Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος’

Άρατε πύλας (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 8 Απρίλιος, 2018

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά. Φέτος, επιμένω με Σκιάθο αλλά διαλέγω τον άλλο Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη.

Το διήγημα είναι και κατά κάποιο τρόπο (ιστολογικώς) επίκαιρο, αφού πριν από τέσσερις μέρες δημοσιεύσαμε άρθρο που αναφέρεται στο ίδιο θρησκευτικό δρώμενο που περιγράφει και ο Μωραϊτίδης στο διήγημα.

Το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο, εγώ το πήρα από το sansimera.gr όπου ήταν ήδη μονοτονισμένο. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και διόρθωσα κάμποσες αβλεψίες. Δεν εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που πάντως την έχει εκσυγχρονίσει κάπως ο Ν.Δ.Τ., π.χ. είνε σε είναι, έγεινε σε έγινε κτλ.) παρά μόνο το «κ'» σε «κι».

Η καθαρεύουσα του Μωραϊτίδη είναι πιο βαριά (και με πολυ λιγότερες ιδιωματικές ανάσες) από του Παπαδιαμάντη. Σημειώνω με αστερίσκο μερικές λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

«Άρατε πύλας…»

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κι ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κι έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις τις πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πως ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Φώτα ολόφωτα (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2017

Αργία σήμερα, αλλά και αρχή της τρομολαγνικά διαφημισμένης κακοκαιρίας, ταιριάζει λοιπόν να βάλουμε ένα διήγημα, και μάλιστα με θέμα μια κακοκαιρία που έτυχε μια τέτοια μέρα: τα «Φώτα ολόφωτα» του Παπαδιαμάντη.

Μια βάρκα κινδυνεύει να ναυαγήσει ενώ η γυναίκα του βαρκάρη βασανίζεται με τις ωδίνες μιας δύσκολης γέννας. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τη σκηνή από τη σκοπιά της μητέρας του βαρκάρη, της Πλανταρούς. Σε κάποια σημεία, η ειρωνεία σφάζει: «φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός» (αν η μητέρα πέθαινε πάνω στη γέννα μαζί με το παιδί, η προίκα θα επέστρεφε στην πατρική της οικογένεια -αν όμως το παιδί επιζούσε θα την κρατούσε ο πατέρας του παιδιού).

Για να λεξιλογήσουμε λίγο, στο τέλος του διηγήματος ο Παπαδιαμάντης βάζει ένα μωρό παιδί να ζητάει «βρυν», που είναι κλείσιμο ματιού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (όπως λέει και ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εξαριστοφανίζει το ‘μπρου’ του νηπίου).

Επίσης, σε κάποιο σημείο διαβάζουμε πως το νεογέννητο είχε «βλέμμα τεθηπός», που ακούγεται λίγο σαν σπασμένα περσικά. Πρόκειται για το ουδέτερο της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπός θα πει κατάπληκτο, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης.

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τέτοια μέρα [ημερολογιακά] πριν από 123 χρόνια, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου 1894 στην Ακρόπολι. Αν έχετε περιέργεια, εδώ είναι η πρώτη δημοσίευση. Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, μονοτόνισα και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία.

 

ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 276 Σχόλια »

Γουτού γουπατού (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2016

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πρόπερσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Πέρυσι παρουσίασα το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Το φετινό διήγημα παρεκκλίνει κατά μερικές μοίρες από την πεπατημένη, αφού το διήγημα που θα διαβάσετε δεν είναι αυστηρά χριστουγεννιάτικο, είναι πρωτοχρονιάτικο. Θα θεωρήσουμε όμως ενιαίο σύνολο το εορταστικό δωδεκάμερο.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα αρκετά γνωστό, που έχει ανθολογηθεί επανειλημμένα, οπότε αρκετοί θα το έχετε διαβάσει, και επειδή έχει θέμα πρωτότυπο εικάζω ότι θα το θυμάστε. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία του Μανώλη του Ταπόη μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

Το «Γουτού Γουπατού» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την πρωτοχρονιά του 1899 στην Ακρόπολι -είπαμε, είναι διήγημα πρωτοχρονιάτικο. Πήρα το κείμενο απο την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία. Στο τέλος έχω βάλει μερικά λεξιλογικά.

Να σημειωθεί ότι το διήγημα έχει δώσει το όνομα σε παιδικό σταθμό, ενώ μπορείτε επίσης να το ακούσετε από τον Αντώνη Μουλά.

ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ

Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια  και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή «ο Μανώλης το Ταπόι».

— Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται…

Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ να τον  πειράζουν.

— Είσ’ ένα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· είσαι χταπόδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Η σταχομαζώχτρα, χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2015

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πέρυσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Και φέτος συνεχίζω παπαδιαμαντικά και μάλιστα με το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα που ποτέ δεν έλειψε από τα «Νεοελληνικά αναγνώσματα» του σχολείου ή από τις παιδικές ανθολογίες, οπότε όλοι σχεδόν θα το έχετε διαβάσει. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία της θεια-Αχτίτσας μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

(Κάπου είχα συναντήσει και μια αισχρή παρωδία της παραγράφου που έχει τη φράση «οι φ’στάνες», αλλά δεν τη βρίσκω -και δεν ξέρω κι αν ταιριάζει στο πνεύμα της ημέρας. Το αναφέρω όμως σαν ένδειξη της δημοτικότητας του διηγήματος).

Η Σταχομαζώχτρα δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην Εφημερίδα του Κορομηλά, είναι δηλαδή από τα σχετικώς πρώιμα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -χρονολογικά είναι μόλις το έβδομο, αν θεωρήσουμε πρώτο διήγημα τη νουβέλα «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), πιο σωστά όμως είναι το έκτο, με πρώτο το Χριστόψωμο του 1887, που κι αυτό χριστουγεννιάτικο είναι. Αν κανείς έχει περιέργεια να δει την πρώτη δημοσίευση, με την αλλοπρόσαλλη ορθογραφία της εποχής (στην κριτική έκδοση ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος την έχει αρκετά εκσυγχρονίσει, και καλά έκανε) μπορεί να δει εδώ την πρώτη σελίδα και εδώ τη δεύτερη.

Να προσέξουμε τη φράση «εκεί που ψήνει ο ήλιος το ψωμί» (όπου ξενιτεύονται οι σουρτούκηδες, κατά τον πονηρό μπαρμπα-Μαργαρίτη). Πρόκειται για έκφραση που τη χρησιμοποιεί και αλλού ο Παπαδιαμάντης, αλλά και άλλοι συγγραφείς, π.χ. Βιζυηνός, και δηλώνει πολύ μακρινή χώρα, αλλά και αφιλόξενη. Πιθανώς στη γέννηση της φράσης να συντέλεσαν λαϊκά αναγνώσματα για μακρινές εξωτικές χώρες. 

Ο Συριανός έμπορος χαρακτηρίζει «σίγουρο παρά, αρζάν κοντάν» τη συναλλαγματική του ξενιτεμένου -argent comptant, μετρητό χρήμα. Να προσέξουμε επίσης στην αρχή του διηγήματος πώς ο Παπαδιαμάντης παρεμβάλλει στην αφήγηση, που είναι σε καθαρεύουσα, φράσεις λαϊκές, ιδίως του ‘γυναικείου ιδιώματος’, σε αυθεντική λαϊκή γλώσσα (το λαμπρό τ’ να βγει, που νάρθουν τα μαντάτα του κτλ.)

Το κείμενο το πήρα από το sansimera.gr κι έκανα μερικές διορθώσεις όπως το διάβαζα, αλλά θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια -δεν έκανα συστηματική αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση.

Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ

Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη ημέρα των Χριστουγέννων του 187.., την θειά-Αχτίτσα, φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 65 Σχόλια »

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2015

Ξέρουμε ότι ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει άφθονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα (του τα ζητούσαν άλλωστε και οι εφημερίδες) και άλλα τόσα πασχαλινά, όμως και στο καλοκαιρινό Πάσχα, εννοώ τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, έχει αφιερώσει ένα διήγημα, που θα το παρουσιάσω σήμερα: τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, γραμμένο το 1906 και αρχικά δημοσιευμένο στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη.

Ο Ρεμβασμός υπάρχει στο Διαδίκτυο, τόσο σε πολυτονικό όσο και σε μονοτονικό με φριχτά λάθη. Εδώ τον ανεβάζω από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, αλλά μονοτονισμένον, όχι όμως με το χέρι παρά με αυτόματο μηχανάκι, που κρατάει τους τόνους στα μονοσύλλαβα -κι έτσι θα μπορέσουν να διαβάσουν το κείμενο κι όσοι μπαίνουν από κινητό ή ταμπλέτα.

Ο ήρωας του διηγήματος, ο πρώην μεγαλοκτηματίας Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας πρέπει να είναι υπαρκτό πρόσωπο -για τον ίδιον και τα χτήματά του γίνεται λόγος, αν θυμάμαι καλά, και σε άλλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τα Φραγκλέικα. Νομίζω μάλιστα (αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω τώρα) ότι απόγονός του είναι ο Ιωάννης Φραγκούλας που έδωσε πριν από μερικές δεκαετίες τέσσερις τόμους με σκιαθίτικα μελετήματα.

Να προσεχτεί ότι ο γερο-Φραγκούλας, ο «αξιότιμος πρεσβύτης» που καπνίζει το τσιμπούκι του με τον «ηλέκτρινον μαμέν» του, δηλαδή το κεχριμπαρένιο (ήλεκτρον) επιστόμιο (τουρκ. ιmame) δεν ήταν «και πολύ γέρων»: ίσαμε πενηνταπέντε χρονών -πάνω κάτω δηλαδή όσο κι ο νικοκύρης του ιστολογίου (αλλά εγώ δεν καπνίζω πια). Και ο Παπαδιαμάντης όμως, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημα, στην ίδια ηλικία βρισκόταν, ακριβώς στα 55.

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 42 Σχόλια »

Γαργάλατα, 50 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2015

Τις επόμενες μέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από τα Ιουλιανά, οπότε ξαναδημοσιεύω σήμερα, με αλλαγές και προσθήκες, ένα άρθρο που είχα παρουσιάσει τέτοιον καιρό πριν από 5 χρόνια, για ένα φιλολογικό θέμα με έντονες πολιτικές προεκτάσεις ή για ένα πολιτικό θέμα με έντονες φιλολογικές προεκτάσεις, και ταυτόχρονα για έναν από τους πιο ανθεκτικούς μικρομύθους της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Το κείμενο είναι αρκετά εκτενές,  -αλλά Κυριακή είναι, υπάρχει περισσότερος καιρός για διάβασμα- ενώ βέβαια ζητάω συγνώμη και από τους τακτικούς αναγνώστες που θα έχουν ήδη διαβάσει το κείμενο στην πρώτη του μορφή.

Λέγοντας Αποστασία ή Ιουλιανά εννοούμε βέβαια την περίοδο πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την αποπομπή της εκλεγμένης κυβέρνησης Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965· η αποστασία συντελέστηκε σε τρία κύματα και ολοκληρώθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου 1965 όταν ο τρίτος κατά σειρά πρωθυπουργός, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, μπόρεσε να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία 152 βουλευτών· οι δυο πρώτοι αποστάτες πρωθυπουργοί, ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας και ο Ηλίας Τσιριμώκος δεν είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν τον μαγικό αριθμό.

Στις εβδομήντα ταραγμένες μέρες του καλοκαιριού του 1965, οι αποστάτες της Ένωσης Κέντρου έγιναν στόχος αιχμηρής λαϊκής σάτιρας και λοιδορίας, απόλυτα δικαιολογημένης, τόσο κατά τις διαδηλώσεις όσο και από τις εφημερίδες του Κέντρου και της Αριστεράς. Ο πρώτος αποστάτης πρωθυπουργός, ο Γεώργιος  Αθανασιάδης-Νόβας (1893-1987), που ήταν Πρόεδρος της Βουλής πριν αποστατήσει, έμοιαζε ιδανικός για στόχος της σάτιρας: είχε αστείο όνομα που προσφερόταν για ένα σωρό λογοπαίγνια (Καζανόβας, μποσα-νόβα, νοβοκαΐνη κτλ.) και κάμποσες συνήθειες που προσφέρονταν για διακωμώδηση: ήταν ένας ηλικιωμένος αριστοκράτης της επαρχίας, υπερβολικά προσηλωμένος στους τύπους και στο τελετουργικό, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, φορούσε άσπρα κοστούμια και απαραιτήτως παπιγιόν, έγραφε ποιήματα. Όλα αυτά τα περιέλαβαν στο στόχαστρό τους ευθυμογράφοι, επιθεωρησιογράφοι και αυτοσχέδιοι λαϊκοί σατιριστές και τον έκαναν ρεζίλι τον φτωχό τον Νόβα. Και καλά του έκαναν, τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 75 Σχόλια »

Ο τζιτζιλόμης είναι κύριος!

Posted by sarant στο 2 Απρίλιος, 2015

Η εφημερίδα Χρονικά της Δυτικής Μακεδονίας βγαίνει κάθε βδομάδα στα Γρεβενά, σε χαρτί. Στο Διαδίκτυο δεν κυκλοφορεί, αλλά έχω αλληλογραφία εδώ και καιρό με τον Αντώνη Παπαβασιλείου, που τη βγάζει, μιαν αλληλογραφία που ξεκίνησε από την κοινή μας αγάπη για τον Παπαδιαμάντη.

Τις προάλλες, ο Αντώνης μού έστειλε μια επιστολή αναγνώστη στην εφημερίδα του (όχι τυχαίου αναγνώστη), από την οποία αναδεικνύεται μια ωραία λέξη που δεν την έχουν τα λεξικά, και που μας δίνει το υλικό για το σημερινό μας άρθρο.

Στα Χρονικά δημοσιεύεται η τακτική στήλη του π. Κων. Καλλιανού από τη Σκόπελο. Σε ένα πρόσφατο φύλλο, στο άρθρο με τίτλο Οι ξεχασμένες λέξεις, που ήταν αφιερωμένο σε λέξεις και φράσεις που θυμόταν ο αρθρογράφος από τη γιαγιά του, υπήρχε και το εξής απόσπασμα:

Επίσης όταν τρώγαμε, έλεγε: «Να μην είσι τζιτζιλόμ’ς [μίζερος] στου φαΐ. Ό,τ δίν’ ου Θεός».

Από αυτή τη λέξη, τζιτζιλόμ’ς, πήρε το έναυσμα ο αγαπητός Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, που του οφείλουμε την οριστική κριτική έκδοση του Παπαδιαμάντη, οπως και την ανακάλυψη τόσων άγνωστων μεταφράσεών του, και όλα τα άλλα, και έστειλε στην εφημερίδα την εξής επιστολή (που δημοσιεύεται με την άδειά του):

Κύριε Διευθυντὰ,

Μὲ τὸν πατέρα Κων. Ν. Καλλιανὸ ἔχουμε κοινὲς ἀγάπες, τοὺς κοντονησιῶτες του Ἀλέξανδρους τῆς Σκιάθου, τοὺς ὁποίους τόσο συχνὰ μνημονεύει, ὄχι μόνο στὰ γραπτά του ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον του θυσιαστηρίου.

Χαίρομαι, λοιπόν, ποὺ ἡ συνεργασία του μὲ τὰ “Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας” εἶναι τακτικὴ καὶ ἀποπνέει πάντοτε τὸ ἄρωμα μίας ἄλλης Σκοπέλου, μυστικῆς καὶ ἀόρατης ἴσως, ὅμως ὑπαρκτῆς.

Γλωττοθήρας ἐλόγου μου, λεξιθηρικὰ τὰ Χρονικά, ἀποφασίζω, λοιπόν, νὰ σχολιάσω τὴ λέξη «τζιτζιλόμ’ς», ποὺ συνάντησα στὸ σημείωμα «Οἱ ξεχασμένες λέξεις» τοῦ π. Κ.Ν.Κ. (Χρ. Δυτ. Μακεδονίας, φ.619, 23-1-2015). Ὅλη ἡ φράση τῆς γιαγιᾶς τοῦ π. Κ. εἶναι: “Νὰ μὴν εἶσι τζιτζιλόμ’ς (μίζερος) στού φαΐ. Ὅ,τ’ διν οὑ Θιός». Ὁ ἀείμνηστος λόγιος Σκιαθίτης Χρῆστος Β. Χειμώνας, σὲ κάποιο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα», ὁμολογοῦσε ὅτι ἦταν «τζιτζιλόμ’ς» (ἴσως ἐκεῖνος ἔγραφε «τζιτζιλούμ’ς»). Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ λέξη ἐπιχωρίαζε στὶς Βόρειες Σποράδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , , | 140 Σχόλια »

«Η νοσταλγία του Γιάννη», αθησαύριστο διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη (εκδόσεις Ερατώ)

Posted by sarant στο 26 Οκτώβριος, 2014

cover000Από χτες βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο «Η νοσταλγία του Γιάννη», από τις εκδόσεις Ερατώ, σε επιμέλεια δική μου. Το άγνωστο αυτό διήγημα του Παπαδιαμάντη το παρουσίασα αρχικά εδώ στο ιστολόγιο το καλοκαίρι του 2012, λίγο μετά αφότου το ανακάλυψα. Σε εκείνη την πρώτη δημοσίευση διατηρούσα κάποια μικρή επιφύλαξη αν το κείμενο είναι του Παπαδιαμάντη, γι’ αυτό και είχα βάλει ερωτηματικό στον τίτλο του άρθρου. Τώρα, είμαστε βέβαιοι ότι το διήγημα είναι γνήσιο παπαδιαμαντικό, το πολύ με ελάχιστες επεμβάσεις των συντακτών του περιοδικού όπου αναδημοσιεύτηκε.

Είναι τόσο σημαντικό ένα άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη; Ασφαλώς δεν πρόκειται να αλλάξει η γενική γνώμη μας για τον συγγραφέα της Φόνισσας από αυτό το ένα διήγημα που ανασύρθηκε από την αγκαλιά της λήθης. Δεν θέλω να πέσω στην παγίδα που πέφτουν πολλοί ερευνητές να θεωρούν καίριας σημασίας αποκλειστικά και μόνο τον ειδικό τομέα όπου ερευνούν οι ίδιοι, και κοσμοϊστορικά τα ευρήματά τους. Η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι μία από τις 172 ψηφίδες που συνθέτουν το έργο του διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Ως τώρα γνωρίζαμε 171 διηγήματα, τώρα προστίθεται και ένα ακόμα, το 172ο διαμαντάκι θα έλεγα.

Το χαρακτήρισα αθησαύριστο, θα μπορούσα επίσης να το πω ανεύρετο. Έτσι το χαρακτηρίζει ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, ο οριστικός εκδότης του Παπαδιαμάντη, στον 4ο τόμο της κριτικής του έκδοσης (σελ. 637-8). Εκεί αναφέρει: Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες και τα σχετικά δημοσιεύματα, δεν ανακαλυφθηκε κανένα από τα ‘ανεύρετα’ διηγήματά του, που είναι τα εξής: 1) «Ο μοναχογιός», της σειράς ‘Διηγήματα του θέρους’, δημοσιευμένο στην «Λαϊκή», άλλη έκδοση της «Ακροπόλεως», στις 10 Ιουνίου 1900, 2) «Η νοσταλγία του Γιάννη» στην εφημ. «Αλήθεια», 25 και 26 Απριλίου 1906, 3) «Ανέορτοι», πιθανώς στην «Ακρόπολι», και 4) «Η Δούλα», δημοσιευμένη (έξι ή εφτά συνέχειες) στην εφημ. «Νέα Ζωή», άγνωστη στις βιβλιοθήκες.
Και σε υποσημείωση, ο Ν.Δ.Τ. αναφέρει ότι σύμφωνα με μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα των διηγημάτων «Η νοσταλγία του Γιάννη» και «Ανέορτοι».

Θα ρωτήσετε, αφού τα διηγήματα είναι ανεύρετα, πώς ξέρουμε ακόμα και την ημερομηνία που δημοσιεύτηκαν; Το ξέρουμε από δημοσιεύσεις ή αγγελίες σε άλλες εφημερίδες, που τα δικά τους σώματα υπάρχουν στις βιβλιοθήκες, ότι δημοσιεύτηκε το τάδε διήγημα του Παπαδιαμάντη «εις την εκλεκτήν συνάδελφον». Όμως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, παρόλο που για δύο διηγήματα είχαμε πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία, δεν έγινε μπορετό να βρεθούν τα συγκεκριμένα φύλλα των εφημερίδων σε καμιά βιβλιοθήκη, είτε δημόσια είτε ιδιωτική.

Θα απορείτε: το διήγημα, που μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ που δίνω πιο πάνω, δεν πιάνει πάνω από 8-10 σελίδες βιβλίου. Δικαιολογείται έκδοση για τόσο λιγοσέλιδο έργο; Η ένσταση είναι βάσιμη -αλλά από τη άλλη μεριά, Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. Επειδή έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Για την ακρίβεια, από το 1938 που σύνταξε ο Κατσίμπαλης τη βιβλιογραφία του, ένα μόνο άγνωστο διήγημα είχε φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, η «Νοσταλγία του Γιάννη» είναι το δεύτερο του είδους, κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το εύρημα δεν είναι αμελητέο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης και ο εγγονός του αρχιδούκα Φερδινάνδου (συνεργασία του Theo)

Posted by sarant στο 3 Αύγουστος, 2014

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο αρχιδούκας Φερδινάνδος (1863-1914), αυτός που η δολοφονία του στο Σεράγεβο πριν από 100 χρόνια πυροδότησε τον Μεγάλο Πόλεμο, με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (1851-1911) και με τον κριτικό Κώστα Κουλουφάκο (1924-1994), επιφανή αριστερό διανοούμενο; Εκ πρώτης όψεως κανένα, αφού οι δυο πρώτοι είχαν φύγει από τον κόσμο τούτο αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί ο τρίτος, ενώ και οι δυο συγκαιρινοί ποτέ δεν βρέθηκαν στον ίδιο χώρο. Κι όμως, αν πιστέψουμε την αφήγηση που ακολουθεί, υπάρχει ένας κρίκος που τους ενώνει -και μάλιστα τους ενώνει αξεδιάλυτα, με δεσμούς αίματος τους δυο από τους τρεις. Ο κρίκος αυτός είναι ένα πρόσωπο, μια γυναίκα, η Αγγελική Μπούκη.

mpoukisΗ Αγγελική Μπούκη ήταν υιοθετημένη κόρη του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, φίλου του Παπαδιαμάντη. Αριστερά βλέπετε τη σφραγίδα του μαγαζιού του, του λαχανοπωροπωλείου «Η δικαία χειρ» (περισσότερα για τη σφραγίδα, παρακάτω).

Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Τραγούδια του Θεού», ο Παπαδιαμάντης αφηγείται τις φιλικές σχέσεις του με την οικογένεια του Μπούκη, με τη μητέρα της, που δεν την κατονομάζει, και με τη μικρή Αγγελική, Κούλα όπως τη φώναζαν. Στο διήγημα, ο Παπαδιαμάντης, άγνωστο για ποιον λόγο, αποφασίζει να «πεθάνει» την μικρή Κούλα, ύστερα από έναν «κακό πυρετό». Στην πραγματικότητα, η Κούλα έζησε και μεγάλωσε. Ο Μερλιέ μάς δίνει την πληροφορία πως όταν η Πολυξένη Μπούκη, η μητέρα της Αγγελικούλας, διάβασε το διήγημα με το κακό τέλος, πήγε και παραπονέθηκε στον κυρ Αλέξανδρο, τον οποίο κατά τα άλλα αγαπούσε και σεβόταν. Αυτός άλλωστε τής είχε διδάξει γραφή και ανάγνωση, σε μεγάλη ηλικία -και στην αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη υπάρχουν έξι γράμματα της Πολυξένης Μπούκη, όλα από την περίοδο μετά το 1908, όταν ο κυρΑλέξανδρος επέστρεψε στη Σκιάθο -για να πεθάνει, όπως αποδείχτηκε.

Η Αγγελική Μπούκη είναι η μητέρα του Κώστα Κουλουφάκου. Συνδέσαμε λοιπόν τα δύο από τα τρία πρόσωπα της ιστορίας. Αλλά ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος;

Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, όπως θα δούμε στην αφήγηση που ακολουθεί, είναι ο βιολογικός πατέρας της Αγγελικής! Αλλά το πώς δένει ο κόμπος, θα μας το διηγηθεί ο φίλος μας ο Theo, που ουσιαστικά δικό του είναι το σημερινό άρθρο. Στον Theo ανήκει και η σφραγίδα του Νικ. Μπούκη που βλέπετε πιο πάνω, που τη βρήκε σε θρησκευτικό βιβλίο που ανήκε στον θετό πατέρα της Αγγελικούλας και που σήμερα βρίσκεται σε συλλογή στην οποία έχει πρόσβαση.

Στο άρθρο του με τίτλο «Πάντα ένιωθα ότι τον στερούμαι» (στο περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 109 [2000], σσ. 38-39), όπου ο Πέτρος Κουλουφάκος, γιος του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994) γράφει για τον πατέρα του και το πόσο του έλειπε με τις φυλακές και τις εξορίες, αφηγείται τα εξής και για τη γιαγιά του Αγγελική/Κούλα Μπούκη:

«Ο παππούς μου από τον πατέρα μου καταγόταν από τις αρχαίες Θαλάμες, ή Κουτήφαρι, της Μάνης. Η γιαγιά μου και γυναίκα του ήταν νόθα κόρη του Δούκα Φερδινάνδου της Αυστροουγγαρίας, του οποίου, ως γνωστόν, η δολοφονία στο Σαράγεβο έγινε αφορμή να ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Δούκας άφησε έγκυο μια κυρία της Αυλής του και, για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο, έστειλε την γυναίκα στην Ελλάδα για να γεννήσει. Έδωσαν μετά το μωρό σε μια οικογένεια χρηστών ηθών, του Νικολάου και Πολυξένης Μπούκη. Ο Μπούκης ήταν μεγαλέμπορος της κεντρικής λαχαναγοράς και η γυναίκα του πρώην, πλην … τιμία, πόρνη. Η ιστορία του ζευγαριού έχει ενδιαφέρον. Μου την αφηγήθηκε ο πατέρας μου. Ο Νικόλαος Μπούκης καταγόταν από τις Σπέτσες και ήλθε παιδί στην Αθήνα όπου καταπιάστηκε με το γενικό εμπόριο. Η καταγωγή της Πολυξένης ήταν από το Μενίδι. Μικρή είχε μια ερωτική περιπέτεια με κάποιον συγχωριανό και γι᾿ αυτό οι γονείς της την έδιωξαν από το σπίτι. Εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα όπου αναγκάσθηκε να εκδίδεται για να συντηρηθεί. Ήταν πολύ όμορφη και είχε επαφή με την καλή κοινωνία της Αθήνας. Κάποιος μεγαλογιατρός της δίδαξε την μαιευτική που άσκησε παράλληλα με το επίσημο επάγγελμά της. Ο Μπούκης την επισκέφθηκε μια μέρα και φεύγοντας λησμόνησε στο δωμάτιό της το γεμάτο πορτοφόλι του. Εκείνη το φύλαξε και στην επόμενη επίσκεψη του προπάππου μου το έδωσε. Ο Μπούκης ήταν πολύ θεοσεβούμενος και έντιμος. Εκτίμησε τόσο την χειρονομία της Πολυξένης που της πρότεινε γάμο, με τον όρο να αφήσει την πορνεία. Η Πολυξένη δέχθηκε και πέρασε την ζωή της κοντά του με ολονυχτίες και προσευχές. Ο Παπαδιαμάντης, μάλιστα, την γνώρισε στον Προφήτη Ηλία του Βοτανικού. Στην εκκλησία αυτή υπάρχουν ακόμα αναθήματα της προγιαγιάς μου, και μάλιστα στο τέμπλο. Ο Παπαδιαμάντης φιλοξενήθηκε στην αυλή της Πολυξένης και εμπνεύσθηκε από αυτήν την υιοθετημένη κόρη, τη γιαγιά μου, τα «Τραγούδια του Θεού», την «Ιστορία με το τόπι» και αρκετά ακόμα «Χρονογραφήματα» στα οποία την αναφέρει ως μικρή Κούλα. Σώζεται μέρος της αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη με την Πολυξένη στο βιβλίο της Κυρατσούλας Παπαδιαμάντη και του Οκτάβιου Μερλιέ, Α. Παπαδιαμάντη Γράμματα, έκδοση Εστίας, 1934, σελίδες 198-208.

Ο παππούς μου Πέτρος, λοιπόν, έκανε με τη γυναίκα του Αγγελική τρία παιδιά: τον Κώστα, τον Τάσο και τον Νίκο. Ζει μόνον ο τελευταίος.»

Εδώ τελειώνει η αφήγηση του Πέτρου Κουλουφάκου. Ο Theo σχολιάζει:

Ο Παπαδιαμάντης, για να δραματοποιήσει το διήγημα «Τραγούδια του Θεού», το κλείνει με μια δήθεν αρρώστια και τον θάνατο της Κούλας:

«Ἔκτοτε ἀπουσίασα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Εἶχα ἐνθυμηθῆ τοὺς πτωχοὺς οἰκείους, εἰς τὴν μικρὰν πατρίδα μου, μακρὰν τῆς ὁποίας εἶχα ζήσει, ἐκ μικρῶν διαλειμμάτων, ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς μου. Ὅταν τέλος μὲ εἶχον βαρυνθῆ κ᾿ ἐκεῖ, ἐτόλμησα, μετὰ τρία ἔτη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρωτεύουσαν, μὲ τὴν ἀμυδρὰν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ ἐγενόμην καὶ πάλιν βαρετὸς εἰς τοὺς φίλους μου.

Ἀφοῦ ἐκρύβην ἐπὶ ἑβδομάδα εἰς ταπεινόν τινα ξενῶνα, ἐπῆγα λάθρᾳ μίαν πρωίαν νὰ ἀνταμώσω τὸν φίλον μου Νικόλαν τὸν Μπούκην. Φεῦ! τί ἔμαθα; Ἡ μικρὰ Κούλα, ἥτις ἦγε τώρα τὸ ἑνδέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας της, ἦτον ἄρρωστη βαριά! Εἶχε δέκα ἡμέρας στὸ κρεβάτι, κι ὁ ἰατρὸς εἶπεν ὅτι ἦτο κακὸς πυρετός, ἴσως τυφοειδοῦς φύσεως.

Ἐπῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸ ὀπωροπωλεῖον, ὅπως μὲ προέτρεψεν ὁ Νικόλας, διὰ νὰ βοηθήσω μὲ λόγια καὶ ἐνθαρρύνω τὴν μητέρα. Ἡ πτωχή, ἥτις τὴν ἠγάπα ὡς νὰ ἦτο γέννημα τῶν σπλάγχνων της, ἴσως καὶ περισσότερον, ἐχάρη ἅμα μὲ εἶδεν, εἶτα μοῦ ἔδειξε τὴν κλίνην. Ἡ μικρὰ Κούλα ἦτο ἰσχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ᾿ ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος ἐπὶ τῆς κλίνης. Εἶπα εἰς τὴν μητέρα τὰ συνήθη λόγια τῆς παρηγορίας καὶ τῆς ἐνθαρρύνσεως, ἔμεινα δύο ὥρας ἐκεῖ, εἶτα ἐπανῆλθα πάλιν τὸ δειλινόν, καὶ τὴν νύκτα, καὶ τὴν ἄλλην πρωίαν. Ἡ Κούλα ἔβαινε χειρότερα. Εἶτα, τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐφάνη νὰ εἶχε βελτιωθῆ κάπως, καὶ ᾐσθάνετο. Ἡ μητέρα της μοῦ εἶπε νὰ πλησιάσω καὶ νὰ τῆς ὁμιλήσω.

― Περαστικά, Κούλα. Δὲν ἔχεις τίποτα, κορίτσι μου.

―Ἄ! μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα… τραγούδια;

―Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ.

― Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;

―Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς…

― Ὤχ!

Ἐστέναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε πολὺ κουρασθῆ (ἔφερεν ἀσθενῶς τὴν ἰσχνὴν χεῖρα πρὸς τὸ οὖς ἐνῷ ἐψέλλιζε. Φαίνεται ὅτι εἶχε πάθει βαρυηκοΐαν ἕνεκα τῆς νόσου). Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε:

― Μοσχοβολᾷ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά.

*
* *

Μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἐπαγγελματικοὶ ἱερεῖς κ᾿ οἱ ψάλται ἔψαλλον τὰ κατὰ συνθήκην, ἀπὸ τὴν «Ἄμωμον ὁδὸν» ἕως τὸν «Τελευταῖον ἀσπασμόν». Μόνος ὁ παπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.

― Τί μουρμουρίζεις, παπά; τοῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.

― Λέγω τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ παπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.

Τῳόντι κ᾿ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὰ δάκρυά μου, εἶχα ἀναλογισθῆ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων. Καὶ ἀκουσίως ἔλεγα μέσα μου τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ: «Τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων ἀναρπασθὲν ἄγευστον» καὶ «ὡς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρὸς καλιὰς ἐπουρανίους ἔσωσας» καὶ «τοῦ Ἀβραάμ, ἐν κόλποις, ἐν τόποις ἀνέσεως, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐστὶ τὸ ζῶν, τάξαι σε Χριστὸς ὁ δι᾿ ἡμᾶς νηπιάσας» καὶ «οἷς ἀριθμοῖς τὸ πλάσμα σου, νήπιον φοιτῆσαν τανῦν πρὸς σέ».

Καὶ ἀντὶ τοῦ «Δεῦτε τελευταῖον», «Ὢ τίς μὴ θρηνήσει, τέκνον μου, ὅτι βρέφος ἄωρον ἐκ μητρικῶν ἀγκαλῶν νῦν, ὥσπερ στρουθίον τάχος ἐπέτασας». Καὶ ἀκροτελεύτιον, ὕστερον ἀπὸ τόσα καὶ τόσα τραγούδια τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἶχε προφητεύσει ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τ᾿ ἀκούσῃ, τό: «Ἄλγος τῷ Ἀδὰμ ἐχρημάτισεν, ἡ τοῦ ξύλου ἀπόγευσις πάλαι ἐν Ἐδέμ, ὅτε ὄφις ἰὸν ἐξηρεύξατο». Ἀλλὰ τὰ ἤκουε τάχα ἡ ἁγνὴ ψυχή, ἂν ὁ ἄγγελός της τῆς ἐπέτρεπε νὰ περιίπταται ἐκεῖ γύρω;»*

Αυτόν τον μυθιστορηματικό θάνατο της Κούλας, η κυρά Πολυξένη δεν μπόρεσε να τον χωνέψει, κατά πληροφορία του Οκτάβιου Μερλιέ.

Ο δε Τριανταφυλλόπουλος, στηριζόμενος μάλλον στον Μερλιέ, μας πληροφορεί πως ο Παπαδιαμάντης δίδαξε ανάγνωση και γραφή στην Πολυξένη, η οποία ήταν νοσοκόμα στον «Ευαγγελισμό, για να μή χάσει τη θέση της. Ο Μερλιέ πρωτοδημοσίευσε πέντε επιστολές της Πολυξένης (των ετών 1908-1910) στον Παπαδιαμάντη που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Σκιάθο (που επανεκδόθηκαν σ᾿ όλες τις γνωστές εκδόσεις της αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη). Στη δεύτερη από αυτές, σημειώνει: «Θαυμάσια γράφο. Π.Μ.».

Σ᾿ ένα άρθρο του για τον Παπαδιαμάντη** ο Τέλλος Άγρας αναφέρεται και σ᾿ αυτό το περιστατικό:

«Τα ωραιότερα θηλυκά πλάσματα του έργου του είναι σφραγισμένα για να πεθάνουν· και, πολύ περισσότερο από την αρρώστεια, από το κακό ριζικό ή απ᾿ τα μαγικά, ειν᾿ ο Θεός που τ᾿ ανακαλεί από τον κόσμον τοῦτον… Όπως και για τον Πόε, και για τον Παπαδιαμάντη, η τελειοποίηση της ομορφιάς των ηρωίδων του βρίσκεται στο θάνατο. Είναι το κορύφωμα της τέχνης του. Και μήπως τι άλλο φανερώνει εκείνο το ανέκδοτο που αναφέρει ο κ. Μερλιέ; Για να δώση τέλος στο διήγημά του «τα Τραγούδια του Θεού», έγραφεν ότι η ηρωίδα πέθανε και την εκήδευσαν. Αλλ᾿ η ηρωίδα ζούσε ‒την είχε γράψει με το πραγματικό της όνομα‒ κ᾿ ήταν κάποιο υγιέστατο ακόμα κοριτσάκι, υιοθετημένο από γνωστή του κυρία. Η κυρία εδιάβασε «στον τύπο» το διήγημα, πήρε, φυσικά, το πράγμα για γρουσουζιά, κ᾿ ετρεξε και τούκαμε παράπονα πικρά. Και τρόμαξε να δικαιολογηθή ο Παπαδιαμάντης…· η ομορφιά λοιπόν που ενασμενίζεται να περιγράφη, δεν είναι ‒ω, κάθε άλλο! ‒ η σαρκική· είναι η επιθανάτια· η πνευματική.

Την Κούλα τη μνημονεύει κι ο Μάνος Ελευθερίου στο εκτενές ποίημά του «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι»

[Το σχετικό απόσπασμα:

Αὐτός      τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ποὺ εἷχε χρεωθεῖ ἐτοῦτο τὸν ἀγαρηνὸ αἰώνα
ἦταν γιὰ κάποια νοσοκόμο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
τὴν Πολυξένη Μπούκη
τὸν ἄντρα της μὲ τοὺς ρευματισμοὺς τὸ Νίκο
τὸ μανάβη
(παρακαλῶ οἱ δίκαιοι ἂς μεσιτέψουνε στὴ Δέσποινα
τοῦ κόσμου ν᾿ ἀναπαυτοῦν κι οἱ δυό τους)
γιὰ τὴ γερόντισσα Συγκλητικὴ γιὰ τὴ μικρὴ
τὴν Κούλα
τὴ Φιφὴ τὴν Οὐρανία τὸ Σεραϊνὼ
γιὰ τὴ φαμίλια τοῦ Φλασκογιάννη τοῦ αἰγοβοσκοῦ

κι ἄλλους ποὺ πῆρε τὸ ἄδικο κι ἡ νύχτα]

 

*Η πρώτη γνωστή δημοσίευση του διηγήματος έγινε τον Μάρτιο του 1912, μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, στο περιοδικό Καλλιτέχνης. Ο επιμελητής, όμως των Απάντων του, στο υπόμνημά του Δ΄ τόμου (σ. 675-676), με βάση την πληροφορία του Μερλιέ για την αντίδραση της Πολυξένης Μπούκη, θεωρεί πιθανόν να υπήρξε και προγενέστερη δημοσίευση σε αθηναϊκή εφημερίδα, αν και τα λάθη, οι ατέλειες και οι παραναγνώσεις μαρτυρούν αδυναμία αναγνώσεως του χειρογράφου του συγγραφέα. Ίσως, όμως [δική μου η επισήμανση], το περιοδικό Καλλιτέχνης να αντέγραψε κάποια προγενέστερη δημοσίευση, άρα, και τα λάθη της.

** Στη μελέτη του «Πῶς βλέπομε σήμερα τον Παπαδιαμάντη», στο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του» (επ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου), Αθήνα 1979, σ. 165. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών», τ. Β΄, (1936), σσ. 60-121.

Για να σχολιάσω κι εγώ κάτι σε αυτή την απίθανη ιστορία, δεν μπόρεσα να βρω την πρώτη έκδοση (1934) της Αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη, για να δω πώς είναι διατυπωμένη η πληροφορία του Μερλιέ για την ενόχληση της Πολυξένης Μπούκη. Επίσης, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιο διήγημα του Παπαδιαμάντη εννοεί ο Πέτρος Κουλουφάκος όταν λέει για «Ιστορία με το τόπι» (τέτοιος τίτλος δεν υπάρχει στον Παπαδιαμάντη) ούτε ποια άλλα «χρονογραφήματα» εννοεί. Κούλα υπάρχει σε άλλα δύο παπαδιαμαντικά διηγήματα, αλλά δεν πρόκειται για μικρό κορίτσι, παρά για ενήλικη κοπέλα. Αν έχετε κάποια ιδέα, ευχαρίστως να μας διαφωτίσετε!

 

 

Posted in Παπαδιαμάντης, Συνεργασίες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 121 Σχόλια »

Γαργάλατα, η σχεδόν οριστική διαλεύκανση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2012

 

Τις προάλλες στο Φέισμπουκ, οι φίλοι κάποιων φίλων (που δεν κινδυνεύουν να γίνουν και δικοί μου) ειρωνεύονταν ένα ποίημα του Τάσου Κουράκη, βουλευτή του Σύριζα, κατά πάσα πιθανότητα απλώς επειδή ήταν γραμμένο από πολιτικό πρόσωπο που δεν ανήκε στην παράταξή τους. Σχολίασα λοιπόν ότι θεωρώ πολύ φτηνό να χλευάζει κάποιος τα ποιήματα ενός πολιτικού του αντιπάλου για να εξευτελίσει μέσω αυτών τον πολιτικό αντίπαλο -και βέβαια αυτό το πιστεύω ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ποιητής πολιτικός, γιατί δεν είναι ο Κουράκης το μοναδικό παράδειγμα, από τους εν ενεργεία πολιτικούς έχουμε τον Χυτήρη του ΠΑΣΟΚ και τον Κουβέλη της ΔΗΜΑΡ, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι πολιτικοί που είχαν γράψει ποιήματα στη νεότητά τους -ή και που συνεχίζουν να γράφουν.

Και τον Χυτήρη παλιότερα τον είχαν κοροϊδέψει για τα ποιήματά του, π.χ. αυτό με τον υδραυλικό (το οποίο εμένα μ’ αρέσει). (Ο Κουράκης τα δικά του τα παρουσιάζει στον ιστότοπό του). Είναι άλλωστε κι ο χαρακτήρας της σύγχρονης ποίησης τέτοιος που πολύ εύκολα μπορείς να διακωμωδήσεις σχεδόν οποιοδήποτε ποίημα, φτάνει να έχεις μπόλικη κακή θέληση, λίγη ευρηματικότητα και αρκετή αναισθησία. Οπότε, εγώ προτιμώ να επικρίνω τους πολιτικούς για τις θέσεις τους και για τις πράξεις τους, και όχι για τα ποιήματά τους. (Βέβαια, το νόμισμα έχει και την αντίθετη όψη, ότι ο ποιητής πολιτικός προσελκύει κάποτε και κόλακες, πράγμα που έγινε και με τον Χυτήρη, αλλά αυτοί οι κόλακες είναι σπάνιοι και συνήθως ανήκουν στη σφαίρα των φιλολογούντων, δεν σκάνε μύτη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Όμως, το κατεξοχήν παράδειγμα ποιητή πολιτικού ήταν ο Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, που ανέβηκε σε ανώτατα αξιώματα και στους δύο τομείς: ως Αθανασιάδης-Νόβας διετέλεσε  κατ’ επανάληψη βουλευτής και υπουργός και το 1965 έγινε πρωθυπουργός, και ως Γ. Αθάνας ήταν βραβευμένος ποιητής και πεζογράφος που έφτασε να γίνει ακαδημαϊκός. Βέβαια, σε αυτά τα ανώτατα αξιώματα έφτασε χωρίς να το αξίζει και τόσο· πρωθυπουργός έγινε εξαιτίας της αποστασίας τον Ιούλιο του 1965 και ακαδημαϊκός επειδή ήδη ήταν παράγοντας της δημόσιας ζωής· σκεφτείτε μόνο ποιοι ποιητές δεν έγιναν ακαδημαϊκοί. Ωστόσο, ως ποιητής (και πεζογράφος, συγγραφέας να πούμε γενικότερα) ο Αθάνας αξίζει μια καλή θέση στην ιστορία των γραμμάτων μας και κάποια από τα έργα του θα μείνουν (να ένα από αυτά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 91 Σχόλια »

Η Νοσταλγία του Γιάννη, ένα αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη (;)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2012

Το σημερινό άρθρο το παρουσιάζω με αρκετή συγκίνηση, διότι πρόκειται να διαβάσετε ένα διήγημα που κατά πάσα πιθανότητα (το τονίζω) είναι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αυθεντικό ή ελαφρώς διασκευασμένο, που δεν έχει εκδοθεί σε βιβλίο, δεν έχει συμπεριληφθεί σε καμιά έκδοση των Απάντων του, ούτε τη μνημειώδη τελευταία έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (εκδ. Δόμος)· δηλαδή πρόκειται για ένα αθησαύριστο διήγημα, που οι παπαδιαμαντολόγοι ήξεραν την ύπαρξή του αλλά έως τώρα ελάνθανε.

Φωτογραφία της δημοσίευσης

Βέβαια, επειδή μου αρέσει να σκαλίζω παλιά χαρτιά και να βγάζω στην επιφάνεια άγνωστα ή δυσεύρετα λογοτεχνικά κείμενα, οι ταχτικοί αναγνώστες του ιστολογίου, ιδίως των κυριακάτικων δημοσιεύσεων, ίσως θυμούνται κι άλλα αθησαύριστα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί εδώ, όπως ένα ποίημα του Βάρναλη ή πολλά του Λαπαθιώτη (παράδειγμα). Αλλά με τον Παπαδιαμάντη το πράγμα διαφέρει· επειδή ακριβώς έχουν πάνω του εργαστεί πολλοί και δεινοί φιλόλογοι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να βγαίνει στην επιφάνεια άγνωστο διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Για την ακρίβεια, τις τελευταίες δεκαετίες ένα μόνο άγνωστο διήγημα έχει φανερωθεί, το Γιαλόξυλο, που το ανακάλυψε ο Β. Τωμαδάκης το 2007 και αρχικά είχε δημοσιευτεί στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημ. Πατρίς (25.12.1905). Επομένως, το αθησαύριστο που θα διαβάσετε, αν επιβεβαιωθεί, θα είναι το δεύτερο του είδους· κι αν πάρουμε υπόψη μας τη θέση του Παπαδιαμάντη στη γραμματεία μας, το σημερινό εύρημα δεν είναι μικρό πράμα και αισθάνομαι ότι αποτελεί το κόσμημα της συλλογής μου των αθησαύριστων, έστω κι αν το διήγημα δεν είναι από τα καλύτερά του. Παπαδιαμάντης είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε. (Επειδή αναγκαστικά θα πω πολλά, αν θέλετε μπορείτε να τα παραλείψετε και να πάτε κατευθείαν στο διήγημα).

Το διήγημα λέγεται «Η νοσταλγία του Γιάννη». Ο τίτλος είναι γνωστός. Στο σημείωμά του στον 4ο τόμο των Απάντων (από τις εκδόσεις Δόμος), ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος αναφέρει τέσσερα διηγήματα που παραμένουν ανεύρετα ενώ ξέρουμε την ύπαρξή τους από άλλες πηγές. Ένα από αυτά είναι και η Νοσταλγία του Γιάννη, που ξέρουμε ότι δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αλήθεια, στις 25 και 26 Απριλίου 1906, της οποίας μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί πλήρες σώμα· στη Βιβλιοθήκη της Βουλής υπάρχουν φύλλα της μόνο από τις 25 Δεκεμβρίου 1906, όταν πια είχε μετεξελιχθεί σε εβδομαδιαίο έντυπο. Όμως. η Αλήθεια εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1905 και ο Παπαδιαμάντης ήταν ταχτικός συνεργάτης της (όπως μαθαίνουμε από διαφημιστικές αγγελίες σε άλλα έντυπα), πράγμα που σημαίνει ότι αν βρεθεί σώμα εκείνης της εποχής τίποτα δεν αποκλείει, στους 20 μήνες δημοσιεύσεων που δεν έχουν βρεθεί, να βρεθούν όχι ένα, αλλά πολλά ακόμα άγνωστα παπαδιαμαντικά διηγήματα. Ψηλώνει ο νους όταν το σκέφτεσαι…

Για τη Νοσταλγία του Γιάννη, το μόνο μέχρι στιγμής ίχνος ήταν μια μαρτυρία σε περιοδικό του 1938, ότι ο Αντώνης Μουσούρης είχε στο αρχείο του αποκόμματα του διηγήματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 115 Σχόλια »

Οι ασκοί του εώλου

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2011

Έχω πολλές φορές υποσχεθεί να γράψω για τη λέξη «έωλος» και την (μάλλον ανύπαρκτη) λέξη «αίολος» που λανσάρισε το λεξικό Μπαμπινιώτη, επιμένοντας μάλιστα ότι είναι λάθος να λέμε «έωλος = αστήρικτος, αβάσιμος», αλλά όλο το ανέβαλλα. Τις προάλλες, ένας φίλος μού έστειλε ηλεμήνυμα στο οποίο μου ζητούσε τη γνώμη μου και του έστειλα το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων». Στο μεταξύ, χτες ο Γιάννης Χάρης παρουσίασε στο ιστολόγιό του ένα πρόσφατο άρθρο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου από τη Νέα Εστία, για το ίδιο ακριβώς θέμα και, σε μεγάλο βαθμό, με παρεμφερή επιχειρήματα. Ο Γ. Χάρης κάνει λόγο και για όσα έχω γράψει στο βιβλίο, και επειδή το βιβλίο έχει εξαντληθεί και το συγκεκριμένο κεφάλαιο δεν υπάρχει ονλάιν, σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω εδώ το παλιό μου άρθρο, ώστε να υπάρχει κι αυτό, ιδίως επειδή το άρθρο του Τριανταφυλλόπουλου είναι σε σκαναρισμένες εικόνες και δεν γκουγκλίζεται. Να πούμε επίσης ότι για το ίδιο θέμα έχουν γράψει ο Γιάννης Χάρης καθώς και ο Τιπούκειτος.

Στο τέλος του κεφαλαίου από το βιβλίο μου έχω κολλήσει ένα μεταγενέστερο άρθρο μου για το ίδιο θέμα, έστω και αν αυτό υπάρχει και αυτοτελώς ονλάιν. Επιγραμματικά, υποστηρίζω ότι α) η λέξη «έωλος» δεν σημαίνει *μόνο* μπαγιάτικος, όπως διατείνεται το λεξικό Μπαμπινιώτη και οι μπαμπινιωτιστές, αλλά ότι εδώ και καμιά εικοσαριά αιώνες έχει πάρει επίσης τη σημασία «αστήρικτος, αβάσιμος» και ότι με αυτή τη σημασία τη βρίσκουμε σε κείμενα δοκιμότατων συγγραφέων. β) η λέξη «αίολος», την οποία θεωρεί σωστή το λεξικό Μπαμπινιώτη δεν είναι αρχαία (η αρχαία λέξη είναι «αιόλος») και είναι αμφίβολο αν υπάρχει σε κείμενο παλαιότερο του λεξικού Μπαμπινιώτη.

Το παλιό μου άρθρο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 115 Σχόλια »

Η φενάκη της «διατήρησης της αρχικής ορθογραφίας»

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2011

Με ένα ενδιαφέρον φιλολογικό ζήτημα θα ασχοληθώ σήμερα, αν και φοβάμαι ότι οι περισσότεροι θα το βρείτε εντελώς –ίσως και προκλητικά– ανεπίκαιρο στους χαλεπούς καιρούς που περνάμε –όμως το έχω υποσχεθεί να το συζητήσω, και άλλωστε με απασχολεί κι εμένα.

Το πρόβλημα είναι το εξής: έστω ότι επανεκδίδουμε σήμερα ένα κείμενο που είχε εκδοθεί πριν από αρκετές δεκαετίες. Τι κάνουμε; Διατηρούμε την ορθογραφία της αρχικής δημοσίευσης, τη μετατρέπουμε στη σημερινή ή ακολουθούμε μια μέση οδό; Βέβαια, όσοι από εμάς επανεκδίδουν σε μονοτονικό, έχουν ήδη κάνει μια βασική μετατροπή (που υποχρεώνει σε άλλες, δευτερεύουσες μετατροπές, διότι π.χ. το πολυτονικό νἄχει πρέπει να μετατραπεί, είτε σε να ’χει είτε σε κάτι άλλο)· ωστόσο, είναι λάθος να νομίζουμε ότι αν κάποιος διατηρήσει το πολυτονικό αυτομάτως διατηρεί και την ορθογραφία των αρχικών δημοσιεύσεων.

Πρόσφατα έκανα τη φιλολογική επιμέλεια δύο βιβλίων, το Φονικό μοιραίο βόλι με τα πεζά του Θ. Λασκαρίδη, και τη νουβέλα Κάπου περνούσε μια φωνή του Ν. Λαπαθιώτη. Και στις δυο περιπτώσεις επέλεξα να μη διατηρήσω την ορθογραφία των αρχικών δημοσιεύσεων, αλλά να την εκσυγχρονίσω: όχι μόνο μετέτρεψα σε μονοτονικό, αλλά εφάρμοσα παντού τη σημερινή σχολική ορθογραφία. Στην περίπτωση της νουβέλας του Λαπαθιώτη, οι αλλαγές ήταν ελάχιστες: η υποτακτική που ήταν σε –η έγινε σε –ει (να κάνη -> να κάνει), το κ’ έγινε κι, και (μοναδική λαπαθιωτική ιδιοτροπία) το τέτιος έγινε τέτοιος. Στην περίπτωση του Λασκαρίδη, οι αλλαγές ήταν πολλές· αν διατηρούσα την αρχική ορθογραφία θα έπρεπε όχι μόνο να χρησιμοποιήσω γραφές που ξενίζουν σήμερα (φείδι, είνε, κτλ.) αλλά και να κρατήσω διαφορετικές γραφές για την ίδια λέξη, διότι οι αρχικές δημοσιεύσεις δεν ομονοούσαν πάντοτε μεταξύ τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ορθογραφικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 335 Σχόλια »

Παπαδιαμάντης θύμα κοπτοραπτικής

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2011

Κυκλοφορεί εδώ και λίγους μήνες στο Διαδίκτυο, έχοντας αναπαραχθεί σε εκατοντάδες (κυριολεκτώ) ιστολόγια, ένα κείμενο που αποδίδεται στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, δημοσιευμένο  το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις, που υποτίθεται πως δείχνει ότι η διαφθορά είναι διαχρονική στη χώρα μας. Δεν είναι μεγάλο, το αναπαράγω εδώ, όπως το βρήκα σε χτεσινή δημοσίευση της (μπρρρ…) Ανεξάρτητης Κίνησης Στρατιωτικών (αλλά το ίδιο κι απαράλλαχτο υπάρχει σε εκατοντάδες, ξαναλέω ιστολόγια):

Τις ημύνθη περί πάτρης; 

Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.

Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ’ εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι ‘γυφτοχαρατζήδες’, τώρα σε ‘αθεώνουν’ οι βουλευταί κ’ οι δήμαρχοι.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθροχειρίες, Μεταμπλόγκειν, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , | 40 Σχόλια »