Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος’

Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2020

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαΐστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντος αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Ποιος έφερε την κουκουβάγια;

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2019

Ένα μικρό άρθρο σήμερα, όχι για τις κουκουβάγιες γενικώς αλλά για μια παροιμιακή φράση με κουκουβάγιες -ή έστω με γλαύκα, όπως λεγόταν στα αρχαία.

Εννοώ βέβαια την παροιμιακή φράση «γλαύκα ες Αθήνας» ή τις διάφορες νεότερες παραλλαγές της που συμμορφώνονται περισσότερο με τη σημερινή γλώσσα.

Συμφωνα με το ΛΚΝ, «κομίζω γλαύκα εις Αθήνας» σημαίνει «παρουσιάζω ως καινούργιο κάτι πασίγνωστο». Παρόμοιον ορισμό δίνουν και τα άλλα λεξικά.

Στο λεξικό Μπαμπινιώτη διαβάζω ότι η φράση, που είναι ήδη αρχαία, «οφείλεται στο γεγονός ότι τα νομίσματα της αρχαίας Αθήνας ονομάζονταν γλαύκες, επειδή έφεραν παραστάσεις γλαύκας, συμβόλου της θεάς Αθηνάς, και επομένως το να τα φέρνει κανείς στην Αθήνα ήταν εντελώς άσκοπο».

Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή αυτή η εξήγηση -τα νομίσματα ποτέ δεν είναι άσκοπο να τα φέρνει κανείς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η παροιμιακή φράση εμφανίζεται πρώτη φορά στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, στον στίχο 301. Όρνιθες είναι τα πουλιά, όχι οι σημερινές όρνιθες, και στην κωμωδία του Αριστοφάνη εμφανίζονται πολλά και διάφορα είδη πουλιών και σχολιάζονται αναλόγως.

Και «χαὐτηί γε γλαῦξ», λέει ο Έποπας, «τούτη εδώ είναι κουκουβάγια», κι ο Ευελπίδης του λέει: τί φῄς; τίς γλαῦκ᾽ Ἀθήναζ᾽ ἤγαγεν; -αναφερει απλώς, χαριτολογώντας, την παροιμιακή φράση που ήταν ήδη γνωστή και σε χρήση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αθηναιογραφία, Λεξικογραφικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 127 Σχόλια »

Άρατε πύλας (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2018

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά. Φέτος, επιμένω με Σκιάθο αλλά διαλέγω τον άλλο Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη.

Το διήγημα είναι και κατά κάποιο τρόπο (ιστολογικώς) επίκαιρο, αφού πριν από τέσσερις μέρες δημοσιεύσαμε άρθρο που αναφέρεται στο ίδιο θρησκευτικό δρώμενο που περιγράφει και ο Μωραϊτίδης στο διήγημα.

Το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο, εγώ το πήρα από το sansimera.gr όπου ήταν ήδη μονοτονισμένο. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και διόρθωσα κάμποσες αβλεψίες. Δεν εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που πάντως την έχει εκσυγχρονίσει κάπως ο Ν.Δ.Τ., π.χ. είνε σε είναι, έγεινε σε έγινε κτλ.) παρά μόνο το «κ'» σε «κι».

Η καθαρεύουσα του Μωραϊτίδη είναι πιο βαριά (και με πολυ λιγότερες ιδιωματικές ανάσες) από του Παπαδιαμάντη. Σημειώνω με αστερίσκο μερικές λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

«Άρατε πύλας…»

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κι ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κι έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις τις πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πως ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Φώτα ολόφωτα (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2017

Αργία σήμερα, αλλά και αρχή της τρομολαγνικά διαφημισμένης κακοκαιρίας, ταιριάζει λοιπόν να βάλουμε ένα διήγημα, και μάλιστα με θέμα μια κακοκαιρία που έτυχε μια τέτοια μέρα: τα «Φώτα ολόφωτα» του Παπαδιαμάντη.

Μια βάρκα κινδυνεύει να ναυαγήσει ενώ η γυναίκα του βαρκάρη βασανίζεται με τις ωδίνες μιας δύσκολης γέννας. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τη σκηνή από τη σκοπιά της μητέρας του βαρκάρη, της Πλανταρούς. Σε κάποια σημεία, η ειρωνεία σφάζει: «φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός» (αν η μητέρα πέθαινε πάνω στη γέννα μαζί με το παιδί, η προίκα θα επέστρεφε στην πατρική της οικογένεια -αν όμως το παιδί επιζούσε θα την κρατούσε ο πατέρας του παιδιού).

Για να λεξιλογήσουμε λίγο, στο τέλος του διηγήματος ο Παπαδιαμάντης βάζει ένα μωρό παιδί να ζητάει «βρυν», που είναι κλείσιμο ματιού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (όπως λέει και ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εξαριστοφανίζει το ‘μπρου’ του νηπίου).

Επίσης, σε κάποιο σημείο διαβάζουμε πως το νεογέννητο είχε «βλέμμα τεθηπός», που ακούγεται λίγο σαν σπασμένα περσικά. Πρόκειται για το ουδέτερο της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπός θα πει κατάπληκτο, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης.

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τέτοια μέρα [ημερολογιακά] πριν από 123 χρόνια, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου 1894 στην Ακρόπολι. Αν έχετε περιέργεια, εδώ είναι η πρώτη δημοσίευση. Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, μονοτόνισα και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία.

 

ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 276 Σχόλια »

Γουτού γουπατού (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2016

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πρόπερσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Πέρυσι παρουσίασα το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Το φετινό διήγημα παρεκκλίνει κατά μερικές μοίρες από την πεπατημένη, αφού το διήγημα που θα διαβάσετε δεν είναι αυστηρά χριστουγεννιάτικο, είναι πρωτοχρονιάτικο. Θα θεωρήσουμε όμως ενιαίο σύνολο το εορταστικό δωδεκάμερο.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα αρκετά γνωστό, που έχει ανθολογηθεί επανειλημμένα, οπότε αρκετοί θα το έχετε διαβάσει, και επειδή έχει θέμα πρωτότυπο εικάζω ότι θα το θυμάστε. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία του Μανώλη του Ταπόη μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

Το «Γουτού Γουπατού» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την πρωτοχρονιά του 1899 στην Ακρόπολι -είπαμε, είναι διήγημα πρωτοχρονιάτικο. Πήρα το κείμενο απο την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία. Στο τέλος έχω βάλει μερικά λεξιλογικά.

Να σημειωθεί ότι το διήγημα έχει δώσει το όνομα σε παιδικό σταθμό, ενώ μπορείτε επίσης να το ακούσετε από τον Αντώνη Μουλά.

ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ

Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια  και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή «ο Μανώλης το Ταπόι».

— Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται…

Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ να τον  πειράζουν.

— Είσ’ ένα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· είσαι χταπόδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Η σταχομαζώχτρα, χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2015

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πέρυσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Και φέτος συνεχίζω παπαδιαμαντικά και μάλιστα με το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα που ποτέ δεν έλειψε από τα «Νεοελληνικά αναγνώσματα» του σχολείου ή από τις παιδικές ανθολογίες, οπότε όλοι σχεδόν θα το έχετε διαβάσει. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία της θεια-Αχτίτσας μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

(Κάπου είχα συναντήσει και μια αισχρή παρωδία της παραγράφου που έχει τη φράση «οι φ’στάνες», αλλά δεν τη βρίσκω -και δεν ξέρω κι αν ταιριάζει στο πνεύμα της ημέρας. Το αναφέρω όμως σαν ένδειξη της δημοτικότητας του διηγήματος).

Η Σταχομαζώχτρα δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην Εφημερίδα του Κορομηλά, είναι δηλαδή από τα σχετικώς πρώιμα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -χρονολογικά είναι μόλις το έβδομο, αν θεωρήσουμε πρώτο διήγημα τη νουβέλα «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), πιο σωστά όμως είναι το έκτο, με πρώτο το Χριστόψωμο του 1887, που κι αυτό χριστουγεννιάτικο είναι. Αν κανείς έχει περιέργεια να δει την πρώτη δημοσίευση, με την αλλοπρόσαλλη ορθογραφία της εποχής (στην κριτική έκδοση ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος την έχει αρκετά εκσυγχρονίσει, και καλά έκανε) μπορεί να δει εδώ την πρώτη σελίδα και εδώ τη δεύτερη.

Να προσέξουμε τη φράση «εκεί που ψήνει ο ήλιος το ψωμί» (όπου ξενιτεύονται οι σουρτούκηδες, κατά τον πονηρό μπαρμπα-Μαργαρίτη). Πρόκειται για έκφραση που τη χρησιμοποιεί και αλλού ο Παπαδιαμάντης, αλλά και άλλοι συγγραφείς, π.χ. Βιζυηνός, και δηλώνει πολύ μακρινή χώρα, αλλά και αφιλόξενη. Πιθανώς στη γέννηση της φράσης να συντέλεσαν λαϊκά αναγνώσματα για μακρινές εξωτικές χώρες. 

Ο Συριανός έμπορος χαρακτηρίζει «σίγουρο παρά, αρζάν κοντάν» τη συναλλαγματική του ξενιτεμένου -argent comptant, μετρητό χρήμα. Να προσέξουμε επίσης στην αρχή του διηγήματος πώς ο Παπαδιαμάντης παρεμβάλλει στην αφήγηση, που είναι σε καθαρεύουσα, φράσεις λαϊκές, ιδίως του ‘γυναικείου ιδιώματος’, σε αυθεντική λαϊκή γλώσσα (το λαμπρό τ’ να βγει, που νάρθουν τα μαντάτα του κτλ.)

Το κείμενο το πήρα από το sansimera.gr κι έκανα μερικές διορθώσεις όπως το διάβαζα, αλλά θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια -δεν έκανα συστηματική αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση.

Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ

Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη ημέρα των Χριστουγέννων του 187.., την θειά-Αχτίτσα, φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 66 Σχόλια »

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2015

Ξέρουμε ότι ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει άφθονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα (του τα ζητούσαν άλλωστε και οι εφημερίδες) και άλλα τόσα πασχαλινά, όμως και στο καλοκαιρινό Πάσχα, εννοώ τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, έχει αφιερώσει ένα διήγημα, που θα το παρουσιάσω σήμερα: τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, γραμμένο το 1906 και αρχικά δημοσιευμένο στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη.

Ο Ρεμβασμός υπάρχει στο Διαδίκτυο, τόσο σε πολυτονικό όσο και σε μονοτονικό με φριχτά λάθη. Εδώ τον ανεβάζω από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, αλλά μονοτονισμένον, όχι όμως με το χέρι παρά με αυτόματο μηχανάκι, που κρατάει τους τόνους στα μονοσύλλαβα -κι έτσι θα μπορέσουν να διαβάσουν το κείμενο κι όσοι μπαίνουν από κινητό ή ταμπλέτα.

Ο ήρωας του διηγήματος, ο πρώην μεγαλοκτηματίας Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας πρέπει να είναι υπαρκτό πρόσωπο -για τον ίδιον και τα χτήματά του γίνεται λόγος, αν θυμάμαι καλά, και σε άλλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τα Φραγκλέικα. Νομίζω μάλιστα (αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω τώρα) ότι απόγονός του είναι ο Ιωάννης Φραγκούλας που έδωσε πριν από μερικές δεκαετίες τέσσερις τόμους με σκιαθίτικα μελετήματα.

Να προσεχτεί ότι ο γερο-Φραγκούλας, ο «αξιότιμος πρεσβύτης» που καπνίζει το τσιμπούκι του με τον «ηλέκτρινον μαμέν» του, δηλαδή το κεχριμπαρένιο (ήλεκτρον) επιστόμιο (τουρκ. ιmame) δεν ήταν «και πολύ γέρων»: ίσαμε πενηνταπέντε χρονών -πάνω κάτω δηλαδή όσο κι ο νικοκύρης του ιστολογίου (αλλά εγώ δεν καπνίζω πια). Και ο Παπαδιαμάντης όμως, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημα, στην ίδια ηλικία βρισκόταν, ακριβώς στα 55.

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 42 Σχόλια »

Γαργάλατα, 50 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2015

Τις επόμενες μέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από τα Ιουλιανά, οπότε ξαναδημοσιεύω σήμερα, με αλλαγές και προσθήκες, ένα άρθρο που είχα παρουσιάσει τέτοιον καιρό πριν από 5 χρόνια, για ένα φιλολογικό θέμα με έντονες πολιτικές προεκτάσεις ή για ένα πολιτικό θέμα με έντονες φιλολογικές προεκτάσεις, και ταυτόχρονα για έναν από τους πιο ανθεκτικούς μικρομύθους της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Το κείμενο είναι αρκετά εκτενές,  -αλλά Κυριακή είναι, υπάρχει περισσότερος καιρός για διάβασμα- ενώ βέβαια ζητάω συγνώμη και από τους τακτικούς αναγνώστες που θα έχουν ήδη διαβάσει το κείμενο στην πρώτη του μορφή.

Λέγοντας Αποστασία ή Ιουλιανά εννοούμε βέβαια την περίοδο πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την αποπομπή της εκλεγμένης κυβέρνησης Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965· η αποστασία συντελέστηκε σε τρία κύματα και ολοκληρώθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου 1965 όταν ο τρίτος κατά σειρά πρωθυπουργός, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, μπόρεσε να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία 152 βουλευτών· οι δυο πρώτοι αποστάτες πρωθυπουργοί, ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας και ο Ηλίας Τσιριμώκος δεν είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν τον μαγικό αριθμό.

Στις εβδομήντα ταραγμένες μέρες του καλοκαιριού του 1965, οι αποστάτες της Ένωσης Κέντρου έγιναν στόχος αιχμηρής λαϊκής σάτιρας και λοιδορίας, απόλυτα δικαιολογημένης, τόσο κατά τις διαδηλώσεις όσο και από τις εφημερίδες του Κέντρου και της Αριστεράς. Ο πρώτος αποστάτης πρωθυπουργός, ο Γεώργιος  Αθανασιάδης-Νόβας (1893-1987), που ήταν Πρόεδρος της Βουλής πριν αποστατήσει, έμοιαζε ιδανικός για στόχος της σάτιρας: είχε αστείο όνομα που προσφερόταν για ένα σωρό λογοπαίγνια (Καζανόβας, μποσα-νόβα, νοβοκαΐνη κτλ.) και κάμποσες συνήθειες που προσφέρονταν για διακωμώδηση: ήταν ένας ηλικιωμένος αριστοκράτης της επαρχίας, υπερβολικά προσηλωμένος στους τύπους και στο τελετουργικό, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, φορούσε άσπρα κοστούμια και απαραιτήτως παπιγιόν, έγραφε ποιήματα. Όλα αυτά τα περιέλαβαν στο στόχαστρό τους ευθυμογράφοι, επιθεωρησιογράφοι και αυτοσχέδιοι λαϊκοί σατιριστές και τον έκαναν ρεζίλι τον φτωχό τον Νόβα. Και καλά του έκαναν, τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 75 Σχόλια »

Ο τζιτζιλόμης είναι κύριος!

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2015

Η εφημερίδα Χρονικά της Δυτικής Μακεδονίας βγαίνει κάθε βδομάδα στα Γρεβενά, σε χαρτί. Στο Διαδίκτυο δεν κυκλοφορεί, αλλά έχω αλληλογραφία εδώ και καιρό με τον Αντώνη Παπαβασιλείου, που τη βγάζει, μιαν αλληλογραφία που ξεκίνησε από την κοινή μας αγάπη για τον Παπαδιαμάντη.

Τις προάλλες, ο Αντώνης μού έστειλε μια επιστολή αναγνώστη στην εφημερίδα του (όχι τυχαίου αναγνώστη), από την οποία αναδεικνύεται μια ωραία λέξη που δεν την έχουν τα λεξικά, και που μας δίνει το υλικό για το σημερινό μας άρθρο.

Στα Χρονικά δημοσιεύεται η τακτική στήλη του π. Κων. Καλλιανού από τη Σκόπελο. Σε ένα πρόσφατο φύλλο, στο άρθρο με τίτλο Οι ξεχασμένες λέξεις, που ήταν αφιερωμένο σε λέξεις και φράσεις που θυμόταν ο αρθρογράφος από τη γιαγιά του, υπήρχε και το εξής απόσπασμα:

Επίσης όταν τρώγαμε, έλεγε: «Να μην είσι τζιτζιλόμ’ς [μίζερος] στου φαΐ. Ό,τ δίν’ ου Θεός».

Από αυτή τη λέξη, τζιτζιλόμ’ς, πήρε το έναυσμα ο αγαπητός Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, που του οφείλουμε την οριστική κριτική έκδοση του Παπαδιαμάντη, οπως και την ανακάλυψη τόσων άγνωστων μεταφράσεών του, και όλα τα άλλα, και έστειλε στην εφημερίδα την εξής επιστολή (που δημοσιεύεται με την άδειά του):

Κύριε Διευθυντὰ,

Μὲ τὸν πατέρα Κων. Ν. Καλλιανὸ ἔχουμε κοινὲς ἀγάπες, τοὺς κοντονησιῶτες του Ἀλέξανδρους τῆς Σκιάθου, τοὺς ὁποίους τόσο συχνὰ μνημονεύει, ὄχι μόνο στὰ γραπτά του ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον του θυσιαστηρίου.

Χαίρομαι, λοιπόν, ποὺ ἡ συνεργασία του μὲ τὰ “Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας” εἶναι τακτικὴ καὶ ἀποπνέει πάντοτε τὸ ἄρωμα μίας ἄλλης Σκοπέλου, μυστικῆς καὶ ἀόρατης ἴσως, ὅμως ὑπαρκτῆς.

Γλωττοθήρας ἐλόγου μου, λεξιθηρικὰ τὰ Χρονικά, ἀποφασίζω, λοιπόν, νὰ σχολιάσω τὴ λέξη «τζιτζιλόμ’ς», ποὺ συνάντησα στὸ σημείωμα «Οἱ ξεχασμένες λέξεις» τοῦ π. Κ.Ν.Κ. (Χρ. Δυτ. Μακεδονίας, φ.619, 23-1-2015). Ὅλη ἡ φράση τῆς γιαγιᾶς τοῦ π. Κ. εἶναι: “Νὰ μὴν εἶσι τζιτζιλόμ’ς (μίζερος) στού φαΐ. Ὅ,τ’ διν οὑ Θιός». Ὁ ἀείμνηστος λόγιος Σκιαθίτης Χρῆστος Β. Χειμώνας, σὲ κάποιο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα», ὁμολογοῦσε ὅτι ἦταν «τζιτζιλόμ’ς» (ἴσως ἐκεῖνος ἔγραφε «τζιτζιλούμ’ς»). Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ λέξη ἐπιχωρίαζε στὶς Βόρειες Σποράδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , , | 140 Σχόλια »

«Η νοσταλγία του Γιάννη», αθησαύριστο διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη (εκδόσεις Ερατώ)

Posted by sarant στο 26 Οκτωβρίου, 2014

cover000Από χτες βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο «Η νοσταλγία του Γιάννη», από τις εκδόσεις Ερατώ, σε επιμέλεια δική μου. Το άγνωστο αυτό διήγημα του Παπαδιαμάντη το παρουσίασα αρχικά εδώ στο ιστολόγιο το καλοκαίρι του 2012, λίγο μετά αφότου το ανακάλυψα. Σε εκείνη την πρώτη δημοσίευση διατηρούσα κάποια μικρή επιφύλαξη αν το κείμενο είναι του Παπαδιαμάντη, γι’ αυτό και είχα βάλει ερωτηματικό στον τίτλο του άρθρου. Τώρα, είμαστε βέβαιοι ότι το διήγημα είναι γνήσιο παπαδιαμαντικό, το πολύ με ελάχιστες επεμβάσεις των συντακτών του περιοδικού όπου αναδημοσιεύτηκε.

Είναι τόσο σημαντικό ένα άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη; Ασφαλώς δεν πρόκειται να αλλάξει η γενική γνώμη μας για τον συγγραφέα της Φόνισσας από αυτό το ένα διήγημα που ανασύρθηκε από την αγκαλιά της λήθης. Δεν θέλω να πέσω στην παγίδα που πέφτουν πολλοί ερευνητές να θεωρούν καίριας σημασίας αποκλειστικά και μόνο τον ειδικό τομέα όπου ερευνούν οι ίδιοι, και κοσμοϊστορικά τα ευρήματά τους. Η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι μία από τις 172 ψηφίδες που συνθέτουν το έργο του διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Ως τώρα γνωρίζαμε 171 διηγήματα, τώρα προστίθεται και ένα ακόμα, το 172ο διαμαντάκι θα έλεγα.

Το χαρακτήρισα αθησαύριστο, θα μπορούσα επίσης να το πω ανεύρετο. Έτσι το χαρακτηρίζει ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, ο οριστικός εκδότης του Παπαδιαμάντη, στον 4ο τόμο της κριτικής του έκδοσης (σελ. 637-8). Εκεί αναφέρει: Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες και τα σχετικά δημοσιεύματα, δεν ανακαλυφθηκε κανένα από τα ‘ανεύρετα’ διηγήματά του, που είναι τα εξής: 1) «Ο μοναχογιός», της σειράς ‘Διηγήματα του θέρους’, δημοσιευμένο στην «Λαϊκή», άλλη έκδοση της «Ακροπόλεως», στις 10 Ιουνίου 1900, 2) «Η νοσταλγία του Γιάννη» στην εφημ. «Αλήθεια», 25 και 26 Απριλίου 1906, 3) «Ανέορτοι», πιθανώς στην «Ακρόπολι», και 4) «Η Δούλα», δημοσιευμένη (έξι ή εφτά συνέχειες) στην εφημ. «Νέα Ζωή», άγνωστη στις βιβλιοθήκες.
Και σε υποσημείωση, ο Ν.Δ.Τ. αναφέρει ότι σύμφωνα με μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα των διηγημάτων «Η νοσταλγία του Γιάννη» και «Ανέορτοι».

Θα ρωτήσετε, αφού τα διηγήματα είναι ανεύρετα, πώς ξέρουμε ακόμα και την ημερομηνία που δημοσιεύτηκαν; Το ξέρουμε από δημοσιεύσεις ή αγγελίες σε άλλες εφημερίδες, που τα δικά τους σώματα υπάρχουν στις βιβλιοθήκες, ότι δημοσιεύτηκε το τάδε διήγημα του Παπαδιαμάντη «εις την εκλεκτήν συνάδελφον». Όμως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, παρόλο που για δύο διηγήματα είχαμε πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία, δεν έγινε μπορετό να βρεθούν τα συγκεκριμένα φύλλα των εφημερίδων σε καμιά βιβλιοθήκη, είτε δημόσια είτε ιδιωτική.

Θα απορείτε: το διήγημα, που μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ που δίνω πιο πάνω, δεν πιάνει πάνω από 8-10 σελίδες βιβλίου. Δικαιολογείται έκδοση για τόσο λιγοσέλιδο έργο; Η ένσταση είναι βάσιμη -αλλά από τη άλλη μεριά, Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. Επειδή έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Για την ακρίβεια, από το 1938 που σύνταξε ο Κατσίμπαλης τη βιβλιογραφία του, ένα μόνο άγνωστο διήγημα είχε φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι το δεύτερο του είδους, κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το εύρημα δεν είναι αμελητέο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης και ο εγγονός του αρχιδούκα Φερδινάνδου (συνεργασία του Theo)

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2014

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο αρχιδούκας Φερδινάνδος (1863-1914), αυτός που η δολοφονία του στο Σεράγεβο πριν από 100 χρόνια πυροδότησε τον Μεγάλο Πόλεμο, με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (1851-1911) και με τον κριτικό Κώστα Κουλουφάκο (1924-1994), επιφανή αριστερό διανοούμενο; Εκ πρώτης όψεως κανένα, αφού οι δυο πρώτοι είχαν φύγει από τον κόσμο τούτο αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί ο τρίτος, ενώ και οι δυο συγκαιρινοί ποτέ δεν βρέθηκαν στον ίδιο χώρο. Κι όμως, αν πιστέψουμε την αφήγηση που ακολουθεί, υπάρχει ένας κρίκος που τους ενώνει -και μάλιστα τους ενώνει αξεδιάλυτα, με δεσμούς αίματος τους δυο από τους τρεις. Ο κρίκος αυτός είναι ένα πρόσωπο, μια γυναίκα, η Αγγελική Μπούκη.

mpoukisΗ Αγγελική Μπούκη ήταν υιοθετημένη κόρη του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, φίλου του Παπαδιαμάντη. Αριστερά βλέπετε τη σφραγίδα του μαγαζιού του, του λαχανοπωροπωλείου «Η δικαία χειρ» (περισσότερα για τη σφραγίδα, παρακάτω).

Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Τραγούδια του Θεού», ο Παπαδιαμάντης αφηγείται τις φιλικές σχέσεις του με την οικογένεια του Μπούκη, με τη μητέρα της, που δεν την κατονομάζει, και με τη μικρή Αγγελική, Κούλα όπως τη φώναζαν. Στο διήγημα, ο Παπαδιαμάντης, άγνωστο για ποιον λόγο, αποφασίζει να «πεθάνει» την μικρή Κούλα, ύστερα από έναν «κακό πυρετό». Στην πραγματικότητα, η Κούλα έζησε και μεγάλωσε. Ο Μερλιέ μάς δίνει την πληροφορία πως όταν η Πολυξένη Μπούκη, η μητέρα της Αγγελικούλας, διάβασε το διήγημα με το κακό τέλος, πήγε και παραπονέθηκε στον κυρ Αλέξανδρο, τον οποίο κατά τα άλλα αγαπούσε και σεβόταν. Αυτός άλλωστε τής είχε διδάξει γραφή και ανάγνωση, σε μεγάλη ηλικία -και στην αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη υπάρχουν έξι γράμματα της Πολυξένης Μπούκη, όλα από την περίοδο μετά το 1908, όταν ο κυρΑλέξανδρος επέστρεψε στη Σκιάθο -για να πεθάνει, όπως αποδείχτηκε.

Η Αγγελική Μπούκη είναι η μητέρα του Κώστα Κουλουφάκου. Συνδέσαμε λοιπόν τα δύο από τα τρία πρόσωπα της ιστορίας. Αλλά ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος;

Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, όπως θα δούμε στην αφήγηση που ακολουθεί, είναι ο βιολογικός πατέρας της Αγγελικής! Αλλά το πώς δένει ο κόμπος, θα μας το διηγηθεί ο φίλος μας ο Theo, που ουσιαστικά δικό του είναι το σημερινό άρθρο. Στον Theo ανήκει και η σφραγίδα του Νικ. Μπούκη που βλέπετε πιο πάνω, που τη βρήκε σε θρησκευτικό βιβλίο που ανήκε στον θετό πατέρα της Αγγελικούλας και που σήμερα βρίσκεται σε συλλογή στην οποία έχει πρόσβαση.

Στο άρθρο του με τίτλο «Πάντα ένιωθα ότι τον στερούμαι» (στο περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 109 [2000], σσ. 38-39), όπου ο Πέτρος Κουλουφάκος, γιος του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994) γράφει για τον πατέρα του και το πόσο του έλειπε με τις φυλακές και τις εξορίες, αφηγείται τα εξής και για τη γιαγιά του Αγγελική/Κούλα Μπούκη:

«Ο παππούς μου από τον πατέρα μου καταγόταν από τις αρχαίες Θαλάμες, ή Κουτήφαρι, της Μάνης. Η γιαγιά μου και γυναίκα του ήταν νόθα κόρη του Δούκα Φερδινάνδου της Αυστροουγγαρίας, του οποίου, ως γνωστόν, η δολοφονία στο Σαράγεβο έγινε αφορμή να ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Δούκας άφησε έγκυο μια κυρία της Αυλής του και, για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο, έστειλε την γυναίκα στην Ελλάδα για να γεννήσει. Έδωσαν μετά το μωρό σε μια οικογένεια χρηστών ηθών, του Νικολάου και Πολυξένης Μπούκη. Ο Μπούκης ήταν μεγαλέμπορος της κεντρικής λαχαναγοράς και η γυναίκα του πρώην, πλην … τιμία, πόρνη. Η ιστορία του ζευγαριού έχει ενδιαφέρον. Μου την αφηγήθηκε ο πατέρας μου. Ο Νικόλαος Μπούκης καταγόταν από τις Σπέτσες και ήλθε παιδί στην Αθήνα όπου καταπιάστηκε με το γενικό εμπόριο. Η καταγωγή της Πολυξένης ήταν από το Μενίδι. Μικρή είχε μια ερωτική περιπέτεια με κάποιον συγχωριανό και γι᾿ αυτό οι γονείς της την έδιωξαν από το σπίτι. Εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα όπου αναγκάσθηκε να εκδίδεται για να συντηρηθεί. Ήταν πολύ όμορφη και είχε επαφή με την καλή κοινωνία της Αθήνας. Κάποιος μεγαλογιατρός της δίδαξε την μαιευτική που άσκησε παράλληλα με το επίσημο επάγγελμά της. Ο Μπούκης την επισκέφθηκε μια μέρα και φεύγοντας λησμόνησε στο δωμάτιό της το γεμάτο πορτοφόλι του. Εκείνη το φύλαξε και στην επόμενη επίσκεψη του προπάππου μου το έδωσε. Ο Μπούκης ήταν πολύ θεοσεβούμενος και έντιμος. Εκτίμησε τόσο την χειρονομία της Πολυξένης που της πρότεινε γάμο, με τον όρο να αφήσει την πορνεία. Η Πολυξένη δέχθηκε και πέρασε την ζωή της κοντά του με ολονυχτίες και προσευχές. Ο Παπαδιαμάντης, μάλιστα, την γνώρισε στον Προφήτη Ηλία του Βοτανικού. Στην εκκλησία αυτή υπάρχουν ακόμα αναθήματα της προγιαγιάς μου, και μάλιστα στο τέμπλο. Ο Παπαδιαμάντης φιλοξενήθηκε στην αυλή της Πολυξένης και εμπνεύσθηκε από αυτήν την υιοθετημένη κόρη, τη γιαγιά μου, τα «Τραγούδια του Θεού», την «Ιστορία με το τόπι» και αρκετά ακόμα «Χρονογραφήματα» στα οποία την αναφέρει ως μικρή Κούλα. Σώζεται μέρος της αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη με την Πολυξένη στο βιβλίο της Κυρατσούλας Παπαδιαμάντη και του Οκτάβιου Μερλιέ, Α. Παπαδιαμάντη Γράμματα, έκδοση Εστίας, 1934, σελίδες 198-208.

Ο παππούς μου Πέτρος, λοιπόν, έκανε με τη γυναίκα του Αγγελική τρία παιδιά: τον Κώστα, τον Τάσο και τον Νίκο. Ζει μόνον ο τελευταίος.»

Εδώ τελειώνει η αφήγηση του Πέτρου Κουλουφάκου. Ο Theo σχολιάζει:

Ο Παπαδιαμάντης, για να δραματοποιήσει το διήγημα «Τραγούδια του Θεού», το κλείνει με μια δήθεν αρρώστια και τον θάνατο της Κούλας:

«Ἔκτοτε ἀπουσίασα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Εἶχα ἐνθυμηθῆ τοὺς πτωχοὺς οἰκείους, εἰς τὴν μικρὰν πατρίδα μου, μακρὰν τῆς ὁποίας εἶχα ζήσει, ἐκ μικρῶν διαλειμμάτων, ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς μου. Ὅταν τέλος μὲ εἶχον βαρυνθῆ κ᾿ ἐκεῖ, ἐτόλμησα, μετὰ τρία ἔτη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρωτεύουσαν, μὲ τὴν ἀμυδρὰν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ ἐγενόμην καὶ πάλιν βαρετὸς εἰς τοὺς φίλους μου.

Ἀφοῦ ἐκρύβην ἐπὶ ἑβδομάδα εἰς ταπεινόν τινα ξενῶνα, ἐπῆγα λάθρᾳ μίαν πρωίαν νὰ ἀνταμώσω τὸν φίλον μου Νικόλαν τὸν Μπούκην. Φεῦ! τί ἔμαθα; Ἡ μικρὰ Κούλα, ἥτις ἦγε τώρα τὸ ἑνδέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας της, ἦτον ἄρρωστη βαριά! Εἶχε δέκα ἡμέρας στὸ κρεβάτι, κι ὁ ἰατρὸς εἶπεν ὅτι ἦτο κακὸς πυρετός, ἴσως τυφοειδοῦς φύσεως.

Ἐπῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸ ὀπωροπωλεῖον, ὅπως μὲ προέτρεψεν ὁ Νικόλας, διὰ νὰ βοηθήσω μὲ λόγια καὶ ἐνθαρρύνω τὴν μητέρα. Ἡ πτωχή, ἥτις τὴν ἠγάπα ὡς νὰ ἦτο γέννημα τῶν σπλάγχνων της, ἴσως καὶ περισσότερον, ἐχάρη ἅμα μὲ εἶδεν, εἶτα μοῦ ἔδειξε τὴν κλίνην. Ἡ μικρὰ Κούλα ἦτο ἰσχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ᾿ ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος ἐπὶ τῆς κλίνης. Εἶπα εἰς τὴν μητέρα τὰ συνήθη λόγια τῆς παρηγορίας καὶ τῆς ἐνθαρρύνσεως, ἔμεινα δύο ὥρας ἐκεῖ, εἶτα ἐπανῆλθα πάλιν τὸ δειλινόν, καὶ τὴν νύκτα, καὶ τὴν ἄλλην πρωίαν. Ἡ Κούλα ἔβαινε χειρότερα. Εἶτα, τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐφάνη νὰ εἶχε βελτιωθῆ κάπως, καὶ ᾐσθάνετο. Ἡ μητέρα της μοῦ εἶπε νὰ πλησιάσω καὶ νὰ τῆς ὁμιλήσω.

― Περαστικά, Κούλα. Δὲν ἔχεις τίποτα, κορίτσι μου.

―Ἄ! μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα… τραγούδια;

―Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ.

― Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;

―Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς…

― Ὤχ!

Ἐστέναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε πολὺ κουρασθῆ (ἔφερεν ἀσθενῶς τὴν ἰσχνὴν χεῖρα πρὸς τὸ οὖς ἐνῷ ἐψέλλιζε. Φαίνεται ὅτι εἶχε πάθει βαρυηκοΐαν ἕνεκα τῆς νόσου). Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε:

― Μοσχοβολᾷ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά.

*
* *

Μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἐπαγγελματικοὶ ἱερεῖς κ᾿ οἱ ψάλται ἔψαλλον τὰ κατὰ συνθήκην, ἀπὸ τὴν «Ἄμωμον ὁδὸν» ἕως τὸν «Τελευταῖον ἀσπασμόν». Μόνος ὁ παπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.

― Τί μουρμουρίζεις, παπά; τοῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.

― Λέγω τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ παπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.

Τῳόντι κ᾿ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὰ δάκρυά μου, εἶχα ἀναλογισθῆ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων. Καὶ ἀκουσίως ἔλεγα μέσα μου τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ: «Τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων ἀναρπασθὲν ἄγευστον» καὶ «ὡς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρὸς καλιὰς ἐπουρανίους ἔσωσας» καὶ «τοῦ Ἀβραάμ, ἐν κόλποις, ἐν τόποις ἀνέσεως, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐστὶ τὸ ζῶν, τάξαι σε Χριστὸς ὁ δι᾿ ἡμᾶς νηπιάσας» καὶ «οἷς ἀριθμοῖς τὸ πλάσμα σου, νήπιον φοιτῆσαν τανῦν πρὸς σέ».

Καὶ ἀντὶ τοῦ «Δεῦτε τελευταῖον», «Ὢ τίς μὴ θρηνήσει, τέκνον μου, ὅτι βρέφος ἄωρον ἐκ μητρικῶν ἀγκαλῶν νῦν, ὥσπερ στρουθίον τάχος ἐπέτασας». Καὶ ἀκροτελεύτιον, ὕστερον ἀπὸ τόσα καὶ τόσα τραγούδια τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἶχε προφητεύσει ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τ᾿ ἀκούσῃ, τό: «Ἄλγος τῷ Ἀδὰμ ἐχρημάτισεν, ἡ τοῦ ξύλου ἀπόγευσις πάλαι ἐν Ἐδέμ, ὅτε ὄφις ἰὸν ἐξηρεύξατο». Ἀλλὰ τὰ ἤκουε τάχα ἡ ἁγνὴ ψυχή, ἂν ὁ ἄγγελός της τῆς ἐπέτρεπε νὰ περιίπταται ἐκεῖ γύρω;»*

Αυτόν τον μυθιστορηματικό θάνατο της Κούλας, η κυρά Πολυξένη δεν μπόρεσε να τον χωνέψει, κατά πληροφορία του Οκτάβιου Μερλιέ.

Ο δε Τριανταφυλλόπουλος, στηριζόμενος μάλλον στον Μερλιέ, μας πληροφορεί πως ο Παπαδιαμάντης δίδαξε ανάγνωση και γραφή στην Πολυξένη, η οποία ήταν νοσοκόμα στον «Ευαγγελισμό, για να μή χάσει τη θέση της. Ο Μερλιέ πρωτοδημοσίευσε πέντε επιστολές της Πολυξένης (των ετών 1908-1910) στον Παπαδιαμάντη που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Σκιάθο (που επανεκδόθηκαν σ᾿ όλες τις γνωστές εκδόσεις της αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη). Στη δεύτερη από αυτές, σημειώνει: «Θαυμάσια γράφο. Π.Μ.».

Σ᾿ ένα άρθρο του για τον Παπαδιαμάντη** ο Τέλλος Άγρας αναφέρεται και σ᾿ αυτό το περιστατικό:

«Τα ωραιότερα θηλυκά πλάσματα του έργου του είναι σφραγισμένα για να πεθάνουν· και, πολύ περισσότερο από την αρρώστεια, από το κακό ριζικό ή απ᾿ τα μαγικά, ειν᾿ ο Θεός που τ᾿ ανακαλεί από τον κόσμον τοῦτον… Όπως και για τον Πόε, και για τον Παπαδιαμάντη, η τελειοποίηση της ομορφιάς των ηρωίδων του βρίσκεται στο θάνατο. Είναι το κορύφωμα της τέχνης του. Και μήπως τι άλλο φανερώνει εκείνο το ανέκδοτο που αναφέρει ο κ. Μερλιέ; Για να δώση τέλος στο διήγημά του «τα Τραγούδια του Θεού», έγραφεν ότι η ηρωίδα πέθανε και την εκήδευσαν. Αλλ᾿ η ηρωίδα ζούσε ‒την είχε γράψει με το πραγματικό της όνομα‒ κ᾿ ήταν κάποιο υγιέστατο ακόμα κοριτσάκι, υιοθετημένο από γνωστή του κυρία. Η κυρία εδιάβασε «στον τύπο» το διήγημα, πήρε, φυσικά, το πράγμα για γρουσουζιά, κ᾿ ετρεξε και τούκαμε παράπονα πικρά. Και τρόμαξε να δικαιολογηθή ο Παπαδιαμάντης…· η ομορφιά λοιπόν που ενασμενίζεται να περιγράφη, δεν είναι ‒ω, κάθε άλλο! ‒ η σαρκική· είναι η επιθανάτια· η πνευματική.

Την Κούλα τη μνημονεύει κι ο Μάνος Ελευθερίου στο εκτενές ποίημά του «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι»

[Το σχετικό απόσπασμα:

Αὐτός      τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ποὺ εἷχε χρεωθεῖ ἐτοῦτο τὸν ἀγαρηνὸ αἰώνα
ἦταν γιὰ κάποια νοσοκόμο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
τὴν Πολυξένη Μπούκη
τὸν ἄντρα της μὲ τοὺς ρευματισμοὺς τὸ Νίκο
τὸ μανάβη
(παρακαλῶ οἱ δίκαιοι ἂς μεσιτέψουνε στὴ Δέσποινα
τοῦ κόσμου ν᾿ ἀναπαυτοῦν κι οἱ δυό τους)
γιὰ τὴ γερόντισσα Συγκλητικὴ γιὰ τὴ μικρὴ
τὴν Κούλα
τὴ Φιφὴ τὴν Οὐρανία τὸ Σεραϊνὼ
γιὰ τὴ φαμίλια τοῦ Φλασκογιάννη τοῦ αἰγοβοσκοῦ

κι ἄλλους ποὺ πῆρε τὸ ἄδικο κι ἡ νύχτα]

 

*Η πρώτη γνωστή δημοσίευση του διηγήματος έγινε τον Μάρτιο του 1912, μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, στο περιοδικό Καλλιτέχνης. Ο επιμελητής, όμως των Απάντων του, στο υπόμνημά του Δ΄ τόμου (σ. 675-676), με βάση την πληροφορία του Μερλιέ για την αντίδραση της Πολυξένης Μπούκη, θεωρεί πιθανόν να υπήρξε και προγενέστερη δημοσίευση σε αθηναϊκή εφημερίδα, αν και τα λάθη, οι ατέλειες και οι παραναγνώσεις μαρτυρούν αδυναμία αναγνώσεως του χειρογράφου του συγγραφέα. Ίσως, όμως [δική μου η επισήμανση], το περιοδικό Καλλιτέχνης να αντέγραψε κάποια προγενέστερη δημοσίευση, άρα, και τα λάθη της.

** Στη μελέτη του «Πῶς βλέπομε σήμερα τον Παπαδιαμάντη», στο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του» (επ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου), Αθήνα 1979, σ. 165. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών», τ. Β΄, (1936), σσ. 60-121.

Για να σχολιάσω κι εγώ κάτι σε αυτή την απίθανη ιστορία, δεν μπόρεσα να βρω την πρώτη έκδοση (1934) της Αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη, για να δω πώς είναι διατυπωμένη η πληροφορία του Μερλιέ για την ενόχληση της Πολυξένης Μπούκη. Επίσης, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιο διήγημα του Παπαδιαμάντη εννοεί ο Πέτρος Κουλουφάκος όταν λέει για «Ιστορία με το τόπι» (τέτοιος τίτλος δεν υπάρχει στον Παπαδιαμάντη) ούτε ποια άλλα «χρονογραφήματα» εννοεί. Κούλα υπάρχει σε άλλα δύο παπαδιαμαντικά διηγήματα, αλλά δεν πρόκειται για μικρό κορίτσι, παρά για ενήλικη κοπέλα. Αν έχετε κάποια ιδέα, ευχαρίστως να μας διαφωτίσετε!

 

 

Posted in Παπαδιαμάντης, Συνεργασίες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 121 Σχόλια »

Γαργάλατα, η σχεδόν οριστική διαλεύκανση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2012

 

Τις προάλλες στο Φέισμπουκ, οι φίλοι κάποιων φίλων (που δεν κινδυνεύουν να γίνουν και δικοί μου) ειρωνεύονταν ένα ποίημα του Τάσου Κουράκη, βουλευτή του Σύριζα, κατά πάσα πιθανότητα απλώς επειδή ήταν γραμμένο από πολιτικό πρόσωπο που δεν ανήκε στην παράταξή τους. Σχολίασα λοιπόν ότι θεωρώ πολύ φτηνό να χλευάζει κάποιος τα ποιήματα ενός πολιτικού του αντιπάλου για να εξευτελίσει μέσω αυτών τον πολιτικό αντίπαλο -και βέβαια αυτό το πιστεύω ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ποιητής πολιτικός, γιατί δεν είναι ο Κουράκης το μοναδικό παράδειγμα, από τους εν ενεργεία πολιτικούς έχουμε τον Χυτήρη του ΠΑΣΟΚ και τον Κουβέλη της ΔΗΜΑΡ, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι πολιτικοί που είχαν γράψει ποιήματα στη νεότητά τους -ή και που συνεχίζουν να γράφουν.

Και τον Χυτήρη παλιότερα τον είχαν κοροϊδέψει για τα ποιήματά του, π.χ. αυτό με τον υδραυλικό (το οποίο εμένα μ’ αρέσει). (Ο Κουράκης τα δικά του τα παρουσιάζει στον ιστότοπό του). Είναι άλλωστε κι ο χαρακτήρας της σύγχρονης ποίησης τέτοιος που πολύ εύκολα μπορείς να διακωμωδήσεις σχεδόν οποιοδήποτε ποίημα, φτάνει να έχεις μπόλικη κακή θέληση, λίγη ευρηματικότητα και αρκετή αναισθησία. Οπότε, εγώ προτιμώ να επικρίνω τους πολιτικούς για τις θέσεις τους και για τις πράξεις τους, και όχι για τα ποιήματά τους. (Βέβαια, το νόμισμα έχει και την αντίθετη όψη, ότι ο ποιητής πολιτικός προσελκύει κάποτε και κόλακες, πράγμα που έγινε και με τον Χυτήρη, αλλά αυτοί οι κόλακες είναι σπάνιοι και συνήθως ανήκουν στη σφαίρα των φιλολογούντων, δεν σκάνε μύτη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Όμως, το κατεξοχήν παράδειγμα ποιητή πολιτικού ήταν ο Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, που ανέβηκε σε ανώτατα αξιώματα και στους δύο τομείς: ως Αθανασιάδης-Νόβας διετέλεσε  κατ’ επανάληψη βουλευτής και υπουργός και το 1965 έγινε πρωθυπουργός, και ως Γ. Αθάνας ήταν βραβευμένος ποιητής και πεζογράφος που έφτασε να γίνει ακαδημαϊκός. Βέβαια, σε αυτά τα ανώτατα αξιώματα έφτασε χωρίς να το αξίζει και τόσο· πρωθυπουργός έγινε εξαιτίας της αποστασίας τον Ιούλιο του 1965 και ακαδημαϊκός επειδή ήδη ήταν παράγοντας της δημόσιας ζωής· σκεφτείτε μόνο ποιοι ποιητές δεν έγιναν ακαδημαϊκοί. Ωστόσο, ως ποιητής (και πεζογράφος, συγγραφέας να πούμε γενικότερα) ο Αθάνας αξίζει μια καλή θέση στην ιστορία των γραμμάτων μας και κάποια από τα έργα του θα μείνουν (να ένα από αυτά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 91 Σχόλια »

Η Νοσταλγία του Γιάννη, ένα αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη (;)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2012

Το σημερινό άρθρο το παρουσιάζω με αρκετή συγκίνηση, διότι πρόκειται να διαβάσετε ένα διήγημα που κατά πάσα πιθανότητα (το τονίζω) είναι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αυθεντικό ή ελαφρώς διασκευασμένο, που δεν έχει εκδοθεί σε βιβλίο, δεν έχει συμπεριληφθεί σε καμιά έκδοση των Απάντων του, ούτε τη μνημειώδη τελευταία έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (εκδ. Δόμος)· δηλαδή πρόκειται για ένα αθησαύριστο διήγημα, που οι παπαδιαμαντολόγοι ήξεραν την ύπαρξή του αλλά έως τώρα ελάνθανε.

Φωτογραφία της δημοσίευσης

Βέβαια, επειδή μου αρέσει να σκαλίζω παλιά χαρτιά και να βγάζω στην επιφάνεια άγνωστα ή δυσεύρετα λογοτεχνικά κείμενα, οι ταχτικοί αναγνώστες του ιστολογίου, ιδίως των κυριακάτικων δημοσιεύσεων, ίσως θυμούνται κι άλλα αθησαύριστα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί εδώ, όπως ένα ποίημα του Βάρναλη ή πολλά του Λαπαθιώτη (παράδειγμα). Αλλά με τον Παπαδιαμάντη το πράγμα διαφέρει· επειδή ακριβώς έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Για την ακρίβεια, τις τελευταίες δεκαετίες ένα μόνο άγνωστο διήγημα έχει φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, το αθησαύριστο που θα διαβάσετε, αν επιβεβαιωθεί, θα είναι το δεύτερο του είδους· κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το σημερινό εύρημα δεν είναι μικρό πράμα και αισθάνομαι ότι αποτελεί το κόσμημα της συλλογής μου των αθησαύριστων, έστω κι αν το διήγημα δεν είναι από τα καλύτερά του. Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. (Επειδή αναγκαστικά θα πω πολλά, αν θέλετε μπορείτε να τα παραλείψετε και να πάτε κατευθείαν στο διήγημα).

Το διήγημα λέγεται «Η νοσταλγία του Γιάννη». Ο τίτλος είναι γνωστός. Στο σημείωμά του στον 4ο τόμο των Απάντων (από τις εκδόσεις Δόμος), ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος αναφέρει τέσσερα διηγήματα που παραμένουν ανεύρετα ενώ ξέρουμε την ύπαρξή τους από άλλες πηγές. Ένα από αυτά είναι και η Νοσταλγία του Γιάννη, που ξέρουμε ότι δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αλήθεια, στις 25 και 26 Απριλίου 1906, της οποίας μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί πλήρες σώμα· στη Βιβλιοθήκη της Βουλής υπάρχουν φύλλα της μόνο από τις 25 Δεκεμβρίου 1906, όταν πια είχε μετεξελιχθεί σε εβδομαδιαίο έντυπο. Όμως. η Αλήθεια εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1905 και ο Παπαδιαμάντης ήταν ταχτικός συνεργάτης της (όπως μαθαίνουμε από διαφημιστικές αγγελίες σε άλλα έντυπα), πράγμα που σημαίνει ότι αν βρεθεί σώμα εκείνης της εποχής τίποτα δεν αποκλείει, στους 20 μήνες δημοσιεύσεων που δεν έχουν βρεθεί, να βρεθούν όχι ένα, αλλά πολλά ακόμα άγνωστα παπαδιαμαντικά διηγήματα. Ψηλώνει ο νους όταν το σκέφτεσαι…

Για τη Νοσταλγία του Γιάννη, το μόνο μέχρι στιγμής ίχνος ήταν μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ότι ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα του διηγήματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Οι ασκοί του εώλου

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2011

Έχω πολλές φορές υποσχεθεί να γράψω για τη λέξη «έωλος» και την (μάλλον ανύπαρκτη) λέξη «αίολος» που λανσάρισε το λεξικό Μπαμπινιώτη, επιμένοντας μάλιστα ότι είναι λάθος να λέμε «έωλος = αστήρικτος, αβάσιμος», αλλά όλο το ανέβαλλα. Τις προάλλες, ένας φίλος μού έστειλε ηλεμήνυμα στο οποίο μου ζητούσε τη γνώμη μου και του έστειλα το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων». Στο μεταξύ, χτες ο Γιάννης Χάρης παρουσίασε στο ιστολόγιό του ένα πρόσφατο άρθρο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου από τη Νέα Εστία, για το ίδιο ακριβώς θέμα και, σε μεγάλο βαθμό, με παρεμφερή επιχειρήματα. Ο Γ. Χάρης κάνει λόγο και για όσα έχω γράψει στο βιβλίο, και επειδή το βιβλίο έχει εξαντληθεί και το συγκεκριμένο κεφάλαιο δεν υπάρχει ονλάιν, σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω εδώ το παλιό μου άρθρο, ώστε να υπάρχει κι αυτό, ιδίως επειδή το άρθρο του Τριανταφυλλόπουλου είναι σε σκαναρισμένες εικόνες και δεν γκουγκλίζεται. Να πούμε επίσης ότι για το ίδιο θέμα έχουν γράψει ο Γιάννης Χάρης καθώς και ο Τιπούκειτος.

Στο τέλος του κεφαλαίου από το βιβλίο μου έχω κολλήσει ένα μεταγενέστερο άρθρο μου για το ίδιο θέμα, έστω και αν αυτό υπάρχει και αυτοτελώς ονλάιν. Επιγραμματικά, υποστηρίζω ότι α) η λέξη «έωλος» δεν σημαίνει *μόνο* μπαγιάτικος, όπως διατείνεται το λεξικό Μπαμπινιώτη και οι μπαμπινιωτιστές, αλλά ότι εδώ και καμιά εικοσαριά αιώνες έχει πάρει επίσης τη σημασία «αστήρικτος, αβάσιμος» και ότι με αυτή τη σημασία τη βρίσκουμε σε κείμενα δοκιμότατων συγγραφέων. β) η λέξη «αίολος», την οποία θεωρεί σωστή το λεξικό Μπαμπινιώτη δεν είναι αρχαία (η αρχαία λέξη είναι «αιόλος») και είναι αμφίβολο αν υπάρχει σε κείμενο παλαιότερο του λεξικού Μπαμπινιώτη.

Το παλιό μου άρθρο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 115 Σχόλια »