Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πέτρος Κουλουφάκος’

Ο Παπαδιαμάντης και ο εγγονός του αρχιδούκα Φερδινάνδου (συνεργασία του Theo)

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2014

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο αρχιδούκας Φερδινάνδος (1863-1914), αυτός που η δολοφονία του στο Σεράγεβο πριν από 100 χρόνια πυροδότησε τον Μεγάλο Πόλεμο, με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (1851-1911) και με τον κριτικό Κώστα Κουλουφάκο (1924-1994), επιφανή αριστερό διανοούμενο; Εκ πρώτης όψεως κανένα, αφού οι δυο πρώτοι είχαν φύγει από τον κόσμο τούτο αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί ο τρίτος, ενώ και οι δυο συγκαιρινοί ποτέ δεν βρέθηκαν στον ίδιο χώρο. Κι όμως, αν πιστέψουμε την αφήγηση που ακολουθεί, υπάρχει ένας κρίκος που τους ενώνει -και μάλιστα τους ενώνει αξεδιάλυτα, με δεσμούς αίματος τους δυο από τους τρεις. Ο κρίκος αυτός είναι ένα πρόσωπο, μια γυναίκα, η Αγγελική Μπούκη.

mpoukisΗ Αγγελική Μπούκη ήταν υιοθετημένη κόρη του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, φίλου του Παπαδιαμάντη. Αριστερά βλέπετε τη σφραγίδα του μαγαζιού του, του λαχανοπωροπωλείου «Η δικαία χειρ» (περισσότερα για τη σφραγίδα, παρακάτω).

Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Τραγούδια του Θεού», ο Παπαδιαμάντης αφηγείται τις φιλικές σχέσεις του με την οικογένεια του Μπούκη, με τη μητέρα της, που δεν την κατονομάζει, και με τη μικρή Αγγελική, Κούλα όπως τη φώναζαν. Στο διήγημα, ο Παπαδιαμάντης, άγνωστο για ποιον λόγο, αποφασίζει να «πεθάνει» την μικρή Κούλα, ύστερα από έναν «κακό πυρετό». Στην πραγματικότητα, η Κούλα έζησε και μεγάλωσε. Ο Μερλιέ μάς δίνει την πληροφορία πως όταν η Πολυξένη Μπούκη, η μητέρα της Αγγελικούλας, διάβασε το διήγημα με το κακό τέλος, πήγε και παραπονέθηκε στον κυρ Αλέξανδρο, τον οποίο κατά τα άλλα αγαπούσε και σεβόταν. Αυτός άλλωστε τής είχε διδάξει γραφή και ανάγνωση, σε μεγάλη ηλικία -και στην αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη υπάρχουν έξι γράμματα της Πολυξένης Μπούκη, όλα από την περίοδο μετά το 1908, όταν ο κυρΑλέξανδρος επέστρεψε στη Σκιάθο -για να πεθάνει, όπως αποδείχτηκε.

Η Αγγελική Μπούκη είναι η μητέρα του Κώστα Κουλουφάκου. Συνδέσαμε λοιπόν τα δύο από τα τρία πρόσωπα της ιστορίας. Αλλά ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος;

Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, όπως θα δούμε στην αφήγηση που ακολουθεί, είναι ο βιολογικός πατέρας της Αγγελικής! Αλλά το πώς δένει ο κόμπος, θα μας το διηγηθεί ο φίλος μας ο Theo, που ουσιαστικά δικό του είναι το σημερινό άρθρο. Στον Theo ανήκει και η σφραγίδα του Νικ. Μπούκη που βλέπετε πιο πάνω, που τη βρήκε σε θρησκευτικό βιβλίο που ανήκε στον θετό πατέρα της Αγγελικούλας και που σήμερα βρίσκεται σε συλλογή στην οποία έχει πρόσβαση.

Στο άρθρο του με τίτλο «Πάντα ένιωθα ότι τον στερούμαι» (στο περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 109 [2000], σσ. 38-39), όπου ο Πέτρος Κουλουφάκος, γιος του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994) γράφει για τον πατέρα του και το πόσο του έλειπε με τις φυλακές και τις εξορίες, αφηγείται τα εξής και για τη γιαγιά του Αγγελική/Κούλα Μπούκη:

«Ο παππούς μου από τον πατέρα μου καταγόταν από τις αρχαίες Θαλάμες, ή Κουτήφαρι, της Μάνης. Η γιαγιά μου και γυναίκα του ήταν νόθα κόρη του Δούκα Φερδινάνδου της Αυστροουγγαρίας, του οποίου, ως γνωστόν, η δολοφονία στο Σαράγεβο έγινε αφορμή να ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Δούκας άφησε έγκυο μια κυρία της Αυλής του και, για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο, έστειλε την γυναίκα στην Ελλάδα για να γεννήσει. Έδωσαν μετά το μωρό σε μια οικογένεια χρηστών ηθών, του Νικολάου και Πολυξένης Μπούκη. Ο Μπούκης ήταν μεγαλέμπορος της κεντρικής λαχαναγοράς και η γυναίκα του πρώην, πλην … τιμία, πόρνη. Η ιστορία του ζευγαριού έχει ενδιαφέρον. Μου την αφηγήθηκε ο πατέρας μου. Ο Νικόλαος Μπούκης καταγόταν από τις Σπέτσες και ήλθε παιδί στην Αθήνα όπου καταπιάστηκε με το γενικό εμπόριο. Η καταγωγή της Πολυξένης ήταν από το Μενίδι. Μικρή είχε μια ερωτική περιπέτεια με κάποιον συγχωριανό και γι᾿ αυτό οι γονείς της την έδιωξαν από το σπίτι. Εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα όπου αναγκάσθηκε να εκδίδεται για να συντηρηθεί. Ήταν πολύ όμορφη και είχε επαφή με την καλή κοινωνία της Αθήνας. Κάποιος μεγαλογιατρός της δίδαξε την μαιευτική που άσκησε παράλληλα με το επίσημο επάγγελμά της. Ο Μπούκης την επισκέφθηκε μια μέρα και φεύγοντας λησμόνησε στο δωμάτιό της το γεμάτο πορτοφόλι του. Εκείνη το φύλαξε και στην επόμενη επίσκεψη του προπάππου μου το έδωσε. Ο Μπούκης ήταν πολύ θεοσεβούμενος και έντιμος. Εκτίμησε τόσο την χειρονομία της Πολυξένης που της πρότεινε γάμο, με τον όρο να αφήσει την πορνεία. Η Πολυξένη δέχθηκε και πέρασε την ζωή της κοντά του με ολονυχτίες και προσευχές. Ο Παπαδιαμάντης, μάλιστα, την γνώρισε στον Προφήτη Ηλία του Βοτανικού. Στην εκκλησία αυτή υπάρχουν ακόμα αναθήματα της προγιαγιάς μου, και μάλιστα στο τέμπλο. Ο Παπαδιαμάντης φιλοξενήθηκε στην αυλή της Πολυξένης και εμπνεύσθηκε από αυτήν την υιοθετημένη κόρη, τη γιαγιά μου, τα «Τραγούδια του Θεού», την «Ιστορία με το τόπι» και αρκετά ακόμα «Χρονογραφήματα» στα οποία την αναφέρει ως μικρή Κούλα. Σώζεται μέρος της αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη με την Πολυξένη στο βιβλίο της Κυρατσούλας Παπαδιαμάντη και του Οκτάβιου Μερλιέ, Α. Παπαδιαμάντη Γράμματα, έκδοση Εστίας, 1934, σελίδες 198-208.

Ο παππούς μου Πέτρος, λοιπόν, έκανε με τη γυναίκα του Αγγελική τρία παιδιά: τον Κώστα, τον Τάσο και τον Νίκο. Ζει μόνον ο τελευταίος.»

Εδώ τελειώνει η αφήγηση του Πέτρου Κουλουφάκου. Ο Theo σχολιάζει:

Ο Παπαδιαμάντης, για να δραματοποιήσει το διήγημα «Τραγούδια του Θεού», το κλείνει με μια δήθεν αρρώστια και τον θάνατο της Κούλας:

«Ἔκτοτε ἀπουσίασα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Εἶχα ἐνθυμηθῆ τοὺς πτωχοὺς οἰκείους, εἰς τὴν μικρὰν πατρίδα μου, μακρὰν τῆς ὁποίας εἶχα ζήσει, ἐκ μικρῶν διαλειμμάτων, ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς μου. Ὅταν τέλος μὲ εἶχον βαρυνθῆ κ᾿ ἐκεῖ, ἐτόλμησα, μετὰ τρία ἔτη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρωτεύουσαν, μὲ τὴν ἀμυδρὰν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ ἐγενόμην καὶ πάλιν βαρετὸς εἰς τοὺς φίλους μου.

Ἀφοῦ ἐκρύβην ἐπὶ ἑβδομάδα εἰς ταπεινόν τινα ξενῶνα, ἐπῆγα λάθρᾳ μίαν πρωίαν νὰ ἀνταμώσω τὸν φίλον μου Νικόλαν τὸν Μπούκην. Φεῦ! τί ἔμαθα; Ἡ μικρὰ Κούλα, ἥτις ἦγε τώρα τὸ ἑνδέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας της, ἦτον ἄρρωστη βαριά! Εἶχε δέκα ἡμέρας στὸ κρεβάτι, κι ὁ ἰατρὸς εἶπεν ὅτι ἦτο κακὸς πυρετός, ἴσως τυφοειδοῦς φύσεως.

Ἐπῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸ ὀπωροπωλεῖον, ὅπως μὲ προέτρεψεν ὁ Νικόλας, διὰ νὰ βοηθήσω μὲ λόγια καὶ ἐνθαρρύνω τὴν μητέρα. Ἡ πτωχή, ἥτις τὴν ἠγάπα ὡς νὰ ἦτο γέννημα τῶν σπλάγχνων της, ἴσως καὶ περισσότερον, ἐχάρη ἅμα μὲ εἶδεν, εἶτα μοῦ ἔδειξε τὴν κλίνην. Ἡ μικρὰ Κούλα ἦτο ἰσχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ᾿ ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος ἐπὶ τῆς κλίνης. Εἶπα εἰς τὴν μητέρα τὰ συνήθη λόγια τῆς παρηγορίας καὶ τῆς ἐνθαρρύνσεως, ἔμεινα δύο ὥρας ἐκεῖ, εἶτα ἐπανῆλθα πάλιν τὸ δειλινόν, καὶ τὴν νύκτα, καὶ τὴν ἄλλην πρωίαν. Ἡ Κούλα ἔβαινε χειρότερα. Εἶτα, τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐφάνη νὰ εἶχε βελτιωθῆ κάπως, καὶ ᾐσθάνετο. Ἡ μητέρα της μοῦ εἶπε νὰ πλησιάσω καὶ νὰ τῆς ὁμιλήσω.

― Περαστικά, Κούλα. Δὲν ἔχεις τίποτα, κορίτσι μου.

―Ἄ! μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα… τραγούδια;

―Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ.

― Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;

―Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς…

― Ὤχ!

Ἐστέναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε πολὺ κουρασθῆ (ἔφερεν ἀσθενῶς τὴν ἰσχνὴν χεῖρα πρὸς τὸ οὖς ἐνῷ ἐψέλλιζε. Φαίνεται ὅτι εἶχε πάθει βαρυηκοΐαν ἕνεκα τῆς νόσου). Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε:

― Μοσχοβολᾷ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά.

*
* *

Μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἐπαγγελματικοὶ ἱερεῖς κ᾿ οἱ ψάλται ἔψαλλον τὰ κατὰ συνθήκην, ἀπὸ τὴν «Ἄμωμον ὁδὸν» ἕως τὸν «Τελευταῖον ἀσπασμόν». Μόνος ὁ παπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.

― Τί μουρμουρίζεις, παπά; τοῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.

― Λέγω τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ παπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.

Τῳόντι κ᾿ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὰ δάκρυά μου, εἶχα ἀναλογισθῆ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων. Καὶ ἀκουσίως ἔλεγα μέσα μου τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ: «Τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων ἀναρπασθὲν ἄγευστον» καὶ «ὡς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρὸς καλιὰς ἐπουρανίους ἔσωσας» καὶ «τοῦ Ἀβραάμ, ἐν κόλποις, ἐν τόποις ἀνέσεως, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐστὶ τὸ ζῶν, τάξαι σε Χριστὸς ὁ δι᾿ ἡμᾶς νηπιάσας» καὶ «οἷς ἀριθμοῖς τὸ πλάσμα σου, νήπιον φοιτῆσαν τανῦν πρὸς σέ».

Καὶ ἀντὶ τοῦ «Δεῦτε τελευταῖον», «Ὢ τίς μὴ θρηνήσει, τέκνον μου, ὅτι βρέφος ἄωρον ἐκ μητρικῶν ἀγκαλῶν νῦν, ὥσπερ στρουθίον τάχος ἐπέτασας». Καὶ ἀκροτελεύτιον, ὕστερον ἀπὸ τόσα καὶ τόσα τραγούδια τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἶχε προφητεύσει ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τ᾿ ἀκούσῃ, τό: «Ἄλγος τῷ Ἀδὰμ ἐχρημάτισεν, ἡ τοῦ ξύλου ἀπόγευσις πάλαι ἐν Ἐδέμ, ὅτε ὄφις ἰὸν ἐξηρεύξατο». Ἀλλὰ τὰ ἤκουε τάχα ἡ ἁγνὴ ψυχή, ἂν ὁ ἄγγελός της τῆς ἐπέτρεπε νὰ περιίπταται ἐκεῖ γύρω;»*

Αυτόν τον μυθιστορηματικό θάνατο της Κούλας, η κυρά Πολυξένη δεν μπόρεσε να τον χωνέψει, κατά πληροφορία του Οκτάβιου Μερλιέ.

Ο δε Τριανταφυλλόπουλος, στηριζόμενος μάλλον στον Μερλιέ, μας πληροφορεί πως ο Παπαδιαμάντης δίδαξε ανάγνωση και γραφή στην Πολυξένη, η οποία ήταν νοσοκόμα στον «Ευαγγελισμό, για να μή χάσει τη θέση της. Ο Μερλιέ πρωτοδημοσίευσε πέντε επιστολές της Πολυξένης (των ετών 1908-1910) στον Παπαδιαμάντη που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Σκιάθο (που επανεκδόθηκαν σ᾿ όλες τις γνωστές εκδόσεις της αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη). Στη δεύτερη από αυτές, σημειώνει: «Θαυμάσια γράφο. Π.Μ.».

Σ᾿ ένα άρθρο του για τον Παπαδιαμάντη** ο Τέλλος Άγρας αναφέρεται και σ᾿ αυτό το περιστατικό:

«Τα ωραιότερα θηλυκά πλάσματα του έργου του είναι σφραγισμένα για να πεθάνουν· και, πολύ περισσότερο από την αρρώστεια, από το κακό ριζικό ή απ᾿ τα μαγικά, ειν᾿ ο Θεός που τ᾿ ανακαλεί από τον κόσμον τοῦτον… Όπως και για τον Πόε, και για τον Παπαδιαμάντη, η τελειοποίηση της ομορφιάς των ηρωίδων του βρίσκεται στο θάνατο. Είναι το κορύφωμα της τέχνης του. Και μήπως τι άλλο φανερώνει εκείνο το ανέκδοτο που αναφέρει ο κ. Μερλιέ; Για να δώση τέλος στο διήγημά του «τα Τραγούδια του Θεού», έγραφεν ότι η ηρωίδα πέθανε και την εκήδευσαν. Αλλ᾿ η ηρωίδα ζούσε ‒την είχε γράψει με το πραγματικό της όνομα‒ κ᾿ ήταν κάποιο υγιέστατο ακόμα κοριτσάκι, υιοθετημένο από γνωστή του κυρία. Η κυρία εδιάβασε «στον τύπο» το διήγημα, πήρε, φυσικά, το πράγμα για γρουσουζιά, κ᾿ ετρεξε και τούκαμε παράπονα πικρά. Και τρόμαξε να δικαιολογηθή ο Παπαδιαμάντης…· η ομορφιά λοιπόν που ενασμενίζεται να περιγράφη, δεν είναι ‒ω, κάθε άλλο! ‒ η σαρκική· είναι η επιθανάτια· η πνευματική.

Την Κούλα τη μνημονεύει κι ο Μάνος Ελευθερίου στο εκτενές ποίημά του «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι»

[Το σχετικό απόσπασμα:

Αὐτός      τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ποὺ εἷχε χρεωθεῖ ἐτοῦτο τὸν ἀγαρηνὸ αἰώνα
ἦταν γιὰ κάποια νοσοκόμο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
τὴν Πολυξένη Μπούκη
τὸν ἄντρα της μὲ τοὺς ρευματισμοὺς τὸ Νίκο
τὸ μανάβη
(παρακαλῶ οἱ δίκαιοι ἂς μεσιτέψουνε στὴ Δέσποινα
τοῦ κόσμου ν᾿ ἀναπαυτοῦν κι οἱ δυό τους)
γιὰ τὴ γερόντισσα Συγκλητικὴ γιὰ τὴ μικρὴ
τὴν Κούλα
τὴ Φιφὴ τὴν Οὐρανία τὸ Σεραϊνὼ
γιὰ τὴ φαμίλια τοῦ Φλασκογιάννη τοῦ αἰγοβοσκοῦ

κι ἄλλους ποὺ πῆρε τὸ ἄδικο κι ἡ νύχτα]

 

*Η πρώτη γνωστή δημοσίευση του διηγήματος έγινε τον Μάρτιο του 1912, μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, στο περιοδικό Καλλιτέχνης. Ο επιμελητής, όμως των Απάντων του, στο υπόμνημά του Δ΄ τόμου (σ. 675-676), με βάση την πληροφορία του Μερλιέ για την αντίδραση της Πολυξένης Μπούκη, θεωρεί πιθανόν να υπήρξε και προγενέστερη δημοσίευση σε αθηναϊκή εφημερίδα, αν και τα λάθη, οι ατέλειες και οι παραναγνώσεις μαρτυρούν αδυναμία αναγνώσεως του χειρογράφου του συγγραφέα. Ίσως, όμως [δική μου η επισήμανση], το περιοδικό Καλλιτέχνης να αντέγραψε κάποια προγενέστερη δημοσίευση, άρα, και τα λάθη της.

** Στη μελέτη του «Πῶς βλέπομε σήμερα τον Παπαδιαμάντη», στο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του» (επ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου), Αθήνα 1979, σ. 165. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών», τ. Β΄, (1936), σσ. 60-121.

Για να σχολιάσω κι εγώ κάτι σε αυτή την απίθανη ιστορία, δεν μπόρεσα να βρω την πρώτη έκδοση (1934) της Αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη, για να δω πώς είναι διατυπωμένη η πληροφορία του Μερλιέ για την ενόχληση της Πολυξένης Μπούκη. Επίσης, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιο διήγημα του Παπαδιαμάντη εννοεί ο Πέτρος Κουλουφάκος όταν λέει για «Ιστορία με το τόπι» (τέτοιος τίτλος δεν υπάρχει στον Παπαδιαμάντη) ούτε ποια άλλα «χρονογραφήματα» εννοεί. Κούλα υπάρχει σε άλλα δύο παπαδιαμαντικά διηγήματα, αλλά δεν πρόκειται για μικρό κορίτσι, παρά για ενήλικη κοπέλα. Αν έχετε κάποια ιδέα, ευχαρίστως να μας διαφωτίσετε!

 

 

Posted in Παπαδιαμάντης, Συνεργασίες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 121 Σχόλια »