Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πίσω θρανία’

Η κραυγή του Οδυσσέα (Συνεργασία από Cronopiusa)

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2020

Κλείνει σήμερα χρόνος από τον αδόκητο θάνατο της αγαπημένης μας Cronopiusa, της φιλης μας της Αμαλίας, που τόσα χρόνια μας συντρόφευε με τις μουσικές και με τις εικονες της.

Ο φίλος μας ο Χτήνος, που αταίριαστο μοιάζει το χρηστώνυμό του στην τόση ευαισθησία του, είχε την ιδέα να κάνει το ιστολόγιο μνημόσυνο στην Cronopiusa, και μαζί με τη φίλη μας τη Λουκρητία βρήκαν το υλικό που θα παρουσιάσω σήμερα. Πρόκειται για ένα κείμενο της Αμαλίας για τα Αναφιώτικα. H Κρόνη το έγραψε το 2003 με αφορμή ένα άρθρο της Καθημερινής και το έστειλε στην εφημερίδα, χωρίς να ελπίζει σε δημοσίευση βέβαια -και πώς να δημοσιευτεί αφού η Αμαλία δεν μασούσε τα λόγια της. Όπως θα δείτε είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο που κρύβει πολλή δουλειά και φανερώνει πολλή αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του.

 

Η κραυγή του Οδυσσέα

«O Aνδρούτσος  έστειλε στους Τούρκους μολύβι για να μην σπάνε τα μάρμαρα, τον γκρέμισαν απ΄την Ακρόπολη, ακόμα τα βράδυα ακούγονται οι φωνές του. Δεν έμαθα πολλά γράμματα στο σχολειό, εκείνα τα χρόνια η ζωή ήταν δύσκολη ,και τα παιδάκια έπρεπε να συμβάλλουν στην οικονομία του σπιτιού. Ευρυδίκη Ανδριανού η δασκάλα μου, παρακαλούσε τον πατέρα μου να συνεχίσω: «Τόσες κόρες έχεις, άσε μια  στα γράμματα». Από Ιστορία μόνο για τον Ανδρούτσο θυμάμαι, τ’άλλα , την Ιστορία με το Γλέζο και τον  Σιάντο , που κατεβάσανε τη σημαία των Γερμανών, τά ’ζησα ….»

Λιπόσαρκη, αεικίνητη, νευρώδης,σπαθάτη η ογδοντάχρονη κυρά Βαγγελιώ. Ο λόγος της λιτός, σταράτος, όπως ο λόγος των βαθιά φιλοσοφημένων και πονεμένων ανθρώπων μπορεί να είναι. Τα μάτια της, μαύρα σαν ελιές σε κοιτάνε ίσα στα μάτια και πίσω απ’αυτά, η ματιά  της γιαλίζει όταν οι σκέψεις της αλέθουν τα περασμένα, γίνεται νερό και δάκρυ στο αυλάκι του χρόνου όταν η φωνή της κυλάει σαν λάδι στο καντυλάκι της ελπίδας. Να μην χάσει το σπίτι της, να μην την ξεσπιτώσουν στα γεράματα της, να μη χάσει τις βραδινές βεγγέρες με τα παιδιά κ’εγγόνια της στη πεζούλα της γειτονιάς:

«Eίμαι από την Σαντορίνη, στην Αθήνα  ήρθα το 33, ήμουνα  έντεκα χρονών. Ο πατέρας μου είχε δεκατέσσερα παιδιά, ήτανε μιναδόρος, έβαζε φουρνέλα, έχασε τα δυο του χέρια και το μάτι του το ’50 στις βουλευτικές εκλογές. Τον  αδερφούλη μου, ένα χρόνο μικρότερο από μένα τον χάσαμε στον πελτέ, την βράζαμε τότε την ντομάτα κι έπεσε  μέσα, …κάηκε…, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες το χάσαμε το παιδί μας. Τρείς χιλιάδες οκάδες ντομάτα πήγανε στη θάλασσα , κανένας δεν έπαιρνε τον πελτέ, είχαμε χρέος στις  τράπεζες, καταστραφήκαμε.

Πήγα σε σπίτι και δούλεψα…. Τα  ξένα χέρια , είναι μαχαίρια… έκλαψα πολύ,κι’ όταν θυμόμουνα το νησί έβαφε η θάλασσα κόκκινη, … ο πατέρας μου με σκοινια  κρεμασμένος στο βράχο στα Φυρά ,στο γυαλό, να φωνάζει: «Βάρδα φουρνέλο», … η μάνα μου,να δουλεύει και να τραγουδάει: «… …Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω μία τέντα, νάρχεται το παιδάκι μου να πιάνουμε κουβέντα….. Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω εκκλησιδάκι , να βγαίνει το παιδάκι μου να παίρνει αντιδωράκι…».

Στ’ Αναφιώτικα είχα συγγενείς,τον άντρα μου εδώ τον γνώρισα, Πλακιώτης γεννημένος στην οδό Υπερείδου, τραγούδαγε ωραία, ο πατήρ Σουλιανός σαν πέθανε είπε: «Φεύγει άλλος ένας Πλακιώτης». Παντρευτήκαμε στη Σαντορίνη το 45, δεν τον ήθελε ο πατέρας μου γιατί ήταν φαντάρος, ούτε η μάνα του με ήθελε γιατί ήτανε κρητικιά., αγαπιόμασταν. Με καϊκι πήγαμε, … οχτώ μέρες βάσταξε το ταξίδι, …το ηλιοβασίλεμα να βάφεται η θάλασσα κόκκινη, και εγώ να θυμάμαι το τραγούδι του αδερφούλη μου: «Απ’όταν εγεννήθηκα φωτιά με τριγυρίζει, και να με κάψει δεν μπορεί μόνο με φοβερίζει.».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Εις μνήμην, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , , | 64 Σχόλια »