Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ο βενετσιάνικος καθρέφτης’

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, τρίτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Αφού κάναμε κάποιες αναδρομές στο παρελθόν, σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Και αυτό το κεφάλαιο είναι μεγάλο, οπότε το χωρίζουμε σε δύο μέρη.

Την Παρασκευή το μεσημέρι, αφού έφαγα κάτι ελαφρό και πήρα μαζί μου τα σάντουιτς και το θερμός με τον καφέ, που μου ετοίμασε η Κική, πήγα στην αφετηρία των υπεραστικών  λεωφορείων Πελοποννήσου, στη λεωφόρο Κηφισού και βρήκα θέση στο λεωφορείο που έφευγε στις δύο. Η διαδρομή δεν ήταν κουραστική, μάλλον ευχάριστη, αν εξαιρέσεις την άθλια μουσική που ακουγόταν συνεχώς από το μεγάφωνο του λεωφορείου. Τα καινούργια λεωφορεία των ΚΤΕΛ είναι πολύ άνετα και οι δρόμοι, τουλάχιστον ώς την Τρίπολη, καλοφτιαγμένοι.

Σε όλη τη διαδρομή συλλογιζόμουνα τι μπορεί να έπαθε η Ματίνα. Ο γιατρός απέκλεισε το εγκεφαλικό, αλλά μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σ’ έναν νεαρό που κάνει το αγροτικό του; Να έπαθε ξαφνικά άνοια; Δεν ήξερα αν αυτό το παθαίνει κανείς απότομα ή είναι αποτέλεσμα βραδείας εξέλιξης. Πίστευα πως συνήθως το δεύτερο συμβαίνει. Και το μόνο που δε θα μπορούσα να φανταστώ ήταν να πάθει άνοια η Ματίνα. Θυμήθηκα τις συζητήσεις που είχαμε τα τελευταία χρόνια.

«Τι τα θες» μου είχε πει μια φορά, «δε θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με όσα γίνονται γύρω μας. Όσο δούλευα, οι απαιτήσεις της δουλειάς και οι άλλες δραστηριότητές μου, με απορροφούσαν και δεν έδινα σημασία στα εκφυλιστικά φαινόμενα, που πάνε να κυριαρχήσουν στην κοινωνία μας. Δεν είμαι γκρινιάρα λόγω ηλικίας, σαν κάποιους συνομηλίκους μας, που επικρίνουν τη νεολαία για το φέρσιμο, το ντύσιμο ή τη φρασεολογία της. Όχι, αυτά τα καταλαβαίνω και τα αποδέχομαι. Άλλωστε στον καιρό μας κάπως ανάλογα φερνόμασταν κι εμείς. Εκείνο που με στεναχωρεί είναι η φυγοπονία και ο ευδαιμονισμός που έχουν κυριεύσει τους νέους. Φοβάμαι πως αυτό εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους.

»Στο Σύλλογο πάλι η αναδρομή στα αρχεία και τα ντοκουμέντα εκείνης της εποχής, από τη μια με αναζωογονεί –είναι κάτι που μ’ αρέσει– κι από την άλλη με πικραίνει. Δε σου κρύβω πως ώρες ώρες σκέφτομαι “τι θες και τα ανασκαλεύεις; Καλύτερα να τα ξεχάσουμε. Ποιόν ενδιαφέρουν τώρα πια οι ήρωες και οι εξάρσεις;” Ύστερα όμως θυμάμαι τα μάτια του Κώστα, όταν με αποχαιρετούσε, θυμάμαι τη ζωντάνια και το κέφι όλων αυτών των παιδιών που χάθηκαν και λέω πως δεν είναι δυνατό, δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους, θα είναι σαn να σκοτώθηκαν για δεύτερη φορά. Δεν είναι κρίμα; Γι’ αυτό κάποτε σκέφτηκα ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο. Είναι ένα είδος φυγής. Νιώθω να πνίγομαι έτσι που ζω. Είναι κάτι που δεν το αντέχω. Και συ μου λες πως είμαι μια χαρά βολεμένη…»

Και το πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση τέτοιας θλίψης, που πάντα θα τη θυμάμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2020

Από την προπερασμένη Τρίτη άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου νοσηλεύεται.

Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η δράση δεν προχωρεί, αλλά ο αφηγητής θυμάται συζητήσεις, στις οποίες είχε πάρει μέρος και η Ματίνα, για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τότε ήταν νωπή η κατάρρευση/ανατροπή του.

Το κεφάλαιο αυτό είναι μεγάλο κι έτσι το διαίρεσα σε δύο τμήματα.

 

2

Αυτά γίνανε Τετάρτη και επειδή την επομένη είχαμε το «παρά-ΚΑΠΗ», όπως λέει χωρατεύοντας ο Μιχάλης τις τακτικές εβδομαδιαίες συνάξεις μας στην «Αίγλη» του Ζαππείου, αποφάσισα να φύγω την Παρασκευή. Είχα σκεφτεί να πάω με το αμάξι μου, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Κικής, που φρονεί πως είμαι πολύ μεγάλος πια, για να οδηγώ πολλές ώρες και σε άγνωστες διαδρομές. Έδωσα μια ψευτομάχη και φυσικά, τελικά υποχώρησα, για τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι το απόφθεγμα του Μιχάλη, που το έχω ενστερνιστεί: «Ο έξυπνος σύζυγος κάνει πάντα, και με απολύτως ελεύθερη βούληση, αυτό που θέλει η γυναίκα του». Ο δεύτερος είναι πως όντως με κουράζει η πολύωρη οδήγηση. Και ο τρίτος και κυριότερος, η σκέψη πως δεν ήξερα αν η Αναστασία οδηγούσε και θα μπορούσε να φέρει πίσω το αμάξι της Ματίνας, μια και η τελευταία δε θα πρέπει να ήταν σε θέση να οδηγήσει.

Στη συζήτηση που είχαμε στην «Αίγλη» οι οχτώ φίλοι, θυμηθήκαμε πολλά σχετικά με τη Ματίνα. Η εικασία του Γιάννη, πως πρόκειται για κάτι το ψυχολογικό, απορρίφθηκε γιατί όλοι συμφωνήσαμε πως είναι μια χαρά βολεμένη. Έχει δικό της σπίτι στη Νέα Σμύρνη, ένα εξοχικό από κοινού με την αδερφή της στο Δήλεσι και παίρνει καλή σύνταξη. Δεν της λείπει τίποτα κι ας μην έκανε δική της οικογένεια.

Εκείνη την ώρα συμφώνησα κι εγώ πως δεν πρέπει να είναι ψυχολογική η αιτία, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα άρχισα να έχω αμφιβολίες. Και σε μένα είχε διηγηθεί αρκετά από τη ζωή της η Ματίνα, καθώς είμαι από τους πιο παλιούς και στενούς φίλους της. Παρά τη ζωηράδα, τη ζωντάνια, την ενεργητικότητά και γενικώς την ιλαρή διάθεσή της, είχα διαγνώσει πως πίσω από την όψη αυτή κρυβόταν μια βαθιά μελαγχολία και απογοήτευση, που πάντα μου έκανε εντύπωση. Και αυτό το είχα παρατηρήσει πολύ πριν το ’89. Πολλές φορές μου έλεγε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , | 58 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2020

Τους αμέσως προηγούμενους μήνες δημοσίευσα στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τις δύο πρώτες νουβέλες από το βιβλίο «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω την τρίτη νουβέλα, που ο τίτλος της είναι ίδιος με τον τίτλο του βιβλίου: Ο βενετσιάνικος καθρέφτης. Θα ολοκληρωθεί, όπως λογαριάζω, σε 5-6 συνεχειες.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995 και έχει επίσης αυτοβιογραφικό χρώμα, αφού ο πατέρας μου πράγματι μετά την συνταξιοδότησή του αφιέρωνε πολύ χρόνο στην ΕΔΙΑ, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ., με πρόεδρο τον επίσης αείμνηστο Βαρδή Βαρδινογιάννη.

Το διήγημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αγωνίστριας Άννας Τεριακή-Σολωμού

 

1

Η είδηση πως η Ματίνα έπαθε κάτι σοβαρό –είπανε εγκεφαλικό ή αμνησία ή κάτι παρόμοιο– έπεσε στην παρέα μας σαν κεραυνός. Ήταν το μόνο που δεν περιμέναμε ν’ ακούσουμε, για τη Ματίνα εννοείται, γιατί πολλοί άλλοι φίλοι μας έχουν πάθει όχι μόνο εγκεφαλικά επεισόδια, αλλά πολύ χειρότερα συμβάντα και κάποιοι έχουν αποδημήσει οριστικά και αμετάκλητα. Ώρες ώρες, στις ταχτικές εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις μας, παρομοιάζω την παρέα μας με στρατιωτική μονάδα αποδεκατισμένη από τη μάχη της ζωής. Παρόντες οχτώ, απόντες έντεκα: έξι νεκροί τρεις τραυματίες (ένας κατάκοιτος, δύο με ημιπληγία) και δύο αιχμάλωτοι (σε οίκο ευγηρίας).

Η Ματίνα όμως; Αδύνατο να το χωρέσει ο νους μας. Μ’ όλο που πέρασε τα εξηνταπέντε, εξακολουθεί να έχει μια ζωτικότητα που καταπλήσσει. Πάντοτε με μυαλό  ζωντανό και πνεύμα σπινθηροβόλο. Έχει κρατήσει όλη τη φλόγα εκείνης της γενιάς, τη ζωντάνια και το κέφι της. Η «αειθαλής επονίτισσα», έτσι τη λέγαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5 (τέλος)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2020

Πριν από δυο μήνες άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τέταρτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα το διήγημα τελειώνει με το τέταρτο κεφάλαιο. Θυμίζω ότι οι οι τρεις φίλοι αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, έλεγαν ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζήτησαν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε κι ένας παράξενος γεράκος.

4

Το πρωί της άλλης μέρας ξυπνήσαμε κι οι τρεις πιασμένοι. Όσο κοιμόμασταν τα κούτσουρα στη σόμπα είχαν καεί και από το κρύο είχαμε γίνει σαν αρχαία αγάλματα. Θυμήθηκα τον νυχτερινό τρελόγερο αλλά κοιτάζοντας γύρω δεν τον είδα πουθενά. Θα πήγε σπίτι του να κοιμηθεί, συμπέρανα. Ο καφετζής, που αποδείχτηκε πως την έβγαλε πολύ ωραία σκεπασμένος με μια βελέντζα σ’ ένα ντιβάνι, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, άναψε τη σόμπα και μας έφτιαξε τσάι του βουνού, που μας το σέρβιρε με μέλι, παξιμάδια, ελιές και τυρί φέτα. Το ζεστό ποτό μας συνέφερε κάπως.

«Πώς τη βγάλατε;» μας ρώτησε γελαστός.

«Πώς ήθελες να τη βγάλουμε; Σπαρτιάτικα» του απάντησε κακόκεφα ο Γιάννης.

«Θα τη θυμάμαι αυτή τη νύχτα στην Ασφάκα» είπε ο Ουμβέρτος.

Εκείνη την ώρα μπήκε κι ο νταλικέρης, φρέσκος φρέσκος και κεφάτος.

«Καλημερίζω την παρέα» μάς λέει και κάθισε στη σόμπα. «Φτιάξε μου ένα διπλό καφέ με ολίγη» παράγγειλε.

Θυμήθηκα τότε πως ο γέρος είχε μπει μόλις έφυγε ο νταλικέρης.

«Εκείνος ο γέρος, πού να πήγε; Φαίνεται πως έφυγε την ώρα που κοιμόμουνα. Αλήθεια, ντόπιος είναι;» ρώτησα τον καφετζή

«Ποιος γέρος;» απόρησε αυτός.

«Εκείνος ο κοντός, που μπήκε μόλις βγήκε το παλικάρι από δω» του λέω δείχνοντας τον οδηγό.

«Δεν καταλαβαίνω, δεν μπήκε κανένας. Είδες εσύ κανένα γέρο να μπαίνει την ώρα που έβγαινες;» ρώτησε τον νταλικέρη.

«Ψυχή δεν είδα. Όταν ανέβηκα στην καμπίνα όλο το χωριό κοιμόταν. Τα σπίτια ήταν κατασκότεινα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: | 38 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τρίτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Τελειώσαμε το δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζητούν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο.

3

Η κουβέντα δεν προχώρησε άλλο. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Γιάννης καταλάγιασαν λίγο την έξαρσή μας. Νυστάζαμε κιόλας. Κόντευαν μεσάνυχτα.

Επηρεασμένος από αυτά που μόλις είχα ακούσει, έπεσα σε συλλογή. Σκεφτόμουνα πως τα σπίτια έχουν ένα είδος προσωπικότητας, κάτι σαν «ζωή». Όχι τίποτα το μεταφυσικό, αλλά στη συνείδηση ή το υποσυνείδητο των ανθρώπων που έζησαν μέσα ή κοντά σε ένα σπίτι, πρέπει να  έχει απομείνει κάτι από τα συμβάντα που έγιναν σ’ αυτό. Είτε χαρούμενα: γλέντια, γάμοι και χαρές, παιχνίδια παιδιών, είτε λυπητερά: αρρώστιες και θάνατοι, σκοτωμοί και βασανιστήρια. Έχω δει πολλά σπίτια, κλειστά και έρημα, που αποπνέουν όμως κάτι σαν γαλήνη, έναν αέρα ευτυχίας θα έλεγες και άλλα πάλι, επίσης κλειστά και έρημα, που σε τρομάζουν, με την ατμόσφαιρα της αγριότητας που τα περικυκλώνει. Αυτή την εντύπωση μου έκανε το κατάκλειστο, μεγάλο σκοτεινό σπίτι, μόλις το πρωτοείδα, έστω κι αν δεν το παρατήρησα προσεχτικά.

Στο μεταξύ ο νταλικέρης σηκώθηκε, έκλεισε καλά το τζάκετ του, σήκωσε τα πέτα του, φόρεσε το κασκέτο του, κατέβασε τα πλευρικά αυτιά του, μας καληνύχτισε και βγήκε. Καθώς άνοιξε την πόρτα ένα παγωμένο ρεύμα αέρα τρύπωσε στο καφενείο. Ανατρίχιασα. Ευτυχώς η πόρτα έκλεισε αμέσως. Έριξα ένα κούτσουρο στη σόμπα και τράβηξα την καρέκλα μου πιο κοντά της. Ο Γιάννης κοίταξε προς την πόρτα, που είχε κλείσει πίσω από τον νταλικέρη και είπε μονάχα:

«Θα ξεπαγιάσει μέσα στο φορτηγό, ο φουκαράς».

Ο Ουμβέρτος δεν απάντησε. Είχε αποκοιμηθεί πάνω στην καρέκλα του. Ο καφετζής, που  λαγοκοιμόταν κι αυτός ακουμπισμένος πάνω στο τεζιάκι του, σήκωσε το κεφάλι του κι είπε νυσταγμένα:

«Έχει κουβέρτες μέσα στην καμπίνα του».

Κι αμέσως ξανακοιμήθηκε. Σε λίγο είδα τον Γιάννη να κουτουλάει από τη νύστα. Ίσως να αποκοιμόμουν κι εγώ πάνω στην άβολη καρέκλα μου, αν δεν άκουγα ξαφνικά μιαν άγνωστη φωνή να λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: | 68 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά η προηγούμενη δεύτερη συνέχεια κατ’ εξαίρεση είχε δημοσιευτεί Πέμπτη.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Bρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα.

[Είδα πως η συζήτηση βάρυνε και ο νταλικέρης έδειχνε να αδημονεί ακούγοντάς τους. Πιστός στο πνεύμα της «ομάδας των αποβλήτων» προσπάθησα να λαφρύνω λίγο την κουβέντα μας.]

«Μια που το έφερε η κουβέντα στα φαντάσματα, στο δικό μου χωριό, ξέρετε, βγαίνουνε τρία φαντάσματα ή ξωτικά, όπως τα λένε εκεί. Το ένα είναι ενός χωριανού, που ύστερα από ένα φόνο που έκανε στα νιάτα του, έφυγε στην Αμερική αλλά εκεί έγινε γκάνγκστερ και στο τέλος τον απελάσανε και τον ξαναστείλανε πίσω και κάποιος τον εσκότωσε σ’ ένα γδικιωμό. Το φάντασμά του το έβλεπε ταχτικά ο Μήτσακας που είχε μια ταβέρνα στο χωριό. Όπως έλεγε του θείου μου, το φάντασμα ερχόταν να τον δει αργά το βράδυ, σαν έφευγε και ο τελευταίος πελάτης, την ώρα που αυτός, πιωμένος κανονικά, έκλεινε την ταβέρνα. Πιάνανε κουβέντα ανηφορίζοντας προς το σπίτι του. Όταν πλησιάζανε εκεί, γινότανε ταραχή. Το μουλάρι χλιμίντριζε, τα βόδια μουκανίζανε, τα σκυλιά αλυχτούσαν και οι κούροι [κόκορες] κράζανε. Απ’ όξω από το σπίτι το φάντασμα σταματούσε. “Να μην έρθω πιο κοντά και σκιαχτεί η γυναίκα σου” έλεγε και χανόταν στο σκοτάδι.

»Το δεύτερο φάντασμα ήταν ένα “τυλιχταρούδι”, ένα βρέφος φασκιωμένο δηλαδή, που έβγαινε τη νύχτα, όταν είχε πανσέληνο, στη ρεματιά δίπλα στο χωριό μας. Αλίμονο στον ανύποπτο διαβάτη που θα προσπαθούσε να το πάρει στα χέρια του. Έχανε τα συλλοϊκά του.

»Το τρίτο τέλος φάντασμα ήταν “μεσημερίτης”, από κείνα δηλαδή που παρουσιάζονται ντάλα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, σε χαλάσματα ή βράχους που πυρπολεί ο ήλιος ή στις σπάνιες πηγές του τόπου. Ο δικός μας μεσημερίτης εμφανιζόταν στη βρύση, που είναι κοντά στο μοναστήρι του Αϊ-Νικόλα. Ήταν ένας γέρος με μακριά γένια, που πρόβαλε μέσα από το νερό κι αν έκανες το λάθος και του μιλούσες, αυτός μεν χωνόταν πίσω στην πηγή και χανόταν, εσύ δε έχανες τη μιλιά σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2020

Πριν από δυο βδομάδες άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, οπότε η σημερινή δεύτερη συνέχεια ήταν να δημοσιευτεί προχτές, μετατέθηκε όμως εξαιτίας της ανάγκης να αποδοθεί τιμή στον Μανώλη Γλέζο.

Η πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο.

2

Πληρώσαμε το λογαριασμό και μπήκαμε στο αμάξι. Ο Γιάννης κάθισε δίπλα μου και έχοντας έρθει στο κέφι από το κρασί που ήπιε, άρχισε να σιγοτραγουδά . Ως Πειραιώτης και μάλιστα από τα Ταμπούρια, έρεπε προς το ρεμπέτικο. Έτσι ξεκίνησε σότο βότσε με Τσιτσάνη και εμείς τον σιγοντάραμε. Ένα άλλο κοινό σημείο μας, που συνέβαλε πολύ στη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ μας, εκτός από το αίσθημα του χιούμορ, που διαθέταμε και οι τρεις σε επάρκεια, ήταν πως μας άρεσαν το τραγούδι και το κρασί.

Στο μεταξύ όμως ο καιρός χάλασε. Ο λαμπρός και ζεστός ήλιος σκεπάστηκε με σύννεφα και σε λίγο άρχισε να βρέχει.

«Αυτό ήταν εκτός προγράμματος» γκρίνιαξε ο Ουμβέρτος. Το πρωί στην Αθήνα ήταν σχεδόν καλοκαίρι κι εδώ θαρρείς πως είμαστε στο Δεκέμβριο».

Στο μεταξύ η βροχή όλο και δυνάμωνε και στο τέλος έβρεχε με το τουλούμι. Οδηγούσα πολύ προσεχτικά, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουνε στο φουλ και τελικά άναψα το καλοριφέρ, γιατί οι ανάσες μας είχαν θαμπώσει τα τζάμια. Η βροχή δεν έδειχνε τάσεις ύφεσης. Αντίθετα οι συνεχείς αστραπές και βροντές δείχνανε πως θα συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.

Τα πράματα χειροτέρεψαν όταν βγήκαμε από τον κύριο δρόμο Τρίπολης – Καλαμάτας και ακολουθήσαμε τον επαρχιακό που θα μας οδηγούσε στον προορισμό μας. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και σε μισή ώρα βρεθήκαμε σε ένα απροσδόκητο μποτιλιάρισμα. Μπροστά μας πήγαιναν με πολύ μικρή ταχύτητα τουλάχιστον έξι αυτοκίνητα, δυο ΙΧ, τρία αγροτικά και μια νταλίκα. Περάσαμε εν πομπή τους δρόμους ενός πανάθλιου χωριού και στο τέλος ακινητοποιηθήκαμε, δυο χιλιόμετρα πιο κάτω. Βλαστημώντας μέσα μου για την αναποδιά, έριξα πάνω μου την καμπαρντίνα και βγήκα να δω τι συμβαίνει. Το ίδιο φαίνεται πως είχαν σκεφτεί και οι οδηγοί των προπορευόμενων οχημάτων, ο δε οδηγός της νταλίκας, που πήγαινε μπροστά μπροστά, μας εξήγησε την αιτία.

«Τα νερά πήρανε τη γέφυρα. Βρε ατυχία!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Ογδόνταζ, Παραεπιστήμη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 120 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2020

Κάπως «κόντρα στην επικαιρότητα», αρχίζω από σήμερα να δημοσιεύω, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Ήδη δημοσιεύσαμε το πρώτο διήγημα του βιβλίου, τη νουβέλα «Χθόνια Οδύσσεια» (εδώ η τελευταία συνέχεια). Τούτο το δεύτερο διήγημα είναι μικρότερο, λογαριάζω πως θα χρειαστεί 5 συνέχειες περίπου.

Η σημερινή πρώτη συνέχεια, που είναι όλο το πρώτο κεφάλαιο, έχει έντονο αυτοβιογραφικό χρώμα -τέτοια ήταν τα επαγγελματικά ταξίδια που έκανε ο πατέρας μου με την ομάδα των «απόβλητων», των μηχανικών της Αγροτικής Τράπεζας, ενώ και τα ονόματα των δυο συναδέλφων του είναι τα πραγματικά -άλλωστε αφιερώνει το διήγημα στη μνήμη του ενός, του Γιάννη Δαλέζιου. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985.

Το ξέρω βέβαια ότι άλλον καημό δεν είχαμε από το να διαβάζουμε για συναδελφικά καλαμπούρια και παρατσούκλια, αλλά ίσως η αφήγηση αυτή μας περισπάσει από τη ζοφερήν επικαιρότητα -που άλλωστε θα την ξαναβρούμε αμέσως μετά, και στη ζωή μας και στο ιστολόγιο.

ΝΥΧΤΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

 Στη μνήμη του Γιάννη Δαλέζιου

1

Εμένα, τον Γιάννη και τον Ουμβέρτο, στην Τράπεζα που δουλεύαμε μας έλεγαν «απόβλητους», όχι για κανέναν υποτιμητικό λόγο, αλλά γιατί αποτελούσαμε ομάδα εργασίας για την επεξεργασία των αποβλήτων των γεωργικών βιομηχανιών. Mας άρεσε πολύ η δουλειά που κάναμε και στάθηκε αφορμή να δεθούμε με κάτι περισσότερο από συναδελφικότητα, με αληθινή φιλία, μ’ όλο που και οι τρεις μας διαφέραμε τελείως, σχεδόν σε όλα: στον χαρακτήρα, στα γούστα, στη νοοτροπία και στην πολιτική τοποθέτηση. Εκεί που ταιριάζαμε ήταν στο ενδιαφέρον που είχαμε για τη δουλειά μας, καθώς συνδύαζε την έρευνα με την εφαρμογή. Μπορούσαμε να δούμε πολύ σύντομα τα αποτελέσματα των σχεδιασμών μας και επί πλέον μας έδινε την ευκαιρία να κάνουμε πολλά ταξίδια.

Στα τρία χρόνια που είχαμε συγκροτήσει αυτή την ομάδα, αλωνίσαμε την Ελλάδα. Ένα άλλο πλεονέκτημα που είχε η δουλειά μας, και για το οποίο μας ζήλευαν οι άλλοι συνάδελφοί,  ήταν η απόλυτη ελευθερία μας στον προγραμματισμό και την οργάνωση των υπηρεσιακών μεταβάσεών μας. Αφού συνεννοούμασταν με τη Βιομηχανία ή τον Συνεταιρισμό ή την Ένωση Συνεταιρισμών, που παρουσίαζαν σχετικό πρόβλημα, είχαμε το ελεύθερο να πράξουμε ό,τι κρίναμε απαραίτητο, ενημερώνοντας απλώς τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Τεχνικών Έργων της Τράπεζας, για το πού θα πηγαίναμε και πόσο θα λείπαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in παρατσούκλια, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Ογδόνταζ, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 114 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 7

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, περιπλανιώνται μέσα στη σπηλιά και βρίσκουν τον πυθμένα του αρχαίου Καιάδα.

Μείναμε κάμποσο στο νέο στέκι μας, αλλά τα τρόφιμά μας είχαν λιγοστέψει πολύ. Μας έμεναν δέκα κονσέρβες κρέας, πέντε γάλα και ένα σακούλι γαλέτες. Μόνο νερό είχαμε άφθονο. Τέλειωσαν και οι λάμες της ξυριστικής μηχανής και αναγκαστικά πάψαμε να ξυριζόμαστε. Κάποτε αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Η πορεία μας στη φάση αυτή, ήταν πραγματικός εφιάλτης. Δε βρήκαμε πουθενά κανένα φωτεινό άνοιγμα. Στο τέλος σώθηκε το πετρέλαιο και περπατούσαμε στα τυφλά, ανάβοντας μόνο σε αραιά διαστήματα ένα κερί. Από τα σπερματσέτα μας είχανε μείνει τρία και τα σπίρτα ήταν λιγοστά. Πραγματικά, τότε ένιωσα πως τα ψωμιά μας σώθηκαν, πως θα μέναμε για πάντα θαμμένοι στα έγκατα της γης. Ούτε μπορώ να υπολογίσω πόσα μερόνυχτα περπατούσαμε στα σκοτάδια, όταν φτάσαμε πάλι σε μια λίμνη. Στο φέγγος του κεριού κατάλαβα πως ήταν πολύ μεγάλη. Πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες δύο που είχαμε βρει στο δρόμο μας.

«Νερό βρε Ηλία» άκουσα το Γρηγόρη να ψιθυρίζει. Καθώς το παγούρι μου είχε αδειάσει έσκυψα και το γέμισα από το νερό της λίμνης. Παραξενεμένος τον είδα να το φτύνει αμέσως

«Θάλασσα» μου λέει.

Δοκίμασα κι εγώ και είδα πως το νερό ήταν αλμυρό! Πού βρέθηκε θάλασσα τόσο βαθιά μέσα στο βουνό; Ή μήπως δεν ήμασταν τόσο βαθιά; Πήρα κουράγιο.

«Γρηγόρη» του λέω, «μου φαίνεται πως γλιτώσαμε. Φτάσαμε στη θάλασσα. Ξεκουράσου εδώ και θα προχωρήσω να δω πού είναι η έξοδος».

«Μην αργήσεις Ηλία, μη μ’ αφήσεις μονάχο» μου λέει, τόσο παρακλητικά, που τόνε λυπήθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , | 73 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 6

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά και ο Ηλίας εξερευνώντας την κάτι βρίσκει…

Πραγματικά σε μισή ώρα έφτασα σε ένα είδος θολωτό μπαλκόνι, όπου τέλειωνε ο διάδρομος.

Θαμπώθηκα πάλι από το φως της μέρας, μια που πάνω μου ήταν ο ανοιχτός ουρανός και από το χρώμα του κατάλαβα ότι σουρούπωνε. Πλήθος νυχτερίδες διασχίζανε τον αέρα μπροστά μου, ενώ ψηλότερα, κοράκια κι άλλα πουλιά φτεροκοπούσαν πάνω από τα βράχια για να κουρνιάσουν, όπως κάνουν όλα τα πουλιά πριν πέσει το σκοτάδι. Παρατηρούσα αχόρταγα γύρω μου, γιατί τόσες μέρες στο σκοτάδι είχα χάσει την αίσθηση του χώρου και τη χαρά να βλέπεις μακριά. Ήταν σα να βρισκόμουν στο θεωρείο ενός πέτρινου θεάτρου. Κάτω μου απλωνόταν μια σχεδόν επίπεδη έκταση, σαν να ήταν η πλατεία αυτού του θεάτρου, που την έκλειναν ολόγυρα πανύψηλοι κάθετοι βράχοι. Επιτέλους, σκέφτηκα, να λοιπόν που βγήκα έξω από τη σπηλιά.

Τρεις ώρες αργότερα έδινα αναφορά στον Γρηγόρη. Χάρηκε πολύ, που βρήκα μιαν έξοδο και ανακουφισμένοι, φάγαμε και  πέσαμε να κοιμηθούμε, για να πάρουμε δυνάμεις. Την επαύριο μας περίμεναν πάλι  μεταφορές και πολλά πηγαινέλα.

Όπως είχαμε καθιερώσει προχώρησα κουβαλώντας όσα μπορούσα να σηκώσω και τα απόθεσα στο «θεωρείο». Ο Γρηγόρης μόνο μια φορά έκανε τη διαδρομή, κουβαλώντας όσα μπορούσε να σηκώσει. Εγώ χρειάστηκε να την κάνω άλλες δυο φορές. Συνολικά η μεταφορά μας έφαγε εννιά ώρες και έτσι περιοριστήκαμε να φάμε για βράδυ και να κοιμηθούμε, για πρώτη φορά κάτω από έναστρο ουρανό. Για λόγους ασφαλείας δεν ανάψαμε φανάρια, αλλά είχαμε πια συνηθίσει να βλέπουμε στα σκοτεινά και μας βοηθούσε η λαμπρή αστροφεγγιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , | 92 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά.

3

Σταμάτησε πάλι να μιλά και βυθίστηκε σε σκέψεις. Εμείς, συνεπαρμένοι από τη διήγησή του, περιμέναμε τη συνέχεια, χωρίς να λέμε τίποτα. Κάποτε, συνέχισε:

Ο Γρηγόρης το παρατήρησε πρώτος.

«Δε σου φαίνεται πως το νερό δεν τρέχει πια στο λαγούμι;» μου λέει.

Πραγματικά εκεί που κελάρυζε τρέχοντας στο λαγούμι της μπασιάς, τώρα  έμοιαζε στάσιμο. Άναψα ένα φανάρι και πήγα πιο κοντά να δω. Το νερό όχι μόνο δεν έτρεχε πια, αλλά λίμναζε και ανεπαίσθητα η έκταση που έπιανε στην αρχή του λαγουμιού σα να μεγάλωνε.

«Ώρες είναι να χτίσανε τη μπασιά» μου λέει. «Άλλη εξήγηση δε βρίσκω».

Η διαπίστωση αυτή μας προβλημάτισε πολύ: αν πραγματικά μας πήραν είδηση και χτίσανε τη μπασιά, αργά η γρήγορα το νερό θα ανέβαινε και στον υπόγειο ναό που είχαμε εγκατασταθεί. Πόσο ψηλά θα ανέβαινε δεν μπορούσαμε για την ώρα να υπολογίσουμε. Ο Γρηγόρης έβαλε σημάδια με πετραδάκια στα όρια της λούμπας που σχηματίστηκε εκεί που ήταν πριν η αρχή του λαγουμιού και σημείωσε στο ρολόι του την ώρα. Σε πέντε ώρες είδαμε πως το νερό είχε ξεπεράσει τα σημάδια και απλωνόταν. Μας έζωσαν μαύρα φίδια.

«Πρέπει να δούμε αν αυτό το άνοιγμα εκεί πέρα, οδηγεί πουθενά, γιατί δε μας βλέπω να μένουμε άλλο εδώ» μου λέει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: | 47 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Ολοκληρώνουμε σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, έχουν καταφύγει στη σπηλιά.

Βέβαια, επειδή σήμερα έχουμε και τη γιορτή του Αγιαννιού, που γιορτάζει η μισή Ελλάδα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και τις Ιωάννες, στον Γιάννη Ιατρού και όλους τους άλλους φίλους που γιορτάζουν, με ένα παλιό άρθρο.

Σιγά σιγά οργανώσαμε τη ζωή μας μέσα στη σπηλιά. Ευτυχώς είχαμε τρόφιμα, άφθονο νερό και ζεστά ρούχα. Μονάχα φως δεν είχαμε κι αυτό στην αρχή μας κόστιζε πολύ. Ζωή τυφλοπόντικων κάναμε. Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που μόλις το διαπερνούσε το φέγγος από το ένα φανάρι και δεν τολμούσαμε να ανάψουμε τα άλλα τρία. Θα σωνότανε το πετρέλαιο κι ύστερα τι θα κάναμε;  Τα σπερματσέτα θα τέλειωναν κι αυτά πολύ γρήγορα.

«Ώρες είναι να στραβωθούμε, έτσι που ζούμε στο σκοτάδι» λέω μια μέρα του Γρηγόρη.

«Εσύ δεν έχεις ανάγκη, αφού βγαίνεις κάθε τόσο και βλέπεις ήλιο» με παρηγόρησε.

Πραγματικά, επιχείρησα άλλες τρεις κατοπτεύσεις έξω από τη σπηλιά, μόνο που στην πρώτη, όταν βγήκα, ήταν νύχτα. Βλέπεις δεν μπορούσαμε ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε το χρόνο. Αν δεν είχαμε τα ρολόγια μας θα ήταν σα να μην κυλούσε καθόλου. Αλλά κι αυτά δε μας βοηθούσαν σε τίποτα. Δείχνανε να πούμε οχτώ, αλλά αν ήταν οχτώ το πρωί ή οχτώ το βράδυ, δεν το ξέραμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Τελικά ο Γρηγόρης προσπάθησε να υπολογίσει τις μέρες που ήμασταν θαμμένοι, με βάση τη συχνότητα που μας ερχόταν η όρεξη να φάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Παρά το ότι σήμερα είναι παραμονή Χριστουγέννων, προτίμησα να μη διακόψω τη δημοσίευση, αφού και η επόμενη Τρίτη είναι εξίσου σημαδιακή και μάλιστα από τώρα καπαρωμένη αφού την άλλη Τρίτη θα δημοσιευτούν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, μπορείτε να το κάνετε τώρα!

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο της νουβέλας.

2

Έμεινε για λίγην ώρα σιωπηλός και συλλογισμένος. Εμείς, μ’ όλο που μας είχε συναρπάσει η αφήγησή του δεν λέγαμε λέξη. Περιμέναμε τη συνέχεια.

Είχαμε απομείνει απ’ όλο το τάγμα πέντε. Ο Πρεκεζές σκοτώθηκε, το ίδιο κι ο Καμαρινός, όπως μάθαμε τότε…

«Για στάσου» τον διέκοψα, «ο Καμαρινός, ο Αρίστος Καμαρινός εννοώ, γλίτωσε».

Το ξέρω πως γλίτωσε, τότε όμως είχαμε ακούσει πως σκοτώθηκε. Αργότερα μάθαμε την αλήθεια, πως έμεινε κρυμμένος δεκατρία ολόκληρα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού ενός φίλου του, μέσα στην Καλαμάτα! Σκοτώθηκαν όμως όλοι οι άλλοι ηγέτες του αντάρτικου, ο Σταθάκης, ο Κανελλόπουλος, ο Σφακιανός, ο Ρογκάκος, ο Μπασακίδης, ο Πέρδικας, όλοι. Δύο μονάχα παραδόθηκαν, ο Μπελάς και ο Κονταλώνης. Ο στρατός, αφού ξεκαθάρισε τη βόρεια Πελοπόννησο, ήρθε στα μέρη μας και αυτή τη φορά μας διέλυσε. Δεν ήταν μονάχα η τρομακτική διαφορά σε μαχητές και πολεμικό υλικό, ήταν πως δεν είχαμε πια κανένα έρεισμα στα χωριά, ακόμα και στα τελείως δικά μας.

Ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί. Δεν ήταν μαζί μας. Φοβόντουσαν να μας δώσουν την παραμικρή πληροφορία, γιατί θα τους χαρακτήριζαν «αυτοαμυνίτες» ή «καπαπίτες» και τους περίμενε ντουφέκι. Ούτε νερό μας δίνανε, μην τους πούνε «ληστοτρόφους», οπότε θα τους έστελναν εξορία.  Πίσω από το Στρατό αλωνίζανε οι χιτομάυδες. Εσείς που είχατε πάει στην Αθήνα, δεν μπορείτε να συλλάβετε αυτά που γίνονταν εδώ. Δεν πιάνανε πια αιχμαλώτους. Μόλις τους έπιαναν τους εκτελούσαν. Πολλούς αξιωματικούς μας τους λυντσάρανε ή τους έκαψαν ζωντανούς. Γέμισαν οι στύλοι και τα δέντρα με κομμένα κεφάλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 82 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 10 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του. Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου ο Ηλίας διηγείται πώς ο πατέρας του τού είχε δείξει τη σπηλιά που «μπορεί να μας φανεί χρήσιμη».

Εδώ ο Ηλίας σταμάτησε για πολλήν ώρα και το πρόσωπό του συννέφιασε. Ποιος ξέρει τι συλλογιζόταν. Κατόπιν αναστέναξε αδιόρατα και συνέχισε:

Και δεν άργησε να φανεί χρήσιμη. Όχι στην Κατοχή. Τότε τα πράγματα ήταν εύκολα. Είχαμε τον κόσμο μαζί μας, και στην ύπαιθρο, που από το καλοκαίρι του ’43 ήταν ολόκληρη ελεύθερη, κυριαρχούσαμε απόλυτα. Είχαμε εξασφαλίσει πραγματική τάξη. Όπως έλεγε ο πατέρας μου «έχανες το ζωντανό σου και δεν ανησυχούσες. Όπου να το βρίσκανε θα σου το στέλνανε, από οργάνωση σε οργάνωση, πίσω». Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί ήταν κλεισμένοι στις πόλεις και οι συνεργάτες τους είχαν λουφάξει. Τι να σου τα λέω τώρα, τα έζησες και τα ξέρεις. Αφού τον Μάρτη του ’44 έγιναν και εδώ, όπως σ’ όλη την Ελεύθερη Ελλάδα, εκλογές. Από την επαρχία μας βγήκαν δυο εθνοσύμβουλοι, βουλευτές δηλαδή στο Εθνικό Συμβούλιο, τη Βουλή των Βουνών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκαοχτώ και ψήφισα. Τότε για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες και οι νέοι πάνω από τα δεκαοχτώ. Η ελληνική πολιτεία μόλις το 1956 έδωσε και πάλι αυτό το εκλογικό δικαίωμα στις γυναίκες, που τους είχε δώσει τότε η λαϊκή εξουσία.

Τα δύσκολα άρχισαν σαν παραδώσαμε τα όπλα, ενώ οι ταγματασφαλίτες, εξοπλισμένοι από τους Άγγλους, από προδότες και διωκόμενοι που ήτανε, γίνανε εθνικόφρονες και διώκτες μας. Εγώ αυτά δεν τα έζησα από κοντά, γιατί μόλις τέλειωσα το γυμνάσιο ανέβηκα στην Αθήνα να σπουδάσω. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο στη Φιλοσοφική Σχολή και σκόπευα να γίνω αρχαιολόγος. Δεν ξέρω αν βρέθηκες στην Αθήνα εκείνον τον καιρό, ’46 με ’47 και πώς σου φάνηκε. Εμένα πάντως με μάγεψε. Και η πόλη και οι άνθρωποι. Γίνονταν τότε, πριν το νόθο δημοψήφισμα, τεράστιες συγκεντρώσεις για τη Δημοκρατία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μ’ όλο που στις βουλευτικές εκλογές κάναμε αποχή, δε θέλαμε εμφύλιο πόλεμο, θέλαμε να δουλέψουμε και να ανοικοδομήσουμε τον τόπο μας.

Όταν έφτασα στην Αθήνα ήρθα αμέσως σ’ επαφή με την Οργάνωση. Στην αρχή σύχναζα απλώς στην κεντρική λέσχη της, στην οδό Ακαδημίας 15. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια και το κέφι αυτών των παιδιών. Εμείς στον τόπο μου ήμασταν μάλλον κοιμισμένοι. Μου έκανε επίσης εντύπωση μια έκδηλα ευνοϊκή στάση όχι μόνο προς τους Σοβιετικούς αλλά και προς τους Αμερικάνους, ενώ στα μέρη μου η προτίμησή μας έκλινε αποκλειστικά προς τους Ρώσους. Στη λέσχη έμαθα ένα καινούργιο επονίτικο τραγούδι: «ΕΠΟΝ ΕΠΟΝ είσαι ο εχθρός των φασιστών», που η μελωδία του ήταν παρμένη από μια αμερικάνικη οπερέτα, καθώς και τον «Ύμνο του λόχου σπουδαστών Λόρδος Μπάυρον», το «Γεια χαρά σπουδάζουσα νέα γενιά», που η μελωδία του ήταν ένα αμερικάνικο εμβατήριο. Γενικά, μετά τους Γερμανούς, που εξακολουθούσαμε όλοι οι Έλληνες να αποστρεφόμαστε, οι τωρινοί εχθροί μας ήταν οι Άγγλοι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Οι Αμερικάνοι ήταν ακόμα πολύ μακριά.

«Κυκλοφορούσε τότε το περιοδικό μας η Νέα Γενιά, θα το θυμάσαι βέβαια. Πολύ ωραίο, με ζωντανή ύλη και πολλά ποιήματα. Θυμάμαι ακόμα ένα ποίημα που διάβασα στο περιοδικό και που μ’ άρεσε πολύ, καθώς ήμουνα τότε ερωτευμένος με μια συναγωνίστρια. Το θυμάμαι ακόμα απέξω, άκου το», μου λέει κι άρχισε να απαγγέλλει:

Σε γνώρισα αδερφοποιτή στη μάχη
της λευτεριάς, ακλόνητη κολόνα,
Σουλιώτισσα καινούργια κι Αμαζόνα
κι είπα η Ελλάδα την ψυχή σου θα ’χει.

Έτσι στο νου μου, ένα εσύ μ’ Εκείνη,
θα σου το πω το αγνό μου μυστικό,
υψώθηκες πανώριο ιδανικό
κι έδωσες φως και νόημα στην Ειρήνη.

Τώρα που το ντουφέκι έχουμ’ αφήσει
στο πρόσταγμα της μάνας λευτεριάς
και σ’ άλλο στίβο αγώνα έχουμ’ αρχίσει
στρατιώτες της δουλειάς και της χαράς.

έλα ακριβή στον ήχο της καρδιάς μας
να κάνουμε τραγούδι τη ζωή,
κι από την άγια φλόγα της γενιάς μας
σε νέα γενιά να δώσουμε πνοή.

Ακούγοντάς τον να απαγγέλλει, θυμήθηκα το ποίημα. Θυμήθηκα και το ωραίο εκείνο περιοδικό μας και την πρώτη μας νιότη και συγκινήθηκα.

 «Ωραίο ποίημα, το είχα κι εγώ διαβάσει στη Νέα Γενιά. Εσύ όμως το θυμάσαι ακόμα απέξω. Ξέρεις ποιανού ποιητή είναι;»

«Να σου πω δε θυμάμαι πια».

«Θυμάσαι όμως το ποίημα. Πρέπει να έχεις γερή μνήμη».

«Από μνήμη άλλο τίποτα. Είναι το μόνο που πάντα διέθετα σε επάρκεια. Πάντως το ποίημα αυτό, πέρα από το ρομαντισμό του, εξέφραζε και το πώς σκεφτόμασταν τότε. Να γίνουμε στρατιώτες της δουλειάς σε έργα ειρηνικά. Μόνο που δε μας άφησαν.

Από τον τόπο μου έρχονταν ανατριχιαστικές ειδήσεις. Σκοτωμοί, ξυλοδαρμοί, πυρπολήσεις σπιτιών. Τα ξέρεις τώρα, τι να στα λέω. Τις αδερφές μου, που πήγαιναν στο γυμνάσιο της Καλαμάτας και ήταν φυσικά Επονίτισσες, μια μέρα οι Μαγκανάδες τις κούρεψαν και παραλίγο να τις βιάσουν. Καταλαβαίνεις; Αυτά που κάνανε οι Γάλλοι μακί στις συνεργάτισσες των Γερμανών τα κάνανε εδώ οι συνεργάτες των Γερμανών στις κοπέλες της Αντίστασης! Έγραψα τότε στους δικούς μου να έρθουν στην Αθήνα. Είχαμε συγγενείς στον Πειραιά και θα τη βολεύαμε. Η μάνα μου με τα κορίτσια ήρθανε και έτσι γλίτωσαν, ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει το σπίτι και το χτήμα.

“Δεν τα φοβάμαι εγώ αυτά τα ψοφίμια. Υπεράσπισα τον τόπο μου όταν μας χτύπησαν οι Ιταλοί, τον υπεράσπισα σαν μας καταχτήσανε, θα τον υπερασπίσω και τώρα” μου ’γραψε».

Εμένα όπως καταλαβαίνεις με είχανε ζώσει μαύρα φίδια. Τώρα δεν ήταν όπως τότε. Τώρα θα ήταν ολομόναχος. Όλοι οι δικοί μας ή σκοτώθηκαν ή είχαν ανεβεί στην Αθήνα. Ήξερα βέβαια πως δεν είχε παραδώσει το ντουφέκι του, που το είχε φέρει μαζί του στην οπισθοχώρηση από την Αλβανία και το είχε σε όλη τη διάρκεια που πολεμούσε στον ΕΛΑΣ, αλλά τι μπορούσε να κάνει μονάχος του, μόνο αν έβγαινε πάλι στο βουνό.

Τελικά δε σώθηκε. Αυτό το έμαθα δυο μήνες μετά, όταν ένας συγχωριανός μας που ανέβηκε στην Αθήνα, μας τα είπε.Πήγαν να τον πιάσουν κάπου είκοσι ένοπλοι χίτες. Αντιστάθηκε ώσπου του τέλειωσαν οι σφαίρες και τότε τον σκότωσαν, ανατινάξανε τις στέρνες, κόψανε όλες τις ελιές, σκότωσαν όλα τα ζωντανά, κάψανε το σπίτι και στη σπασμένη πόρτα του κάρφωσαν το κομμένο κεφάλι του πατέρα μου. Όπως έλεγαν κατόπιν καμαρώνοντας «ξεκλήρισαν μια κόκκινη φωλιά στη Μάνη».

Δεν μπόρεσα ποτέ να συνέλθω από την είδηση. Τον αγαπούσα βλέπεις πολύ τον γέρο μου. Μια βδομάδα έκανα σαν τρελός. Μ’ έπιασε αληθινή μανία. Δε με χώραγε το σπίτι. Η μάνα μου κι οι αδερφάδες μου δεν ήξεραν πώς να με συνεφέρουν, οι συμφοιτητές μου τα είχαν χάσει έτσι που με βλέπανε.

Τελικά αποφάσισα να πάρω το αίμα του πίσω. Χωρίς να πω τίποτα στη μάνα μου και στις αδερφές μου, πήρα το καράβι και πήγα στην Καλαμάτα. Βρήκα κάποιους συναγωνιστές, που μ’ έφεραν σ’ επαφή με τους αντάρτες και την άνοιξη του ’47 βγήκα στο βουνό. Κατατάχτηκα στο αρχηγείο Μαίναλου με αρχηγό τον Σαρηγιάννη. Με βάλανε στην ομάδα του Πέρδικα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σπουδαίος άνθρωπος ήταν!

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιαννακούρας, το Πέρδικας ήταν ψευδώνυμό του, αλλά πολλοί τον φώναζαν και Τσαπάγεφ, από τον ήρωα μιας σοβιετικής ταινίας, από τις πρώτες που είχαν έρθει μετά την απελευθέρωση και που είχαμε προλάβει να δούμε. Απλός, αμόρφωτος χωριάτης, όμως με μυαλό μεγάλου στρατιωτικού, με κύρος μεγάλου πολιτικού και με την έμφυτη σοφία του απλού ανθρώπου. Αν καθίσω και σας διηγούμαι για τον Πέρδικα, θα ξημερωθούμε και δε θα προφτάσω να σας πω την περιπέτεια που έζησα.

Ένα μόνο θα σας πω, για να καταλάβετε γιατί τον είπα σοφό: Σε μας, στο αντάρτικο, ένα σοβαρό πρόβλημα ήταν οι ψείρες. Ανυπόφορο βάσανο, που δεν ξέραμε πώς να το αντιμετωπίσουμε. Είχαμε μάθει πως στις πόλεις τελευταία τις αντιμετώπιζαν με ένα θαυματουργό αμερικάνικο εντομοκτόνο, το ΝτιΝτιΤί, εμείς όμως πού να το βρούμε στο βουνό. Λοιπόν ο Πέρδικας βρήκε μια καταπληκτική λύση. Είχε επισημάνει κάποια δέντρα ή θάμνους όπου ανεβοκατέβαιναν συνεχώς μερμήγκια. Λοιπόν κρεμάγαμε ή ακουμπάγαμε τα ψειριασμένα ρούχα μας σ’ αυτά τα δέντρα και σε λίγο γέμιζαν με μερμήγκια που άρπαζαν τις ψείρες και τις πήγαιναν στη φωλιά τους. Σε δυο ώρες και το πιο ψειριασμένο ρούχο ήταν καθαρό από ψείρες και κόνιδες. Καταπληκτικό έ;

Σπουδαία παλικάρια ήταν και τα αδέρφια Δουμουλάκη, που τα γνώρισα, ιδίως ο Ετεοκλής, που όπως θα έμαθες, πέθανε το ’52 από την πείνα και τα τραύματά του, κλεισμένος, ποιος ξέρει πόσον καιρό, σε μια σπηλιά. Εγώ όμως ήθελα να πάω στο αρχηγείο του Ταΰγετου, κοντά στους δικούς μου. Ήξερα άλλωστε και τον Καμαρινό και τον Κονταλώνη και τον Πρεκεζέ, που ήταν μαζί με τον πατέρα μου στον ΕΛΑΣ.

Αυτό το πέτυχα στις αρχές του ’48, όταν ήρθε από την Πίνδο ο στρατηγός, ο Στέφανος Γκιουζέλης με το επιτελείο του και αναδιοργανώθηκε όλο το αντάρτικο του Μοριά. Έγινε η Τρίτη Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού και συγκροτήθηκαν δύο Ταξιαρχίες, ενώ τα παλιά αρχηγεία γίνανε Δυνάμεις Χώρου. Την άνοιξη του ’48 με στείλανε στο δεύτερο Τάγμα της 55ης Ταξιαρχίας. Τότε κυριαρχούσαμε σ’ όλο τον Μοριά, εκτός από τις πόλεις και τα κεφαλοχώρια. Είχαμε φτιάξει κανονικό κράτος, με λαϊκή αυτοδιοίκηση και λαϊκά δικαστήρια. Βγάζαμε και εφημερίδα, τον Μωριά, τυπωμένη σε κανονικό τυπογραφείο, όχι σε πολύγραφο. Λειτουργούσανε δημοτικά σχολεία σε όλα τα ελεύθερα χωριά και σε ορισμένα, όπως στα Τρόπαια και σ’ άλλα, λειτούργησε και γυμνάσιο. Μέχρι και παιδαγωγική ακαδημία δημιουργήθηκε στην Κοντοβάζαινα, για να βγάζει δασκάλους.

Γενικά στην ύπαιθρο επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός και είχαν προσχωρήσει σε μας πολλοί νέοι, εκτός του ότι πολλοί στρατιώτες που πιάσαμε αιχμαλώτους στις μάχες, ήταν παλιοί αριστεροί και αυτομολήσανε σε μας. Ο μεγάλος αριθμός των ανταρτών όμως χρειαζόταν και αξιωματικούς που εμείς δεν είχαμε. Τότε, το φθινόπωρο του ’48, ιδρύθηκε Σχολή Αξιωματικών του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοναστήρι, κοντά στη Δίβρη. Με πρόταση του Πρεκεζέ, με στείλανε εκεί. Διοικητής της Σχολής ήταν ο Κώστας ο Κανελλόπουλος. Εκπληκτικός άνθρωπος. Πολύπλευρα μορφωμένος και ταυτόχρονα άνθρωπος της δράσης, και με διοικητικά χαρίσματα. Ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και ήταν αξιωματικός στον ΕΛΑΣ. Μετά τη Βάρκιζα πέρασε από το Μπούλκες και στο Μοριά ήρθε με τον Γκιουζέλη και το άλλο επιτελείο.

Μη θαρρείς πως κάναμε μόνο μαθήματα σε αίθουσες. Τα πιο πολλά γίνονταν στις ασκήσεις και στις μάχες. Η φοίτηση ήταν τρίμηνη και μόλις αποφοίτησα με ξαναστείλανε, ανθυπολοχαγό πια, στο Τάγμα μου. Εκεί συνάντησα τον Επίτροπο του Τάγματος. Ήταν Μανιάτης, παλιός κομμουνιστής, που είχε κάνει στην Ακροναυπλία, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει, όταν τους παραδώσανε στους Γερμανούς κι αυτοί τους κλείσανε στο Χαϊδάρι. Στην αρχή, να σου πω, δε μου γέμιζε το μάτι. Έκανε σα να τα ’ξερε όλα. Ύστερα, ενώ εκείνον τον καιρό ήμασταν όλοι αισιόδοξοι, πως όπου να ’ναι θα καταρρεύσει ο μοναρχοφασισμός, αυτός ήταν συγκρατημένος. Όχι πως ήταν απαισιόδοξος ή ηττοπαθής, αλλά νά, μας προσγείωνε στην πραγματικότητα, καμιά φορά άγαρμπα.

Θυμάμαι μια συζήτηση, στην έδρα του τάγματός μας. Ήτανε αρχές Δεκεμβρίου θυμάμαι και μόλις είχα γυρίσει από τη Σχολή στο Τάγμα. Είχαμε τότε πολύ κουράγιο και μεγάλον ενθουσιασμό και σχεδιάζαμε να προχωρήσουμε σε καταλήψεις πόλεων για να διευρύνουμε την απελευθερωμένη περιοχή μας. Ο επίτροπος όμως μας προσγείωσε.

«Να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα» μας λέει. «Δεν έχουμε λύσει δυο βασικά προβλήματα: τον ανεφοδιασμό μας με πολεμικό υλικό και τις εφεδρείες. Ώς τώρα οι μοναρχοφασίστες έχουν ρίξει όλο το βάρος τους στο Γράμμο κι εδώ έχουν αφήσει τη Χωροφυλακή, τους μάυδες και κάτι μικρές μονάδες του Στρατού για να μας συγκρατούν, αλλά ώς πού θα πάει αυτό; Η κυριαρχία του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοριά διαψεύδει το κυριότερο επιχείρημά τους περί “έξωθεν επιβουλής”. Δε θα μας αφήσουν ήσυχους. Πρέπει λοιπόν από τώρα να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε κάποια μεγάλη μονάδα του μοναρχοφασιστικού στρατού. Ανεξάρτητα από το πώς θα λύσουμε το πρόβλημα του ανεφοδιασμού μας, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε μερικά σίγουρα, απρόσιτα στον εχθρό καταφύγια, για τους τραυματίες και τα εφόδιά μας».

Τότε τον πήρα παράμερα και του μίλησα για τη σπηλιά.

Είδα πως ενδιαφέρθηκε ζωηρά.

«Την άλλη βδομάδα, που θα κάνουμε μιαν επιθετική κρούση προς την Καστανιά, θα έρθεις μαζί και στο γυρισμό θα μου τη δείξεις» μου λέει.

Πράγματι, γυρνώντας από την επιχείρηση, που ήταν πολύ εύκολη και αναίμακτη, πήγαμε οι δυο μας κι ένας ακόμα έμπιστος αντάρτης, ο Αποστόλακας και τους έδειξα τη σπηλιά.Μπήκαμε μέσα και προχωρήσαμε ώς τον «υπόγειο ναό». Ο επίτροπος εντυπωσιάστηκε. Όταν γυρίσαμε στο Τάγμα το κουβέντιασε με τον Θόδωρο Πρεκεζέ, τον διοικητή μας.

«Μπορούμε να την κάνουμε νοσοκομείο για τους τραυματίες μας, βάση εφοδιασμού και εν ανάγκη κρησφύγετο» του έλεγε.

Ο Αποστόλακας όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις.

«Δεν κάνει για νοσοκομείο και για βάση ανεφοδιασμού. Και ξέδρομα είναι και εύκολα κλείνεται. Ύστερα, δεν είδατε πως από μέσα της βγαίνει νερό; Αν φράξουνε τη μπασιά της, που εύκολα χτίζεται, έτσι στενή που είναι, θα πλημμυρίσει κι όσοι βρεθούνε μέσα θα πνιγούν σαν τα ποντίκια, όπως πάθανε οι Καλλιαζιώτες».

Και μας εξήγησε πως τον καιρό της Επανάστασης, ο Μπραήμης, αφού αποκρούστηκε στη Βέργα του Αρμυρού και στον Δυρό, προσπάθησε, για τρίτη φορά, να μπει στη Μάνη, από τα ανατολικά τώρα. Τότε τα γυναικόπαιδα και οι γέροι ενός χωριού, της Κάλλιαζης, που βρισκόταν πάνω στο δρόμο του, καταφύγανε σε μια σπηλιά, όπου μέσα υπήρχε και πηγή.

Μετά τη νίλα που έπαθαν στον Πολυάραβο, οι στρατιώτες του Μπραήμη, περνώντας απέξω από τη σπηλιά άκουσαν κλάματα μωρών και κουβέντες μεγάλων. Δοκίμασαν να μπουν μέσα αλλά από τις ντουφεκιές που τους τράβηξαν οι κλεισμένοι, κατάλαβαν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.

Σοφίστηκαν τότε να κλείσουν τη μπασιά της σπηλιάς μ’ έναν βράχο που τον κύλησαν ώς εκεί και τον έχτισαν κανονικά. Κανείς δεν έμαθε τι απογίνανε τα γυναικόπαιδα της Κάλλιαζης. Φαντάστηκαν πως τα τράβηξε ο Μπραήμης στην Αραπιά. Μονάχα ύστερα από εκατό χρόνια, όταν ένας χωριάτης έβαλε φουρνέλο και ξεκόλλησε ο βράχος και μαζί με το νερό που ξεχύθηκε κύλησαν στο λόγγο ένα σωρό κόκαλα και κρανία, μαθεύτηκε η αλήθεια.

Ο επίτροπος όμως δεν παραδέχτηκε αυτόν τον κίνδυνο.

«Η σπηλιά αυτή έχει κι άλλες μπασιές, απ’ όπου θα φύγει το νερό» είπε με σιγουριά, σα να την είχε φτιάξει ο ίδιος.

«Εμένα μια φορά δε μ’ αρέσει. Σαν ποντικοπαγίδα είναι» επέμεινε ο Αποστόλακας.

Τελικά ο Πρεκεζές έδωσε τη λύση: Η σπηλιά θα χρησίμευε μόνο σαν βάση ανεφοδιασμού. Ούτε νοσοκομείο, ούτε καταφύγιο.

Έτσι σιγά σιγά, εγώ με τον Αποστόλακα και δυο άλλους αντάρτες συγχωριανούς του, κάτι πανύψηλους και πολύ χειροδύναμους Μαυρομανιάτες, κουβαλήσαμε και κρύψαμε στον  «υπόγειο ναό» μερικές κάσες με πυρομαχικά, κονσέρβες με κορνμπήφ και γάλα εβαπορέ, κουτιά με επιδέσμους και φάρμακα, κάμποσες στολές και ασπρόρουχα, έναν τενεκέ με φωτιστικό πετρέλαιο και τρία φανάρια πετρελαίου, από αυτά που τα λένε «φανούς θυέλλης». Την ύπαρξη της σπηλιάς την κρατήσαμε τελείως μυστική. Την ξέραμε μονάχα πέντε άτομα.

Ύστερα, όλα άλλαξαν απότομα και ραγδαία. Τα Χριστούγεννα του ’48 γίνανε σε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου ομαδικές συλλήψεις, όχι μόνο όσων αριστερών είχαν απομείνει άπιαστοι, αλλά και βενιζελικών και οπαδών άλλων κομμάτων. Κάπου είκοσι χιλιάδες άνθρωποι πιάστηκαν και στάλθηκαν αμέσως στο Μακρονήσι και το Τρίκερι. Μπορεί να μη μας έβλαψαν άμεσα αυτές οι συλλήψεις. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πια καμιά πρόσβαση στις πόλεις, αλλά δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα φοβίας. Μας φάνηκε πως όλα πάγωσαν. Κατόπιν, αρχές του ’49 ήρθε στο Μοριά από το Γράμμο η Ένατη Μεραρχία και άρχισε η διάλυση των τμημάτων μας. Μέσα σε πέντε μήνες όλα είχαν τελειώσει. Βλέπεις δεν είχαμε καθόλου πυρομαχικά. Όπως θα έχεις μάθει, το Γενικό Στρατηγείο μάς είχε στείλει σημαντικά εφόδια με ένα καΐκι, που ξεκινώντας από την Αλβανία, έφερε γύρα την Πελοπόννησο και άραξε στο Κυπαρίσσι, έναν απόμερο κόλπο στην Κυνουρία, κοντά στο Λεωνίδιο. Θυμάμαι πώς γιορτάσαμε αυτή την επιτυχία. Μόνο που στην επόμενη αποστολή το καΐκι το εντοπίσανε τα περιπολικά του στόλου και το βούλιαξαν λίγο πριν φτάσει στον Φωκιανό. Κι όχι μόνο χάσαμε τα πολύτιμα εφόδια, αλλά έπεσε στα χέρια τους το ημερολόγιο που κρατούσε ο καπετάνιος του, όπου τα έλεγε όλα χαρτί και καλαμάρι. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύτηκαν οι κυβερνητικοί. Το δημοσίευσαν όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες. Βρήκαν βλέπεις μιαν απόδειξη για την ενίσχυσή μας από το εξωτερικό. Άλλες δυο προσπάθειες που έγιναν από τότε, να μας στείλουν εφόδια με καΐκια, αποτύχανε. Έτσι αναγκαστικά παίρναμε όπλα και πυρομαχικά από τους αντιπάλους. Έπρεπε όμως οι επιθέσεις που κάναμε να τελειώνουν γρήγορα, πριν μας σωθούν οι σφαίρες. Για όλες τις άλλες ενέργειές μας αυτοσχεδιάζαμε. Αφού για να κόψουμε μια φορά τη σιδηροδρομική γραμμή Τρίπολης-Καλαμάτας, παλεύαμε με αξίνες και κασμάδες να ξεκολλήσουμε τις ράγες από τα ξύλα! Πού να βρεθεί δυναμίτης;

Καταλαβαίνεις λοιπόν πόσο άνισος ήταν ο αγώνας. Δεν ήταν μονάχα ο στρατός ή έστω η χωροφυλακή, που ήταν εκατονταπλάσιοι από μας. Είχαμε και το χιταριό, τους μάυδες και τους παρακρατικούς. Όχι πως αυτοί μας πολεμούσαν. Δεν κοτούσαν, τσακάλια ήταν, που όσον καιρό επικρατούσαμε εμείς στην ύπαιθρο είχαν λουφάξει στις πόλεις. Τώρα όμως έρχονταν πίσω από το στρατό, ρημάζανε τον κόσμο και δε μας άφηναν να ανασυγκροτηθούμε όταν ξεφεύγαμε διασπώντας τους κλοιούς και τις ενέδρες. Παρ’ όλα αυτά δεν το βάλαμε κάτω. Πολεμήσαμε ώς το τέλος.

(συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 69 Σχόλια »