Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ολυμπιακοί αγώνες’

Μεζεδάκια της ισημερίας

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2018

Η φθινοπωρινή ισημερία είναι σήμερα ή, αν διάβασα σωστά, αύριο τα ξημερώματα. Ισημερία θα πει πως οι μέρες διαρκούν όσο και οι νύχτες, αλλ’ από αύριο η νύχτα θα πάρει το πάνω χέρι και η διαφορά τους ολοένα θα μεγαλώνει, θα νυχτώνει όλο και νωρίτερα, τα φύλλα θα πέφτουν απ’ τα κλαριά, θα βάλει ψύχρα, θ’ αρχίσουν τα πρωτοβρόχια και στις δημοσκοπήσεις θα απαντάμε όλοι ότι θα ψηφίσουμε Κούλη. (Αυτό το τελευταίο το είπα επειδή άκουσα πως ο Παύλος Τσίμας απέδωσε την προσφατη δημοσκοπική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στο ότι οι δημοσκοπήσεις έγιναν το καλοκαίρι που επηρεάζει θετικά τη διάθεση).

Αν αναρωτιέστε γιατί δεν τα είπα «ισημεριακά» τα μεζεδάκια μας, η απάντηση είναι απλή: επειδή τα έχω ονομάσει έτσι άλλες δυο φορές ως τώρα.

* Και ξεκινάμε.

* Tο σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήταν η σειρά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να περάσει από τη ΔΕΘ, να μιλήσει και να δώσει συνέντευξη Τύπου.

Στο Φέισμπουκ κυκλοφόρησε αυτή η φωτογραφία από την ομιλία του Κ. Μητσοτάκη, με τη λεζάντα «Τύφλα να’χει ο Μάρλον Μπράντο» να κάνει αστεία αντίστιξη.

Με τις σημερινές τηλεοπτικές συσκευές είναι εύκολο να στήσει κανείς τέτοια στιγμιότυπα, αρκεί κάποιο από τα πολλά κανάλια μας να παίζει την ίδια ώρα κάποιαν εκπομπή με αστείο τίτλο. Αλλά έχει πλάκα.

* Στην ομιλία του Κ. Μητσοτάκη πρόσεξα ένα λάθος που το κάνουν πολλοί. Σε κάποιο σημείο της ομιλίας του, αναφερόμενος στους (νεο)μετανάστες της κρίσης, ο Κ.Μ. είπε:

…θα γυρίσουν στην Ελλάδα, να στηρίξουν την ανάρρωση της ελληνικής κοινωνίας, να κάνουν αυτό, το οποίο τελικά όλοι όσοι ζήσαμε στο εξωτερικό το ξέρουμε πολύ καλά -ο νόστος είναι πολύ ισχυρός- και θέλουν να γυρίσουν τελικά στην πατρίδα τους...

Ώστε «ο νόστος είναι πολύ ισχυρός». Αλλά τι σημαίνει νόστος; Σύμφωνα με τα λεξικά, νόστος είναι η επιστροφή στην πατρίδα, ιδίως έπειτα από πολύχρονη απουσία μακριά. Από τη λέξη νόστος και από την επίσης ελληνική λέξη άλγος, κάποιος λόγιος του 17ου αιώνα έπλασε στα νεολατινικά της εποχής τον όρο nostalgia για να δηλώσει τη λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα, όρος που έγινε διεθνής και πέρασε και στα ελληνικά.

Αξίζει άρθρο για το θέμα, αλλά προς το παρόν ας περιοριστούμε στο ότι αρκετός κόσμος, ιδίως τα τελευταία χρόνια, λέει «ο νόστος» και εννοεί «η νοσταλγία» -όπως εδώ, στην αποστροφή του Κ. Μητσοτάκη. Δεν είναι όμως σωστό. (Για περισσότερα, δείτε παλιό άρθρο του φίλου Γιάννη Χάρη).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αργκό, Αμφισημίες, Γραμματική, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , , , , , , | 245 Σχόλια »

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Ο Μποστ στην Ολυμπιάδα (της Ρώμης)

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2016

Από σήμερα μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου σκέφτομαι να επαναλάβω μια συνήθεια που είχα καθιερώσει ένα προηγούμενο καλοκαίρι, δηλαδή τις Παρασκευές να βάζω σκίτσα του Μποστ. Και αφού την Κυριακή τελειώνουν οι Ολυμπιακοί αγώνες του Ρίο, είναι θαρρώ ευκαιρία να ξεκινήσουμε αυτή τη μίνι σειρά με δυο ολυμπιακά σκίτσα του Μποστ, από τους Ολυμπιακούς αγώνες (ή την Ολυμπιάδα, το ίδιο είναι) της Ρώμης, το 1960.

Ο Μποστ, παρά το γεγονός ότι είχε πολύχρονη καριέρα ως γελοιογράφος σε εφημερίδες, μόνο για δύο Ολυμπιάδες έκανε σκίτσα: για την Ολυμπιάδα της Μόσχας το 1980 (και μάλιστα όχι για τους αγώνες καθαυτούς αλλά για τα πολιτικοδιπλωματικά τους προλεγόμενα με το αμερικανικό μποϊκοτάζ), από τα οποία έχουμε παρουσιάσει ένα σκίτσο πριν από τέσσερα χρόνια, και για την Ολυμπιάδα της Ρώμης το 1960.

Στην Ολυμπιάδα της Ρώμης, οι Έλληνες αθλητές, ιδίως στον στίβο, είχαν απογοητεύσει τους φιλάθλους -όχι επειδή δεν κέρδισαν, ή μάλλον ούτε καν διεκδίκησαν, μετάλλιο, αλλά κυρίως επειδή έμειναν πολύ πίσω από τις επιδόσεις τους. Ωστόσο, προς το τέλος των αγώνων ήρθε η μεγάλη διάκριση, το πρώτο ελληνικό χρυσό μετάλλιο από το 1912, στην ιστιοπλοΐα -και αυτό έκανε να ξεχαστούν οι προηγούμενες αποτυχίες, πολύ περισσότερο αφού ένας από τους ολυμπιονίκες ήταν ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα τελευταίος βασιλιάς της Ελλάδας.

Θα δούμε δύο σκίτσα του Μποστ, ένα από την αρχή των αγώνων και ένα μετά τον ιστιοπλοϊκό θρίαμβο.

mpost600904

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 82 Σχόλια »

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 όπως τους είδε ο Γεώργιος Σουρής

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2016

Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και φέτος σας έχω ταράξει στις επαναλήψεις -αλλά για τη σημερινή επανάληψη δεν φταίω εγώ, φταίνε οι Ολυμπιακοί αγώνες που επαναλαμβάνονται κάθε τέσσερα χρόνια. Εγώ άλλο κείμενο είχα ετοιμάσει για σήμερα -θα το δούμε την ερχόμενη Κυριακή- αλλά τελευταία στιγμή προχτές συνειδητοποίησα ότι αρχίζει η Ολυμπιάδα του Ρίο και άλλαξα το σχέδιο, διότι, παρόλο που εμένα οι αγώνες δεν μ’ έχουν αγγίξει, δεν παύουν να είναι ένα γεγονός που πρέπει να το τιμήσουμε.

Κι έτσι, θα ξαναδούμε πώς είχε σχολιάσει ο Γεώργιος Σουρής στον Ρωμηό τους πρώτους αγώνες του 1896, που φέτος έχουμε την 31η διοργάνωση 12ο χρόνια μετά (στην αρίθμηση μετράνε και οι διοργανώσεις του 1916, του 1940 και του 1944 που ματαιώθηκαν).

Για τον Σουρή και τον Ρωμηό έχουμε ξαναμιλήσει. Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς – που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.

Η ανάθεση

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη δεν έχει εύκολο έργο. Είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα. Ο Φασουλής παρακινεί τον Περικλέτο να μην πεθάνει της πείνας πριν από τους Αγώνες για να μην κατηγορηθεί για ανθελληνισμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , | 98 Σχόλια »

Ολυμπιακά μεζεδάκια ξανά

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2016

Τα σημερινά μεζεδάκια δεν λέγονται «ολυμπιακά» για να τιμήσουν την προχτεσινή ηρωική προσπάθεια του Ολυμπιακού, ο οποίος κατάφερε επί 80 λεπτά να διατηρήσει ανέπαφη την εστία του απέναντι στο μεγαθήριο της ερήμου, τη σαρωτική υπερομάδα Χάποελ Μπερσέβα. Απλώς, από σήμερα τα χαράματα άρχισαν οι Ολυμπιακοί αγώνες στο Ρίο -όχι των Πατρών, αλλά στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας. Και είναι «ξανά» διότι και πριν από 4 χρόνια είχαμε άρθρο με τον τίτλο Ολυμπιακά μεζεδάκια, μόνο που τότε ήταν για τους προηγούμενους Ολυμπιακούς αγώνες, του Λονδίνου. Όπως βλέπετε, το ιστολόγιο μετράει ήδη δύο Ολυμπιάδες.

RioΗ τελετή έναρξης έγινε στις 2 το πρωί, αλλά δεν ξενύχτησα για να την παρακολουθήσω. Πάντως, αν τηρήθηκε το πρόγραμμα, είχαμε μια πρωτιά: πρώτη φορά (ίσως όχι τυχαία, επί αριστερής κυβέρνησης) σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής ήταν μια γυναίκα, η ιστιοπλόος Σοφία Μπεκατώρου.

Και όπως επισήμανε στη Λεξιλογία ο φίλος Δρ. Ζίμπενμαλ, αυτή τη στιγμή ο πίνακας των μεταλλίων παρουσιάζει μια εικόνα που δεν θα την ξαναδείτε (παρά μόνο σε τέσσερα χρόνια), αφού προηγούνται το Αφγανιστάν, η Αμερικανική Σαμόα και η Ανδόρρα! Φυσικά, αφού ακόμα δεν έχουν απονεμηθεί μετάλλια, η κατάταξη του πίνακα γίνεται με αλφαβητική σειρά. (Εγώ έχω το γαλλόφωνο γκουγκλ, που δίνει στη δεύτερη θέση την Ανδόρρα και στην τρίτη την Αρμενία).

Μπορεί να γενικεύω την προσωπική μου στάση, αλλά έχω την εντύπωση πως λίγοι, τουλάχιστον στην πατρίδα μας, ενδιαφέρονται για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Βραζιλίας -αν πέφτω έξω, θα μου το πείτε στα σχόλια. Εμάς άλλη Ολυμπιάδα μάς έκαψε, τούτη εδώ καίει τους Βραζιλιάνους.

* Επειδή όμως και φέτος είναι πιθανό να επανέλθει η συζήτηση, που γίνεται κάθε 4 χρόνια, για τη δήθεν λανθασμένη χρήση της λέξης «Ολυμπιάδα», προκειμένου για τη διοργάνωση, μεταφέρω ένα απόσπασμα από το άρθρο του 2012:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λερναίο κείμενο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νατσουλισμοί, Νομανσλάνδη, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , | 164 Σχόλια »

Οι αλτήρες και οι φίλοι τους

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι συνεταιρικό -δηλαδή, παίρνω αφορμή από το άρθρο ενός φίλου και συνεχίζω προσθέτοντας κι άλλα που έχω να πω για το θέμα.

Ο φίλος μας ο Γιάννης (gmallos) έχει ένα ιστολόγιο πολύ νόστιμο, όνομα και πράμα αφού λέγεται Γευστικές νοστιμιές, που το παρακολουθώ όποτε προλαβαίνω, διότι εννοεί τον τίτλο του με την ευρεία έννοια κι έτσι δεν έχει μόνο μαγειρικά θέματα, αλλά και φωτογραφίες από τα πολλά (τον ζηλεύω) ταξίδια του, και άλλα διάφορα.

Τις προάλλες, ο Γιάννης, που είναι εκπαιδευτικός, δήλωσε ότι θα μπει στα χωράφια μου, δηλαδή ότι θα ασχοληθεί με την ιστορία μιας λέξης -και αυτό έκανε σε ένα άρθρο του. Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο, και παίρνω τη σκυτάλη και συνεχίζω.

altiresΣτην φωτογραφία φαίνεται μια σειρά από αντικείμενα που βρίσκουμε στα γυμναστήρια. Το όνομά τους βάρη ή αλτήρες. Είναι μια μπάρα στη μέση και δυο δίσκοι στις άκρες που έχουν αρκετό βάρος. Βέβαια το λεξικό της νεοελληνικής τα ξεχωρίζει, λέγοντας πως οι αλτήρες έχουν στην άκρη σφαιρικό βάρος, μια διάκριση που δεν την έχω συναντήσει.

Τα βάρη αυτά υπάρχουν σε διάφορα μεγέθη. Τα μικρά (που τα λέμε και βαράκια) αλλά και τα μεγάλα, που ελάχιστοι μπορούν να τα σηκώσουν (είναι για να δυναμώνουν τα μπράτσα τους οι αρσιβαρίστες, όπως αυτοί που είχαμε κάποτε στην πάλαι ποτέ ντριμ τιμ του Ιακώβου).

Αλλά γιατί τα βάρη (ή τα βαράκια) τα λέμε αλτήρες; Τι δουλειά έχουν με το άλμα που πάει να πει πήδημα; Ήξερα για άλμα σε μήκος ή σε ύψος στο στίβο (με τις παραλλαγές τους το τριπλό και το επί κοντώ), το διπλό ή τριπλό άλμα στο πατινάζ (λουπ, άξελ και κάπως έτσι όπως τα λέει ο Κωστάλας) ή ακόμα για το άλμα στο κενό, αλλά οι αλτήρες δεν μου κόλλαγαν μ’ αυτά. Μέχρι που βρέθηκα στο Αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας!

alt-mus1alt-mus2

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αθλήματα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 158 Σχόλια »

Ο Μποστ στην Ολυμπιάδα (της Μόσχας)

Posted by sarant στο 3 Αύγουστος, 2012

Συχνά πυκνά βάζω σκίτσα του Μποστ, οπότε, μια και συνεχίζονται οι ολυμπιακοί αγώνες, σκέφτηκα να βάλω ένα ελάχιστα γνωστό σκίτσο του με ολυμπιακά συμφραζόμενα. Να πούμε εδωπέρα ότι ο Μποστ δεν έχει ασχοληθεί με πολλές ολυμπιάδες. Έκανε μερικά ωραία σκίτσα για την Ολυμπιάδα της Ρώμης, που όμως θα τ’ αφήσω για άλλη φορά, μια και είναι σχετικά γνωστά (υπάρχουν στο δεύτερο άλμπουμ του). Το 1964 δεν αφιέρωσε κανένα σκίτσο στους Ολυμπιακούς του Τόκιο, το 1968 και το 1972 είχαμε χούντα, το 1976 δεν συνεργαζόταν με καθημερινή εφημερίδα. Το 1979 άρχισε να συνεργάζεται με την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία -ήταν η τελευταία μακρόχρονη συνεργασία του με εφημερίδα (η εντελώς τελευταία ήταν το 1981 με τον Ριζοσπάστη, αλλά δεν κράτησε πολύ). Και παρόλο που όταν άρχισαν οι Ολυμπιακοί της Μόσχας η συνεργασία του Μποστ με την εφημερίδα είχε τερματισθεί, πρόλαβε ωστόσο να αφιερώσει σκίτσο στη διοργάνωση -αν και όχι στο αγωνιστικό αλλά στο πολιτικό της σκέλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »

Ολυμπιακά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2012

Η Ολυμπιάδα του Λονδίνου άρχισε χτες, λογικό είναι τα σημερινά μεζεδάκια να ονομαστούν ολυμπιακά, όσο κι αν στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν αφορούν τους Ολυμπιακούς αγώνες, δεν είναι δηλαδή μαργαριτάρια από ζωντανές μεταδόσεις (που άλλωστε μόλις άρχισαν) ή από άρθρα για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο τίτλος περισσότερο χρονολογικά προσδιορίζει τα μεζεδάκια. Ωστόσο, επειδή στο χτεσινό άρθρο ασχολήθηκα με το (οριακά) ρατσιστικό τιτίβισμα και όχι με δυο γλωσσικά των Ολυμπιακών αγώνων, έχω σκοπό να τα παρουσιάσω εδώ, γιατί αλλιώς θα μπαγιατέψουν.

Και το πρώτο ολυμπιακό μας μεζεδάκι είναι ακριβώς η λέξη «Ολυμπιάδα». Υπάρχουν κάποιοι που λένε πως ολυμπιάδα σημαίνει αποκλειστικά το διάστημα των τεσσάρων ετών ανάμεσα σε δυο διαδοχικές διοργανώσεις, και ότι είναι λάθος να τη χρησιμοποιούμε για την ίδια τη διοργάνωση, να λέμε Ολυμπιάδα του Λονδίνου. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν στηρίζεται κάπου. Αν δείτε όλα τα νεοελληνικά λεξικά, η λ. Ολυμπιάδα έχει δύο σημασίες, αφενός τη διοργάνωση και αφετέρου το διάστημα, την τετραετία. Πρωταρχική είναι η σημασία της διοργάνωσης. Για παράδειγμα, στο ΛΚΝ (τα ίδια περίπου λέει και ο Μπαμπινιώτης, αλλά το ΛΚΝ υπάρχει ονλάιν): ολυμπιάδα η [olimbiáδa] : 1. η τέλεση των ολυμπιακών αγώνων: H πρώτη ~, που τοποθετείται στα 776 π.X. H πρώτη ~ μετά την αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων έγινε στην Aθήνα το 1896. H εικοστή τρίτη ~ του Λος Άντζελες. H χρυσή ~. H Aθήνα ανέλαβε τη διοργάνωση της ολυμπιάδας του 2004. || (επέκτ.): ~ σκακιού / τραγουδιού. 2. το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών που παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε δύο ολυμπιάδες κατά την ελληνική αρχαιότητα, ως χρονολογική μονάδα: Tο δεύτερο έτος της πρώτης ολυμπιάδας, το 775 π.X. 

Όχι μόνο υπάρχουν καθιερωμένες χρήσεις όπως Ολυμπιάδα σκακιού, ολυμπιάδα τραγουδιού, χρυσή ολυμπιάδα,αλλά επίσης η σημασία Ολυμπιάδα = η τέλεση των αγώνων είναι ήδη αρχαία (το Λίντελ Σκοτ δίνει πρώτη αυτή τη σημασία!), π.χ. ο Πίνδαρος, όταν γράφει πύκτας δ΄ ἐν Ὀλυμπιάδι νικῶν, σαφώς εννοεί τη διοργάνωση, όχι το τετραετές διάστημα! Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Βηματοδότης είχε ειρωνευτεί κάποιους δημοσιογράφους που είχαν χρησιμοποιήσει τη λέξη Ολυμπιάδα σαν συνώνυμο των Ολυμπιακών αγώνων και είχα γράψει (τότε δεν είχα ιστολόγιο) το εξής σημείωμα που ξαναγίνεται επίκαιρο. Προσωπικά, τη σημασία «ολυμπιάδα=τετραετές διάστημα» θυμάμαι να την έχω χρησιμοποιήσει μόνο στα αστεία, όταν φοιτητές πειραζόμασταν, ότι έτσι που πάμε δεν θα πάρουμε πτυχίο ούτε σε τρεις ολυμπιάδες. Επομένως, αν κάποιος σας πει ότι κακώς λέτε «Ολυμπιάδα του Λονδίνου», μην τον πιστέψετε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Το ρατσιστικό τιτίβισμα και οι ναζιστικοί κρωγμοί

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2012

Χτες που έπρεπε να γράψω προτίμησα να το αποφύγω, κάποιοι από σας περιμένατε ότι θα έγραφα, μου το ζητήσατε κιόλας, οπότε γράφω σήμερα με τον κίνδυνο να είναι το άρθρο μπαγιάτικο, αφού θα έχουν πλεον όλα ειπωθεί για το θέμα του αποκλεισμού της τριπλουνίστριας Βούλας Παπαχρήστου από τους Ολυμπιακούς αγώνες του Λονδίνου, εξαιτίας του τιτιβίσματος που έστειλε (ή που αναμετάδωσε) τις προάλλες, και που θεωρήθηκε ρατσιστικό και αντίθετο με το πνεύμα των Αγώνων. Ο λόγος που δεν έγραψα χτες, ήταν πως δεν είχα αποφασίσει· και τώρα που γράφω, ακόμα διχασμένος είμαι. Όπως έλεγε εκείνη η παλιά ατάκα, «Η απάντησή μου είναι ίσως, και είναι οριστική».

Να θυμίσω τα γεγονότα είναι ίσως περιττό, αφού αυτή τη φορά δεν έχουμε ένα σκανδαλάκι της μπλογκόσφαιρας, από εκείνα που προκαλούν πανδαιμόνιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά περνάνε απαρατήρητα απ’ όλους τους «φυσιολογικούς» (άντε, να το πω ‘παραδοσιακούς’) ανθρώπους, εκείνους που δεν ξημεροβραδιάζονται στο Διαδίκτυο αλλά ενημερώνονται από τα συμβατικά μέσα. Εδώ, το τιτίβισμα ακούστηκε μέχρι το Λονδίνο. Αλλά για να ξέρουμε ακριβώς για ποιο πράγμα μιλάμε, δείτε την εικόνα αριστερά. Χωρίς να βάζω το χέρι μου στη φωτιά, αφού το πήρα από τρίτο ή τέταρτο χέρι, η εικόνα πρέπει να δείχνει το αρχικό τιτίβισμα.

Είναι ρατσιστικό το μήνυμα που διαβάσατε; Μπορούμε να το συζητήσουμε. Για μένα είναι οριακά ρατσιστικό. Οριακά, αλλά είναι. Εκφράζεται υποτιμητικά, έστω και έμμεσα, για τους Αφρικανούς. Και ρατσιστικό να μην είναι, ασφαλώς δεν προωθεί την ιδέα της συναδέλφωσης των λαών, άρα αντίκειται στο Ολυμπιακό ιδεώδες. Βέβαια, συμφωνώ ότι κάθε μέρα ακούγονται πολύ χειρότερα, και όχι μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και σε τηλεοπτικές εκπομπές μεγάλων καναλιών. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά από τη στιγμή που οι άλλοι που λένε τα χειρότερα δεν πρόκειται να αγωνιστούν στους Ολυμπιακούς. Το (οριακά) ρατσιστικό τιτίβισμα της τριπλουνίστριας δεν είναι ποινικά κολάσιμη πράξη (αν πιστεύετε ότι είναι ή ότι θα έπρεπε να είναι πείτε το, αλλά θα διαφωνήσουμε), είναι όμως πράξη που αντίκειται στις αξίες του Ολυμπισμού (για τις αξίες αυτές θα πούμε περισσότερα παρακάτω). Το γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουμε μια κουλτούρα υπερανεκτικότητας στο ρατσισμό και στη γαϊδουριά δεν κάνει λιγότερο επιλήψιμες τις ρατσιστικές (και τις γαϊδουρινές) πράξεις, αν και υπό προϋποθέσεις αποτελεί ελαφρυντικό. Στο κάτω-κάτω, μια κοινωνία που όχι απλώς ανέχεται αλλά επιδοκιμάζει π.χ. τον Σεραφείμ Πειραιώς όταν βρίζει τους ομοφυλόφιλους συμπολίτες μας ή όλες τις άλλες θρησκείες ή τον Άδωνη όταν προβάλλει στην εκπομπή του τα βιβλία του Πλεύρη ή… (ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ) λογικό είναι να σοκάρεται όταν τιμωρείται μια νεαρή αθλήτρια επειδή αναμετάδωσε ένα χαζό ανέκδοτο έστω και οριακά ρατσιστικό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Ρατσισμός | Με ετικέτα: , , , | 243 Σχόλια »

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 όπως τους είδε ο Σουρής

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2012

Χρειάστηκε να το γκουγκλίσω για να επιβεβαιώσω ότι την Παρασκευή αρχίζουν οι Ολυμπιακοί του Λονδίνου. Το είχα εντελώς ξεχάσει -και αναρωτιέμαι αν και άλλοι θα υποδεχτούν τους Αγώνες με την ίδια παγερήν αδιαφορία. Ωστόσο, για ένα γλωσσικό ιστολόγιο σαν το δικό μας οι Ολυμπιακοί αγώνες δίνουν κάμποσα θέματα, οπότε μάλλον θα ασχοληθούμε με το θέμα. Και, για αρχή, παρουσιάζω ένα παλιό μου άρθρο, γραμμένο το… 1998, σχετικά με την Ολυμπιάδα του 1896 και πώς παρουσιάστηκε από τις στήλες του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας του Σουρή.

Για τον Σουρή και τον Ρωμηό έχουμε ξαναμιλήσει. Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς – που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.
Η ανάθεση

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα. Ο Φασουλής παρακινεί τον Περικλέτο να μην πεθάνει της πείνας πριν από τους Αγώνες για να μην κατηγορηθεί για ανθελληνισμό.

— Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , | 76 Σχόλια »