Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ξενοφών Κοκόλης’

Οι δρασκελιές της ποίησης

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2020

Μέρες πανδημίας, σίγουρα, αλλά χτες είχαμε και τη Μέρα της ποίησης, στις 21 Μαρτίου, που συμπίπτει περίπου με την ανοιξιάτικην ισημερία και κατά κάποιο τρόπο εγκαινιάζει την άνοιξη.

Δύσκολη άνοιξη η φετινή, σε καιρούς καραντίνας -αλλά να μην ξεχάσουμε την ποιηση. Οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ένα άρθρο, μάλλον τεχνικό, που όμως θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά ποιήματα. Το άρθρο το είχα εδώ και καιρό στο νου μου αλλά το τελικό έναυσμα μου το έδωσε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες με τον φίλο μας τον Τζι για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες.

Να διευκρινίσω εδώ ότι μιλώ για την παραδοσιακή ποίηση, δηλαδή με στίχο έμμετρο, με ομοιοκαταληξία. Ίσως και στον ελεύθερο στίχο να παρατηρούνται κάποιες αναλογίες, αλλά έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε, τα παραδείγματα τα παίρνω κυρίως από το βιβλίο Η ομοιοκαταληξία του Ξ. Κοκόλη και από τη Νεοελληνική μετρική του Θρ. Σταύρου, που και τα δυο αναφέρονται κατεξοχήν στην ισόμετρη ποίηση.

Να δούμε, για παράδειγμα, το εξής απόσπασμα από το ποίημα «Ο Νυμφίος» του Γρυπάρη (ολόκληρο το βρίσκετε εδώ)

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη
αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνει
το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

Η ομοιοκαταληξία μόνη-ζυγώνει είναι ευχάριστη και ξαφνιάζει, λέει ο Κοκόλης, επειδή οι λέξεις της ρίμας έχουν διαφορετική συντακτική λειτουργία (θα ήταν λιγότερο ευχάριστη αν πχ είχε δυο ρήματα, ζυγώνει-θυμώνει), και επειδή και οι δυο στίχοι παρουσιάζουν διασκελισμό.

Διασκελισμός είναι το φαινόμενο της στιχουργικής κατά το οποίο ένας στίχος δεν κλείνει μέσα του ολόκληρο νόημα, αλλά η συντακτική ενότητα που το εκφράζει συνεχίζεται και στον επόμενο στίχο -αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Θρασύβουλος Σταύρου.

Πράγματι, στον πρώτο από τους τρεις παραπάνω στίχους η πρόταση δεν τελειώνει στο τέλος του στίχου («μόνη») αλλά συνεχίζεται στον επόμενο: όπου ασυντρόφιαστη και μόνη αποτραβιούμαι».

Παρομοίως, στον δεύτερο στίχο, το «νιώθω να ζυγώνει» μένει ανολοκλήρωτο και μας δημιουργεί την προσμονή να δούμε τι είναι αυτό που ζυγώνει -και το βλεπουμε διαβάζοντας τον τρίτο στίχο.

Ο διασκελισμός είναι χαρακτηριστικό της προσωπικής ποίησης, Στη δημοτική και λαϊκή ποίηση ο κανόνας είναι κάθε στίχος να κλείνει ολόκληρο το νόημα, και αυτό το βλέπουμε στα δημοτικά τραγούδια πολύ καθαρά:

Του Λιβίνη

Τρία μεγάλα σύγνεφα στο Καρπενήσι πάνε,
τό ‘ να φέρνει αστραπόβροντα, τ’ άλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη
Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ‘ ναι μικρός για φαμελιά κι άπ’ άρματα δεν ξέρει
Και σα διαβεί τα δεκαννιά και γίνει παλικάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τ’ άρματά μου,
που τά ‘χωσα στην εκκλησιά, μέσα στο άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι ο Τουρκοκωσταντάκης

Οι διασκελισμοί που υπάρχουν εδώ οφείλονται μόνο στο ότι η προταση δεν μπορεί να χωρέσει στις δεκαπέντε συλλαβές, δεν έχουν γίνει από στιχουργική επιλογή. Αντίθετα, στην προσωπική ποίηση, ο διασκελισμός είναι θελημένος, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη ας πούμε. Επίσης, ο διασκελισμός σπάει τη μονοτονία.

Συνηθισμένοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το ρήμα από το αντικείμενο ή το υποκείμενό του. Για παράδειγμα, στο σονέτο του Μαβίλη «Έρμονες»,

την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη…

εχουμε το υποκείμενο (ακύμαντη άρμη) σε άλλον στίχο από το ρήμα και το αντικείμενο.

Πιο έντονοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το επίθετο από το ουσιαστικό, πχ πάλι σε σονέτο του Μαβίλη, το Καρδάκι:

ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Στον πρώτο στίχο έχουμε τέτοιον διασκελισμό (αρχαίου / ναού), όπως και στον πέμπτο στίχο (ωραίου / βουνού). Να προσέξουμε επίσης ότι και ο ένατος στίχος έχει έντονο διασκελισμό αφού χωρίζει το βοηθητικό ρήμα από τη μετοχή (έχει / μαγέψει).

Όταν διαβάζουμε φωναχτά / απαγγέλλουμε ένα ποίημα, πρέπει να προσέχουμε τον διασκελισμό. Ο Κοκόλης συνιστά: Ο διασκελισμός πρέπει να ακολουθείται από μια αναγνωστική παύση που θα τη λέγαμε «μετέωρη»· μια παύση δηλαδή που να δείχνει ότι το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί· που να κρατάει «στον αέρα» τη συμπλήρωση του νοήματος.

Υπάρχουν και ακόμα πιο έντονοι τύποι διασκελισμού.

Ας δούμε ένα άτιτλο οχτάστιχο ποίημα του Αθ. Κυριαζή (1887-1950):

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Αυτό το κομψοτέχνημα, σωστό μπιζουδάκι στιχουργικό, το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε ένα παλιότερο άρθρο μας (Τα μωσαϊκά της ποίησης) επειδή παρουσιάζει δυο ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκό (τι λιγοστή : τυλίγω στη και τραγουδιστά : τραγούδι στα).

Στον τρίτο στίχο της κάθε στροφής έχουμε διασκελισμό που χωρίζει το άρθρο από το όνομά του (στη / χρυσή και στα / χαμένα). Κατά τον Κοκόλη, πρόκειται για «τον εντονότερο ίσως διασκελισμό που ανέχεται η γλώσσα μας».

Πράγματι ανάμεσα στο άρθρο και στο όνομα έχουμε ύψιστο βαθμό συνοχής, όπως επίσης ύψιστο βαθμό συνοχής έχουμε ανάμεσα στο ρήμα και στα αρνητικά μόρια δεν και μη.

Εντονότατος διασκελισμός με το «δεν» υπάρχει π.χ. στη Χαρά του Λαπαθιώτη:

Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
πρέπει νὰ πεθάνω...

Ανάλογος διασκελισμός με το «μη» στο ποίημα του Ζαλοκώστα «Εις την αποδημούσαν ψυχήν του«:

Χύσε, ψυχή, μια δέηση στους ουρανούς και στάσου
και μη στο μαύρο χώμα, μη
αφήνεις τ’ όμορφο κορμί
και τα ξανθά μαλλιά του.

Παρόμοια, πολύ έντονοι είναι οι διασκελισμοί που πέφτουν πάνω σε άλλα μόρια όπως τα δίχως, όπου, εκτός, έως -τα οποία, επειδή δεν τα λογαριάζουμε για κανονικές λέξεις αλλά πιο πολύ για «δείκτες λειτουργίας», όπως τα πρόσημα στην άλγεβρα, έχουν μέγιστη συνοχή με τη λέξη που ακολουθεί -άρα, ο διασκελισμός στις περιπτώσεις αυτές προκαλεί μεγάλο αιφνιδιασμό.

Διασκελισμό με το «έως» έχουμε στον Βάρναλη, στον Ορέστη. Το βάζω ολόκληρο γιατί είναι πολύ περίτεχνο σονέτο, χαρακτηριστικό της νεανικής του περιόδου:

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

Διασκελισμός με το «δίχως» στον Παλαμά:

Χωρίς φούντωμα, δίχως
άνθος, χλόισμα, καρπό,
κάθε κλώνος σου στίχος
τραγουδιού π’ αγαπώ.

Διασκελισμός με το «να» στον Λαπαθιώτη, στο ίδιο ποίημα που είδαμε πιο πάνω:

Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
κάνει σκέψην ἄλλη,
δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
πάλι αὐτὴ προβάλλει…

Διασκελισμός με το «εχτός» στις Εστιάδες του Γρυπάρη:

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Διασκελισμός με το «όμως» στον Δροσίνη, στην «Απόκριση στον Παλαμά«:

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο διασκελισμός διακόπτει την κανονική, την προσδοκώμενη ροή του λόγου και προκαλεί ένα ξάφνιασμα, κάτι το απροσδόκητο. Και όταν συμβεί στο πρώτο σκέλος της ομοιοκαταληξίας, τότε προκαλεί, μαζί με το ξάφνιασμα, και την περιέργεια: πώς θα συνεχιστεί το νόημα ώστε να συμπληρωθεί η ρίμα;

Οπότε, η δρασκελιά της ποίησης είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο που εξάπτει την περιέργεια.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κάποιοι προχώρησαν τον διασκελισμό στο μη περαιτέρω, στη… διάσπαση του ατόμου. Δηλαδή όχι απλώς χωρίζουν λέξεις που έχουν μεγάλη συντακτική συνοχή, όπως άρθρο και όνομα ή μόριο και ρήμα, αλλά χωρίζουν την ίδια τη λέξη.

Εδώ έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έχει έναν και μοναδικό τέτοιον υπερδιασκελισμό, στον Ύμνο εις την ελευθερία.

Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Επειδή πρόκειται για ξεχωριστό και αξιοπερίεργο στιχουργικό τέχνασμα, δεν θα πω άλλα για αυτόν τον «ενδολεκτικό» διασκελισμό, παρά μόνο ότι τον συνήθιζε ο Σκαρίμπας και από τους νεότερους ο Γιώργος Κεντρωτής. Ελπίζω κάποια στιγμή, πχ του χρόνου τέτοια εποχή, να γράψω ένα σχετικό άρθρο.

Και θα κλείσω με ένα ποίημα του καιρού μας, γραμμένο στη χιλιετία μας, που παρουσιάζει έναν έντονο διασκελισμό, ανάμεσα σε αόριστο άρθρο και σε όνομα, το Αντισονέττο του Θοδωρή Ρακόπουλου, γραμμένο το 2012. Έχει κάμποσους διασκελισμούς βέβαια -και με το «μια» στον προτελευταίο στίχο.

ΑΝΤΙΣΟΝΕΤΤΟ
Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,
σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».
Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ομοιοκαταληξία, Ποίηση, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Τα μωσαϊκά των στίχων

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2018

Σήμερα έχουμε 21 Μαρτίου, τη μέρα με την οποία συμβατικά μπαίνει η άνοιξη. Συμβατικά, σήμερα είναι κι η μέρα της εαρινής ισημερίας. Ωστόσο, η ισημερία δεν φυλακίζεται σε συμβάσεις -κι έτσι φέτος μας ήρθε απο χτες κιόλας.

Οι άνθρωποι δεν μπορούν να τιθασέψουν απόλυτα τα αστρονομικά φαινόμενα, μπορούν όμως να κυριαρχήσουν στους θεσμούς που φτιάχνουν οι ίδιοι -κι έτσι, ενώ η ισημερία είναι άστατη και μπορεί να πέσει είτε στις 20 είτε στις  21 είτε στις 22 του μηνος, η σημερινή μέρα είναι σταθερά και μόνιμα αφιερωμένη σε ένα από τα μεγάλα ανθρώπινα δημιουργήματα: είναι η Ημέρα της Ποίησης.

Το ιστολόγιο, καθώς ενδιαφέρεται «για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τ’ άλλα» αγαπά και την ποίηση, και αρκετές φορές έχουμε αφιερώσει άρθρο σε ποιήματα -είτε στις 21 Μαρτίου (όπως πέρυσι αλλά και παλιότερα) είτε άλλες μέρες.

Πριν από δυο χρόνια και κάτι είχα παρουσιάσει εδώ ένα άρθρο με τίτλο «Το ριμάριο των ομωνύμων«, στο οποίο παρουσίαζα ποιήματα και στίχους στα οποία οι ομοιοκαταληξίες αφορούσαν ομόηχες λέξεις, ας πούμε στα Τείχη του Καβάφη:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

Οι ομοιοκαταληξίες «αιδώ: εδώ» και «τείχη : τύχη» αφορούν ομόηχες λέξεις (ομώνυμες στη φιλολογική ορολογία).

Στο άρθρο εκείνο το προπέρσινο έγραφα:

Συναφείς με τις ομοιοκαταληξίες ομωνύμων είναι οι ρίμες-μωσαϊκό (όρος του Κοκόλη) ή ρίμες καλαμπούρια που τις είπε ο Σεφέρης αποδίδοντας το αγγλικό rhyme puns. Εδώ, έχουμε πάλι ομόηχα, αλλά στη μια περίπτωση έχουμε περισσότερες από μία λέξεις: μετάξι – με τάξη, όπως στο ποίημα του Καβάφη «Του μαγαζιού«:

Τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Αυτές όμως θα τις αφήσουμε για άλλο άρθρο.

Ε, σήμερα ήρθε η ώρα γι’ αυτό το άλλο άρθρο. Θα δούμε ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκά, όπως τις αποκάλεσε ο μακαρίτης Ξ. Κοκόλης, όπου υπάρχει ομοηχία, αλλά τουλάχιστον στον ένα στίχο (ή και στους δύο) έχουμε όχι μία αλλά περισσότερες λέξεις όπως στο με τάξη : μετάξι.

Ενώ οι ομοιοκαταληξίες με ομόηχες λέξεις  είναι σχετικά συχνές, ίσως επειδή η ελληνική γλώσσα έχει πολλά ομόηχα, η ειδική περίπτωση των μωσαϊκών είναι μάλλο σπάνια γι’ αυτό και οι περιπτώσεις που θα παρουσιάσω είναι μετρημένες στα δάχτυλα.

Εννοείται ότι αφού μιλάμε για ομοιοκαταληξίες περιοριζόμαστε στα ποιήματα με παραδοσιακό στίχο ή στα τραγούδια. Επιπλέον, τόσο οι ρίμες με ομόηχα όσο και οι ρίμες-μωσαϊκά δινουν την εντυπωση παιχνιδιού (ο Σεφέρης τις έλεγε ρίμες-καλαμπούρια) κι έτσι εμφανίζονται περισσότερο στη σατιρική ποίηση.

Αν και όχι αποκλειστικά. Ο Καβάφης ειδικευόταν τόσο στις ρίμες με ομόηχα όσο και στην υποπερίπτωσή τους, τα μωσαϊκά. Μάλιστα, ένα από τα Κρυμμένα ποιήματά του, το Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου, καταρρίπτει κάθε ρεκόρ, αφού όλες του οι ρίμες είναι με ομόηχες λέξεις και μία από αυτές είναι ρίμα-μωσαϊκό:

δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν’ η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στ’ άλλα.

Έχουμε ομόηχη ρίμα (στάλα-στ’ άλλα), που είναι μωσαϊκό επειδή ο ένας όρος της ομοιοκαταληξίας δεν είναι μία λέξη, αλλά δύο. Κατά σύμπτωση, την ιδια ρίμα (μες στ’ άλλα – ζει κι η στάλα) τη χρησιμοποιεί και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης στο ποίημα «Ανοιξιάτικη μπόρα«.

Η διασημότερη ρίμα-μωσαϊκό είναι βέβαια στην Πόλι του Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κι είν’ η καρδιά μου —σαν νεκρός— θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού —μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Η ρίμα που μας ενδιαφέρει είναι θαμμένη : θα μένει.

Στα μωσαϊκά μπορεί, ακόμα πιο σπάνια, το ένα σκέλος της ρίμας να απαρτίζεται όχι από δύο αλλά από τρεις λέξεις. Παράδειγμα από το τραγούδι Οι ιππόται πότε πότε:

Αι ωραίαι δεσποσύναι
ολο πίνανε κι εκείναι
κι απ’ το πίνε πινε πίνε
δες πώς – δες πώς – δες πώς είναι.

Το μωσαϊκό ειναι η ρίμα «δεσποσύναι : δες πώς είναι». Το ίδιο τραγουδάκι εχει και μια ρίμα με ομόηχα, πόται : πότε, ενώ η ρίμα «ιππόται : πόται» λέγεται ρίμα-ηχώ επειδή η μια λέξη «αγκαλιάζει» την άλλη, όπως στην αντήχηση -αλλά αυτή την κατηγορία θα την αφήσω για άλλο άρθρο.

Τέλος, ένα πιο περίπλοκο μωσαϊκό έχουμε όταν και τα δυο σκέλη της ομοιοκαταληξίας είναι περισσότερες από μία λέξεις, όπως στο εξής κομψοτέχνημα του Αθ. Κυριαζή:

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Σε οχτώ στίχους ο Κυριαζής χώρεσε μια ρίμα με ομόηχα (ανέμοι : ανέμη), ένα απλο μωσαϊκό (τραγουδιστά – τραγούδι στα), ένα σύνθετο μωσαϊκό (τι λιγοστή – τυλίγω στη), ενώ ο τρίτος στίχος και στις δύο στροφές έχει έναν από τους τολμηρότερους διασκελισμούς που αντέχει η ελληνική γλώσσα. Αλλά για τους διασκελισμούς θα γράψουμε άλλη φορά.

Συγκεντρώνω εδώ, σε χαλαρή αλφαβητική σειρά, όλες τις ρίμες μωσαϊκά που έχω βρει είτε σε ποιήματα είτε σε τραγούδια.

δεσποσύναι : δες πώς είναι

Αι ωραίαι δεσποσύναι
ολο πίνανε κι εκείναι
κι απ’ το πίνε πινε πίνε
δες πώς – δες πώς – δες πώς είναι.
(Τραγούδι «Οι ιππόται πότε πότε«, στίχοι Σταμάτης Δαγδελένης)

θαμμένη : θα μένει
κι είν’ η καρδιά μου —σαν νεκρός— θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
(Καβάφης, Η πόλις)

Ιάπωνες : οι άπονες
κι οι κοπελιές οι άπονες
ερωτευτήκαν τους Ιάπωνες
(Μανούσος Φάσσης = Μαν. Αναγνωστάκης)

Ισπανοί : οι σπανοί: εις πανί / ισπανικό : εις πανικό

Οι σπανοί
Ισπανοί
ζωγραφίσαν εις πανί
ιππικόν Ισπανικόν
εις πανικόν.
(Ευτράπελο στιχούργημα)

Κάντο : καν’ το
Άλλο το να γράφεις Canto
κι άλλο να σου λένε: κάν’ το
(Μανούσος Φάσσης = Μαν. Αναγνωστάκης)

μεγάλα : με γάλα

Τα μάτια της μαργιόλισσας δεν είν’ τόσο μεγάλα
μόνο μικρά και νόστιμα, μέλι μαζί με γάλα
(Ερωτικό δίστιχο της συλλογής Passow)

μετάξι : με τάξη
Τα τύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο, πολύτιμο μετάξι.
(Καβάφης, Του μαγαζιού)

στάλα : στ’ άλλα
δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν’ η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στ’ άλλα.
(Καβάφης, Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου)

τι λιγοστή : τυλίγω στη
Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.
(Αθ. Κυριαζής)

τ’ όχι : το ‘χει
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει
(Καβάφης, Che fece … il gran rifiuto)
* βέβαια, ο Καβάφης γράφει «το Όχι» αλλά στο διάβασμα προφέρουμε μαλλον τ’ Όχι.

τραγουδιστά : τραγούδι στα
Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.
(Αθ. Κυριαζής)

Μάλλον πενιχρή η συγκομιδή μας, μόλις δέκα λήμματα. Μπορείτε να την εμπλουτίσετε με δυο τρόπους. Ο ένας είναι να βρείτε ποιήματα ή τραγούδια που να έχουν ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκά, αν και αυτό ίσως φανεί δύσκολο.

Ο άλλος τρόπος είναι να φτιάξετε εσείς δικές σας ομοιοκαταληξίες. Για παράδειγμα, στο προπέρσινο άρθρο, ο φίλος μας ο Πάνος (με πεζά) είχε φτιάξει δυο ωραία μωσαϊκά:

Θα μου πείτε, Μήτρο, Πάνο,
αν ακούτε Μητροπάνο;

Θα μου πείτε, ω φελλοί,
το κρασί πού ωφελεί;

Να βάλω κι ένα δικό μου, που το σκάρωσα τώρα:

Μου λέει: έχω ιδανικά
του λέω: δικά σου ή δανεικά;

Ή μπορείτε να βάλετε όποιο ποίημα θέλετε στα σχολια, μέρα της ποίησης είναι!

 

 

 

Posted in Καβαφικά, Λογολογία, Ομόηχα, Ομοιοκαταληξία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Το ριμάριο των ομωνύμων

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2016

Ριμάριο είναι λεξικό με ρίμες, δηλαδή περιέχει ομοιοκατάληκτες λέξεις, ταξινομημένες ανάλογα με τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές, που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος στιχοπλόκος (ή και ποιητής) για να ταιριάξει ομοιοκαταληξίες.Έτσι, στο -άρι θα έχει το φεγγάρι, το μαξιλάρι, αλλά και το «(να) πάρει», στο -έλι το «τέλι» αλλά και τα «μέλη» ή το «θέλει».

Ριμάριο είναι και κατάλογος με ρίμες αντλημένες από ποιήματα -ο φίλος Μπάμπης Καράογλου έχει, ας πούμε, κάνει μια εργασία για το Ριμάριο του Καβάφη.

Ομώνυμα είναι, για τον πολύ κόσμο, τα κλάσματα -και έχουμε, γενεές και γενεές, μοχθήσει για να μάθουμε πώς να κάνουμε ομώνυμα τα ετερώνυμα κλάσματα, που είναι όρος απαραίτητος για να μπορέσουμε μετά να τα τιθασέψουμε και να τα προσθαφαιρέσουμε. Είναι και τα άλλα τα ομώνυμα, που απωθούνται όταν τα ετερώνυμα έλκονται. Όμως στη γραμματική, ομώνυμες λέξεις, όπως λέει και το ΛΚΝ, είναι αυτό που ο πολύς κόσμος, κι εγώ μαζί, λέμε «ομόηχα», ομόηχες λέξεις, λέξεις που προφέρονται όμοια αλλά έχουν διαφορετική σημασία, όπως τα ζευγάρια «ψηλά» και «ψιλά», ή η τετράδα «τείχη-τύχη-τοίχοι-(να) τύχει».

Ο λόγος που τις λέμε «ομώνυμες λέξεις» είναι ότι έτσι τις ονόμασε ο Αριστοτέλης (όνομα εννοούσε την προφορά), οπότε κρατάμε την ορολογία τιμής ένεκεν. Δεν είναι τόσο απλό πάντως με την ορολογία και σε ένα προηγούμενο άρθρο είχαμε μπερδευτεί καμπόσο ανάμεσα σε ομώνυμα, ομόηχα, ομόφωνα και ομόγραφα, αλλά να μη χαθούμε σε αυτόν τον λαβύρινθο, σήμερα θα μιλήσουμε για ποίηση -έστω και έμμεσα. Πάντως για ρίμες.

Έχω ένα πολύ ωραίο βιβλίο του νεοελληνιστή Ξενοφώντα Κοκόλη (1939-2012), που είχα τη χαρά να μιλήσω μαζί του και να ανταλλάξουμε κείμενα, που λέγεται «Η ομοιοκαταληξία» (εκδόσεις Στιγμή). Σε αυτό, ο Κοκόλης μελετάει, ανάμεσα στ’ άλλα, την ομοιοκαταληξία ομωνύμων, όταν δηλαδή έχουμε ομοιοκαταληξία με ομόηχες ή ομώνυμες λέξεις (εδώ θα χρησιμοποιήσω τους δυο όρους σαν συνώνυμους).

Παράδειγμα, από τον Καβάφη, που είναι, όπως λέει ο Κοκόλης, ο ποιητής μας που περισσότερο από κάθε άλλον χρησιμοποίησε ρίμες ομωνύμων -και στο ποίημά του «Τα τείχη» τολμάει και βάζει τρία τέτοια ζευγάρια:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Οι ρίμες είναι: αιδώ-εδώ, τείχη-τύχη, είχον-ήχον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Καβαφικά, Ομόηχα, Ομοιοκαταληξία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 258 Σχόλια »