Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πίτερ Μάκριτζ’

Τα ολοίσθια και τα φατσέικα

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2021

Τα φατσέικα είναι ο τρόπος που μιλάει ο Βαγγέλης Φατσέας, ο ήρωας στο σίριαλ Καφέ της Χαράς: όλο μαργαριτάρια, στην προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει λόγιες εκφράσεις και «δύσκολες» (απαιτητικές, που λέει κάποιος) λέξεις. Στο Γιουτούμπ μπορεί κανείς να βρει διάφορες ανθολογίες με ατάκες του Φατσέα, από την πρώτη περίοδο του πολύ καλού σιριαλ (σε σενάριο Άννας Χατζησοφιά και Χάρη Ρώμα), για παράδειγμα εδώ. (Κατά σύμπτωση, αυτό τον καιρό προβάλλεται δεύτερη εποχή του σίριαλ, με πολλούς ίδιους ήρωες, ανάμεσά τους και τον Φατσέα, δηλαδή τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση -και, απ’ όσο είδα, με την ίδια έφεση στα φατσέικα).

Ο Φατσέας είναι κωμικός τύπος και πρέπει να βγάλει γέλιο -τα γλωσσικά του λάθη είναι φτιαχτά και πολύ μελετημένα από τους σεναριογράφους και κατά κανόνα δεν είναι τα τυπικά γλωσσικά λάθη που ακούμε γύρω μας. Για να φέρω ένα παράδειγμα, στην αρχη του βίντεο που ανέφερα πριν (περί το 0.22) λέει: «Πήρε την απόφαση μόνος του. Αποφασίζομεν και διατάσσομεν. Την έχει δει διδάκτορας» -και βέβαια εννοεί «δικτάτορας». Πολλοί λαϊκοί άνθρωποι, όπως ξέρουμε, λένε «δικτάκτορας» και «δικτακτορία» -δεν έχω ακούσει κανέναν να λέει «διδακτορία» κατά λάθος, ενώ έχω ακούσει να μπερδεύουν με λογοπαικτικό σκοπό διδάκτορες και δικτάτορες. Επίσης ο Φατσέας λέει «έχω την εύβοια της τύχης», «θα παρεκτραχυνθώ», «είμαι εχέθυμος» και αλλα αμέτρητα, που τα μελέτησε ο γλωσσολόγος Ασημάκης Φλιάτουρας σε σχετική εργασία του (με τον Θεόδ. Κούκο). Ο Φλιάτουρας χαρακτηρίζει «κωμικόγλωσσα» τα φατσέικα, που τα εντάσσει στην παικτική παρετυμολογία, την οποία διακρίνει από τη λαϊκή ετυμολογία, που μας δίνει, ας πούμε, το αγιόκλημα από το αιγόκλημα και το εφτάζυμο από το αυτόζυμο (ξέρω, χρωστάω άρθρο).

Με τον Φατσέα γελάμε, όπως γελούσαμε παλιότερα και με τα μαργαριτάρια της Δέσποινας Στυλιανοπούλου, που και αυτή έπαιζε ρόλους που την ήθελαν να κάνει μαργαριτάρια προσπαθώντας να μιλήσει λογιότροπα και περιδιαγραμμάτου (π.χ. το όνειρο εκάστου γυναίκας – δείτε εδώ μια ανθολόγηση). Γενικά η γλώσσα μπορεί να αποτελέσει πηγή γέλιου στο θέατρο και στον κινηματογράφο -ξεκινώντας από την Βαβυλωνία στην οποία είχαμε αναφερθεί πριν από λίγους μήνες στο ιστολόγιο και προχωρώντας στους διάφορους διαλεκτόφωνους στον Καραγκιόζη ή σε επιθεωρήσεις.

Επίσης, πολλοί γελάνε με τα γλωσσικά λάθη των λαϊκών ανθρώπων, που τα βρίσκουν αστεία -όχι όμως και με τα γλωσσικά λάθη των μεγαλόσχημων. Ο λόγος είναι ότι πιο εύκολα κολλάς τη ρετσινιά του αγράμματου στον λαϊκό άνθρωπο, και γελάς μαζί του επιβεβαιώνοντας τη δική σου ανωτερότητα, παρά σε κάποιον που κάνει «λογιοστρεφή» λάθη, π.χ. «μετέρχεται άθλιων μέσων». Πολύ είχαν χλευαστεί τα γλωσσικά λάθη της λαίδης Άντζελας Δημητρίου. Και μπορεί να βγάζει γέλιο το «τρώω είδη υγιεινής», αν υποθέσουμε ότι το είπε, αλλά πολλοί γέλασαν και με το «ουδείς άσφαλτος», παρόλο που το άσφαλτος = αλάνθαστος που είναι απολύτως υπαρκτός και λεξικογραφημένος τύπος, έστω κι αν συνήθως όταν λέμε «ασφαλτος» εννοούμε το υλικό με το οποίο στρώνονται οι δρόμοι. Κάποιοι επέμειναν: «Σύμφωνοι, υπάρχει λέξη «άσφαλτος» αλλά σιγά μην την ήξερε η Άντζελα Δ. όταν το είπε» -λες και θα ήταν αφύσικο να ξέρει μια υπαρκτή (και όχι λόγια!) λέξη της γλώσσας της ή να τη σχηματίζει με φυσικό σχηματισμό.

Τα σκέφτηκα όλα αυτά τις προάλλες, όταν στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ κάποιος χλεύασε την έκφραση «πνέει τα ολίσθια» που ακουσε να λένε (ή «πνέει τα ολοίσθια», αφού ήταν προφορικός λόγος). Ο λόγος είναι ότι ο τύπος «ολοίσθια» (ή ολίσθια) κατά τη γνώμη μου δεν είναι μαργαριτάρι, δεν είναι σαρδάμ, δεν ανήκει στα φατσέικα, αλλά είναι υπαρκτός από παλιά λαϊκός τύπος, που διατηρείται και στις μέρες μας, κυρίως σε ιδιώματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Λαθολογία, Λογολογία, Μαργαριτάρια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | 196 Σχόλια »

Το λεξικό των Ρωμέικων, του Βαχίτ Τουρσούν

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2019

Ρωμέικα (ή Ρωμαίικα αν προτιμάτε) λέμε βεβαίως τα ελληνικά, σε κάπως λαϊκό ύφος -αν και όλο θα λιγοστεύουν όσοι αναφέρονται στη γλώσσα μας με αυτή τη λέξη: μπορεί να υπάρχει η Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, αλλά έχουν περάσει 100+ χρόνια από τότε που έκλεισε ο Ρωμηός του Σουρή.

Αλλά πλατειάζω. Το λεξικό του τίτλου δεν αφορά τη γλώσσα στην οποία γράφεται το ιστολόγιο, αλλά μιαν άλλη γλωσσική ποικιλία (γλώσσα; διάλεκτο; μην κολλήσουμε εκεί), που μιλιέται στην Τουρκία, στον Πόντο, και που λέγεται Romeika. Στο ιστολόγιο έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτή τη γλωσσική ποικιλία, πριν από αρκετά χρόνια, όταν είχε ανακοινωθεί, με κάπως κωμικές τυμπανοκρουσίες, από τον Τύπο η ύπαρξη μιας διαλέκτου που είναι πολύ κοντά στα αρχαία ελληνικά. Τότε την ποικιλία αυτή την είχαμε πει και «οφίτικα» διότι μιλιούνται στην περιοχή του ποταμού Όφη, στον Πόντο.

Το λεξικό το βλέπετε εδώ στην εικόνα, ο τίτλος του είναι Romeika-Türkçe Sözlük, δηλαδή Ρωμεϊκο-τουρκικό λεξικό, και συγγραφέας του ο Βαχίτ Τουρσούν, που είναι ο ίδιος φυσικός ομιλητής των Ρωμέικων.

Μέσω του κοινού μας φίλου Βλάση Αγτζίδη, είχα αλληλογραφία με τον Βαχίτ Τουρσούν, που με ενημέρωνε για την πρόοδο του έργου του. Το υλικό που θα δείτε σήμερα μου το είχε στείλει στις αρχές του καλοκαιριού. Διστασα να το δημοσιεύσω τότε επειδή το καλοκαίρι λιγοστεύει η αναγνωσιμότητα του ιστολογίου.

Θα (ανα)δημοσιεύσω σήμερα την εισαγωγή του καθηγητή Πίτερ Μάκριτζ στο λεξικό που νομιζω πως δινει αρκετές πληροφορίες για τα Ρωμέικα/οφίτικα. (Στην Πύλη της ελληνικής γλώσσας υπάρχει κι άλλο ένα κείμενο του Π. Μάκριτζ για το ίδιο θέμα).

Επίσης, για να πάρετε μιαν ιδέα και από το λεξικό και απο το λεξιλόγιο των Ρωμέικων, παρακάλεσα τον Βαχίτ Τουρσούν και μου έστειλε σε pdf ένα δείγμα, σχεδόν 20 σελίδες, από το γράμμα Α του λεξικού του, που το έχω ανεβάσει εδώ και μπορείτε να το συμβουλευτείτε.

Και μια εικόνα από ένα τυχαίο δισέλιδο του λεξικού:

H εισαγωγή του καθηγητή Peter Mackridge στο λεξικό των Ρωμέικων:

Η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή της Τραπεζούντας (Πόντος) στην Τουρκία είναι αξιοθαύμαστη. Οι περισσότεροι από τους ομιλητές της ντόπιας ελληνικής διαλέκτου ήταν Χριστιανοί, αλλά η γλώσσα μιλιόταν επίσης σαν μητρική από μερικές μουσουλμανικές κοινότητες. Παρ’όλα αυτά, το 1923, μετά την ήττα των ελληνικών δυνάμεων από τον τουρκικό στρατό στην Ανατολία, η συνθήκη της Λωζάνης προέβλεψε την υποχρεωτική ανταλλαγή των μουσουλμανικών και ορθόδοξων χριστιανικών μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου στον Πόντο να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Οι απόγονοι αυτών των ανταλλαγέντων Χριστιανών είναι τώρα όλοι γηγενείς ομιλητές της καθομιλούμενης νεοελληνικής γλώσσας και οι γνώσεις τους για την ποντιακή ελληνική διάλεκτο είναι περιορισμένες ή και ανύπαρκτες. Οι μουσουλμάνοι ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου, ωστόσο, οι περισσότεροι εκ των οποίων έζησαν σε απομονωμένα χωριά στις περιοχές των Τσαΐκαρα (Όφι), Σουρμένων και Τόνγιας, παρέμειναν στα εδάφη τους και οι κοινότητές τους συνεχίζουν να μιλούν ελληνικά μέχρι σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά, Ντοπιολαλιές, Πόντιοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 257 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 137 Σχόλια »