Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πέτρος Κυριακός’

Το φλερτ, το κόρτε, η εργολαβία

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζοντας από το χτεσινό άρθρο κινούμαστε και πάλι σε κλίμα ερωτικό, μια και αύριο έχουμε τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Επειδή όμως εμείς στο ιστολόγιο αύριο έχουμε τους Αριμασπούς, το σχετικό με τη γιορτή των ερωτευμένων άρθρο μπαίνει σήμερα.

Οι τρεις λέξεις του τίτλου είναι τρεις όροι για την ερωτοτροπία, την εκδήλωση της ερωτικής συμπάθειας, όπως γινόταν σε κάπως παλιότερες εποχές, όπου την πρωτοβουλία για την εκδήλωση την είχε αποκλειστικά ή σχεδόν ο άντρας. Και οι τρεις όροι τα έχουν τα χρονάκια τους, αλλά ο πρώτος, το φλερτ, χρησιμοποιείται πολύ και σήμερα, ενώ οι άλλοι δυο έχουν πια παλιώσει.

Περισσότερο βέβαια έχει παλιώσει η εργολαβία, η οποία τον 19ο αιώνα σήμαινε τόσο το φλερτάρισμα όσο και την ερωτική σχέση. Από τα τρία μεγάλα λεξικά μας, μόνο το ΛΚΝ αναφέρει ακόμα τη σημασία «ερωτική σχέση», σημειώνοντας ότι είναι «παρωχημένη» ενώ και στο λήμμα εργολάβος παραθέτει, επίσης ως ‘παρωχημένη’, τη σημασία «εραστής».

Για παράδειγμα, στην Μετανάστι του Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε:

-Και είναι πολύ ωραία προς τούτοις, και εις αυτήν την ηλικίαν αι νέαι είναι επικίνδυνοι.
-Λοιπόν θα είπης;
-Και τας πολιορκούν πολλοί εργολάβοι.

Να σημειωθεί και ο λαϊκότερος τύπος «αργολαβία». Πάλι από τον Παπαδιαμάντη και το διήγημα «Απόλαυσις στη γειτονιά» με καταγραφή κουτσομπολιού:

Εκείνη εκοίταζε πολλούς· είχε αργολάβους. Έκανε αργολαβίες με το μεροκάματο.

Εργολάβοι βέβαια είναι και τα γλυκά, και η σχέση ανάμεσα στους εργολάβους-εραστές και τους εργολάβους-γλυκά μάς είχε απασχολήσει παλιότερα στο ιστολόγιο (δείτε εδώ τα σχόλια από 204 και μετά) αλλά και στη Λεξιλογία. Θα προσπεράσω το ακανθώδες ερώτημα, αν το γλύκισμα «εργολάβοι» είναι αυτό που λέγεται και «μακαρόν», διότι δεν ξέρω την απάντηση. Πάντως, δεν ισχυει αυτό που έχει γραφτεί, ότι το γλύκισμα πήρε την ονομασία του επειδή προσφερόταν ως τρατάρισμα όταν υπογράφονταν τα συμβολαια της αντιπαροχής στη δεκαετία του ’60 ανάμεσα στους  ιδιοκτήτες και τον εργολάβο, διότι γλύκισμα με την ονομασία αυτή υπήρχε από τον 19ο αιώνα στην Αθήνα.

Στη «Συναγωγή νέων λέξεων», το 1900, ο Στέφανος Κουμανούδης καταγράφει τη λέξη «εργολάβος» με ερωτική σημασία ήδη σε κείμενο του 1867, σημειώνοντας ότι η νέα αυτή σημασία έχει ηλικία μερικές δεκαετίες, ενώ εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν επίσης ονομαστεί «εργολάβοι» κάποια γλυκίσματα.

Γιατί ονομάστηκε «εργολαβία» η ερωτική πολιορκία, το φλερτάρισμα, και «εργολάβος» ο επίδοξος εραστής ή ο εραστής; Ο Κουμανούδης παραθέτει εξήγηση που δόθηκε το 1889 στο Δελτίον της Εστίας, ότι γύρω στο 1855 κάποιοι νεαροί κομψευόμενοι συχνοπερνούσαν κάτω από τα παραθύρια μιας κοπέλας και, όταν τους ζήτησαν το λόγο, απάντησαν ότι έχουν πάρει εργολαβία τον δρόμο -κι επειδή έγινε επεισόδιο, και δίκη, η σημασία αυτή της λέξης στέριωσε. Ο ίδιος ο Κουμανούδης, χωρίς να απορρίπτει την εξήγηση, σημειώνει ότι δεν έχει ακούσει τέτοιο επεισόδιο, παρόλο που κατοικεί μισόν αιώνα στην Αθήνα.

Να μη σταθούμε στο συγκεκριμένο επεισόδιο, δεν το έχουμε ανάγκη για να γεννηθεί η φράση, μας αρκεί η γενική εικόνα. Ο εργολάβος που έχει αναλάβει μια δουλειά, περνάει καθημερινά από τον τόπο των εργασιών για να τις ελέγχει. Έτσι, ο νέος που αγαπούσε μια κόρη και περνούσε καθημερινά από το σπίτι της, κάτι που γινόταν βέβαια αντιληπτό και στους γείτονες, είναι πολύ λογικό να ονομάστηκε ειρωνικά ‘εργολάβος’ από τη γειτονιά και να έλεγαν στο πέρασμά του ότι «έχει εργολαβία».

Γιατί το γλύκισμα ονομάστηκε έτσι, δεν το ξέρω. Να τα πρόσφεραν οι ‘εργολάβοι’ (εραστές) όταν επιτέλους προχωρούσαν σε επίσκεψη στο σπίτι της Δουλτσινέας τους; Δεν το βρίσκω πιθανό. Σημειώνω πάντως ότι και οι δυο σημασίες (εργολάβοι-εραστές και εργολάβοι-γλυκά) παρουσιάζονται περίπου την ίδια εποχή, αν πιστέψουμε τον Κουμανούδη.

Πάμε τώρα στο κόρτε, λέξη η οποία ολοφάνερα είναι δάνειο. Είναι δάνειο από τα ιταλικά, όπου fare la corte σημαίνει ‘ερωτοτροπώ, φλερτάρω’ ίδια όπως και η γαλλική faire la cour.

Στα ιταλικά corte είναι η αυλή -αλλά και η Αυλή, και παρόμοια το cour στα γαλλικά. Κι επειδή στις αυλές των παλατιών οι αυλικοί συνομιλούσαν με λόγια ευγενικά και με πολλές περικοκλάδες, η έκφραση far la corte, από την αρχική σημασία «μιλάω όπως οι αυλικοί, μιλάω ευγενικά» πήρε τελικά τη σημασία «φλερτάρω» και πέρασε έτσι και στα ελληνικά.

Να πούμε εδώ σε παρένθεση ότι η σύνδεση ανάμεσα στις αυλές των ευγενών και στους καλούς τρόπους υπάρχει σε πολλές γλώσσες. Στα γερμανικά, Hof είναι η αυλή και höflich σημαίνει «ευγενικά», ενω από εκεί (μέσω των μεσαιωνικών hofesch, hübesch) προέρχεται και το hübsch = όμορφος. Αλλά και στα αγγλικά court (η αυλή) ως ρήμα σημαίνει ‘ερωτοτροπώ’ και courteous είναι ο ευγενικός.

Στα ελληνικά είπαμε κόρτε, κορτάρω το ρήμα και κορτάκιας αυτός που κορτάρει συχνά και πολύ, που φλερτάρει συνεχώς, με τη μία και με την άλλη. Η χροιά είναι σαφώς αρνητική, όπως και στις περισσότερες λέξεις που έχουν το επίθημα -άκιας.

Στον Υμνούμενο, το διάσημο επιθεωρησιακό νούμερο του Π. Κυριακού που το έχουμε παρουσιάσει κι εδώ, κορτάκηδες θεωρούνται οι Σμυρνιοί. Οι μάγκες, πάλι, δεν θα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κομψευόμενους και παρφουμαρισμένους κορτάκηδες -οι «Πέντε μάγκες» του Γιοβάν Τσαούς, όταν παραπονιούνται στον τεκετζή που τους έδωσε να φουμάρουν νοθευμένο πράμα, του λένε «εσύ νόμισες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες».

Αν έχει εμφανίσεις η λέξη «κόρτε» στο ρεμπέτικο τραγούδι δεν ξέρω, αρμοδιότερος γι’ αυτό το θέμα είναι, αν μη τι άλλο λόγω… χρηστωνύμου, ο φίλος μας ο Κόρτο!

Οι μάγκες, είπαμε, δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κορτάκηδες, αλλά ένας Γιάννης Μάγκας (μάλλον ψευδώνυμο) έβγαζε το Κόρτε. Κόρτε ονομαζόταν ένα «τολμηρό» περιοδικό που έβγαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, που δημοσίευε γελοιογραφίες με ημίγυμνες καλλονές, πονηρά ανέκδοτα, ερωτικά διηγηματάκια κτλ. Ιδού ένα εξώφυλλο του 1904:

korte-23-1904-08-19-1flert-29-1904-05-023

Την ίδια όμως περίοδο εκδιδόταν κι άλλο ένα περιοδικό, στο ίδιο σχήμα και με την ίδια ακριβώς ύλη, το Φλερτ, κι έτσι περνάμε στην τρίτη λέξη μας.

Το φλερτ είναι δάνειο από τα αγγλικά, flirt. Παλιότερα είχα διαβάσει ότι η αγγλική λέξη προέρχεται από το παλιό γαλλικό ρήμα fleureter (πετάω από λουλούδι σε λουλούδι / λέω γλυκόλογα). Κατά τους ετυμολόγους, το flirt, που είχε αρχική σημασία ‘μορφάζω, κάνω απότομες κινήσεις’ μπορεί να είναι εκφραστική λέξη ηχομιμητικής αρχής, αλλά στη διαμόρφωση της σημασίας ‘ερωτοτροπώ’ μπορεί πράγματι να έπαιξε ρόλο η γαλλική λέξη.

Κλείνοντας σημειώνω και την έκφραση «κάνω τον έρωτα», η οποία σε κείμενα του 19ου αιώνα και παλιότερα σήμαινε, ακριβώς, ερωτοτροπώ -το ίδιο όπως και το ιταλικό fare all’amore. Βέβαια, ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, και άλλοι της ίδιας γενιάς, έγραφαν «κάνω τον έρωτα» εννοώντας τη σεξουαλική πράξη, αυτό που λέγαμε στη δική μου εποχή «κάνω έρωτα», αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι.

Για παράδειγμα, η Λιαλιώ, η Νοσταλγός του Παπαδιαμάντη, λέει «Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτο να μένω σιμά στον μπαρμπα-Μοναχάκη» -προφανώς εννοεί «να φλερτάρω».

Ακόμα πιο καθαρά, στον Υπάλληλο του Χουρμούζη, υπάρχει ο διάλογος:

— Την αλήθεια πες μας, σα φίλος· πόσος καιρός είναι οπού κάμετε τον έρωτα.

— Σχεδόν σχεδόν δύο χρόνια· από τον καιρό όμως οπού αρχίσαμε την αλληλογραφία είναι χρόνος.

Κάνουν τον έρωτα (δηλαδή θα άλλαζαν ματιές στο σεργιάνι) δυο χρόνια, αλλά μόνο ένα χρόνο άρχισαν και να αλληλογραφούν. Αν και στις μέρες μας η διαδικασία έχει επιταχυνθεί πολύ.

 

 

Posted in Επετειακά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Σούρδοι και ακανέδες: νεοελληνικά ακληρήματα (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου -για να είμαι ακριβέστερος, ενός πολύ παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε όταν το ιστολόγιο μόλις έκλεινε τρεις μήνες ζωής. Η σημερινή επανάληψη δεν γίνεται επειδή δεν προλαβαίνω να γράψω κάτι φρέσκο, αλλά επειδή, καθώς οι αναγνώστες και οι σχολιαστές του ιστολογίου έχουν αλλάξει (και πολλαπλασιαστεί) μέσα σε αυτά τα εφτάμισι χρόνια, δεν αποκλείεται ο κατάλογος που θα παρουσιάσω να εμπλουτιστεί ουσιαστικά με τα σχόλιά σας. Άλλωστε, και στην πρώτη δημοσίευση είχαν γίνει πολύ καίρια σχόλια, τα οποία ενσωματώνω στην τωρινή αναδημοσίευση, κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελα εδώ και καιρό να το κάνω, και μάλιστα το είχα υποσχεθεί παλιότερα.

Όταν λέω ‘ακληρήματα’, εννοώ τα τοπωνυμικά παρατσούκλια, πάντα σχεδόν χλευαστικά ή έστω σατιρικά, που λέγονται για τους καταγόμενους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα «ακληρήματα» είναι τίτλος ενός βιβλίου που έχει βγει και είναι αφιερωμένο στο θέμα, αλλά επειδή δεν έχω δει το βιβλίο (μάλιστα νόμιζα πως είναι εξαντλημένο) δεν ξέρω αν ο όρος αναφέρεται ειδικά στα παρατσούκλια ή αν εννοεί γενικά τον αλληλοσατιρισμό. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και αλληλοφαυλισμούς ή κάτι τέτοιο.

Τον όρο «ακλήρημα» μαζί με τον αντίθετό του (ευκληρήματα) τον χρησιμοποιεί και μια εργασία που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου, με τον τίτλο Ακληρήματα – ευκληρήματα Καρπάθου. Εννοείται ότι οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι πολύ περισσότεροι από τους επαινετικούς, διότι αν δεν ειρωνευτείς τον κοντοχωριανό σου πώς θα τονώσεις το αίσθημα της αυτοεκτίμησής σου;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 173 Σχόλια »

Η μέρα με τα δεκαεξάρια

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2016

Σήμερα ο μήνας έχει δεκαέξι, έχουμε δηλαδή 16 Ιουνίου του 2016, ή αλλιώς 16/6/16, μια μέρα με δύο δεκαεξάρια, ή ίσως δυόμισι, αν θεωρήσουμε ότι και το 6 είναι ένα εκκολαπτόμενο δεκαεξάρι και με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε μια παράδοση του ιστολογίου.

Οι ταχτικοί θαμώνες ίσως να θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη  μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για  την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και πρόπερσι το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Πέρυσι στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου. Φέτος επανέρχομαι στην κανονικότητα.

Ο αριθμός 16 είναι τετράγωνο άλλου αριθμού, του 4, που και αυτός είναι τετράγωνο του 2, κι έτσι το 16 (2^4, μια και δεν ξέρω πώς να εμφανίσω εκθέτες) είναι ο μικρότερος ακέραιος που είναι τετράγωνο τετραγώνου. Είναι και ο μοναδικός ακέραιος Ν για τον οποίο υπάρχουν δυο διαφορετικοί αριθμοί μ και ν τέτοιοι ώστε να ισχύει μ^ν = ν^μ = Ν.

Επειδή ακριβώς είναι η τέταρτη δύναμη του 2, όπως λέει και η Βικιπαίδεια, το 16 παίζει ρόλο στις μονάδες βάρους, ας πούμε η αγγλική λίβρα (pound) έχει 16 ουγγιές. Τον παλιό καιρό που ζυγίζανε με ζυγαριές με 2 τάσια, ήταν πολύ πιο εύκολο να διαιρέσεις π.χ. έναν σωρό στάρι σε δεκάξι περίπου ίσα μέρη παρά σε 10: αρκούσε να το διαιρέσεις στα δύο τέσσερις φορές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αριθμολογία, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 198 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της παλιάς Ελλάδας (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2014

Όπως έχω ξαναπεί, τώρα το καλοκαίρι το ιστολόγιο θα βάζει και επαναλήψεις, δηλαδή άρθρα που έχουν δημοσιευτεί παλιότερα (με τον όρο να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, ώστε, σύμφωνα με το κλισέ, «να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι). Επανάληψη είναι λοιπόν το σημερινό μας άρθρο, αφού είχε ξαναδημοσιευτεί πριν από τεσσεράμισι περίπου χρόνια.

Σε ένα ιστολόγιο που ειδικευόταν στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα μια ηχογράφηση του “Υμνούμενου”, που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν “Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον”, απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Δεν νομίζω ότι παρωδείται κάποιο συγκεκριμένο τροπάριο, αλλά το «ρεφρέν» μάλλον είναι παραφθορά των στίχων Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, δοξολογούμεν σε από τη Δοξολογία της λειτουργίας.

Επειδή βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον κατάλογο, έχω βάλει κάποια δικά μου σχόλια αλλά σας προτρέπω και σας παρακαλώ να καταθέσετε όλοι τον σχολιαστικό οβολό σας.

Μεταφέρω το γιουτουμπάκι εδώ:

Στον ιστότοπο stixoi.info βρήκα και τους στίχους, αλλά είχαν πολλά λαθάκια οπότε τα διόρθωσα, και ιδού:

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα.
-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω πρώτα να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.
-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.
-Άντ’ εβίβα λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά, εβίβα.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αθηναίος γκάγκαρος.
Περαιώτης μαουνιέρης.
Αιγενίτης κανατάς.
Ναυπλιώτης ντιστεγκές
Τριπολιτσιώτης μπεκρής.
Μανιάτης κουμπουράς.
Λειβαδίτης μπαμπακάς.
Δημητσανίτης μπαρουτάς
και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Μεσολογγίτης ψαράς.
Αγρινιώτης καπνουλάς.
Χιώτης μαστιχάς.
Κρητικός επαναστάτης.
Λιδωρικιώτης γαλατάς.
Μυτιληναίος λαθρέμπορας.
Πυργιώτης ζόρικος
και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Υδραίος ψαρόμυαλος.
Βατικιώτης κρεμμυδάς.
Σαντοριναίος ελαφρόπετρα.
Τζιώτης στενόκαρδος.
Μεγαλουπολίτης λουστρατζής.
Σμυρναίος κορτάκιας.
Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος.
Βολιώτης «γεια σου κυρ-Αντρέα»
Κεφαλλονίτης βλάστημος.
Κερκυραίος κλαπαδόρας.
Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο
Όπου Χιώτης Παντελής
και Καρυστιανός Αλής.
Ηπειρώτης φούρναρης.
Συμιακός σφουγγαράς.
Ελληνοαμερικάνος μπίσνεζμεν.
Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης.
Συριανός λουκουμιτζής
και Κορίνθιος «ο Θεός να σε φυλάει».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αϊβαλιώτης ζωέμπορας.
Σιφναίος τσουκαλάς.
Αξιώτης πηγαδάς.
Ανδριώτης λεμονάς.
Καρπαθιώτης χτίστης.
Επτανήσιος κανταδόρος
Κυπραίος κουτοπόνηρος.
Σπαρτιάτης παλικαράς
και Νεορκέζος «κούμπωσ’ το σακάκι σου».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα ρε λεβέντες μου.

Γενικό σχόλιο: Αν προσέξουμε λίγο τους στίχους, θα δούμε ότι υπεραντιπροσωπεύονται οι περιοχές της Παλιάς Ελλάδας, ενώ από τις νέες χώρες βρίσκει κανείς νησιά Αιγαίου και Κρήτη, Ήπειρο και Θεσσαλονίκη, αλλά πλήρη απουσία της Θράκης και της Μακεδονίας. Αντίθετα, υπάρχει αντιπροσώπευση του εξωελλαδικού ελληνισμού, Κύπρου, Μικρασίας, αλλά και Αμερικής. Όλα αυτά με κάνουν να τοποθετώ τη γέννηση του κειμένου σίγουρα πριν από το 1922 (διότι μετά δεν υπήρχαν Αϊβαλιώτες και Σμυρνιοί, οι δε Μυτιληνιοί δεν μπορούσαν πια να επιδίδονται στο λαθρεμπόριο), κατά πάσα πιθανότητα πριν από το 1912, ίσως μάλιστα στα τέλη του 19ου αιώνα (έτσι εξηγείται η αναφορά σε Κρητικό επαναστάτη, αν και αυτό μπορεί να πηγαίνει και στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα).

Σχόλια:

  • Ντιστεγκές είναι ο κομψευόμενος· από το γαλλ. distingué. Λέξη αρκετά συχνή πριν από εκατό χρόνια, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, αν εξαιρέσουμε το τραγούδι για το ευζωνάκι, όπου «ποιος ντιστενγκές, ποιος κουραμπιές μπορεί να βγει μπροστά σε μένα». Ενδεικτικό είναι ότι τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό της πιάτσας από τα τρία που κοίταξα, την έχει όμως το slang.gr αλλά και (εντελώς απροσδόκητα) ο Μπαμπινιώτης!
  • Το έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε σχεδόν σίγουρα είναι απόηχος μύθου· δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή μια εξήγηση που βρήκα, ότι σημαίνει πως «μπορεί να καταφέρνει και τα αδύνατα». Εγώ για μειωτικό το καταλαβαίνω.
  • Το «τι χαμπάρια μάστορα» στον Πατρινό, το ερμηνεύω ότι του μιλάς κι αυτός πέρα βρέχει.
  • Βάτικα είναι η Νεάπολη της Λακωνίας
  • Το «γεια σου κυρ Αντρέα» στον Βολιώτη αγνοώ τι εννοεί. Πάλι απόηχος μύθου πρέπει να είναι.
  • Το κλαπαδόρας–δόρος; ) για τους Κερκυραίους δεν ξέρω τι σημαίνει. Καλό πάντως δεν μοιάζει (όλη αυτή η στροφή έχει μειωτικούς χαρακτηρισμούς). Κάποιος σχολιαστής της πρώτης δημοσίευσης θυμήθηκε ότι στον Τσιφόρο «κλαπαδούρα» είναι η μπάντα της φιλαρμονικής -ίσως είναι από εκεί.
  • Το σκαλτσοβιομήχανος το λέγαμε παλιά σε μια παρέα, με τη σημασία του απατεώνα (περίπου) αλλά νόμιζα ότι ήταν πατέντα κάποιου από μας. Τελικά, όχι: λέγεται στην Πελοπόννησο με την έννοια του πολυπράγμονα και του απατεώνα.
  • Καρυστιανός Αλής. Στην Κάρυστο είχε μουσουλμάνους που έφυγαν το 1833. Υπάρχει και δημοτικό τραγούδι, θρήνος των μουσουλμάνων που φεύγουν, σε καρυστινό (ελληνικό) ιδίωμα.
  • Αγιοπετρίτης: από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας (Αρκαδίας). Παραδοσιακά ήταν καρβουνιάρηδες.
  • Αξιώτης είναι ο Ναξιώτης, βέβαια.
  • Οι Σιφνιοί ήταν πασίγνωστοι για τα πήλινά τους. Ο πατέρας μου μού έμαθε μια αστεία παροιμία που δεν την έχω βρει καταγραμμένη αλλού (αν και την έχει το γκουγκούλ): Όλοι φοβούνται το Θεό / κι ο Σιφονιός τον τοίχο (επειδή το μουλάρι πάει τοίχο-τοίχο και σπάει τα πήλινα)
  • Το «Κούμπωσε το σακάκι σου» το λέμε εννοώντας ότι ο άλλος είναι πονηρότατος απατεώνας. Να προσεχτεί ότι οι νιουγιορκέζοι (έλληνες) δεν θεωρούνται αφελείς σαν τ’ αμερικανάκια.

Υπάρχει και ένα ρεμπέτικο τραγούδι αντίστοιχο του Υμνούμενου: ο “Φασολάς” του Μπάτη.

Να δούμε και τους στίχους, που και πάλι τους βρήκα με λαθάκια στο Διαδίκτυο:

Ελληνας φασολάς, Ιταλός μακαρουνάς
Τούρκος καλέ πιλαφάς,καί Εγγλέζος πατατάς

Οπου Χιώτης Παντελής καί Αξιώτης Καραλής
Αθηναίος καλαμαράς, Περαιώτης λιμανάς

Μα (Αι)Γενήτης κανατάς Μεθενίτης αχλαδάς
Ποριώτης λεμονάς και Υδραίος σφουγγαράς

(μπράβο Μπάτη)

Κρανιδιώτης λαδάς Σπετσώτης ψαράς
Τσάκωνας μανταρινάς και Ναυπλιώτης ντοματάς

Μα Αργείτης πρασάς Μωραϊτης παλικαράς
Καλαματιανός γυναικάς Κουλουριώτης χορευταράς

Εδώ η πρώτη στροφή αφορά εθνικά χαρακτηριστικά ενώ οι επόμενες τοπικά χαρακτηριστικά και παρατσούκλια με εστίαση στον Αργοσαρωνικό. Ο χαρακτηρισμός του Αιγενήτη συμπίπτει με τον Υμνούμενο: καλαμαράς, αλλά στον Ναυπλιώτη, τον Υδραίο, τον Αθηναίο και τον Πειραιώτη υπάρχει διαφωνία.

Αρκετοί από τους χαρακτηρισμούς των δυο τραγουδιών αφορούν τις καλλιέργειες ή τα επαγγέλματα που συνηθίζονται σε κάθε τόπο, ενώ κάποιοι έχουν γίνει στερεότυπα, όπως ο γκάγκαρος Αθηναίος. Αυτά τα στερεότυπα, τα σατιρικά παρατσούκλια για τους καταγόμενους από κάθε τόπο, λέγονται από μερικούς «ακληρήματα» αν θέλετε έναν εντυπωσιακόν όρο, ενώ οι κακίες που λέγονται από τον έναν λαό για τον άλλον έχουν ονομαστεί «εθνοφαυλισμοί» (τον όρο τον πρότεινε ο Αμερικανός μελετητής A.A.Roback,  στα ελληνικά πρέπει να τον έχω πρωτομεταφέρει εγώ, όχι ότι ήθελε και μεγάλη φιλοσοφία). Για τα νεοελληνικά ακληρήματα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, που κάποιαν άλλη φορά θα το ξαναπαρουσιάσω εμπλουτισμένο με τα σχόλια που κάνατε.

Posted in Επαναλήψεις, Επιθεώρηση, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Το μπαγιόκο και ο Μπακαγιόκο

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2010

Ένα από τα προνόμια (και τα χασομέρια) του ιστολόγου είναι ότι μπορείς να βλέπεις διάφορες στατιστικές πληροφορίες για το ιστολόγιο (όχι πολλές), μεταξύ των οποίων και τις λέξεις αναζήτησης που έβαλαν στο ψαχτήρι (κυρίως το γκουγκλ) οι επισκέπτες που σε επισκέφτηκαν. Για παράδειγμα, στο δικό μου το ιστολόγιο πολλοί έρχονται επειδή αναζητούν στο γκουγκλ την (ανύπαρκτη) φράση πράσσειν άλογα, οπότε κατευθύνονται στο σχετικό άρθρο που ελπίζω να είναι πειστικό.

Χτες όμως κάποιοι ήρθαν στο μπλογκ αναζητώντας την ετυμολογία της λέξης «μπαγιόκο» -δηλαδή έβαλαν στο γκουγκλ «μπαγιόκο ετυμολογία» (χωρίς τα εισαγωγικά). Εδώ βέβαια που ήρθαν την ετυμολογία του μπαγιόκου δεν τη βρήκαν, διότι κι εγώ μέχρι χτες την αγνοούσα, απλώς είχα χρησιμοποιήσει τη λέξη «μπαγιόκο» σε ένα άρθρο περί χρημάτων, και μέσα σ’ αυτό το άρθρο υπήρχε και η λέξη «ετυμολογία» ή μια παραφυάδα της. Σκέφτηκα λοιπόν να βρω την ετυμολογία του μπαγιόκου, αλλά τη λέξη δεν την έχουν τα μεγάλα λεξικά μας, οπότε έπρεπε να τη βρω μονάχος μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 121 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της Παλιάς Ελλάδας

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2010

Αρχίζω με μια ανακοίνωση περιαυτομπλογκίας. Προφανώς το μεταναστευτικό αποδείχτηκε ενδιαφέρον θέμα, διότι χτες το ιστολόγιο γνώρισε πιέννες, είχαμε νέο ρεκόρ επισκέψεων με 3.558 επισκέπτες. Το προηγούμενο ρεκόρ ήταν 3.453 από τις 29 Σεπτεμβρίου 2009 (προεκλογικά). Τις τελευταίες μέρες, πάντως, το ρεκόρ ψηνόταν, δυο φορές είχαμε περάσει τους 3.300 επισκέπτες. Για όσους προσέχουν αριθμούς, τούτο εδώ είναι το αριθ. 400 ποστ του ιστολογίου.

Όμως, επειδή δεν κοιτάμε μόνο την… τηλεθέαση, θα συνεχίσω μ’ ένα λιγότερο φορτισμένο θεμα (αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς), τους τοπικούς χαρακτηρισμούς ή ακληρήματα όπως ίσως τα έλεγαν οι αρχαίοι. Να θυμίσω ότι τέτοιους αλληλοφαυλισμούς είχαμε δει και σε παλιότερο άρθρο.

Λοιπόν, σε ένα καινούργιο και πολλά υποσχόμενο ιστολόγιο που ειδικεύεται στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα χτες μια ηχογράφηση του «Υμνούμενου», που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν «Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον», απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Παρεμπιπτόντως, παρακαλώ τους ευσεβείς φίλους του ιστολογίου να μου πουν ποιο τροπάρι παρωδείται, χωρίς να ενοχληθούν και να καταλογίσουν ασέβεια: ο Παπαδιαμάντης είχε σκαρώσει εξαιρετικά σατιρικά τροπάρια, θα τα δούμε κάποια φορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιθεώρηση, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , | 131 Σχόλια »