Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Νουμάς’

Το μυστηριώδες Ιφ

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά Τετράδια 23, τεύχος αφιερωμένο στη μνήμη του Σάββα Παύλου, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με το τεύχος 41 (Άνοιξη 2017) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά. Με τα Μικροφιλολογικά συνεργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια και τις συνεργασίες μου τις δημοσιεύω συνήθως τις Κυριακές. Σήμερα κάνω μια εξαίρεση επειδή το άρθρο δεν είναι αμιγώς μικροφιλολογικό αλλά επίσης λεξικογραφικό-λαογραφικό.

mft23Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) ήταν συνιδρυτής των Μικροφιλολογικών -από την αρχική τριάδα μένει τώρα ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου. Πέρυσι που πέθανε, είχα γράψει λίγα λόγια, ανάμεσα στα οποία για ένα χρέος που όφειλα να ξεπληρώσω -και που είναι τούτο το άρθρο.

 

Το μυστηριώδες Ιφ

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

Δεν εννοώ το αγγλικό If, που είναι και τίτλος του πασίγνωστου, πολυμεταφρασμένου και πολυπαραφρασμένου ποιήματος του Κίπλινγκ, ούτε το νησί Ιφ που το μάθαμε από τον Κόμη Μοντεκρίστο του Δουμά, αλλά το επιφώνημα των βλάμηδων και κουτσαβάκηδων, που, αν διεκδικεί μια θέση στη γραμματεία μας, είναι επειδή το απαθανάτισε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, βάζοντάς το στον τίτλο ενός   «κουτσαβάκικου», όπως το λέει, ποιήματός του, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1904, αφιερωμένο στον Αλέξ. Πάλλη (τεύχος 106, 25.7.1904):

ΙΦ

Έλα να φύγουμε μαζί
μωρή μαργκόλφω κοπελιά,
και μη με βάλεις σε μπελιά,
να ζει η μανούλα σου, να ζει
έλα να φύγουμε μαζί.

Για οικονομία του χώρου δεν θα παραθέσω ολόκληρο το ποίημα (ολόκληρο υπάρχει εδώ), που αποτελείται από εφτά πεντάστιχες στροφές, παρά μόνο την πέμπτη στροφή, όπου εμφανίζεται η λέξη του τίτλου:

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς
απόψε βράδυ στο στενό,
μα το Σταβρό, που προσκυνώ,
ταχιά δε θα ξημερωθείς,
και θα χαθώ, μα θα χαθείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 183 Σχόλια »

Οργή Θεού! (Διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2016

Το ιστολόγιο έχει αναφερθεί μερικές φορές, παρεμπιπτόντως, στον Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), αλλά δεν έχει παρουσιάσει ποτέ διήγημά του -παράλειψη που διορθώνω σήμερα. Και είναι παράλειψη επειδή ο Βουτυράς είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

bout2Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 109 Σχόλια »

Καβαφισμός και άλλες επιδημίες από την Αίγυπτο

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2015

Το σημερινό κυριακάτικο, άρα φιλολογικό μας άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια ενός παλιότερου φιλολογικού άρθρου. Βέβαια, το παλιότερο εκείνο άρθρο δεν δημοσιεύτηκε την περασμένη ή την προπερασμένη Κυριακή αλλά πριν από τριάμισι χρόνια -τι τα θέλετε όμως, αν ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη είναι μακρά.

Στο άρθρο που είχα γράψει το 2012 για την τερατώδη γκάφα του (οΘντκ) φιλόλογου κ. Σ. Καργάκου να βγάλει φασίστα τον Καβάφη επειδή σε κάποια παλιά εφημερίδα βρήκε μια πλαστή επιστολή υπέρ του φασιστικού κόμματος που την υπέγραφε ο Καβάφης και άλλοι επιφανείς αλεξαντριανοί, αγνοώντας ότι υπήρξε διάψευση και μη μπορώντας να δει ότι ο Καβάφης με τον Λαγουδάκη δεν θα υπέγραφαν μαζί ούτε έγγραφο διαμαρτυρίας για τα τσουχτερά κοινόχρηστα της οκέλας τους (της πολυκατοικίας δηλαδή), έγραφα και τα εξής: Οι φίλοι του Καβάφη συγκέντρωσαν υπογραφές κάτω από ένα κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε ευρέως και στην Αλεξάνδρεια αλλά και στην Αθήνα. Ο Δρ Λάιγξ κατατροπώθηκε, αλλά η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου οι φίλοι του Παλαμά αισθάνθηκαν να απειλείται το είδωλό τους από τον αλεξανδρινό ποιητή. Όχι με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαιτίας του επεισοδίου Λαγουδάκη βγήκε το ειδικό καβαφικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη, μορφοποιήθηκε ο πυρήνας των φίλων του Καβάφη στην Αθήνα (Λαπαθιώτης, Βαϊάνος κτλ.) και εδραιώθηκε ο Καβάφης ως το αντίπαλον δέος στον Παλαμά. Όμως το κεφάλαιο αυτό θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα, διότι ήδη έχω γράψει πάρα πολλά.

Βρισκόμαστε στα 1924 και στην ελληνική ποίηση, όπως τουλάχιστον αυτή είναι αντιληπτή στην Αθήνα, κυριαρχεί ο Παλαμάς, αν και ο Καβάφης έχει αρχίσει να ακούγεται. Με αφορμή το επεισόδιο Λαγουδάκη λοιπόν, ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, ο εκδότης του ιστορικού Νουμά, της ναυαρχίδας των δημοτικιστών, έγραψε στην εφημερίδα Έθνος, όπου είχε καθημερινή φιλολογική στήλη αλλά και χρονογράφημα, το άρθρο που θα διαβάσετε, με τίτλο «Καβαφισμός». Στο αρνητικότατο για τον Καβάφη άρθρο, που παρομοίαζε με επιδημία τον καβαφισμό, απάντησε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τους πρώτους και πιο πιστούς φίλους του Καβάφη στην Αθήνα, με μια μάλλον σύντομη επιστολή του, που την παρουσιάζω επίσης. Οι δυο επιστολές είναι γνωστές στους παροικούντες τη φιλολογικήν Ιερουσαλήμ, αλλά αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Καβαφικά, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 58 Σχόλια »

Ο ποιητής που τον έλεγαν Κ.

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2012

karthaios

Ο ποιητής που τον έλεγαν Κ.

Θα μπορούσα να το βάλω και για κουίζ αλλά δεν θα άντεχε για πολύ, οπότε ας το παρουσιάσω ευθέως: ποιος ήταν ο ποιητής που τον έλεγαν Κ; Βέβαια, λογοτεχνικοί ήρωες με όνομα Κ. υπάρχουν πολλοί, με πιο γνωστόν τον Κ. στον Πύργο του Κάφκα και τον Γιόζεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα πάλι (άλτερ έγκο του συγγραφέα υποθέτω), ενώ και ο Β. Βασιλικός, μετά το Ζ έβγαλε και το Κ, ίσως από τον Κοσκωτά (ή από το «κακέκτυπο»). Αλλά και τις μπρεχτικές Ιστορίες του κ. Κόινερ, μερικές φορές θα τις δούμε να γράφονται Ιστορίες του κ. Κ.

Όμως όλοι αυτοί είναι λογοτεχνικοί ήρωες, εγώ ζητάω λογοτέχνη, ποιητή συγκεκριμένα, που να λεγόταν Κ. Για να το πω αλλιώς, που το μικρό του όνομα να ήταν Κ. Όχι Κώστας, όχι Κυριάκος ή Κοσμάς, όχι Κλέαρχος, Κρίτωνας ή Καλλισθένης, αλλά σκέτο Κάπα. Θα μου πείτε, γίνεται αυτό; Μπορεί κανείς να βαφτιστεί ή να πάρει όνομα σκέτο Κ; Όχι. Αλλά μπορεί να το δώσει στον εαυτό του. Μπορεί δηλαδή να διαλέξει τέτοιο λογοτεχνικό ψευδώνυμο που να αποτελείται μόνο από το επώνυμο και το αρχικό γράμμα του μικρού του ονόματος.

Διάσημη τέτοια περίπτωση είναι ο Καραγάτσης· ο Δημήτρης Ροδόπουλος διάλεξε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μ. Καραγάτσης, και έτσι υπέγραφε. Το Μ. δεν σήμαινε Μιχάλης, όπως πολλοί υπέθεσαν επειδή είδαν στον Μιχάλη Καραμάνο, τον συγγραφέα φίλο του Γιούγκερμαν το άλτερ έγκο του Καραγάτση. Είτε σήμαινε Μίτια (το ρώσικο Δημήτρης, λόγω της αγάπης προς τον Ντοστογιέφσκι), είτε ένα σκέτο Μι χωρίς εξήγηση. Σήμερα δεν νομίζω να βρεθεί έργο αναφοράς να αναφέρει Μιχάλη τον Καραγάτση.

Δυστυχώς όμως, τον ποιητή που λεγόταν Κ. βρίσκονται και σήμερα ακόμα αρκετές πηγές να τον βαφτίζουν Κώστα, ενώ Κώστας ούτε ονομάστηκε, ούτε διάλεξε να τον λένε. Εννοώ τον Κ. Καρθαίο (1878-1955), ποιητή, ονομαστό μεταφραστή, κορυφαίο στον αγώνα του δημοτικισμού. Ο Καρθαίος γεννήθηκε Κλέανδρος Λάκων, γιος του καθηγητή Πανεπιστημίου Βασ. Λάκωνα. Σπούδασε στην Ευελπίδων, βγήκε αξιωματικός του πυροβολικού και έκανε μεταπτυχιακά στα μαθηματικά. Πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους, και παράλληλα συμμετείχε στον Νουμά και στους γλωσσικούς αγώνες, ενώ, πράγμα όχι συνηθισμένο για αξιωματικό, δημοσίευε στον Νουμά αντιπολεμικά ποιήματα, που ακόμα διεθνιστικά θα μπορούσε να τα πει κανείς, πιστεύοντας ότι πρέπει να γράφεται πολεμική λογοτεχνία αλλά δεν είναι ανάγκη να είναι πολεμόχαρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Κοτσανολόγιο, Μεταφραστικά, Ποίηση, Φιλολογία, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 85 Σχόλια »

Μαϊντανός στη σούπα

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2012

 

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε την Κυριακή 1.7.2012 στην Αυγή, στη μηνιαία στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Το αναδημοσιεύω εδώ σήμερα με μια προσθήκη υπό μορφή εκτενούς υστερόγραφου.

Όταν ήμουν μικρός, στην αρχή μπέρδευα τον μαϊντανό με τον άνηθο. Στα θελήματα που μ’ έστελναν ίσαμε τον μανάβη της γωνίας, η πιθανότητα να ψωνίσω το σωστό χορταρικό ήταν πενήντα-πενήντα, αφού άλλοτε ξεχνούσα τι μου είχαν πει κι άλλοτε έπαιρνα το λάθος ματσάκι. Είδε κι απόειδε κι η μητέρα μου, και μου έδινε παραγγελία και για τα δύο, αφού συνήθως μαζί χρησιμοποιούνται στην κουζίνα. Μετά, μου εντυπώθηκε ότι ο μαϊντανός είναι σγουρός και σταμάτησα να τους μπερδεύω. Αν όμως και τα δυο χορταρικά είναι χρήσιμα στη μαγειρική ως αρτύματα, ο μαϊντανός έχει πολύ μεγαλύτερη γλωσσική νοστιμιά και γι’ αυτό θα μας απασχολήσει σήμερα. Αν και ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι ποιο ακριβώς φυτό περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς, πρώτη αναφορά στον μαϊντανό βρίσκουμε στο έργο Περί ύλης ιατρικής του Διοσκουρίδη, τον πρώτο αιώνα, ο οποίος αναφέρει το πετροσέλινον, το οποίο «φύεται εν Μακεδονία εν αποκρήμνοις τόποις». Ονομάστηκε δηλαδή ο μαϊντανός «σέλινο των βράχων», πράγμα που υποβάλλει την ιδέα ότι ίσως το φυτό έγινε γνωστό στα μέρη μας εκείνη περίπου την εποχή, ενώ το σέλινο ήταν πανταχού παρόν στον ελληνικό χώρο από τα πανάρχαια χρόνια· ακόμα και σε μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής Β΄ βρίσκουμε αναφορά σε se-ri-no.

Το πετροσέλινον λοιπόν, ονομασία που διατηρείται και σήμερα, έχει στη συνέχεια πυκνή παρουσία στα ιατρικά και διαιτητικά κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών-συγγραφέων της ρωμαϊκής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας, συχνά ως συστατικό σε αντίδοτα και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (π.χ. διουρητικές). Πέρασε στα λατινικά ως petroselinum και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν και πολλές φορές έγινε αγνώριστο: αγγλικά parsley, γαλλικά persil, ιταλικά prezzemolo, γερμανικά petersilie, ισπανικά perejil, ρουμανικά pătrunjel. Πέρασε επίσης στα εβραϊκά, petrosilia, φτάνοντας στα ανατολικά έως τα ινδονησιακά, peterseli, και τα γιαπωνέζικα, paseri.

Από το ιταλικό prezzemolo, με αντιμετάθεση των φθόγγων, η λέξη επιστρέφει αντιδάνειο στα ελληνικά ως περσέμολο ή περσέμουλο κι έτσι έχει εξασφαλίσει μια γωνίτσα στην αθανασία επειδή περιλαμβάνεται σε ένα διάσημο απόσπασμα από το Άξιον Εστί του Ελύτη, μαζί με άλλα σπάνια και ιδιωματικά ονόματα φυτών: «Να το σπαράγγι να ο ριθιός, να το σγουρό περσέμολο, το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι, ο στύφνος και το μάραθο, Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »

Η λέξη που λείπει από ένα ανεπίκαιρο σονέτο

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2011

Κυριακάτικα δεν θα σχολιάσω την επικαιρότητα, αλλά ένα ποίημα που γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια, σχεδόν αιώνα από σήμερα.

Είναι ένα ποίημα του κεφαλονίτη αναρχικού σατιρικού ποιητή Μικέλη Άβλιχου (1844-1917),  που το έγραψε την άνοιξη του 1915, ενώ δηλαδή είχε ξεσπάσει ο μεγάλος πόλεμος που σήμερα ονομάζεται πρώτος παγκόσμιος, κι ενώ τα σχέδια της Αντάντ για επίθεση στα Δαρδανέλια έβαζαν σε δεινή δοκιμασία την ελληνική ουδετερότητα.

Το ποίημα είναι το εξής (δεξιά το έχω σε σημερινή ορθογραφία, αριστερά βλέπετε πώς πρωτοδημοσιεύτηκε):

                                           Η Πόλη

(Το σονέτο ετούτο αν ήθελε έχω το σχετικό και  την ελευθερία, θα το αφιέρωνα εις την Α. Υ. Τ. Χ. Υ. Α. Τ. Κ. Π. Γ.)

Δεν έσωνε η Ελλάδα μας μονή
…………… την Πόλη για να πάρει,
κι αφού την καταφέραμε διπλή
την κράζουν στα Μπουγάζια για φανάρι.

Απάνου κάτου και για ψαρτική
το ιστορικό να ψάλει το τροπάρι,
«τη Υπερμάχω» κι έτσι λάου-λάου εκεί
με την Αντάντ η Αρκούδα να μπουκάρει.

Κατακαημένη Πόλη, τ’ είναι τούτα;
(οπού για σε το Γένος αιώνες τρέμει),
Για ενός Ψευτομεσσία τη μεσιτεία,

και για μπαξίσι λίγη Μικρασία,
βγαίνοντας αφ’ του Τούρκου το Χαρέμι
να γένεις του Χαχόλου Μαντενούτα;

Σχολιάζει έμμετρα από κάτω ο Μολφέτας, ο εκδότης του Ζιζανίου:

Σέβομαι, Μικελάκη μου, τσου στίχους που μου στέρνεις
γιατί τιμή στο φύλλο μου την τέχνη σου μού φέρνεις.
Αλλ’ ενταυτώ και μου χαλάς όλη μου την ουσία,
κοτζάμου Βενιζέλαρο να λες ψευτομεσσία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 56 Σχόλια »

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και οι εγγονοί του Γαριβάλδη

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2011

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος (αριθ. 29) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά, που βγαίνει στην Κύπρο. Εδώ κάνω μερικές μικροαλλαγές.

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα αναφερθεί στο «στρατευμενο» σονέτο «Κραυγή» του Λαπαθιώτη, που γράφτηκε το 1916, μια φλογερή συνηγορία υπέρ της Γαλλίας, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά τον Αύγουστο του 1916 και στη συνέχεια σε άλλα περιοδικά, ενώ τυπώθηκε και σε μονόφυλλο και μεταφράστηκε και στα γαλλικά.

Στην αυτοβιογραφία του (Η ζωή μου, επιμ. Γιάννη Παπακώστα, Κέδρος 2009, σ. 219), ο Λαπαθιώτης υπαινίσσεται ότι η Κραυγή δεν ήταν η μοναδική φιλολογική του παρέμβαση υπέρ της Γαλλίας την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου: «…έκανα ό,τι μπορούσα για να κάμω εμφανέστερη αυτή μου τη συμπάθεια: Άρθρα, ποιήματα υμνητικά τού Έθνους που υπερασπιζόμουν, τέθηκαν σ’ ενέργεια, και, φυσικά, τσακώματα –πάντα, ωστόσο, φιλολογικά– με τους αντιφρονούντας».

Στα εκδομένα ποιήματα του Λαπαθιώτη δεν υπάρχει κανένα άλλο που να ταιριάζει με την παραπάνω περιγραφή. Κι όμως, η διατύπωση του Λαπαθιώτη, αν παρθεί τοις μετρητοίς, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έγραψε όχι μόνο άρθρα, αλλά και αρκετά «στρατευμένα» ποιήματα υπέρ της Γαλλίας, ή τουλάχιστον περισσότερα από ένα. Μια αισιόδοξη ερμηνεία θα ήταν ότι υπάρχουν αθησαύριστα ποιήματα του Λαπαθιώτη δημοσιευμένα σε εφημερίδες της εποχής· μια απαισιόδοξη θα ήταν να σκεφτούμε ότι ο ποιητής, γράφοντας 25 χρόνια μετά (διότι η –έως το 1917– αυτοβιογραφία του γράφτηκε το 1940 και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πρδ. Μπουκέτο), διογκώνει άθελά του στις αναμνήσεις του την υπέρ της Γαλλίας συγγραφική του δραστηριότητα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 15 Σχόλια »

Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2011

 

Το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου κυκλοφόρησε το 1903 και γρήγορα αναδείχτηκε σε μαχητικό όργανο των δημοτικιστών, των μαλλιαρών όπως γρήγορα αποκλήθηκαν. Την ίδια χρονιά σημειώθηκαν τα αιματηρά Ορεστειακά, οι ταραχές που υποκινήθηκαν από τον υπερκαθαρευουσιάνο καθηγητή Μιστριώτη με αφορμή τη μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα) της Ορέστειας, ενώ πριν από 2 χρόνια, το 1901, ο ίδιος είχε προκαλέσει άλλες αιματηρές ταραχές, τα Ευαγγελικά, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξ. Πάλλη.

Είχε προηγηθεί η Τέχνη, το πρωτοποριακό αν και βραχύβιο περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, που γραφόταν στη δημοτική αλλά περιείχε κυρίως λογοτεχνική ύλη, χωρίς μαχητικά γλωσσικά άρθρα. Τότε ήταν που βγήκε κι η ονομασία «Μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές και νονός ήταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σε κάποιο του χρονογράφημα· λένε ότι εμπνεύστηκε την ονομασία από τους δημοτικιστές λογοτέχνες αδελφούς Πασαγιάννη, που είχαν μακριά μαλλιά, αν και υπάρχουν και άλλες απόψεις για τη γέννηση του όρου. Το ειρωνικό είναι ότι ο ίδιος ο Κονδυλάκης, όταν απαλλάχτηκε από το μαγγανοπήγαδο της δημοσιογραφίας, μεταστράφηκε σε δημοτικιστή κι έδωσε το κύκνειο άσμα του, την αριστουργηματική Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική δημοτική με πινελιές της κρητικής διαλέκτου. (Μπορείτε να διαβάσετε εδώ αυτή τη θαυμάσια νουβέλα, που την είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο ψηφιοποιημένη χάρη στη βοήθεια καλής φίλης).

Τους μαλλιαρούς τούς πείραζαν οι καθαρευουσιάνοι κατασκευάζοντας διάφορες υπερδημοτικιστικές φράσεις, ότι τάχα τον Μυστικό δείπνο τον έλεγαν Κρυφό Τσιμπούσι, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Κώτσο Παλιοκουβέντα και την Ηλέκτρα Κεχριμπάρω. Βέβαια, το πείραγμα αυτό δεν ήταν και τόσο αθώο, αφενός επειδή η μία πλευρά συγκέντρωνε όλη την εξουσία και απαιτούσε από την πολιτεία να πάρει κατασταλτικά μέτρα εναντίον της άλλης, και αφετέρου επειδή τα συκοφαντικά αυτά πειράγματα πολύς κόσμος τα πίστευε για αληθινά –μερικοί ακόμα τα πιστεύουν.

Αλλά και από τις στήλες του Νουμά ο Ταγκόπουλος δεν χάριζε κάστανα. Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη, ενώ δεν έχανε ευκαιρία, στο Βαρβαροπάζαρο που είχε καθιερώσει, να σχολιάζει δηκτικά τους σολοικισμούς των πούρων καθαρευουσιάνων.

Στα αλληλοπειράγματα ο Ταγκόπουλος δεν ήταν μόνος· συμμετείχαν και οι πιστοί Νουμαδικοί· για παράδειγμα, όταν η Εστία, για να τον πειράξει, έγραψε «Αργύριος Επταλιώτης» το όνομά του, ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε ότι αν το πάμε έτσι θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

Ενώ από τις στήλες των εφημερίδων μαινόταν αυτός ο γουστόζικος πόλεμος, μια άλλη, πολύ σοβαρότερη σύγκρουση άρχιζε στην άλλη άκρη του κόσμου, ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Η εξωτική αυτή σύρραξη αιχμαλώτισε τη φαντασία των Ελλήνων που την παρακολούθησαν παθιασμένοι από τις στήλες των εφημερίδων –ενίοτε δίνοντας και συμβουλές στρατηγικής, όπως το περίφημο «Δεξιότερα Κουροπάτκιν». Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών). Τέλος πάντων, το βέβαιο είναι ότι είχε εξαφθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο άγνωστο, την Ιαπωνία.

Έτσι, στο φ. 81 του Νουμά με ημερομηνία 1.2.1904 δημοσιεύτηκε το εξής ποίημα:

ΕΙΚΟΝΕΣ

(Από τα λυρικά του μεγάλου ποιητή της Γιαπωνίας Συέρ Υόκο (Syer-Yoko), μεταφρασμένα απ’ το αγγλικό)

Ώρα γλυκιά προβάλλει,
τη φύση στεφανώνει πέρα ως πέρα,
η μουσκιά χύνει μόσκους στον αγέρα,
σαν την καρδιά που απ’ τον πόνο πάλλει…

Μαγνάδια χύνουν του ήλιου οι αχτίδες
από τα ύψη τ’ ουρανού κι από τα βάθη
λιοπύρια, φλόγες και δροσιάς ρανίδες
λες και σκορπιώνται αφ’ της Υέκκας(*) το καλάθι.

Ίσκιοι κρυφοί μέσα στ’ απόσκια δάση
απλώνουνται στ’ αυλάκι το δροσάτο…
Ροβόλα, βοσκοπούλα, παρά κάτω
η φλόγα της αγάπης να σε πιάσει –
σαν το αρνί, τ’ αθώο, το μικρό
που στη στιγμή που αξέγνοιαστο περνάει
από κοντά στ’ αγκάθι το πικρό
ραφές ραφές τ’ αγκάθι το μασάει…

Αξέγνιαστο κι αταίριαστο πουλί,
φωλιά γυρεύει για να πιάσει ταίρι,
ρουμάνια, δάση παίρνει, άγρια μέρη,
όπου αγάπη να ’βρει ντροπαλή.

Σαν βρίσκει τη και παίρνει τη στο πλάι,
ύστερις από τα γλυκολαλήματα,
νέα ζωή παλιά ζωή χαλάει
η αγάπη με χαρές καi με φιλήματα…

Σώπα, καρδιά, και σβήσε τη μαυρίλα!
σώπα κι άνοιξ’ ορθάνοιχτα τα φύλλα
από τον πόνο, πόνο θα ’βρεις, στο ’πα·
σώπα καρδιά μου! σώπα!…. σώπα!

ΑΒΓΕΡΙΝΟΣ

(*) Υέκκα πρέπει να είναι ίσως η Πανδώρα των γιαπωνέζων.

Επειδή το χέρι πάει μόνο του, εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, εκτός από την υπογραφή που είναι δηλωτική μιας (υποτιθέμενης) γλωσσικής στάσης.

Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο ποίημα, που είναι δύσκολο να το δούμε, εκτός αν μας το έχουν μαρτυρήσει: το ποίημα σχηματίζει ακροστιχίδα, με τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου. Διαβάστε το: Ω, της μαλλιαρής παραφροσύνης σας!

Όσο για τον ποιητή, τον Συέρ Υόκο, θα ταίριαζε πιο πολύ στη Νομανσλάνδη, που δεν είχε ανακαλυφτεί το 1904. Αν κοιτάξουμε ξανά το όνομά του, θα δούμε ότι το (εντελώς μη ιαπωνικό) Συέρ Υόκο αν διαβαστεί ανάποδα δίνει: Ο κουρεύς. Παναπεί, ο τιμωρός των μαλλιαρών.

Το ποίημα δηλαδή ήταν φάρσα, που κάποιος καθαρευουσιάνος το είχε στείλει στον Ταγκόπουλο με αποκλειστικό στόχο να καταφέρει να δημοσιευτεί απαρατήρητη στο προπύργιο των μαλλιαρών η αντιμαλλιαρή ακροστιχίδα. Ο Ταγκόπουλος φυσικά ήξερε τον αποστολέα, ήταν και φίλοι, αλλά έτσι κι αλλιώς καναδυό μέρες αργότερα τον έμαθαν όλοι οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ, μια και ο δράστης, ο γνωστός δημοσιογράφος και λόγιος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, βγήκε στο Εμπρός και περηφανεύτηκε για τη σκανταλιά του. Μερικές εφημερίδες δεν έχασαν την ευκαιρία να δουλέψουν τον Ταγκόπουλο για το πάθημά του –θα τον είχαν και άχτι από προηγούμενα δικά του πειράγματα– ενώ άλλες επέκριναν τον φαρσέρ, ότι δεν λύνονται με φάρσες οι γλωσσικές και φιλολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε επόμενο τεύχος του Νουμά, οι νουμαδικοί έγραψαν διάφορα εναντίον του Δημητρακόπουλου, αποκαλώντας τον με ένα παλιό του ψευδώνυμο, το «Κουρούπης» (αν και είχε πια πάρει το πολύ πιο αριστοκρατικό Pol Arcas), αλλά ο ίδιος ο Ταγκόπουλος, με αξιοπρέπεια παραδέχτηκε ότι έβαλε τους στίχους επειδή, σαν γιαπωνέζικοι που ήταν, τους έκρινε επίκαιρους και αξιοπερίεργους και ότι δεν μπορεί να καταγίνεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ «να ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες (όπως κάμνουν οι μικροί συνδρομηταί της Διαπλάσεως και οι μεγάλοι Ιαπωνο-έλληνες ποιηταί) σ’ όσα πεζά και έμμετρα μου στέλνουν». Γενικά, όταν την έχεις πατήσει σε μια φάρσα, η καλύτερη τακτική είναι να το παραδεχτείς αξιοπρεπώς.

Να γυρίσουμε λίγο στο ποίημα, που ξαναλέω ότι δεν το βρίσκω κακό παρά το γεγονός ότι γράφτηκε με βασικό σκοπό την ακροστιχίδα. Θα προσέξατε το εξεζητημένο λεξιλόγιο, που ήταν χαρακτηριστικό στην ποίηση της εποχής, που όλη σχεδόν γραφόταν πια στη δημοτική. Δεν λείπουν και τα μαγνάδια, λέξη που την είχε χρησιμοποιήσει σε ένα ποίημά του ο Χατζόπουλος και από τότε την είχαν πάρει σκοινί κορδόνι όσοι ήθελαν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και τη δημοτική και την καινούργια ποίηση, όπως ας πούμε ο Σουρής.

Δεν ξέρω αν ο Ταγκόπουλος συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Δημητρακόπουλο· πάντως, ο τελευταίος, σε αντίθεση με άλλους αντιμαλλιαρούς που αργότερα μεταστράφηκαν και αγκάλιασαν τη δημοτική, συνέχισε να εχθρεύεται κάθε τι το καινούργιο: όταν το 1910 ξέσπασε το σκάνδαλο με τους «οσκαρουαϊλδιστές» του περιοδικού Ανεμώνη, ο Pol Arcas δεν παρέλειψε να γράψει για τις έκφυλες έξεις και τους ξυρισμένους «αρτιφυείς μύστακας» και να προτείνει να ονομαστεί το περιοδικό τους Αναιμώνη, ότι τάχα οι λεπταίσθητοι νεαροί πάσχαν από αναιμία, ενώ εκεινού το αίμα κόχλαζε.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »

Δόξα στους μεγάλους νούδες που τις τρων στους πισινούδες

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2009

image001Στη συζήτηση για το βιβλίο του Σπύρου Μελά (στο σχόλιο 53) αναφέρθηκε κι ένας στίχος του Σουρή, ειρωνικός για τους δημοτικιστές. Ο στίχος αυτός είναι παρμένος από ένα τεύχος του Ρωμηού που είναι όλο αφιερωμένο στον Ψυχάρη και που αξίζει να διαβαστεί, και νομίζω πως το Σαββατοκύριακο προσφέρεται για εκτενή αναγνώσματα. Τυχαίνει να έχω γράψει γι’ αυτή την σύγκρουση Σουρή-δημοτικιστών, οπότε παραθέτω το παλιό μου άρθρο με ελάχιστες αλλαγές. Τους στίχους του Σουρή τους αγάπησα από μικρός (ο παππούς μου απάγγελνε από στήθους όλο το κατεβατό), αλλά πιστεύω ότι στην ουσία του θέματος δίκιο είχε ο Ψυχάρης. Όχι μόνο επί γλωσσικού’ και στην αξιολόγηση του ποιητή Σουρή, έπεσε πιο κοντά παρά οι υμνητές του ποιητή. Προειδοποίηση, πάντως: ακολουθεί σεντόνι.

Η σύγκρουση του Γ. Σουρή με τον Ψυχάρη και τους «μαλλιαρούς» στις αρχές του 20ού αιώνα

Στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, ο Γεώργιος Σουρής είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του. Ο Ρωμηός, η εβδομαδιαία εφημερίδα του που γραφόταν όλη έμμετρη, γινόταν ανάρπαστος, η θεατρική μετάφραση των Νεφελών (που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ) είχε σημειώσει εκπληκτική επιτυχία, και ο ποιητής απολάμβανε επαίνους και θαυμασμό από τους πνευματικούς ανθρώπους και από τον απλό κόσμο. Η λατρεία αυτή έφτασε στην υπερβολή όταν το 1906 η Βουλή των Ελλήνων πρότεινε τον Σουρή για το Βραβείο Νόμπελ. (Βέβαια, αυτό μας φαίνεται κωμικό σήμερα· ωστόσο, να σημειωθεί ότι κάποιοι από τους βραβευμένους, ονόματα δεν θα πω, της εποχής εκείνης, έχουν επίσης ξεχαστεί).

Την εικόνα της ομοψυχίας ήρθε να τη χαλάσει ένας αιρετικός –ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης, καθηγητής στο Παρίσι, ο άνθρωπος που είχε ταράξει τα νερά του γλωσσικού ζητήματος με το Ταξίδι μου το 1888 και που ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του δημοτικισμού, του ορμητικού κινήματος που με όργανο το Νουμά χάραζε νέους δρόμους. (Αργότερα, οι δρόμοι τους κάπως χώρισαν· ο Νουμάς κινήθηκε σε προοδευτική και σοσιαλιστική τροχιά, ενώ ο Ψυχάρης πολιτικά ήταν συντηρητικός· ήρθαν σε σύγκρουση, όσο κι αν ο σεβασμός του Νουμά προς τον Ψυχάρη έμεινε. Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια –ο Νουμάς πρωτοβγήκε το 1903– η επιρροή του Ψυχάρη ήταν απόλυτη).

Στο τεύχος 130, στις 9 Ιανουαρίου του 1905, ο Νουμάς δημοσιεύει πρωτοσέλιδη «Κριτική μελέτη» του Νουμά με τίτλο «Ο Σουρής». Τώρα που τα χρόνια έχουν περάσει, διαβάζει κανείς πως ο Ψυχάρης επιτέθηκε στον Σουρή επειδή χρησιμοποιούσε γλώσσα μικτή κι όχι ανόθευτη δημοτική, αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια, ίσως και λιγότερο. Ο Ψυχάρης κρίνει συνολικά τον Σουρή και το έργο του, και οι περισσότερες παρατηρήσεις του είναι εύστοχες. Επικρίνει τον Σουρή ότι στέκεται όχι μπροστά στον λαό αλλά πλάι του, ή πιο σωστά ότι «πηγαίνει με τον όχλο» τον οποίο αντιδιαστέλλει από τον λαό. Παραθέτει ο Ψ. τις δυο πρώτες και τις δυο τελευταίες στροφές του ποιήματος Ο Ρωμηός (ένα από τα εμβληματικά ποιήματα του Σουρή), και σχολιάζει: Τι νόστιμα, τι γελαστά που μας τα ξεεικονίζει! Τόσο γελαστά και τόσο νόστιμα που δεν το υποψιάζεται ο ίδιος πως ο Ρωμιός του το κάτω κάτω σαν το παιδί φέρνεται ή σαν το βάρβαρο ή σαν και τους δυο. Και συνεχίζει λέγοντας πως δεν είναι βέβαια ένοχος ο Σουρής για τα στραβά της Ελλάδας, αλλά τα παρουσιάζει τόσο χαρούμενα, που ο καθένας κολακεύεται από την εικόνα. Προσθέτει πως ναι μεν ο Ρωμηός γίνεται ανάρπαστος, αλλά αντέχει στο χρόνο όσο μια εφημερίδα: το φύλλο της προηγούμενης εβδομάδας έχει κιόλας ξεχαστεί την επόμενη. Παραδέχεται ότι μπορεί να είναι αλήθεια πως ο Σουρής έχει μόνο φίλους, αλλά οι φίλοι έχουν αξία μόνο όταν έχεις εχθρούς. Η καλοσύνη του Σουρή, λέει, είναι η ανεμελιά εκείνου που δεν θέλει μπελάδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , | 22 Σχόλια »

Παθανάρες, Όσιαν, Σλαβέικοφ: ανύπαρκτοι δημιουργοί

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2009

Το 1948, ο νεαρός ποιητής Τάσος Παππάς (1921-2001) παρουσίασε την ποιητική συλλογή «Τα τραγούδια του Παθανάρες», ποιήματα ενός Μεξικάνου ποιητή που τα είχε ο ίδιος μεταφράσει από τα ισπανικά. Τα ποιήματα έκαναν αίσθηση στη φιλολογική κοινότητα με τη δύναμη και τον εξωτισμό τους (λιγάκι σαν Καββαδίας με σομπρέρο), και άρεσαν πολύ. Λίγο αργότερα όμως μαθεύτηκε ότι επρόκειτο για φιλολογική «απάτη», ότι Παθανάρες δεν υπήρξε ποτέ και ότι τα ποιήματα τα είχε γράψει ο ίδιος ο Παππάς. Στο «Ποιείν», μάλιστα, η Σοφία Κολοτούρου λέει ότι μόλις μαθεύτηκε το τέχνασμα του Παππά, οι κριτικοί ψυχράνθηκαν και αγνόησαν τον ποιητή, ο οποίος έτσι έμεινε παραγνωρισμένος.

Ο Παππάς δεν ήταν ο πρώτος διδάξας. Πρέπει να υπάρχουν δεκάδες περιπτώσεις που ένας συγγραφέας κρύβεται και παρουσιάζει κάποιον άλλον, ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, ως δημιουργό του έργου του. Προσοχή, δεν εννοούμε εδώ την ψευδωνυμία (που, παρεμπιπτόντως, ενώ ήταν πολύ διαδεδομένη παλιότερα, τώρα έχει πια σχεδόν εξαφανιστεί σαν φαινόμενο). Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης επέλεξε να χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Ελύτης, αλλά δεν αποποιήθηκε ποτέ την πατρότητα των κειμένων του Ελύτη. Υπάρχει διαφορά. Ο Παππάς αποποιείται την πατρότητα του έργου του, τη μεταβιβάζει στον ανύπαρκτο, μακρινό Μεξικάνο ποιητή Παθανάρες, διατηρώντας την πολύ πιο ταπεινή ιδιότητα του μεταφραστή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 102 Σχόλια »