοκαταληξία μόνη-ζυγώνει είναι ευχάριστη και ξαφνιάζει, λέει ο Κοκόλης, επειδή οι λέξεις της ρίμας έχουν διαφορετική συντακτική λειτουργία (θα ήταν λιγότερο ευχάριστη αν πχ είχε δυο ρήματα, ζυγώνει-θυμώνει), και επειδή και οι δυο στίχοι παρουσιάζουν διασκελισμό.

Διασκελισμός είναι το φαινόμενο της στιχουργικής κατά το οποίο ένας στίχος δεν κλείνει μέσα του ολόκληρο νόημα, αλλά η συντακτική ενότητα που το εκφράζει συνεχίζεται και στον επόμενο στίχο -αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Θρασύβουλος Σταύρου.

Πράγματι, στον πρώτο από τους τρεις παραπάνω στίχους η πρόταση δεν τελειώνει στο τέλος του στίχου («μόνη») αλλά συνεχίζεται στον επόμενο: όπου ασυντρόφιαστη και μόνη αποτραβιούμαι».

Παρομοίως, στον δεύτερο στίχο, το «νιώθω να ζυγώνει» μένει ανολοκλήρωτο και μας δημιουργεί την προσμονή να δούμε τι είναι αυτό που ζυγώνει -και το βλεπουμε διαβάζοντας τον τρίτο στίχο.

Ο διασκελισμός είναι χαρακτηριστικό της προσωπικής ποίησης, Στη δημοτική και λαϊκή ποίηση ο κανόνας είναι κάθε στίχος να κλείνει ολόκληρο το νόημα, και αυτό το βλέπουμε στα δημοτικά τραγούδια πολύ καθαρά:

Του Λιβίνη

Τρία μεγάλα σύγνεφα στο Καρπενήσι πάνε,
τό ‘ να φέρνει αστραπόβροντα, τ’ άλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη
Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ‘ ναι μικρός για φαμελιά κι άπ’ άρματα δεν ξέρει
Και σα διαβεί τα δεκαννιά και γίνει παλικάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τ’ άρματά μου,
που τά ‘χωσα στην εκκλησιά, μέσα στο άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι ο Τουρκοκωσταντάκης

Οι διασκελισμοί που υπάρχουν εδώ οφείλονται μόνο στο ότι η προταση δεν μπορεί να χωρέσει στις δεκαπέντε συλλαβές, δεν έχουν γίνει από στιχουργική επιλογή. Αντίθετα, στην προσωπική ποίηση, ο διασκελισμός είναι θελημένος, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη ας πούμε. Επίσης, ο διασκελισμός σπάει τη μονοτονία.

Συνηθισμένοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το ρήμα από το αντικείμενο ή το υποκείμενό του. Για παράδειγμα, στο σονέτο του Μαβίλη «Έρμονες»,

την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη…

εχουμε το υποκείμενο (ακύμαντη άρμη) σε άλλον στίχο από το ρήμα και το αντικείμενο.

Πιο έντονοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το επίθετο από το ουσιαστικό, πχ πάλι σε σονέτο του Μαβίλη, το Καρδάκι:

ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Στον πρώτο στίχο έχουμε τέτοιον διασκελισμό (αρχαίου / ναού), όπως και στον πέμπτο στίχο (ωραίου / βουνού). Να προσέξουμε επίσης ότι και ο ένατος στίχος έχει έντονο διασκελισμό αφού χωρίζει το βοηθητικό ρήμα από τη μετοχή (έχει / μαγέψει).

Όταν διαβάζουμε φωναχτά / απαγγέλλουμε ένα ποίημα, πρέπει να προσέχουμε τον διασκελισμό. Ο Κοκόλης συνιστά: Ο διασκελισμός πρέπει να ακολουθείται από μια αναγνωστική παύση που θα τη λέγαμε «μετέωρη»· μια παύση δηλαδή που να δείχνει ότι το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί· που να κρατάει «στον αέρα» τη συμπλήρωση του νοήματος.

Υπάρχουν και ακόμα πιο έντονοι τύποι διασκελισμού.

Ας δούμε ένα άτιτλο οχτάστιχο ποίημα του Αθ. Κυριαζή (1887-1950):

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Αυτό το κομψοτέχνημα, σωστό μπιζουδάκι στιχουργικό, το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε ένα παλιότερο άρθρο μας (Τα μωσαϊκά της ποίησης) επειδή παρουσιάζει δυο ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκό (τι λιγοστή : τυλίγω στη και τραγουδιστά : τραγούδι στα).

Στον τρίτο στίχο της κάθε στροφής έχουμε διασκελισμό που χωρίζει το άρθρο από το όνομά του (στη / χρυσή και στα / χαμένα). Κατά τον Κοκόλη, πρόκειται για «τον εντονότερο ίσως διασκελισμό που ανέχεται η γλώσσα μας».

Πράγματι ανάμεσα στο άρθρο και στο όνομα έχουμε ύψιστο βαθμό συνοχής, όπως επίσης ύψιστο βαθμό συνοχής έχουμε ανάμεσα στο ρήμα και στα αρνητικά μόρια δεν και μη.

Εντονότατος διασκελισμός με το «δεν» υπάρχει π.χ. στη Χαρά του Λαπαθιώτη:

Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
πρέπει νὰ πεθάνω...

Ανάλογος διασκελισμός με το «μη» στο ποίημα του Ζαλοκώστα «Εις την αποδημούσαν ψυχήν του«:

Χύσε, ψυχή, μια δέηση στους ουρανούς και στάσου
και μη στο μαύρο χώμα, μη
αφήνεις τ’ όμορφο κορμί
και τα ξανθά μαλλιά του.

Παρόμοια, πολύ έντονοι είναι οι διασκελισμοί που πέφτουν πάνω σε άλλα μόρια όπως τα δίχως, όπου, εκτός, έως -τα οποία, επειδή δεν τα λογαριάζουμε για κανονικές λέξεις αλλά πιο πολύ για «δείκτες λειτουργίας», όπως τα πρόσημα στην άλγεβρα, έχουν μέγιστη συνοχή με τη λέξη που ακολουθεί -άρα, ο διασκελισμός στις περιπτώσεις αυτές προκαλεί μεγάλο αιφνιδιασμό.

Διασκελισμό με το «έως» έχουμε στον Βάρναλη, στον Ορέστη. Το βάζω ολόκληρο γιατί είναι πολύ περίτεχνο σονέτο, χαρακτηριστικό της νεανικής του περιόδου:

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

Διασκελισμός με το «δίχως» στον Παλαμά:

Χωρίς φούντωμα, δίχως
άνθος, χλόισμα, καρπό,
κάθε κλώνος σου στίχος
τραγουδιού π’ αγαπώ.

Διασκελισμός με το «να» στον Λαπαθιώτη, στο ίδιο ποίημα που είδαμε πιο πάνω:

Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
κάνει σκέψην ἄλλη,
δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
πάλι αὐτὴ προβάλλει…

Διασκελισμός με το «εχτός» στις Εστιάδες του Γρυπάρη:

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Διασκελισμός με το «όμως» στον Δροσίνη, στην «Απόκριση στον Παλαμά«:

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο διασκελισμός διακόπτει την κανονική, την προσδοκώμενη ροή του λόγου και προκαλεί ένα ξάφνιασμα, κάτι το απροσδόκητο. Και όταν συμβεί στο πρώτο σκέλος της ομοιοκαταληξίας, τότε προκαλεί, μαζί με το ξάφνιασμα, και την περιέργεια: πώς θα συνεχιστεί το νόημα ώστε να συμπληρωθεί η ρίμα;

Οπότε, η δρασκελιά της ποίησης είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο που εξάπτει την περιέργεια.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κάποιοι προχώρησαν τον διασκελισμό στο μη περαιτέρω, στη… διάσπαση του ατόμου. Δηλαδή όχι απλώς χωρίζουν λέξεις που έχουν μεγάλη συντακτική συνοχή, όπως άρθρο και όνομα ή μόριο και ρήμα, αλλά χωρίζουν την ίδια τη λέξη.

Εδώ έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έχει έναν και μοναδικό τέτοιον υπερδιασκελισμό, στον Ύμνο εις την ελευθερία.

Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Επειδή πρόκειται για ξεχωριστό και αξιοπερίεργο στιχουργικό τέχνασμα, δεν θα πω άλλα για αυτόν τον «ενδολεκτικό» διασκελισμό, παρά μόνο ότι τον συνήθιζε ο Σκαρίμπας και από τους νεότερους ο Γιώργος Κεντρωτής. Ελπίζω κάποια στιγμή, πχ του χρόνου τέτοια εποχή, να γράψω ένα σχετικό άρθρο.

Και θα κλείσω με ένα ποίημα του καιρού μας, γραμμένο στη χιλιετία μας, που παρουσιάζει έναν έντονο διασκελισμό, ανάμεσα σε αόριστο άρθρο και σε όνομα, το Αντισονέττο του Θοδωρή Ρακόπουλου, γραμμένο το 2012. Έχει κάμποσους διασκελισμούς βέβαια -και με το «μια» στον προτελευταίο στίχο.

ΑΝΤΙΣΟΝΕΤΤΟ
Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,
σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».
Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ομοιοκαταληξία, Ποίηση, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Το κουτί της Πανδώρας και άλλα «σοφά λάθη»

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2017

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο την πήρα από μια πρόσφατη δημοσίευση του Χρίστου Γραμματίδη στο Φέισμπουκ, που αναφερόταν στο πρώτο από τα σοφά λάθη που θα δούμε.

Ο όρος «σοφά λάθη» που χρησιμοποιώ είναι εσκεμμένα ανακριβής, εξού και τα εισαγωγικά στον τίτλο. Ακριβέστερο θα ήταν να πούμε για «λαθη σοφών».

Γιατί τα λέω έτσι;

Για να απαντήσουμε, ας σκεφτούμε το κουτί της Πανδώρας. Ξέρετε, το γνωστό κουτί που η Πανδώρα άνοιξε, μη μπορώντας να αντισταθεί στην περιέργεια, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν από μέσα όλα τα δεινά στον κόσμο μας, αρρώστιες, πείνα, πόλεμος -αλλά και η ελπίδα, το αντίδοτο στα δεινά.

Η έκφραση έχει μπει και στη γλώσσα μας. Όταν λέμε «άνοιξε το κουτί της Πανδώρας» εννοούμε ότι έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία που αποδεικνύεται πηγή αλλεπάλληλων κακών.

Κι όμως, το «κουτί της Πανδώρας» είναι «λάθος». Στην ελληνική μυθολογία δεν ήταν κουτί αλλά πιθάρι. Ναι, πιθάρι.

Για την Πανδώρα και το πιθάρι της μας μιλάει ο Ησίοδος στο Έργα και ημέρες. Την Πανδώρα την έφτιαξαν οι θεοί, πανέμορφη και ποθητή, για να τιμωρήσουν τους ανθρώπους μετά την αποκοτιά του Προμηθέα που έκλεψε τη φωτιά. Με εντολή του Δία, ο Ερμής τη χάρισε για σύζυγο στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα.

Στο σπιτικό του Επιμηθέα υπήρχε ένα πιθάρι και η Πανδώρα έβγαλε το «μέγα πώμα» του και το άνοιξε και…

ἀλλὰ γυνὴ χείρεσσι πίθου μέγα πῶμ’ ἀφελοῦσα ἐσκέδασ’, ἀνθρώποισι δ’ ἐμήσατο κήδεα λυγρά.

Λίγο πολύ καταλαβαίνουμε τι θέλει να πει, αφού η γλώσσα είναι μία και ενιαία, έτσι; Αλλά και να μην καταλαβαίνουμε το νόημα, πάντως βλέπουμε σαφώς ότι ο Ησίοδος χρησιμοποιεί τη λέξη «πίθος».

Πώς το πιθάρι έγινε κουτί; Χρειάστηκε να μεσολαβήσει ένας σοφός -γι’ αυτό και λέω για «σοφό λάθος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Ετυμολογικά, Λαθολογία, Μυθολογία, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 191 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 3 – Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2017

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ (φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες).

Συνεχίζω και σήμερα με μιαν ιστορία από τον Ηρόδοτο, αυτή τη φορά από τον ελλαδικό χώρο. Να θυμίσω ότι για τον Πολυκράτη τον Σάμιο έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει έναν μίμο του Σβομπ, το Κρασί του Πολυκράτη, σε μετάφραση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Οι περισσότεροι άνθρωποι μακαρίζουν, με το δίκιο τους άλλωστε, εκείνους που η Τύχη τούς χαμογελά και μάλιστα συχνά, τους τυχερούς δηλαδή της ζωής. Να όμως που ένας, μυαλωμένος οπωσδήποτε άνθρωπος, ο φαραώ της Αιγύπτου Άμασις, είχε διαφορετική γνώμη. Πίστευε πως η υπερβολική εύνοια της Τύχης πολύ συχνά θα κατέληγε σε συμφορά. Και δεν έπεσε έξω.

Ο Άμασις, φαραώ της 18ης Δυναστείας, βασίλεψε στην Αίγυπτο στα μέσα του 6ου αιώνα της Αρχαιότητας. Είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει στο Δέλτα του Νείλου, πολύ κοντά στην τότε πρωτεύουσα της χώρας, τη Σάιδα, μια «πανελλήνια» αποικία, τη Ναύκρατη. Ιδιαίτερες φιλίες είχε αναπτύξει ο Άμασις με τον τύραννο της Σάμου, τον Πολυκράτη, που εθεωρείτο ο πιο τυχερός άνθρωπος του καιρού του.

Η τυραννία της αρχαϊκής και προκλασικής εποχής ήταν ένα ιδιότυπο καθεστώς, που σε πολλές ελληνικές πόλεις αποτέλεσε το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της ολιγαρχίας, δηλαδή της διακυβέρνησης των αριστοκρατών, που είχαν διαδεχθεί τους βασιλείς της μυκηναϊκής εποχής, και της δημοκρατίας, δηλαδή της διακυβέρνησης του δήμου, του λαού. Οι τύραννοι κατά κανόνα στηρίζομενοι σε μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα, χτύπησαν τους αριστοκράτες και περιορισαν την εξουσία και την επιρροή τους. Φυσικά δεν ήταν λαϊκοί ηγέτες. Κυβερνούσαν αυταρχικά και πολύ συχνά κατέφευγαν στην τρομοκρατία για να κρατηθούν στην εξουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »

Ποιήματα για τη μέρα της ποίησης -και πάλι

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2017

Η άνοιξη ξεκίνησε από χτες, διάβασα, αλλά η σημερινή μέρα, κι αν δεν είναι η πρώτη μέρα της άνοιξης είναι όμως η Παγκόσμια μέρα της ποίησης. Το ιστολόγιο, καθώς έχει προγραμματικό αντικείμενο «τη γλώσσα, τη λογοτεχνία» και μετά όλα τα άλλα, έχει κι άλλες χρονιές τιμήσει τη μέρα τούτη, άλλοτε με ποιητικό κουίζ και άλλοτε  με αθησαύριστα ποιηματα.

Για φέτος λέω να επαναλάβω κάτι που έκανα πριν από τρία χρόνια: θα βάλω εγώ τρία ποιήματα, που είναι (σχεδόν) αγκούγκλιστα, δηλαδή δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο ή τουλάχιστον δεν βγαίνουν αν κάνεις αναζήτηση στο Γκουγκλ -δεν βγαίνουν, να διευκρινίσω, τώρα που γράφω το άρθρο, αφού σε λίγες ώρες από τώρα τα ποιήματα αυτά θα γκουγκλίζονται, καθώς θα τα έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ· αλλά αυτός είναι ο σκοπός μου, να αυξηθεί έστω και λίγο η παρουσία της ποίησης στο Διαδίκτυο.

Ωστόσο, για να το κάνω αυτό χρειάστηκε να ψάξω κάμποσην ώρα, ν’ ανοίξω κιτάπια -δεν έχουν όλοι τη δική μου την πετριά. Οπότε, ενώ σας προσκαλώ να βάλετε στα σχόλια ένα ή περισσότερα ποιήματα που αγαπάτε, δεν βάζω σαν όρο να μην γκουγκλίζονται. Αν τα ποιήματα που διαλέξατε δεν είναι και πολύ γνωστά, αυτό αρκεί. Και γνωστά να είναι, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας, άλλωστε είναι και υποκειμενικό το τι είναι γνωστό -ε, δεν θα βάλετε και την Ιθάκη, φαντάζομαι 🙂

Εγώ θα ξεκινήσω με ένα ποίημα του Λαπαθιώτη, βέβαια. Ο Λαπαθιώτης έχει πολύ έντονη παρουσία στο Διαδίκτυο -είναι άλλωστε από τους περισσότερο μελοποιημένους ποιητές μας- κι έτσι δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω κάποιο δικό του που να μ’ αρέσει και να μην υπάρχει ήδη στον κυβερνοχώρο. Βρήκα ένα από τα πολύ πρώτα του ποιήματα, που «γκουγκλίζεται εν μέρει», με την έννοια ότι υπάρχουν αποσπάσματά του στο διαδίκτυο. Μάλιστα, το είχαμε αναφέρει στη Λεξιλογία διότι περιέχει τον πληθυντικό τύπο «οδύνες», που συγχέεται με τον τύπο «ωδίνες».

Πρόκειται για το ποίημα «Στα περασμένα», που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1906, όταν ο Λαπαθιώτης ήταν 18 χρονών:

ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ

Μας ξεπλανάτε σε όνειρα σαν τις Σειρήνες,
στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης δύσης,
και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!
Ανάθεμά σας, κολασμένες αναμνήσεις!

Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,
και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει
στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη…
Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βουβά πελάγη!…

Μας γκρεμίζει μια δύναμη, τρομερή που ’ναι,
στους ροδινούς σας κόσμους, που δε γυρνούν πίσω.
Γύρω θωρώ τόσες ψυχές που λησμονούνε:
γιατί κι εγώ να μη μπορώ να λησμονήσω;

Ω μνήμη! Τη φτωχή την ύπαρξή μου, αχ, άσε!
Σε λήθης μαύρα κύματα καταποντίσου!
Καρδιά τρελή, πολύπαθη, γιατί θυμάσαι;
Στου χρόνου τους χειμάρρους πνίξε την ορμή σου!

Ένα φιλί σας στέλνω, αγάπες μου! Είστε οι ξένοι,
που βιάζονται η ώρα της φυγής τους να σημάνει.
Η λάμψη σας θαμπώθηκε, σιγά πεθαίνει…
Ας ήταν κι η καρδιά μου να σιγοπεθάνει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επετειακά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Καζαμίας το 2017;

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2017

Μου γράφει ένας φίλος χτες το πρωί: «Εψαξα το ιστολόγιο και δεν βρήκα να έχεις γράψει άρθρο για τον Καζαμία. Γιατί δεν γράφεις κάτι;».

Του απαντάω «Διαβάζεις τις σκέψεις μου;» διότι εκείνην ακριβώς τη στιγμή μάζευα υλικό για το σημερινό άρθρο! Τόσα χρόνια που ιστολογώ, σπάνια τυχαίνει τέτοια σύμπτωση, οπότε είπα να την αναφέρω.

Βέβαια, τις πρώτες μέρες της καινούργιας χρονιάς ο Καζαμίας είναι κάτι επίκαιρο, οπότε η σύμπτωση δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σύμφωνα με το λεξικό, ο Καζαμίας είναι «λαϊκό έντυπο με το ημερολόγιο της χρονιάς και με διάφορες πληροφορίες και προβλέψεις που στηρίζονται στην αστρολογία».

Ο ορισμός είναι ακριβής. Κι αν έχουμε συνδυάσει τον Καζαμία με το επαρχιακό και το παρωχημένο, Καζαμίες εκδίδονται και σήμερα, με ύλη αρκετά εκσυγχρονισμένη, και, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη συνέντευξη της εκπροσώπου ενός εκδοτικού οίκου, οι μεγάλοι Καζαμίες πουλάνε περί τις 150.000 αντίτυπα κάθε χρονιά, εξακολουθούν δηλαδή να έχουν μεγάλη απήχηση. Πρόκειται βέβαια για φτηνό έντυπο, με τιμή γύρω στα 2 ευρώ.

casamiaΑπό πού όμως βγήκε η λέξη; Σύμφωνα με το λεξικό, Casamia ήταν όνομα φανταστικού αστρολόγου που έμπαινε σαν τίτλος σε τέτοια βιβλία που εκδίδονταν στα ιταλικά. Το ίδιο αναφέρει και το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη γράφοντας (λαθεμένα;) Cazamia.

Εδώ αριστερά βλέπετε το εξώφυλλο ενός τέτοιου βιβλίου που εκδόθηκε το 1827. Ο πλήρης τίτλος του είναι Il giro astronomico del celebre astronomo, fisico e cabalista Pietro G.P. Casamia, Veneziano. Αστρονόμικο λέει, αλλά την εποχή εκείνη η λέξη σήμαινε τον αστρολόγο περισσότερο. Σε άλλες εκδόσεις το όνομα είναι Τζανπέτρο Καζαμία, η καταγωγή πάντα από τη Βενετία. Κάπου διάβασα ότι τα πρώτα τέτοια βιβλία κυκλοφόρησαν στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ιταλία πάντοτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ημερολογιακά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Ο Σεφέρης και οι αμαλάκες

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2015

Κατά πάσα πιθανότητα, η τελευταία λέξη του τίτλου θα σας είναι άγνωστη. Ίσως να σκεφτήκατε πως έχει κάποια σχέση με τη συχνότερη ελληνική βρισιά, και σχέση υπάρχει αλλά όχι ετυμολογική ή εγγενής, δηλαδή οι αμαλάκες δεν είναι οι μαλάκες με άλφα στερητικό, δηλαδή οι μη μαλάκες. Τη λέξη την έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο, αλλά θαμμένη σε κάποια σχόλια του άρθρου για τον Σι Μαλάκας, τον προκατακλυσμιαίο (ελληνικής καταγωγής όπως δείχνει τ’ όνομά του) γενάρχη των Φιλιππινέζων, οπότε λίγοι θα τη θυμούνται.

Οι αμαλάκες, καταρχάς, είναι γένους θηλυκού. Η αμαλάκα λοιπόν είναι οπωροφόρο δέντρο της Ινδίας, Phyllanthus emblica το επιστημονικό της όνομα. Η λέξη έχει σανσκριτική ετυμολογία, και το δέντρο με τον καρπό του έχουν κάποια πολιτισμική και θρησκευτική σημασία στα μέρη εκείνα.

Τι σχέση έχει ο Σεφέρης με τις αμαλάκες, θα αναρωτηθείτε. Η λέξη υπάρχει σε ένα σατιρικό στιχούργημα του Σεφέρη, γραμμένο το 1931, που βρέθηκε στα χαρτιά του και σήμερα περιλαμβάνεται στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ένα στιχούργημα που έχει τον τίτλο Ινδικό παραμύθι, και που, όπως θα δείτε, βρίθει από ινδοπρεπείς λέξεις.

Ινδικό παραμύθι

Κάτω απ’ τις κουβαροσουκιές
κάθεται η λωτομάτα
κόβει ντομάτα για σαλάτα
καδάμπες και γαντζιές.

Πώς τραγουδεί τζιντζιριστά
κι οι μπαμπουκαλαμιώνες
με τους αμπανοζιοδεντρώνες
γνέφουνται στα λιμνιά …

Ω, φρίκη! ξάφνου απ’ τους δρυμούς
πηδήσανε οι αρτζούνες!
Με κάτι φλογερές μουτσούνες
και με κακούς σκοπούς

κινήσανε κοπαδιαστά
να βρουν τον άσο κούπα
της κόρης πού ηταν σαν τουλούπα
στου Γάγγη τα νερά …

Μα η διαλεχτή των Νισχιαντχών
αρτζούνες δεν εσκιάχτη
και στο κοπάδι έβγαλε τ’ άχτι
τ’ αψύ των Βινταρμπχών.

Κι όταν εφύγαν μουλωχτά
πέρα στις αμαλάκες
είπε: «Α’ στο διάολο μαλάκες!..»
κι έφαγε ανόρεχτα.

Λονδίνο, 7. 11. 1931

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 59 Σχόλια »

Καβαφισμός και άλλες επιδημίες από την Αίγυπτο

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2015

Το σημερινό κυριακάτικο, άρα φιλολογικό μας άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια ενός παλιότερου φιλολογικού άρθρου. Βέβαια, το παλιότερο εκείνο άρθρο δεν δημοσιεύτηκε την περασμένη ή την προπερασμένη Κυριακή αλλά πριν από τριάμισι χρόνια -τι τα θέλετε όμως, αν ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη είναι μακρά.

Στο άρθρο που είχα γράψει το 2012 για την τερατώδη γκάφα του (οΘντκ) φιλόλογου κ. Σ. Καργάκου να βγάλει φασίστα τον Καβάφη επειδή σε κάποια παλιά εφημερίδα βρήκε μια πλαστή επιστολή υπέρ του φασιστικού κόμματος που την υπέγραφε ο Καβάφης και άλλοι επιφανείς αλεξαντριανοί, αγνοώντας ότι υπήρξε διάψευση και μη μπορώντας να δει ότι ο Καβάφης με τον Λαγουδάκη δεν θα υπέγραφαν μαζί ούτε έγγραφο διαμαρτυρίας για τα τσουχτερά κοινόχρηστα της οκέλας τους (της πολυκατοικίας δηλαδή), έγραφα και τα εξής: Οι φίλοι του Καβάφη συγκέντρωσαν υπογραφές κάτω από ένα κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε ευρέως και στην Αλεξάνδρεια αλλά και στην Αθήνα. Ο Δρ Λάιγξ κατατροπώθηκε, αλλά η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου οι φίλοι του Παλαμά αισθάνθηκαν να απειλείται το είδωλό τους από τον αλεξανδρινό ποιητή. Όχι με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαιτίας του επεισοδίου Λαγουδάκη βγήκε το ειδικό καβαφικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη, μορφοποιήθηκε ο πυρήνας των φίλων του Καβάφη στην Αθήνα (Λαπαθιώτης, Βαϊάνος κτλ.) και εδραιώθηκε ο Καβάφης ως το αντίπαλον δέος στον Παλαμά. Όμως το κεφάλαιο αυτό θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα, διότι ήδη έχω γράψει πάρα πολλά.

Βρισκόμαστε στα 1924 και στην ελληνική ποίηση, όπως τουλάχιστον αυτή είναι αντιληπτή στην Αθήνα, κυριαρχεί ο Παλαμάς, αν και ο Καβάφης έχει αρχίσει να ακούγεται. Με αφορμή το επεισόδιο Λαγουδάκη λοιπόν, ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, ο εκδότης του ιστορικού Νουμά, της ναυαρχίδας των δημοτικιστών, έγραψε στην εφημερίδα Έθνος, όπου είχε καθημερινή φιλολογική στήλη αλλά και χρονογράφημα, το άρθρο που θα διαβάσετε, με τίτλο «Καβαφισμός». Στο αρνητικότατο για τον Καβάφη άρθρο, που παρομοίαζε με επιδημία τον καβαφισμό, απάντησε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τους πρώτους και πιο πιστούς φίλους του Καβάφη στην Αθήνα, με μια μάλλον σύντομη επιστολή του, που την παρουσιάζω επίσης. Οι δυο επιστολές είναι γνωστές στους παροικούντες τη φιλολογικήν Ιερουσαλήμ, αλλά αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Καβαφικά, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 58 Σχόλια »

Ο αετός και το σπουργίτι

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2015

Θα σας έχει τύχει κι εσάς, υποθέτω, να σας κολλήσει ένα τραγούδι που είχατε καιρό ν’ ακούσετε. Εμένα μού συμβαίνει ταχτικά -εννοώ βέβαια τραγούδια που ήδη τα ξέρω, αλλά όχι απαραιτήτως τραγούδια που μου άρεσαν πολύ στον καιρό τους. Πάντως, παλιά και γνωστά κομμάτια. Καινούργια τραγούδια, ομολογώ, είναι μάλλον δύσκολο να μου εντυπωθούν -φαίνεται ότι με το πέρασμα του χρόνου σκληραίνουν τα αυλάκια του μυαλού, του δικού μου τουλάχιστον, και δεν είναι καθόλου εύκολο να ριζώσουν πράγματα καινούργια, και ίσως εκεί να οφείλεται η γνώμη που εκφράζουν πολλοί της ηλικίας μου, ή και μικρότεροι, ότι «δεν γράφονται πια καλά τραγούδια».

Δεν μ’ ενοχλεί όταν μου κολλάει ένα τραγούδι, αντίθετα μάλλον το χαίρομαι. Κι έτσι το σημερινό μας άρθρο θα είναι αφιερωμένο, ακριβώς, στο τραγούδι που μου έχει κολλήσει αυτή τη στιγμή. Αν δεν το ξέρετε, δεν θα σας διαφωτίσει ιδιαίτερα ο τίτλος του άρθρου, μια και δεν συμπίπτει με τον τίτλο του τραγουδιού -τον τίτλο που κι εγώ τον αγνοούσα ως πρόσφατα.

Τις προάλλες λοιπόν, καθώς είχα βάλει ένα παλιό τραγούδι του Νταλάρα στο γιουτούμπ, που ήθελα να ακούσω τους στίχους του για κάτι που έγραφα, μόλις το τραγούδι τελείωσε άρχισε να παίζει άλλο, και μετά άλλο, διότι προφανώς θα ήταν όλα τους σε κάποια λίστα τίτλων (πώς τη λέμε την play list ελληνικά; ). Και περίπου στο έκτο ή έβδομο, άκουσα και το τραγούδι αυτό:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Γιουτουμπάκια, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 165 Σχόλια »

Ένα ποίημα για το Λος Αλάμος

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2015

Το Λος Αλάμος, όπως το λέγαμε παλιά, ή Λος Άλαμος όπως το λένε οι ντόπιοι, είτε στα ισπανικά είτε στα αγγλικά, δεν ξυπνάει αμέσως την ποιητική διάθεση -η μικρή πόλη του Νέου Μεξικού είναι γνωστή επειδή στα όριά της βρίσκεται το τεράστιο ερευνητικό εργαστήριο στο οποίο εκπονήθηκε το σχέδιο Μανχάταν, δηλαδή η πρώτη ατομική βόμβα.

Αλλά το ποίημα που έχω υπόψη μου δεν αναφέρεται καθόλου στο φονικό όπλο ή έστω στα λαμπρά μυαλά που το σχεδίασαν -αντίθετα επικεντρώνεται αποκλειστικά στο τοπωνύμιο, που το ανατέμνει ευρηματικά με παιγνιώδη διάθεση:

ΛΟΣ  ΑΛ  ΑΜΟΣ [Γραμμένο σαν να ήταν τρεις λέξεις]

Όταν τις νύχτες ξαγρυπνώ
κι είναι μου οι θλίψεις άμμος
ποτές, ποτές μου δεν ξεχνώ
το Λος Αλάμος.

…Μια πολιτεία μακρινή,
σα μουσική Ταμ-Ταμ,
χαρούμενη και ποθεινή,
το Λος Αλάμ…

Τάχα να είναι μου γραφτό,
να μείνω με το «αλλά»,
κάποτε να το επισκεφτώ
το Λος Αλλά;

Όνειρο μέθης του μυαλού
μην είμαι εγώ ο τρελός;
Ονειροπόλημα τρελού;
το Λος! Το Λος!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 58 Σχόλια »

Λογοπαίγνια και καλαμπούρια

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2015

Το σημερινό σημείωμα είναι γραμμένο κάπως βιαστικά και έτσι κι αλλιώς δεν έχει τη φιλοδοξία να καλύψει το πραγματικά τεράστιο πεδίο των λογοπαιγνίων, αλλά πιο πολύ να δώσει εναύσματα και αφορμές για να καλυφθούν στα σχόλια οι διάφορες πτυχές του ζητήματος.

Λογοπαίγνιο, σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, είναι λεκτικό παιχνίδι του προφορικού λόγου κατά το οποίο, με τη χρησιμοποίηση φωνητικών ομοιοτήτων, αναγραμματισμών, αντιστροφής συλλαβών κτλ., μια λέξη ή μια φράση γίνεται διφορούμενη ή αλλάζει το νόημά της, π.χ. Σήκω Tάκη να φας που μπορεί να ερμηνευτεί και ως συκωτάκι να φας.

Η λέξη λογοπαίγνιο είναι μεταφραστικό δάνειο από το γαλλικό jeu de mots, παιχνίδι λέξεων. Υπάρχει και μια άλλη γαλλική λέξη, συνώνυμη, που την έχουμε δανειστεί, η λέξη calembour που έδωσε το δικό μας «καλαμπούρι». Στα γαλλικά calembour και jeu de mots είναι συνώνυμα, αλλά στα ελληνικά το καλαμπούρι έχει κάπως επεκταθεί μια και μπορεί να σημαίνει κάθε λεκτικό αστείο, κι ας μην περιλαμβάνει λογοπαίγνιο.

Η ετυμολογία του γαλλικού calembour έχει βασανίσει τους μελετητές χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση. Στα αγγλικά, το λογοπαίγνιο λέγεται pun, μια λέξη επίσης σκοτεινής ετυμολογίας.

Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε ο όρος «παρονομασία», κι ένας αρχαίος γραμματικός, ο Αλέξανδρος, στο βιβλίο «Περί σχημάτων», όπου εξετάζει τα ρητορικά σχήματα, ορίζει ως εξής την παρονομασία: Παρονομασία δὲ γίνεται͵ ὅταν τι τῶν ληφθέντων εἰς τὴν διάνοιαν ὀνομάτων ἢ ῥημάτων βραχὺ μεταποιήσαντες ἑτέραν κινήσωμεν ἔννοιαν͵ ὡς ἔχει τὸ ῥηθὲν ὑπό τινος πρὸς τὸν ἀμπελουργὸν τὸν δικαζόμενον συνεχῶς͵ αἱ ἄμπελοί σου οὐ κλήματα φέρουσιν͵ ἀλλ΄ ἐγκλήματα. Με μια μικρή μεταβολή μιας λέξης θέτουμε σε κίνηση μιαν άλλη σημασία, λέει ο Αλέξανδρος, όπως αυτό που είπε κάποιος σε έναν αμπελουργό που συνεχώς έμπλεκε σε δίκες: τα αμπέλια σου δεν βγάζουν κλήματα αλλά εγκλήματα, θα μεταφράζαμε.

Το λογοπαίγνιο πρέπει να είναι σκόπιμο· έτσι, τα σαρδάμ δεν είναι λογοπαίγνια, ούτε το είδος γλωσσικών σφαλμάτων που οι Άγγλοι αποκαλούν malapropism. Και στα αγγλικά, αν τύχει και χρησιμοποιήσει κανείς τυχαία δυο περίπου ομόηχες λέξεις κατά τρόπο που να μπορούσε να θεωρηθεί λογοπαίγνιο, μπορεί να προσθέσει «(no pun intended)» για να δηλώσει ότι ήταν συμπτωματικό και όχι σκόπιμο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Λογοπαίγνια | Με ετικέτα: , , , , , , | 358 Σχόλια »

Ο φίλος μου ο Φέρμας (του Θαν. Σαράφη-Καρτέρη)

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

sarkartΚυριακή σήμερα, αλλά και πρώτη του μηνός. Να βάλω το μηνολόγιο ή το φιλολογικό άρθρο που συνηθίζω; Τελικά αποφάσισα να αφήσω το μηνολόγιο για αύριο, μια και είχα κάτι φιλολογικό έτοιμο, ένα φιλολογικό θέμα που συνδέει μια συμπαθέστατη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Φέρμα, με έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Δεν μπορούσα λοιπόν να αντισταθώ.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον Θανάση Σαράφη-Καρτέρη, που τον βλέπετε εδώ αριστερά σκιτσαρισμένον από τον Μίλτη Παρασκευαΐδη. Δημοσιεύτηκε το 1984 στις Καμάρες, το περιοδικό του Συλλόγου Μοριανών Αττικής -δηλαδή των καταγομένων από τη Μόρια, ένα χωριό 7 χλμ. έξω από τη Μυτιλήνη. (Στη Μόρια είχε μαγαζί ο παππούς του πατέρα μου, ο Μυρογιάννης, αν και δεν λογαριάζεται για Μοριανός, πιο πολύ για Πληγωνιάτης, άλλο χωριό, από την άλλη μεριά της πόλης της Μυτιλήνης). Αργότερα, το αφήγημα περιλήφθηκε και στη συλλογή Κείμενα του ίδιου συγγραφέα.

Δεν παίρνω όρκο για την ακρίβεια των όσων αφηγείται ο Θ. Σαράφης-Καρτέρης. Για παράδειγμα, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888, όχι το 1889 ενώ και σε αρκετά άλλα σημεία έχω αμφιβολίες (ας πούμε, η Βικιπαίδεια αναφέρει ότι η γυναίκα του Φέρμα λεγόταν Άννα Παντζίκα, ενώ εδώ αναφέρεται ως Νίτσα Μπάτσικα). Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό. Από την άλλη, πολύ γουστόζικο είναι το επεισόδιο με τον Λαπαθιώτη που μάντευε τις τετριμμένες ρίμες του πρωτόλειου ποιήματος.

Ευχαριστώ πολύ τον θείο μου Κώστα Μίσσιο, ποιητή και χαλκέντερο γραμματολόγο της λεσβιακής γραμματείας, που έθεσε το κείμενο υπόψη μου.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΦΕΡΜΑΣ

Όσοι παρακολουθούν τις παλιές ελληνικές ταινίες που προβάλλονται συχνότατα στην Τηλεόραση, θα έχουν προσέξει έναν καλόν ηθοποιό που εμφανίζεται στις περισσότερες απ’ αυτές, τον Νίκο Φέρμα. Είναι ένας θαυμάσιος τυπίστας που αποδίδει αριστοτεχνικά χαρακτηριστικούς ρόλους ανθρώπων του υπόκοσμου, διευθυντές υπόπτων κέντρων, νταήδες, κομπιναδόρους ή και απλούς λαϊκούς τύπους, όπως παλιατζήδες, μανάβηδες κ.α. Σ’ αυτά τα περιθωριακά πρόσωπα, τους ανθρώπους της πιάτσας, ο Φέρμας με το καλλιτεχνικό του ένστικτο δίνει ζωντάνια και πειστικότητα.

Fermas_NikosΚατά την εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του και η μια ταινία διαδεχόταν την άλλη, ο Φέρμας ήταν περιζήτητος απ’ τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες κι έχει παίξει σημαντικούς ρόλους πλάι σε μεγάλες φίρμες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τον Χορν, την αξέχαστη Λαμπέτη, τον Κωνσταντάρα, τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τη Σμαρούλα Γιούλη, τον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τον Φωτόπουλο και άλλους πρωταγωνιστές μας. Σε κάποια ταινία που δεν θυμάμαι τον τίτλο της, συμπρωταγωνιστούσε με τον θαυμάσιο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Κι είχε σημειώσει εξαιρετική επιτυχία.

Αυτός λοιπόν ο καλός ηθοποιός της σκηνής και της οθόνης, ο Νίκος Φέρμας, είναι Μοριανός. Αν διασώζονται στα γραφεία της Κοινότητας Μόριας τα παλιά μητρώα Αρρένων, σίγουρα θα τον βρούμε γραμμένο στα 1905 η 1906. Όχι φυσικά σαν Φέρμα. Το επίθετο αυτό είναι ψευδώνυμο καλλιτεχνικό και θα δούμε στη συνέχεια ποιος του τόδωσε, ποιος ήταν νονός του. Το πραγματικό του επώνυμο είναι Χατζηανδρέου. Ο πατέρας του, όπως έχω συμπεράνει απ’ τις κουβέντες που κάναμε κατά την πολύχρονη φιλία μας, ήταν ένας φτωχός αγρότης, μεροκαματιάρης. Όλη η περιουσία του ήταν ένα κτηματάκι με λίγα λιόδεντρα. Πέθανε όταν ο μονάκριβος γιος του ήταν σε μικρή ηλικία, τριών – τεσσάρων χρόνων. Η χήρα του για να τα βγάλει πέρα, εγκατέλειψε το χωριό κι εγκαταστάθηκε με το παιδί της στη Μυτιλήνη, όπου άρχισε να εργάζεται σαν οικιακή βοηθός σε διάφορα πλουσιόσπιτα. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε μόνιμα σαν ένα είδος οικονόμου, στο αρχοντικό του Πιττακού Ευστρατίου στη Σουράδα, που ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της «Τράπεζας Αθηνών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λαπαθιώτης, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 236 Σχόλια »

Για μια χρονολογία αδειανή (του Αλέξη Πολίτη)

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2015

Πριν απο λίγο καιρό έστειλα σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό ένα σύντομο άρθρο για μια διόρθωση ενός λάθους στη βιογραφία του Κ. Βάρναλη και με την ευκαιρία αυτή είχα ανταλλαγή ηλεμηνυμάτων με τον καθηγητή Αλέξη Πολίτη, στην οποία η συζήτηση έφτασε στην αβεβαιότητα που υπάρχει ή υπήρχε για το έτος γέννησης του Βάρναλη (1883 ή 1884) και τότε ο κ. Πολίτης μού έστειλε ένα άρθρο του για το ίδιο θέμα, την αβεβαιότητα στη χρονολογία γέννησης.

Κατά σατανική σύμπτωση, το άρθρο αυτό το είχα διαβάσει από το βιβλίο στο οποίο δημοσιεύτηκε, και μου είχε αρέσει πολύ η παράθεση των μαρτυριών-στιγμιοτύπων, οπότε ζήτησα από τον κ. Πολίτη την άδεια να το αναδημοσιεύσω.

Σήμερα όλοι ξέρουμε την ηλικία μας, και την ημερομηνία της γέννησής μας, αλλά αυτό είναι γνώρισμα του εικοστού αιώνα. Παλιότερα δεν ήταν έτσι, οι άνθρωποι δεν ήξεραν ποια είναι ακριβώς η ηλικία τους -και δεν νοιάζονταν και τόσο γι’ αυτό, αφού δεν χρειαζόταν να δηλώνουν κάθε τρεις και λίγο την ημερομηνία της γέννησής τους. (Όπως θα δείτε στις μαρτυρίες του άρθρου, ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήξερε πότε γεννήθηκε και χρειάστηκε να ρωτήσει τη μητέρα του). Ακόμα και στις νεότερες εποχές βέβαια, μπορεί κάποιος να κρύβει την ηλικία του για τον ένα ή τον άλλο λόγο, συνήθως να εμφανίζεται νεότερος. Ο αγαπημένος μου ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης, γεννημένος το 1888, αρεσκόταν να δίνει σαν χρονολογία γέννησής του το 1893 -άλλωστε το είχε αναγνωρίσει αργότερα- με αποτέλεσμα σε κάποιες πηγές της δεκαετίας του 1920 π.χ. στην Ανθολογία των Νέων (του Τέλλου Άγρα, 1923) να υπάρχει η λαθεμένη χρονολογία, ή ακόμα και σε σύγχρονες πηγές.

Επίσης, σε πολλά μέρη, κυρίως της Μακεδονίας, όπου τα ληξιαρχικά έγγραφα χάθηκαν στις περιπέτειες της Κατοχής και του Εμφυλίου, όταν μετά τον πόλεμο έγινε η έκδοση νέων ταυτοτήτων, όπως μου λένε, κάποιες γυναίκες διάλεξαν να δηλώσουν νεότερες -και το μετάνιωσαν όταν στη δεκαετία του 1980 δόθηκε σύνταξη του ΟΓΑ στις αγρότισσες. Αντίστροφα, λέγεται ότι πολλοί υπεραιωνόβιοι του Καυκάσου δεν είναι γνήσιοι: οι ντόπιοι συνήθιζαν να δηλώνουν αρκετές δεκαετίες γηραιότεροι απ’ό,τι ήταν, για να γλιτώνουν από τις τσαρικές επιστρατεύσεις.

Αλλά πολλά είπα, δίνω τον λόγο στον Αλέξη Πολίτη. Το άρθρο του, που το δημοσιεύω όπως μου το έστειλε, τηρώντας και την προτίμησή του στο ενωτικό των εγκλιτικών (π.χ. «ο πατέρας-μου»), όπως ήταν δηλαδή στο «μονοτονικό της Θεσσαλονίκης» που τελικά δεν υιοθετήθηκε. Το λέω αυτό για να προσέξετε, ας πούμε, ότι στο τέλος της τρίτης παραγράφου, το «η μνήμη μας παίζει συχνά άσχημα παιχνίδια», το «μας» δεν είναι εγκλιτικό, αλλιώς θα είχε παύλα.

Το άρθρο χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο κομμάτι είναι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 25.12.1982, τότε που είχε βρεθεί στο αρχείο Βάρναλη το βαφτιστικό χαρτί του, που τον έφερνε να γεννιέται το 1884 και όχι το 1883 όπως πιθανολογούσε ο ίδιος ο ποιητής’ το δεύτερο είναι σχολιασμός του άρθρου αυτού, και το τρίτο, που μου αρέσει πολύ, περιλαμβάνει οχτώ μαρτυρίες για αβέβαιες χρονολογίες γεννήσεως.

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΔΕΙΑΝΗ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Βάρναλης, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 103 Σχόλια »

Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014)

Posted by sarant στο 24 Αυγούστου, 2014

Αθάνατος θα μείνει σίγουρα, αλλά τελικά δεν ήταν απέθαντος, όπως είχαμε πιστέψει. Ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς έφυγε από τη ζωή προχτές το βράδυ, αφού πρόλαβε να δει τα δοκίμια του 19ου τόμου του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, του έργου που ο ίδιος είχε ξεκινήσει και που μπορεί να θεωρηθεί το έργο ζωής του. Ο άγιος Κριαράς, συνήθιζα να τον αποκαλώ, επειδή πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μονοτονικού και βοήθησε να απαλλαγούν οι νεότερες γενιές από τον βραχνά των μακρών και των βραχέων σε μια γλώσσα που δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Όπως μου είχε πει ένας κοινός γνωστός, όταν είχε δει τον χαρακτηρισμό αυτό (στο βιβλίο μου Γλώσσα μετ’ εμποδίων) είχε σχολιάσει «Ακόμα δεν πέθανα και βιάζονται να με κάνουν άγιο», ή κάτι τέτοιο.

Οπότε, το σημερινό άρθρο θα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Εμμανουήλ Κριαρά κι ελπίζω να τιμήσουμε τη μνήμη του περισσότερο απ’ ό,τι ο ημιμαθής πρωθυπουργός μας, που αποκάλεσε τον μεγάλο νεκρό «καθηγητή της φιλοσοφίας«, χωρίς απ’ όσο ξέρω κάποιος σύλλογος φιλολόγων να διαμαρτυρηθεί για την απρέπεια.

Διάλεξα να δημοσιεύσω εδώ αποσπάσματα από δυο νεανικά κείμενα του Κριαρά, που τα έγραψε πριν από 82 χρόνια, δηλαδή το 1932, τότε που υπέγραφε «Μανόλης Κριαράς». Πρόκειται για έναν διαξιφισμό που είχε, μέσα από τις στήλες της Νέας Εστίας, με τον αγαπημένο μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης υποστήριζε ασαφώς τη «μουσικότητα στη γλώσσα» ενώ ο Κριαράς επέμενε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό του ατομικού ύφους και όχι της γλώσσας. Επίσης, ενδιαφέρουσες σκέψεις ανταλλάσσουν σχετικά με το ρόλο που διαδραματίζουν λογοτέχνες και γλωσσολόγοι στη διαμόρφωση της γλώσσας.

Πρώτη επιστολή, Κριαράς στη Νέα Εστία, τχ. 137 (1.9.1932, σελ. 939)

¨Μουσική», «ευφωνία», κ.ά.

Τον κ. Λαπαθιώτη τον εχτιμώ ως διαλεχτό ποιητή και διανοούμενο. Αυτό βέβαια δε μ’ εμποδίζει ν’ ανασκευάσω μερικά σημεία απ’ όσα έγραψε στο προηγούμενο τεύχος (αρ. 135, σελ. 827κ.ε.) της «Νέας Εστίας», απαντώντας σ’ ένα σημείο της κριτικής του κ. Ν.Α.[νδριώτη] για το βιβλίο του κ. Γιαννίδη «Γλωσσικά Πάρεργα», που ατομικά τον αφορούσε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Δημοτικισμός, Εις μνήμην, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 130 Σχόλια »