Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ν. Πολίτης’

Ποιος έγινε άρατος;

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2018

Από σήμερα το ιστολόγιο μπαίνει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα, και ταυτόχρονα σε κλίμα επαναλήψεων. Θα πάω μια μικρή εκδρομή, οπότε το σημερινό και το αυριανό άρθρο θα είναι επαναλήψεις και μάλιστα από την ίδια χρονιά, από άρθρα που είχαν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Μια και είναι μεγαλοβδόμαδο, λοιπόν, θα δούμε μια λαϊκή λέξη που έχει γεννηθεί από την εκκλησιαστική γλώσσα και ειδικότερα από τις πασχαλινές λειτουργίες, όσο κι αν η προέλευσή της δεν είναι καθόλου φανερή. Είναι μια λέξη που την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αλλά που είχα να πω λίγο περισσότερα γι’ αυτήν (αφού στο βιβλίο έβαλα όριο τις 200 λέξεις για κάθε λήμμα του). Βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή λέξη, και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό χρησιμοποιείται ακόμα -και περιμένω να μου πείτε εσείς αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Πρόκειται για τη λέξη άρατος, που είναι εύχρηστη ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη φράση «έγινε άρατος», που σημαίνει «εξαφανίστηκε, έγινε άφαντος, τράπηκε σε φυγή», και η οποία ακόμα ακούγεται στην Πελοπόννησο, την Αιτωλοακαρνανία, την Ήπειρο και τη Θάσο (αν ακούγεται κι αλλού θα μου το πείτε). Από τον άρατο έχει προκύψει και ρήμα αρατίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ’ Αλή Πασιά», και αρατίζομαι = το βάζω στα πόδια, εξαφανίζομαι τρέχοντας, π.χ. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι (Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου).

Η φράση έχει γεννηθεί από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο, που γίνεται μετά την Ανάσταση. Μεταφέρω περιγραφή από ένα ζακυθινό ιστολόγιο: Μετά το «Χριστός Ανέστη» όταν οι ιερείς γυρίσουν στην εκκλησία, γίνεται το εξής: πριν έμπει ο παπάς στην εκκλησία, γίνεται το έθιμο του «Άρατε πύλας». Η πόρτα της εκκλησίας είναι κλειστή κι ο παπάς κρατώντας υψωμένη τη λαμπάδα της Ανάστασης, λέει με δυνατή φωνή: «άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης». Ο κρυμμένος από μέσα νεωκόρος, υποκρινόμενος τον Σατανά ρωτάει: «τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης»; Και ο παπάς απαντά: «Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των Δυνάμεων» κλπ Κι αμέσως δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, την ανοίγει και περνά με τους πιστούς, προβάλλοντας την Αναστάσιμη λαμπάδα. Ο νεωκόρος πρέπει αμέσως να εξαφανιστεί και να μην τον δει κανείς εκείνη τη στιγμή. Αν συμβεί το αντίθετο, νομίζουν ότι θα γίνει κάποιο κακό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εκκλησία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Το φρούτο (ή τα φρούτα) από τη Συρία, ξανά

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2015

Δυο είναι οι λόγοι που με σπρώχνουν σήμερα να επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο. Ο ένας, ότι έχω κάποια προβλήματα με τη σύνδεσή μου στο σπίτι, οπότε ίσως δεν θα μπορώ να γράψω φρέσκο άρθρο. Και ο δεύτερος, ότι μετά τη χτεσινή ψηφοφορία για το νεομνημόνιο θα είμαστε όλοι μπουχτισμένοι, οπότε με ένα φρουτάκι ίσως δροσιστούμε. Άλλωστε, τα σχόλιά σας για τα πολιτικά μπορείτε να τα αφήνετε στο χτεσινό άρθρο, όπου η συζήτηση καλά κρατεί.

Το παλιότερο άρθρο, που αργότερα συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις , είχε  δημοσιευτεί πριν από τέσσερα χρόνια και πέντε μέρες, σε μια σημαδιακή μέρα, όταν έγινε η έκρηξη στο Μαρί, που αποτέλεσε καίριο πλήγμα για την κυπριακή οικονομία. Και λίγες εβδομάδες αργότερα, οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στη Συρία μετεξελίχτηκαν σε εμφύλιο πόλεμο, έναν πόλεμο που έχει μετατρέψει την κάποτε παραδεισένια και κάποτε ευημερούσα χώρα σε μαύρη τρύπα. Μακάρι τούτο εδώ το άρθρο να είναι πιο γούρικο.

Greengages

Δαμάσκηνα, κορόμηλα ή ρεγκλότες;

Μια από τις πιο παλιές πόλεις του μεσογειακού χώρου που κατοικούνται συνεχώς από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι κι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας. Δαμασκός στα ελληνικά, Ντιμάσκ αλ-Σαμ στα αραβικά, Damas στα γαλλικά, πόλη που κάποτε ήταν ζηλευτή για τα πλούτη της και είχε δώσει τ’ όνομά της σε ένα σωρό περιζήτητα προϊόντα της, όπως είναι το δαμάσκο ύφασμα, πολύχρωμο μεταξωτό με αργυρά και χρυσά νήματα (damask στα αγγλικά), το δαμασκηνό ατσάλι, που διακρινόταν για την σκληρότητα και την αντοχή του ή το δαμασκί σπαθί, φτιαγμένο από δαμασκηνό ατσάλι αλλά και με ένθετα χρυσά ή αργυρά σχέδια. Αλλά εδώ δεν κάνουμε γεωγραφία· ταξιδεύουμε στον κόσμο των οπωρικών, και το άρθρο αυτό είναι αφιερωμένο στο φρούτο από τη Δαμασκό, το δαμάσκηνο.

Είναι όμως ένα φρούτο το δαμάσκηνο ή μια οικογένεια; Τι γίνεται με τα κορόμηλα; Με τις μπουρνέλες ή βανίλιες; Πρόκειται για ποικιλίες που προέρχονται από πολύ συγγενικά δέντρα· εδώ θα τα εξετάσουμε όλα μαζί, και τα μοβ ελλειψοειδή μεσαίου μεγέθους  (τα δαμάσκηνα), και τα μικρά στρογγυλά πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα (τα κορόμηλα), και τα μεγάλα στρογγυλά μοβ ή κίτρινα (μπουρνέλες ή βανίλιες), ακόμα και τους καρπούς της εικόνας, που εγώ δαμάσκηνα θα τα έλεγα, αλλά η ελληνική βικιπαίδεια τα θέλει κορόμηλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 85 Σχόλια »

Και πάλι για το φρούτο (ή τα φρούτα) απ’ τη Συρία

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2014

damasceneΑνοίγουμε τη βδομάδα της ραστώνης με ένα άρθρο ραστωνιάρικο, αφού είναι επανάληψη παλιότερου. Το ξαναδημοσιεύσω αφενός επειδή είχαμε πρόσφατα τη συζήτηση για κορόμηλα και συναφή, και αφετέρου επειδή, καλοκαίρι είναι, είχατε πει ότι καλό είναι να κερνάμε κανα φρουτάκι πότε-πότε.

Το παλιό εκείνο άρθρο ήταν ελαφρώς γρουσούζικο, μια και έτυχε να δημοσιευτεί τη μέρα που έγινε η φονική και καταστροφική έκρηξη στο Μαρί της Κύπρου, όπου ήταν αποθηκευμένα εκρηκτικά που αρχικά προορίζονταν για τη Συρία. Από τότε βέβαια, και η Κύπρος και πολύ περισσότερο η Συρία έχουν τραβήξει κι άλλα πολλά -αλλά ας μείνουμε στα φρούτα.

Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό άρθρο είναι καινούργια, πάντως, την έβγαλα τις προάλλες, αλλά το πιάτο δεν έχει μόνο «φρούτα από τη Συρία», αλλά και μούρα, κάτω αριστερά, όπως και κάτι μπέρια πάνω δεξιά. Βασικά να τα φάω ήθελα, και δεν κάνω ταξινομικές διακρίσεις.

Στη σημερινή αναδημοσίευση, έχω εμπλουτίσει το παλιό μου άρθρο με μερικά πράγματα που τα έβαλα εκ των υστέρων, όταν συμπεριέλαβα το άρθρο σε κεφάλαιο του βιβλίου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Λοιπόν, το φρούτο -ή τα φρούτα;- από τη Συρία:

Μια από τις πιο παλιές πόλεις του μεσογειακού χώρου που κατοικούνται συνεχώς από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι κι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας. Δαμασκός στα ελληνικά, Ντιμάσκ αλ-Σαμ στα αραβικά, Damas στα γαλλικά, πόλη που κάποτε ήταν ζηλευτή για τα πλούτη της και είχε δώσει τ’ όνομά της σε ένα σωρό περιζήτητα προϊόντα της, όπως είναι το δαμάσκο ύφασμα, πολύχρωμο μεταξωτό με αργυρά και χρυσά νήματα (damask στα αγγλικά),  ή το δαμασκηνό σπαθί, φτιαγμένο με μια ιδιαίτερη τεχνική (πλέγμα από ράβδους σίδερου και ατσαλιού). Αλλά εδώ δεν κάνουμε γεωγραφία· ταξιδεύουμε στον κόσμο των οπωρικών, και το κεφάλαιο αυτό είναι αφιερωμένο στο φρούτο από τη Δαμασκό, το δαμάσκηνο.

Είναι όμως ένα φρούτο το δαμάσκηνο ή μια οικογένεια; Τι γίνεται με τα κορόμηλα; Με τις μπουρνέλες ή βανίλιες; Πρόκειται για ποικιλίες που προέρχονται από πολύ συγγενικά δέντρα· εδώ θα τα εξετάσουμε όλα μαζί, και τα μοβ ελλειψοειδή μεσαίου μεγέθους  (τα δαμάσκηνα), και τα μικρά στρογγυλά πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα (τα κορόμηλα), και τα μεγάλα στρογγυλά μοβ ή κίτρινα (μπουρνέλες ή βανίλιες). Στη φωτογραφία, πέρα από τα μούρα και τα μπέρια, έχουμε τα εξής δαμασκηνοειδή: αριστερά τις (πράσινες) ρεγκλότες, πιο πάνω μια ποικιλία δαμάσκηνα που τα λένε κβετς (quetsche) εδώ στη Λοθαριγγία, αλλά νομίζω πως είναι πολύ παρόμοια με τα σκοπελίτικα. Βέβαια, δαμάσκηνα είναι και εκείνα κάτω δεξιά, που εδώ τα λένε «προεδρικά» (ποικιλία President), ενώ στο κέντρο είναι δυο μπουρνέλες, και δεξιά, τα κίτρινα, είναι μιραμπέλες, που κι αυτά είναι ποικιλία της Λοθαριγγίας, αν και πολύ όμοια με τα πράουστα της Σαμοθράκης. Παναπεί, τα φρούτα απ’ τη Συρία έχουν πολλές ποικιλίες και πολλά ονόματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 69 Σχόλια »

Τα φώτα, τα πετρέλαια και ο Ανανίας (επανάληψη)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2014

Όταν ήμουν φοιτητής, θυμάμαι, τα θερινά σινεμά δεν έβαζαν ταινίες πρώτης προβολής αλλά επαναλήψεις, είτε της σεζόν που είχε μόλις ολοκληρωθεί είτε παλιότερες, κι ήταν αυτός ένας τρόπος να δει κανείς κλασικές ταινίες και συμπληρώσει τα κενά κινηματογραφικής παιδείας του. Λίγοι σινεμάδες το κρατάνε πια αυτό, τα περισσότερα θερινά όπως μαθαίνω παίζουν πρώτη προβολή, ενώ τα κινηματογραφικά κενά μου έχουν αποκτήσει διαστάσεις Γκραν Κάνιον. Όμως οι θερινές επαναλήψεις είναι καλή ιδέα και το ιστολόγιο την εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια, κανγι κάτι ανάλογο είχα αναγγείλει για φέτος στο άρθρο της 1ης του μηνός.

Με τις θερινές επαναλήψεις άρθρων, αφενός ο ιστολόγος βρίσκει καιρό να κάνει καμιά βουτιά ή καμιά δουλειά και αφετέρου θυμόμαστε ή γνωρίζουμε άρθρα που είχαν δημοσιευτεί παλιότερα στο ιστολόγιο και δεν τα είχαμε προσέξει την πρώτη φορά. Στις επαναλήψεις έχω βάλει κανόνα να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, και επικουρικά να μην είχαν γίνει πάρα πολλά σχόλια την πρώτη φορά (πέρσι είχα πει ‘κάτω από 60 σχόλια’, που οδήγησε στο να διατυπωθεί ο κανόνας ως ‘κανόνας των 3 και 60’, αλλά φέτος ίσως χαλαρώσω κάπως αυτή τη δεύτερην απαίτηση).

Το σημερινό μας άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από τέσσερα χρόνια (και μια μέρα) και ο λόγος για τον οποίο διάλεξα να το επαναλάβω είναι ότι πρόσφατα έγινε ένα σχόλιο που, χωρίς να το συμμερίζομαι, είναι αξιόλογο και το ενσωματώνω στο κυρίως άρθρο. Οπότε, και οι επαναλήψεις δεν είναι κοπιπάστη του αρχικού άρθρου, υπάρχει και καινούργιο υλικό συνήθως.

Τα φώτα, τα πετρέλαια και ο Ανανίας

Τι κοινό έχουν αυτές οι τρεις λέξεις, θα ρωτήσετε. Μπα, δεν θα το ρωτήσετε, είμαι βέβαιος ότι το έχετε ήδη μαντέψει· το κοινό στοιχείο τους είναι ότι και τα τρία αυτά πράγματα τα αλλάζουμε, αλλά μεταφορικά, και ότι αυτός που υφίσταται την αλλαγή δεν το απολαμβάνει καθόλου μα καθόλου!

Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι μου άλλαξε τα φώτα εννοούμε ότι με βασάνισε, με καταταλαιπώρησε, ίσως με κατατρόπωσε σε αθλητικό αγώνα, ίσως ακόμα με έδειρε. Η βασική έννοια είναι η ταλαιπωρία, το μαρτύριο, και έχει τη χροιά της διάρκειας. Δεν αλλάζουμε μόνο τα φώτα και τα πετρέλαια όμως, αλλάζουμε επίσης: την πίστη, τον Χριστό, την Παναγία, τον αδόξαστο, τα ράμματα, τα πέταλα. Να τα δούμε όλα αυτά με τη σειρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Από πού (δεν) ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2014

Ένα από τα βασικά ενδιαφέροντα του ιστολογίου, θα το ξέρετε όσοι το παρακολουθείτε τακτικά, είναι η ετυμολογία και οι ιστορίες των λέξεων. Ένα άλλο, είναι η ανασκευή μύθων, ιδίως σχετικών με τη γλώσσα. Και στην τομή των δύο ενδιαφερόντων βρίσκεται η ανασκευή ετυμολογικών μύθων. Εδώ εννούμε την ετυμολογία με την ευρύτερη έννοια -όχι μόνο ετυμολογία λέξεων, αλλά και «ετυμολογία» εκφράσεων, δηλαδή ανίχνευση της προέλευσής τους.

Η ανίχνευση της προέλευσης των εκφράσεων είναι σαγηνευτικό θέμα, αλλά πολύ δύσκολο εγχείρημα, πολύ πιο δύσκολο και φευγαλέο από την ετυμολογία των λέξεων. Μια κακή συνήθεια που έχουν αρκετοί μελετητές της φρασεολογίας, ιδίως ερασιτέχνες, είναι να ανάγουν τη γέννηση τέτοιων παγιωμένων εκφράσεων σε ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα να προσδιορίζουν με ακρίβεια ημερομηνίες και ονόματα πρωταγωνιστών. Το φαινόμενο αυτό στο ιστολόγιο το ονομάσαμε «νατσουλισμό», από το όνομα του (μακαρίτη πια) ερευνητή Τάκη Νατσούλη, ο οποίος στο βιβλίο του «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» συνηθίζει να αποδίδει σχεδόν κάθε παγιωμένη έκφραση σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, σε κάποιο αξιοδιήγητο ιστορικό επεισόδιο, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την εξήγησή του, η οποία πολύ συχνά αποδεικνύεται λαθεμένη.

Είπα για «παγιωμένες» εκφράσεις, που δεν είναι ο μοναδικός όρος. Ο Τριανταφυλλίδης έκανε λόγο για «ιδιωτισμούς», άλλοι για «φρασεολογικά στοιχεία» ή για παροιμιακές/παροιμιώδεις (εκ)φράσεις. Στο πρώτο βιβλιαράκι που είχα βγάλει για το θέμα αυτό, είχα κάνει λόγο για «ιδιωματικές» εκφράσεις, παρόλο που ήξερα ότι στην ελληνική βιβλιογραφία ιδιωματισμός είναι άλλο πράγμα. Στο πρόσφατο βιβλίο μου, τα Λόγια του αέρα, προτίμησα τον όρο «παγιωμένες» εκφράσεις, αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, πρέπει να ομολογήσω.

Μια και μίλησα για το βιβλίο Λόγια του αέρα, να κάνω και λίγη διαφήμιση. Την επόμενη Δευτέρα, 30 Ιουνίου, στις 8 μ.μ. παρουσιάζεται το βιβλίο μου στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (Σπ. Μερκούρη 62, μετρό Ευαγγελισμός) στο Παγκράτι.  Θα είμαι εγώ και ο φίλος Νίκος Λίγγρης της Λεξιλογίας και θα χαρώ αν έρθετε, προτιμώντας την παρουσίαση από τη μετάδοση του μουντιαλικού αγώνα που θα έχει εκείνη τη μέρα.

Και μετά την εισαγωγή και τη διαφήμιση, προχωράω στο κυρίως θέμα.

Πρόσφατα, στον ιστότοπο in2life.gr δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο «Από πού ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις» οπότε σκέφτηκα πως είναι καλή ιδέα να αναδημοσιεύσω το άρθρο τους με δικά μου σχόλια, επικρίνοντας τις εξηγήσεις που θεωρώ λαθεμένες και δείγματα νατσουλισμού. Να αναφέρω εδώ ότι πριν από έναν περίπου χρόνο, ένας δημοσιογράφος του ίδιου ιστότοπου είχε επικοινωνήσει μαζί μου και συζητήσαμε για ένα άρθρο που ετοίμαζε να γράψει σχετικά με την προέλευση κάποιων εκφράσεων, ένα άρθρο που αποσπάσματά του αναδημοσίευσα κι εδώ με τον τίτλο «Γιατί (δεν) το λέμε έτσι«. Το «δεν» μέσα στην παρένθεση υποδηλώνει την αμφιβολία για κάποιες εξηγήσεις και την προσπάθεια ανασκευής, και με το ίδιο πνεύμα το χρησιμοποιώ και στον τίτλο του σημερινού άρθρου.

Παραθέτω λοιπόν το άρθρο με τις εξηγήσεις των 11 εκφράσεων και ύστερα από κάθε έκφραση βάζω τα δικά μου σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες για να ξεχωρίζουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Από το κωλόκουρο στα κουρκουμπίνια

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2013

Ξεκινάω με ανακοίνωση, που θα μου δώσει και την πάσα για να προχωρήσω στο σημερινό θέμα. Ανακοινώνω λοιπόν και ειδοποιώ ότι αν θέλετε να ψηφίσετε για τη Λέξη της χρονιάς πρέπει να βιαστείτε, η προθεσμία λήγει σήμερα, στις 18.00, στις 6 το απόγευμα δηλαδή. Για να ψηφίσετε, κλικάρετε εδώ.

Στην ψηφοφορία έχουν μπει 52 λέξεις, όχι όμως οι δυο λέξεις του τίτλου, που άλλωστε δεν ακούστηκαν πολύ τη χρονιά που πέρασε. Κι αν αναρωτιέστε τι σχέση έχουν τα κουρκουμπίνια, ίσως δεν έχετε διαβάσει την απολογία του αναπληρωτή διευθυντή Εξοπλισμών του υπουργείου Άμυνας κ. Αντώνη Κάντα, όπου αποκαλύπτεται ότι ένας από τους λογαριασμούς στον οποίο διοχετεύονταν τα ποσά από τις δωροδοκίες είχε την ονομασία kourkoubini. Κι έτσι, τα κουρκουμπίνια, που όλοι τα ξέραμε για σοροπιαστά γλυκά, μπορούν να αποκτήσουν και μια νέα σημασία, να δηλώνουν δηλαδή τις μίζες. Καθώς μάλιστα ο μιζαδόρος θα μπαίνει στο γραφείο του μιζολήπτη θα μπορεί να κρατάει στα χέρια ένα κουτί δεμένο με φιόγκο, όπως των ζαχαροπλαστείων, και να δηλώνει περήφανα «τα έφερα τα κουρκουμπίνια». Καλύτερο το βρίσκω αυτό, παρά την ορολογία που φέρεται να χρησιμοποίησε ο νεοδημοκράτης πολιτευτής κ. Χάρης Τομπούλογλου, όπου τα χιλιάρικα είχαν τη συνθηματική ονομασία «ημέρες αδείας» -και «είσαι εντάξει με 25 μέρες άδεια;» τον ρώτησε ο μεσάζοντας.

Ο γενικός όρος, πάντως, είναι μίζα. Η λέξη μάς έχει απασχολήσει κι άλλοτε, και ομολογώ ότι δεν έχω ξεκαθαρίσει απόλυτα την ετυμολογία της. Από μια πρώτη ματιά, φαίνεται να προέρχεται από το γαλλικό mise, από το οποίο άλλωστε προέρχεται και η άλλη μίζα, η αθώα, ο εκκινητήρας των αυτοκινήτων. Η γαλλική λέξη είναι το θηλυκό της μετοχής του ρήματος mettre (βάζω, θέτω, τοποθετώ). Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η μίζα (η δωροδοκία) προήλθε από τη μίζα του αυτοκινήτου, μια και είναι το ποσόν που χρειάζεται για να «μπει σε λειτουργία» μια όχι και τόσο νόμιμη υπόθεση, αλλά υπάρχει και η μίζα του καζίνου και των χαρτοπαιγνίων, κι αυτή από το γαλλ. mise, που είναι πιο παλιά και πιο πιθανή αρχή. Την άλλη φορά που είχαμε συζητήσει στο ιστολόγιο το θέμα, ο φίλος Σπύρος βρήκε επίσης ότι mise ονομάζεται, στα παλιά αγγλικά, το δώρο που έδιναν οι Ουαλοί στον βασιλιά τους -αλλά δεν είναι ανάγκη να πηγαίνουμε τόσο μακριά, η γαλλική λέξη mise με τη σημασία του ποσού που ποντάρεις στο χαρτοπαίγνιο είναι πειστικότατη για προέλευση της δικής μας μίζας -και αυτήν δέχονται και τα λεξικά.

Ωστόσο, εγώ έχω μια επιφύλαξη, επειδή έχω συναντήσει, σε παλιότερα ιδίως κείμενα, τον τύπο μίτζα, που φαίνεται να είναι η αρχική μορφή της λέξης -ας πούμε στον προπολεμικό Τροφοδότη, ένα μυθιστόρημα του Π. Μπρεδήμα. Αλλά θυμάμαι επίσης καθαρά ότι ο Γιάννης Ιωάννου, σε γελοιογραφίες του 1988 περίπου, αυτόν τον τύπο χρησιμοποιούσε, για τα τοτινά σκάνδαλα. Θα μπορούσε βέβαια η μίτζα να είναι παράλληλος τύπος της μίζας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 47 Σχόλια »

Μια λίρα μα ποια λύρα; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2013

Από σήμερα και ως τα τέλη Αυγούστου, το ιστολόγιο μπαίνει σε πιο θερινή φάση λειτουργίας και αρχίζει να δημοσιεύει, περίπου μια φορά την εβδομάδα, επαναλήψεις από παλιότερα άρθρα, όπως έκαναν τα θερινά σινεμά την περίοδο της νιότης μας, που έβαζαν παλιές ταινίες. Για να μη δυσαρεστηθεί όμως το φιλοθεάμον κοινό, στις επαναλήψεις θα εφαρμοστεί ο κανόνας «τρία κι εξήντα», που σημαίνει ότι για να κριθεί… επιλέξιμο προς επανάληψη ένα άρθρο πρέπει να έχουν περάσει τρία χρόνια από την αρχική του δημοσίευση και να μην έχουν γίνει εξήντα σχόλια αρχικώς, δηλαδή να έχει κάπως ξεχαστεί και να μην είναι πολυσχολιασμένο. Οπότε, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, όπως έλεγε το παλιό κλισέ, σας παρουσιάζω το σημερινό άρθρο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στις 24 Μαΐου 2010. Εννοείται ότι στο άρθρο έχουν ενσωματωθεί κάποια από τα σχόλια της αρχικής δημοσίευσης.

Τις προάλλες, καθώς συζητούσαμε την ετυμολογία μιας λέξης, στα σχόλια ο αγαπητός φίλος taal.gr ρώτησε για την προέλευση της έκφρασης «τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», απορώντας πώς ταίριαξαν μεταξύ τους αυτές οι λέξεις. Η απορία εύλογη· μάλιστα, ενώ για την ετυμολογία των λέξεων υπάρχουν ειδικά ετυμολογικά λεξικά, αλλά και όποιο λεξικό να ανοίξετε προσφέρει στοιχειώδεις ετυμολογικές πληροφορίες, για την «ετυμολόγηση» των εκφράσεων τα λεξικά μένουν συνήθως βουβά κι έτσι ανοίγεται ακόμα περισσότερο ο δρόμος για διάφορες ευφάνταστες εξηγήσεις τις οποίες έχω κατ’ επανάληψη επικρίνει εδώ.

Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει με τις εκφράσεις αυτές, η σημασία της είναι σαφής. Τη λέμε ειρωνικά σε κάποιον που μόλις μας είπε μιαν ανοησία, για να του πούμε ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Άλλοτε λέμε «το μυαλό σου» κι άλλοτε «τα μυαλά σου», παίζουν και οι δυο παραλλαγές με περίπου ίδια συχνότητα, χωρίς να διαφοροποιείται η σημασία. Είπαμε, η σημασία είναι σαφής –με την εξήγηση τα χαλάμε.

Η επίσημη εκδοχή που δίνεται για την εξήγηση της φράσης, είναι ότι πρόκειται για αντίφραση. Δηλαδή, όταν λέμε «τα μυαλά σου και μια λίρα», εννοούμε ότι τα μυαλά του αξίζουν ή ζυγίζουν όσο και μια λίρα, δηλαδή πολύ, αλλά το λέμε ειρωνικά εννοώντας καθόλου, όπως π.χ. ειρωνικά λέμε «μου έκανες την καρδιά περιβόλι». Αυτή την εκδοχή δέχεται ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στα Φρασεολογικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Λογοπαίγνια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 56 Σχόλια »

Δυο λόγια για τα γουναράδικα

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2013

Αρκετός θόρυβος έγινε στο Διαδίκτυο χτες για τη φράση «Ραντεβού στα γουναράδικα», που χρησιμοποίησε προχτές σε αγόρευσή του στη Βουλή ο βουλευτής Καστοριάς του ΣΥΡΙΖΑ Βαγγέλης Διαμαντόπουλος. Παίρνω κι εγώ την αφορμή να γράψω δυο λόγια, έστω και με μια μικρή καθυστέρηση, μια και το θέμα αγγίζει τη φρασεολογία, που είναι ένα από τα κατεξοχήν ενδιαφέροντα του ιστολογίου, παρόλο που βρίσκομαι σε εξοχικό περιβάλλον και δεν έχω πρόχειρα τα βιβλία μου.

Καταρχάς, τι ακριβώς ειπώθηκε στην αγόρευση. Υπάρχει ένα βιντεάκι που παρουσιάζει το επίμαχο σημείο (εδώ, κάτω-κάτω) οπότε μπορούμε να το ακούσουμε, και η εξής μεταγραφή της αγόρευσης:

«Είμαστε αυτοί που θα ενώσουμε ξανά αυτόν τον κύκλο που έσπασε το σάπιο πολιτικό σας σύστημα: από το λαό στη Βουλή και ξανά στο λαό. Είμαστε έξω και ακούμε όλους αυτούς που δεν έχουν καταθέσεις, που δεν είναι στη λίστα Λαγκάρντ, που δεν έχουν να πληρώσουν το λογαριασμό του ρεύματος, του νερού, του τηλεφώνου, που δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους. […] Όλοι αυτοί μας λένε το εξής: Δεν εκβιάζονται, είναι αποφασισμένοι για ρήξη και ανατροπή. Έχουν την αποφασιστικότητα που θα πει αυτό που έλεγε και ο Άρης Βελουχιώτης όταν πήγαινε να δώσει τις μάχες για να ελευθερώσει αυτό τον τόπο: Ραντεβού στα γουναράδικα».

Μου λένε πως ο κ. Πρετεντέρης, στο προχτεσινοβραδυνό δελτίο του Μέγκα, παρουσίασε τη φράση αυτή ως απειλή προς τους αντιπάλους, «θα σας γδάρουμε» και ως εμφυλιοπολεμικό κήρυγμα. Από τα συμφραζόμενα της ομιλίας του βουλευτή προκύπτει σαφώς ότι τη φράση τη λένε μεταξύ τους οι αποφασισμένοι, οπότε μια τέτοια ερμηνεία σαν του Πρετεντέρη είναι κακόβουλη, ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς τίποτε για την ιστορία του τόπου ή της φράσης.

Γι΄αυτό το τελευταίο, μπορούμε να πούμε δυο λόγια.

Posted in Βουλή, Επικαιρότητα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 130 Σχόλια »

Του στραβού το δίκιο και άλλες εκφράσεις για τη δυσάρεστη αλήθεια

Posted by sarant στο 27 Μαρτίου, 2013

Σε κάποιο από τα πολλά άρθρα που γράφτηκαν αυτές τις μέρες για το κυπριακό δράμα, ο αρθρογράφος, αφού ανέφερε το κούρεμα εν χρω που περιμένει τους καταθέτες που ξεπερνούν το όριο των 100.000, πρόσθεσε μετριάζοντας: «Για να λέμε και του στραβού το δίκιο πάντως, διασφαλίζονται οι καταθέσεις κάτω από το όριο των 100.000». Εδώ, το «δίκιο του στραβού» είναι η θετική πτυχή ενός κατά τα άλλα δυσάρεστου γεγονότος.

Η έκφραση είναι πολύ διαδεδομένη. Χρησιμοποιείται επίσης όταν παραδεχόμαστε ότι κάποιος που τον κατηγορούμε έχει ελαφρυντικά ή όταν αναφέρουμε δικαιολογίες για κάποιον που έφταιξε ή όταν θέλουμε να επισημάνουμε και το δίκιο που έχει η άλλη πλευρά. Έτσι, σ’ ένα παλιό χρονογράφημά της η Έλενα Ακρίτα, αφού κατηγορήσει για πολλά και διάφορα τους ταξιτζήδες, προσθέτει: «Και για να λέμε και του στραβού το δίκιο, όμως, πρέπει να παραδεχτούμε κι από την άλλη μεριά, ότι κι ο τρόπος που φερόμαστε εμείς στους ταξιτζήδες συναγωνίζεται το δικό τους».

Ποιος όμως είναι ο στραβός, που έχει κι αυτός τα δίκια του; Πρέπει να το εννοήσουμε κυριολεκτικά, ότι εννοείται ο τυφλός. Όπως έχει γράψει ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, στην αρχή της φράσης θα βρίσκεται κάποια μοιρασιά, όπου βέβαια ο τυφλός κινδυνεύει να μην πάρει το σωστό μερτικό. Θα ειπώθηκε πρώτα «να μην κλέψουμε του στραβού το δίκιο», και μετά η φράση μετέπεσε στην έννοια του καθολικού δικαίου. Σε παραλλαγές της φράσης, βρίσκουμε άλλους που δεν είναι σε θέση να υπερασπιστούν το δίκιο τους: να πούμε του φτωχού το δίκιο, παραθέτει ο Νικόλαος Πολίτης, ενώ στη μανιάτικη συλλογή του Κ. Κάσση βρίσκω «να λέμε και του πιζώκωλου το δίκιο» -εννοώντας αυτόν που έχει στραμμένα τα νώτα του και κατ’ επέκταση τον απόντα από μια ομήγυρη. Σε άλλη παραλλαγή, πάλι στον Ν. Πολίτη, «να πούμε και του κακού το δίκιο».

Βέβαια, ο τυφλός είναι ανυπεράσπιστος, αθώο θύμα, ενώ στη φράση «του στραβού το δίκιο» έχουμε τις περισσοτερες φορές φταίχτη (έστω και με ελαφρυντικά) -αλλά η σημασιακή ολίσθηση δεν είναι δύσκολη, και ίσως να βοηθιέται κι από τη δισημία της λέξης «στραβός». Στα αγγλικά μια αντίστοιχη φράση είναι to give the devil his due.

Μερικές φορές, πάντως, έχω δει να χρησιμοποιείται η φράση «του στραβού το δίκιο» χωρίς την απόχρωση των ελαφρυντικών ή της δικαιολογίας, σαν απλή αναγνώριση της αλήθειας, του δίκιου. Έχουμε κι άλλες εκφράσεις τέτοιες, πιο ουδέτερες: «για να πούμε την αλήθεια» ή, μια φράση που πολύ συχνά τη βρίσκω στα κοινωνικά μέσα, «για να τα λέμε όλα». Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι από τη στιγμή που λέμε «για να πούμε την αλήθεια» είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι η αλήθεια αυτή δεν είναι και πολύ ευχάριστη, αλλιώς δεν θα κάναμε αυτό τον πρόλογο.

Παρόλο που το «για να πούμε την αλήθεια» ήδη υπονοεί ότι η αλήθεια αυτή δεν μας συμφέρει και πολύ, συχνά νιώθουμε την ανάγκη να το κάνουμε πιο καθαρό, βάζοντας μπροστά κάποιο επίθετο: την πικρή αλήθεια, την ωμή αλήθεια, τη γυμνή αλήθεια, την αφτιασίδωτη αλήθεια, όλη την αλήθεια, ή, αρκετά συχνά, να πούμε τη μαύρη αλήθεια. Μαύρη είναι η αλήθεια επειδή δεν μας συμφέρει ν’ ακούγεται. Τη φράση τη βρίσκουμε, λογουχάρη, στον Παπαδιαμάντη, σε ένα απόσπασμα από το θαυμάσιο «Του μπουφ του πλι», που νομίζω πως θα κέρδιζε αν δεν ήταν το μισό σε καθαρεύουσα:   Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο βλογημένος. […] Πλην τούτο ίσως το συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί και διά να είπωμεν την μαύρην αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η στοιχειώδης πειρατεία. Ή, στο Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή: Μμ, οι παλιοτουρκαλάδες, που μας είχαν τόσους αιώνες στη σκλαβιά. Μα τέλος πάντων, περασμένα-ξεχασμένα. Για να πω τη μαύρη αλήθεια, οι Τούρκοι που γνώρισα εγώ ήταν όλοι άνθρωποι του Θεού. Δεν περνούσε ζητιάνος χωρίς να τον ελεήσουν. Στην πρώτη περίπτωση, η μαύρη αλήθεια (που δεν θέλουμε να ακούγεται και πολύ) είναι ότι οι ναυτικοί συνήθιζαν το πλιάτσικο. Στη δεύτερη περίπτωση, ότι οι προαιώνιοι εχθροί είναι καλοί άνθρωποι -εδώ θα ταίριαζε και του στραβού το δίκιο.

Μια άλλη φράση που λειτουργεί σαν προτροπή για να πούμε ή να παραδεχτούμε χωρίς περιστροφές την αλήθεια, είναι: «για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Έχουμε ξαναγράψει για την πανάρχαιη αυτή φράση, οπότε δεν θα σταθώ καθόλου στη συναρπαστική της ιστορία, απλώς θα δώσω ένα παράδειγμα χρήσης, από το 10 του Καραγάτση, όπου ο δάσκαλος απευθύνεται σε βιομήχανο, γονιό μαθητή του (φυσικά, αυτά εκτυλίσσονται σε μια εποχή που οι πλούσιοι στέλναν τα παιδιά τους στα δημόσια σχολεία, στις μέρες μας τέτοιος διάλογος είναι αδιανόητος και ο Πρόκας τζούνιορ παίρνει άριστα): — Εξετέθην, κ. Πρόκα, για να προβιβάσω το γιο σας. Είναι πολύ καλό παιδί· αλλά, για να πούμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, δεν παίρνει από γράμματα. Θα μπορούσε επίσης να πει «για να πούμε την αλήθεια». Υπάρχουν κι άλλες φράσεις περίπου συνώνυμες, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εδώ, όπως: «για να πούμε τα πράγματα με τ΄ όνομά τους», χωρίς ωραιοποιήσεις δηλαδή και χωρίς περιστροφές, και πάλι με την δυσάρεστην αλήθεια αφτιασίδωτη.

Εδώ βρισκόμαστε ήδη στον προθάλαμο μιας άλλης οικογένειας φράσεων, όπως μίλησε έξω απ’ τα δόντια, μίλησε ορθά-κοφτά, τα είπε χύμα (και τσουβαλάτα), δεν μάσησε τα λόγια του, αλλά δεν θα σταθούμε σ’ αυτές, μια και δίνουν κυρίως την έμφαση στην παρρησία με την οποία μίλησε κάποιος και όχι στο περιεχόμενο των όσων είπε. Πάντως, αυτές οι δυο οικογένειες φράσεων τέμνονται  -για παράδειγμα, στην τελευταία φράση με τον γιο βιομηχάνου, θα μπορούσαμε να πούμε «για να μιλήσουμε έξω από τα δόντια, ο γιος σας δεν παίρνει από γράμματα».

Η προτροπή προς αναγνώριση της αλήθειας μπορεί να εκφραστεί και με μιαν ακόμα φράση, να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Πίσω από το δάχτυλό του, κουτοπόνηρα, κρύβεται βέβαια κάποιος που δεν θέλει να παραδεχτεί την ενοχή του, κρύβεται όμως και όποιος δεν θέλει να αναγνωρίσει τη δυσάρεστην αλήθεια. (Κάπου διάβασα πως τα μικρά παιδιά πιστεύουν πράγματι πως μπορούν να κρυφτούν πίσω από το δάχτυλό τους, και εδώ θα βρίσκεται η αρχή της φράσης). Έγραφε πριν από τρία χρόνια γνωστός δημοσιογράφος: «Για να μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας, τα αμέσως επόμενα χρόνια εκατοντάδες εργαζόμενοι θα αναγκαστούν (αν τα καταφέρουν) να αλλάξουν δουλειά.»

Αυτό λέγεται και «Ας μην εθελοτυφλούμε» -ή, όπως συχνά ακούγεται επίσης, «Ας μη στρουθοκαμηλίζουμε». Εδώ εννοείται η διαδεδομένη πεποίθηση ότι η στρουθοκάμηλος, όταν δει κίνδυνο, χώνει το κεφάλι της μέσα στην άμμο επειδή πιστεύει ότι έτσι γίνεται αθέατη. Αυτό είναι μύθος, δεν είναι τόσο χαζό το πουλί -ξέρει να το βάλει στα πόδια, ξέρει και να αμυνθεί με τα γαμψόνυχά του. Όταν η στρουθοκάμηλος χώνει το ράμφος της στην άμμο, το κάνει για να φάει σκουλήκια και άλλα ζούδια, που τα καταπίνει μαζί με άμμο. Ωστόσο, η πολιτική της στρουθοκαμήλου (politique de l’autruche το είπαν οι Γάλλοι, και από κει το πήραμε κι εμείς, αλλά παρηγοριόμαστε που το autruche, όπως και το ostrich, είναι ελληνικής αρχής) είναι πολύ διαδεδομένη μέθοδος για την αντιμετώπιση των δυσκολιών, αν και όχι αποτελεσματική. Οι αμερικάνοι έχουν και μιαν έκφραση, ostrich effect, που σημαίνει ότι όταν τα χρηματιστήρια πάνε από το κακό στο χειρότερο, ο ιδιώτης επενδυτής αποφεύγει να πολυκοιτάζει την πορεία του χαρτοφυλακίου του, ενώ τον καιρό των παχιών αγελάδων αφιερώνει κάθε μέρα αρκετή ώρα για να δει πόσο αβγάτισαν τα αέρινα πλούτη του. Βέβαια, τώρα στην Κύπρο, φύσηξε βοριάς κι αγέρας και τους μάδησε όλους -και, για να πούμε του φτωχού το δίκιο, δεν ήταν μόνο Ρώσοι μαφιόζοι που κουρεύτηκαν, αλλά και μικροεπιχειρηματίες, και όλα τα ταμεία των εργαζομένων, και οι περισσότεροι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης του νησιού. Να το λέμε του φτωχού το δίκιο, μήπως και το βρει στο τέλος.

Posted in Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 66 Σχόλια »

Πώς βάζουμε κανέλα στην κορφή;

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2013

Μια από τις πασίγνωστες παροιμίες ή παροιμιακές εκφράσεις, που τη λέμε για να περιγράψουμε ασυνάρτητα ή ανόητα λόγια ή συζήτηση χωρίς κανέναν λογικό ειρμό, είναι και η «Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα». «Καλέ, αυτός σα μιλά άκρη δε βρίσκεις στο λόγο του. Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», διαβάζω σ’ έναν διάλογο στο μυθιστόρημα «Η συγκάτοικος» της πρόωρα χαμένης Στέλλας Βογιατζόγλου. Την Πόλη τη γράφω με κεφαλαία, γιατί στην παροιμία εννοείται όχι μια κάποια πόλη, αλλά η Πόλη, η Κωνσταντινούπολη παναπεί -σε παλαιότερες ασφαλώς εποχές, αφού η παροιμία, όπως θα δούμε, έχει κάμποσους αιώνες στην πλάτη της.

Πολλές φορές, για να επιτείνουμε την αίσθηση της ασυναρτησίας, προσθέτουμε και δεύτερον στίχο, ακόμα πιο παράλογον, π.χ. «…και βγάζω τα παπούτσια μου να μη βραχεί η ομπρέλα» (υπάρχουν δεκάδες παραλλαγές, μερικές θα τις δούμε παρακάτω). Άλλοτε πάλι, ιδίως σε τίτλους άρθρων σε εφημερίδες ή ιστότοπους, βλέπουμε να χρησιμοποιείται μόνο το δεύτερο σκέλος της φράσης, για να δείξουμε, και πάλι, τον παραλογισμό μιας κατάστασης. Για παράδειγμα, «ψήφος εμπιστοσύνης και στην κορφή κανέλα». Όλοι ξέρουν ότι λείπει το πρώτο σκέλος και όλοι καταλαβαίνουν τι θέλει να πει ο αρθρογράφος. Αν όμως για τη σημασία της δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, η προέλευσή της έχει βασανίσει όχι λίγο τους λαογράφους και γενικά τους μελετητές της γλώσσας. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί, χωρίς καμιά να έχει γίνει γενικώς αποδεκτή. Θα τις δούμε εδώ, υπομονή νάχετε.

Γκουγκλίζοντας, βρήκα ένα παράδειγμα χρήσης της φράσης, από τον συχωρεμένο τον Αντώνη Καρκαγιάννη, γραμμένο σε μια μακάρια εποχή που φαίνεται πολύ μακρινή κι ας μην μας χωρίζουν ούτε πέντε χρόνια από τότε: Είπε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο κ. Θ. Ρουσόπουλος, προς τους δημοσιογράφους: «Δεν θα μπω στην ουσία του θέματος (η ουσία είναι το σκάνδαλο του Βατοπεδίου), γιατί δεν μπήκα όλο αυτό το διάστημα, από τη στιγμή που η υπόθεση είναι στη Δικαιοσύνη, όμως επαναλαμβάνω αυτό που ανέφερα και προηγουμένως περί εντυπώσεων». Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω. Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα… Η κατ’ εξοχήν σουρεαλιστική αυτή παροιμία έρχεται στον νου μας κάθε φορά που θέλουμε να επισημάνουμε κραυγαλέα λογικά χάσματα. Μάλιστα, η συνήχηση του αυθεντικού «καν’ έλα» και της γνωστής κανέλας κάνει ακόμη πιο δραστικό τον σουρεαλισμό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 136 Σχόλια »

Πώς γράφουμε αλίμονο;

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2013

eleftherotypia_22_1_13-thumb-largeΜια έκφραση που τη λέμε όταν έχει συμβεί ανεπανόρθωτο ή έστω μεγάλο κακό, ή όταν προβλέπουμε πως θα συμβεί, είναι η «γράψε αλίμονο». Ας πούμε, στη Νυχτερίδα του Τσίρκα, λέει ένας ήρωας «Εύχομαι να βγει κακός προφήτης, γιατί έτσι και τον δικαιώσουν τα πράγματα, γράψε αλίμονο!». Εδώ το «γράψε» είναι σαν να επιβεβαιώνει το κακό που ήρθε ή θα έρθει. Πώς όμως γράφουμε «αλίμονο»; Η ερώτηση δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται.

Τις προάλλες, η Ελευθεροτυπία κυκλοφόρησε με τον πρωτοσέλιδο τίτλο που βλέπετε αριστερά στην εικόνα, «Αλίμονο αν αρρωστήσεις!», και κάποιος φίλος στο Φέισμπουκ σχολίασε ειρωνικά όχι τον τίτλο καθαυτόν αλλά την ορθογραφία, διότι, λέει, εκείνος την είχε διδαχτεί «αλλοίμονο» και δεν του άρεσε καθόλου η νεόκοπη γραφή χωρίς το διπλό λάμδα και το επίσημο όμικρον γιώτα.

Οι αλλαγές της ορθογραφίας, κακά τα ψέματα, πάντα προκαλούν έντονες αντιδράσεις, επειδή έχουμε εξοικειωθεί με την οπτική εικόνα μιας λέξης και επειδή, όπως φαίνεται, αν δεν μας το τονίσουν, σπάνια συνειδητοποιούμε ότι ορισμένες λέξεις γράφονται με δύο ή περισσότερους τρόπους, εκτός βέβαια αν είμαστε επαγγελματίες γραφιάδες οπότε ξέρουμε ποιες λέξεις διττογραφούνται. Όταν λοιπόν συνειδητοποιήσουμε απότομα (επειδή, ας πούμε, το βλέπουμε σε πρωτοσέλιδο ή επειδή μας το διορθώνουν) ότι υπάρχουν εναλλακτικές γραφές, τότε αισθανόμαστε άσχημα, και εύλογα πιστεύουμε ότι αυτή η άλλη γραφή είναι λανθασμένη.

Το αλίμονο, ας πούμε, ο φίλος μου το είχε συνηθίσει «αλλοίμονο» και είναι αλήθεια ότι γραφόταν και έτσι, και ακόμα πολλοί έτσι το γράφουν. Η γραφή «αλλοίμονο» προϋποθέτει ότι η λέξη ετυμολογείται από το «αλλ’ οίμοι» (το οίμοι ήταν επιφώνημα θλίψης στα αρχαία, παρόμοιο με το αλίμονο), όμως οι περισσότεροι μελετητές, παρόλο που αναγνωρίζουν κενά στην ετυμολογία της λέξης, δέχονται την πρόταση του Ν. Πολίτη (από το 1898) ότι το αλίμονο παράγεται από το αλί, το οποίο αλί είναι μετεξέλιξη του ηλί, από την ευαγγελική φράση «ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί» του Χριστού. Χωρίς καμιά διαφάνεια, το ηλί ηλί (που σημαίνει στα εβραϊκά «Θεέ μου») θεωρήθηκε έκφραση απόγνωσης, και από έναν ενδιάμεσο τύπο αηλί φτάσαμε στο αλί. Μέχρι εκεί συμφωνούν όλοι. Πώς τώρα φτάσαμε από το αλί στο αλίμονο; Εδώ δεν υπάρχει ομοφωνία. Ο  Φιλήντας πρότεινε από το «αλί σε μένα > αλίμενα > αλίμονο». Το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη προτείνει φράσεις όπως «αλί μόνον του τάδε», που το βρίσκω πιθανότερο. Το ΛΚΝ πάλι προτείνει εντελώς άλλη προέλευση, από την αρχαία φράση «αλλ’ ει μόνον» (αλλά εάν μόνο), ενώ τον 19ο αιώνα κάποιος είχε προτείνει το αρχαίο ‘αλήμων’ = περιπλανώμενος. Αν εξαρτήσουμε την ορθογραφία από την ετυμολογία, έχουμε τύπους: αλίμονο, αλλοίμονο, αλλείμονο, αλήμονο, ενώ παλιά γράφανε και «αλλήμονο» αλλά δεν ξέρω πώς το δικαιολογούσαν. Όσοι πάντως σήμερα γράφουν «*αλοίμονο» ή «*αλλίμονο» δεν έχουν κάποιαν ετυμολογική εξήγηση, απλώς μπερδεύονται ανάμεσα στο «αλίμονο» και στο «αλλοίμονο». Πάντως, τα περισσότερα και εγκυρότερα λεξικά, ήδη από το 1933 (Λεξικό της Πρωίας) έχουν υιοθετήσει τη γραφή «αλίμονο» (έτσι και ο Δημητράκος, ο Μπαμπινιώτης, το ΛΚΝ κτλ.)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Μεταμπλόγκειν, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 231 Σχόλια »

Θα γελάσουν τάχα οι πικραμένοι;

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2012

 

Το άρθρο ανεβαίνει περίπου με αυτόματο πιλότο, μια και κατά πάσα πιθανότητα ως το βράδυ δεν θα είμαι σε σύνδεση, αλλά στις 10 το πρωί, αν όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα, ορκίστηκε η υπηρεσιακή κυβέρνηση που θα οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές. Κάποια φημολογούμενα ονόματα υπουργών άκουσα, αλλά το σίγουρο είναι το όνομα του πρωθυπουργού, που είναι ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Παναγιώτης Πικραμμένος.

Το όνομά του είχε αναφερθεί ήδη τις προηγούμενες μέρες, ήταν η πιθανότερη επιλογή ανάμεσα στους τρεις ανώτατους δικαστικούς που βάσει του Συντάγματος μπορούσαν να κληθούν να αναλάβουν αυτό το καθήκον, οπότε κανείς δεν αιφνιδιάστηκε. Επειδή όμως το ιστολόγιο προτιμά να λεξιλογεί αντί να πολιτικολογεί, ή έστω, ιδίως σε προεκλογικούς καιρούς, να πολιτικολογεί λεξιλογώντας, ας λεξιλογήσουμε γύρω από τον κ. Πικραμμένο.

Και ξεκινάμε από την ορθογραφία: γιατί με δύο μι, τη στιγμή που η μετοχή «πικραμένος», από την οποία ολοφάνερα προέρχεται το επίθετο, γράφεται με ένα; Στην αρχή σκέφτηκα μήπως έχουμε μια περίπτωση «ορθογραφικού ξεκαρφώματος» όπως κάνουν μερικοί που έχουν παρεξηγήσιμο ή κακέμφατο επώνυμο, π.χ. ο παλιός ευρωβουλευτής Ζαββός ή ο παλιότερος λέσβιος πολιτευτής Μαλλιάκας ή οι διάφοροι Τσεπαπαδάκοι (Ξε- είναι το αρχικό), όμως το Πικραμένος δεν είναι δα και τόσο κακό, αν και βέβαια κάλλιο να σε ζηλεύουνε παρά να σε λυπούνται. Ύστερα όμως θυμήθηκα ότι παλιά το έγραφαν «πικραμμένος» -αν δείτε καμιά παλιά έκδοση του εθνικού ύμνου ίσως υπάρχει το «εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμμένη εντροπαλή». Οπότε ισχύει αυτό που έγραψε σε ένα χτεσινό σχόλιο ο φίλος Άγγελος, ότι τα επώνυμα διατηρούν παλιότερες ορθογραφίες, όπως π.χ. Παππάς (ενώ συνήθως γράφουμε «παπάς», καθώς και Παπαδόπουλος, Παπαγεωργίου κτλ.) ή Χατζηδάκις,. ενώ επίσης είναι ευεπίφορα στον ορθογραφικό ευπρεπισμό, αν σκεφτούμε πως γράφουμε π.χ. Ραυτόπουλος ενώ κανείς δεν πηγαίνει στον *ραύτη, ή Καυταντζόγλου κι ας υπάρχουν τα καφτάνια. Οπότε, ο Πικραμμένος, όπως άλλωστε και ο Καμμένος, γράφονται με δύο μι επειδή παλιότερα οι μετοχές πικραμένος και καμένος γράφονταν και με δύο μι (η γραφή αυτή θεωριόταν πιο αρχοντική, ας πούμε).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Ονόματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Έγινε άρατος λοιπόν

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2012

 

Μια και είναι μεγαλοβδόμαδο, συνεχίζω από χτες με μια ακόμα λαϊκή λέξη που έχει γεννηθεί από την εκκλησιαστική γλώσσα και ειδικότερα τις πασχαλινές λειτουργίες, όσο κι αν η προέλευσή της δεν είναι καθόλου φανερή. Είναι μια λέξη που την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αλλά που είχα να πω λίγο περισσότερα γι’ αυτήν (αφού στο βιβλίο έβαλα όριο τις 200 λέξεις για κάθε λήμμα του). Βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή λέξη, και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό χρησιμοποιείται ακόμα -και περιμένω να μου πείτε εσείς αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Πρόκειται για τη λέξη άρατος, που είναι εύχρηστη ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη φράση «έγινε άρατος», που σημαίνει «εξαφανίστηκε, έγινε άφαντος, τράπηκε σε φυγή», και η οποία ακόμα ακούγεται στην Πελοπόννησο, την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο (αν ακούγεται κι αλλού θα μου το πείτε). Από τον άρατο έχει προκύψει και ρήμα αρατίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ’ Αλή Πασιά», και αρατίζομαι = το βάζω στα πόδια, εξαφανίζομαι τρέχοντας, π.χ. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι (Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εκκλησία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Είκοσι αγκούγκλιστες παροιμίες, κι άλλες 6980 στο βιβλίο

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2012

Τα κανάλια μάς διαβεβαιώνουν ότι σωθήκαμε («ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα», που έλεγε κι εκείνο το ανέκδοτο), ο πρωθυπουργός ότι η χτεσινή μέρα ήταν ιστορική, και ο υπουργός Οικονομικών ότι «αφαιρέθηκαν 107 δις από τις πλάτες των Ελλήνων» (πόσα αφαιρέθηκαν από τις τσέπες μας δεν μάθαμε, επειδή η αφαίμαξη συνεχίζεται). Οπότε, αφού όλα πάνε καλά, μπορούμε με αίσθημα εθνικής ανακούφισης να στραφούμε σε πιο ανώδυνα θέματα, κι έτσι παρουσιάζω σήμερα 20 αγκούγκλιστες παροιμίες.

Παρενθετικά, να πω ότι ο νεολογισμός «αγκούγκλιστος», που ξέχασα να τον προσθέσω στο Γλωσσάρι του ιστολογίου, που παρουσιάστηκε εδώ την προηγούμενη βδομάδα, μπορεί να σημαίνει τόσο ungoogled (τη λέξη που δεν γκουγκλίζεται) όσο και ungoogleable (τη λέξη που είναι αδύνατον να γκουγκλιστεί). Είναι αυτό μια αδυναμία της (τέλειας ωστόσο) γλώσσας μας που την έχουμε ξανασυζητήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, «αγκούγκλιστες παροιμίες» είναι αυτές που δεν εμφανίζονται αν τις αναζητήσετε στο γκουγκλ, ungoogled, αλλά αγκούγκλιστες με την άλλη σημασία είναι οι λέξεις που γράφουμε με παρεμφερείς χαρακτήρες, όταν δεν θέλουμε να τις πιάσει η απόχη του γκουγκλ, π.χ. αν γράψω Σαραvτάκος βάζοντας το αγγλικό v αντί για το ν. Πριν μπω στο ψητό, να πω ότι ο τύπος «γκουγκλίζω» που χρησιμοποιώ εγώ, υπερέχει σε σχέση με το «γκουγκλάρω» που χρησιμοποιούν άλλοι, διότι το «αγκούγκλιστος» κάνει οικονομία μίας συλλαβής σε σύγκριση με το «αγκουγκλάριστος». Σε καιρούς λιτότητας, τέτοιες εξοικονομήσεις μπορεί να φανούν σωτήριες. Αλλά ας περάσουμε στις παροιμίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κρήτη, Κριτική βιβλίου, Λαογραφία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »