Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Παλαμήδι’

Τα φραγκόσυκα (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2019

Πριν απο δυο Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει ένα καλοκαιρινό διήγημα του Στέφανου Δάφνη, οπότε είναι κάπως ασυνήθιστο να βάζουμε δεύτερο δικό του διηγημα τόσο σύντομα -και μάλιστα, με κάθε άλλο παρά καλοκαιρινό θέμα. Ωστόσο, θυμίζει σε μένα τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών μου χρόνων, που τις περνούσα κοντά στο Ναύπλιο, τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το σημερινό διήγημα, με τον παππού μου να μαζεύει πάντοτε φραγκόσυκα, πιο επιδέξια απ’ό,τι στο διήγημα.

Το σημερινό πεζό αρχικά είχε δημοσιευτεί στο Μπουκέτο το 1934 και το παρουσίασε πρόσφατα ο φίλος Γιάννης Π. στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947), όπως είπαμε την προηγούμενη φορά, κατά κόσμον Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, ήταν γεννημένος στο Ναύπλιο.

Ξέρω μια φοβερή ιστορία για φραγκόσυκα. Θα τη διηγηθώ με όλη της τη φρίκη, όπως έγινε σε κείνο τον τόπο, που έζησα τα μικρά μου χρόνια: στο Ανάπλι, το ιστορικό και τραγουδισμένο, την πόλη της δόξας και των αιμάτων.

Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού είναι απότομη, σαν κομμένη με το μαχαίρι, και αντικρίζει τη θάλασσα, τον Αργολικό Κόρφο. Σκύβοντας κανείς από πάνω, βλέπει κάτω ένα βάραθρο, που το αντισκόβουν εδώ και κει βράχια σουβλερά, λίγες φραγκοσυκιές, τούφες ρίγανη… Φίδια φωλιάζουν εδώ μέσα και κιρκινέζια. Τα πρώτα σέρνουνται ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα δεύτερα ξεπετούν, ξανθές σαΐτες, στον αέρα, επάνω από τα μπεντένια του Κάστρου. Αν ρίξεις πέτρα, και δε σταθεί σε κανένα χαμόκλαδο, η πέτρα κυλάει κρατώντας και πάει μπλουμ στη θάλασσα της Αρβανιτιάς. Ψηλά, στο φρύδι του φοβερού αυτού γκρεμού, είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά. Στον καιρό του Πολέμου, λέει ο ντόπιος θρύλος, οι χριστιανοί είχαν στήσει εδώ ένα μηχάνημα καταχθόνιο, μια σανίδα με σούστα, να μοιάζει τάχα σα γεφυράκι. Κι άμα γιουργήσανε και πήραν το Κάστρο, κι οι Αρβανίτες φεύγανε κυνηγημένοι κατά την Καραθώνα, περνώντας από τη στενή τούτη ποριά, πατούσανε στη σανίδα, που πατ! τους τίναζε στο γκρεμό. Από τότες, όλη ετούτη η μεριά λέγεται «Αρβανιτιά».

Όμως η Φύση πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει: Έτσι και δω, την άνοιξη, φυτρώνουν αγριοβιολέτες, ζαμπάκια, που ευωδιάζουν τον αέρα. Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »