Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘οδός Αγχέσμου’

Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2013

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και το ιστολόγιο αρέσκεται να συντηρεί ένα παλιό έθιμο, να δημοσιεύει δηλαδή χριστουγεννιάτικα αναγνώσματα, όπως έκαναν παλιά οι εφημερίδες και τα περιοδικά τέτοιες μέρες. Το σημερινό αφήγημα λογάριαζα να το παρουσιάσω εδώ και καιρό, αλλά δίσταζα επειδή, για να διηγηθώ ολόκληρη την ιστορία, μου χρειάζονται δυο συνέχειες. Τελικά, σήμερα θα δημοσιεύσω το πρώτο αφήγημα και την επόμενη Κυριακή θα δούμε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η αρχική δημοσίευση, δηλαδή έναν βίαιο φιλολογικό καβγά στον μεσοπόλεμο.

Το αφήγημα που προκάλεσε τον καβγά δημοσιεύτηκε στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του λαϊκού αλλά ποιοτικού περιοδικού Μπουκέτο το 1930, πριν από 83 73 χρόνια. Το υπογράφει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο οποίος αφηγείται μια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια της παρέας της Δεξαμενής, στην οποία συμμετείχε στα νιάτα του, μαζί με τον Καρκαβίτσα, τον Βλαχογιάννη, τον Νιρβάνα και άλλους λόγιους -και βέβαια τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Χρονολογίες δεν δίνονται, αλλά το περιστατικό πρέπει να συνέβη στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Όμως πρέπει να σας προειδοποιήσω πως η ακρίβεια των εξιστορουμένων αμφισβητείται. Δείτε το λοιπόν σαν πεζογράφημα και όχι σαν μαρτυρία.

Έχω εκσυγχρονίσει την (έτσι κι αλλιώς αρκετά σύγχρονη) ορθογραφία. Ευχαριστώ πολύ τους αγαπητούς φίλους που μοιράστηκαν την πληκτρολόγηση του κειμένου, τον Ιστοδεσπότη και τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας. Δεν χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις για το κείμενο, πέρα από το ότι η ελαφρώς κακέμφατη οδός Αγχέσμου δεν είναι άλλη από τη σημερινή Βουκουρεστίου.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ                                   ΤΟΥ κ. ΜΙΛΤ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

ΕΝΑ ΓΕΥΜΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

malakasis2Ένα μουντό πρωινό χινοπωριάτικης ημέρας, παραμονές των Χριστουγέννων, εδώ και εικοσιπέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λόγιος και συγγραφέας και άνθρωπος κολασίμων παθών, έπαιρνε τον καφέ του στο υπόστεγο του μικρού καφενείου της Δεξαμενής -στου κυρ Γιάννη. Τον έπινε και εδιάβαζε την εφημερίδα του, επισκοπώντας και από αταβισμόν ζουλαπιού τα περίγυρα, οσμιζόμενος και την ατμόσφαιρα.

Ο Ευρυσθένης Τσανάκας ! Τρομερό πρόσωπο, άνθρωπος πολυφαγάς, καυγατζής, χωρικός, θρασύδειλος, τύραννος και δούλος. Κακολόγος, κακόσουρτος, βραδύς αλλά παρατηρητικός και συγγραφέας με κάποιο ταλέντο.

Είναι πεθαμένος εδώ και είκοσι χρόνια το λιγότερο. Ύστερα από τόσον καιρό, και ο Θεός ακόμα θα τον συγχώρησε. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λοιπόν, εκείνο το πρωί, έκαμε την τύχη του.

Όπως παραφύλαγε, ανασηκωμένος σε μια στιγμή, συνέλαβε με το μάτι το ξεκομμένο γαλόπουλο που κατέβαινε από το Λυκαβητό σαστισμένο και παραπατώντας.

Εκαθόμουν ακριβώς αντίκρυ του και παρακολουθούσα τη σκηνή. Ο Τσανάκας το ήξερε και με υπόβλεπε. Ήμαστε φίλοι αλλά και εχτροί μαζύ. Μ’ αγαπούσε και δε με υπόφερε. Τον εκαυτηρίαζα εκεί που πονούσε και εφρύαζε. Και το πιο που τον λυσσούσε, ήτανε ο αφελής και παιγνιδιάρικος τρόπος μου.

Το γαλί  ως τόσο κατέβαινε· έφτανε τώρα στο διάμεσο των δύο καφενείων, ήσαν τότε δύο τα καφενεία της Δεξαμενής, κι εκεί που κοντοστάθηκε αναποφάσιστο ακόμα, ο Ευρυσθένης Τσανάκας ευρέθηκε στο πλάι του. Είχε πάρει από κάτω ένα ξεροκάλαμο και διαγράφοντας ημικύκλιο, από τη μια μεριά του έκοψε με το σώμα του το δρόμο, ενώ από την άλλη, τάπα, τάπα, με τη βέργα, το ‘φερνε προς το καφενείο. Συγχρόνως με λίγη ψίχα ψωμιού που έτριβε με το άλλο του χέρι, καθησύχαζε το πουλερικό, που αναθαρρεμένο έτσι, παρασύρονταν προς την κατεύθυνση που του έδινε ο Τσανάκας. Ήτανε δε αυτή, μια παράγκα κολλημένη στο καφενείο, και που εφυλάγονταν τα καθίσματα του καλοκαιριού. Εκεί όταν το έφτασε, άνοιξε την πόρτα και αφού έσπρωξε το γαλί με το ξεροκάλαμο μέσα, την έσυρε πάλι προς αυτόν και την έκλεισε.

Εφώναξε τότε τον μικρόν του καφενείου και του είπε, κοιτάζοντας και προς εμένα ύποπτα, αλλά κάπως εξευτελισμένα :

– Άκου, Θανάση, μεσ’ στην αποθήκη είναι ένα γαλόπουλο, αν το ζητήσει κανένας, το δίνεις. Αν όχι, το κρατείς κλεισμένο· το μεσημέρι εγώ θα γυρίσω από δω. Αγόρασέ του και λίγο καλαμπόκι και βάλε του σ’ ένα πιάτο και νερό.

Γυρίζοντας σ’ εμένα, πάμε ; μου λέει, κατεβαίνεις ή θα καθήσεις εδώ;
– Κατεβαίνω, του απάντησα, και σηκώθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παπαδιαμάντης, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »