Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘πανούκλα’

Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο (αναδημοσίευση από τον Τέταρτο Κόσμο)

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2020

Σήμερα θα αναδημοσιεύσω από ένα πολύ αξιόλογο ιστολόγιο ένα άρθρο, που έχει ως θέμα του «ιστορίες από καιρούς πανδημίας». Πρόκειται για το ιστολόγιο Τέταρτος κόσμος, που το διαχειρίζεται ένας παλιός φίλος του ιστολογίου, ο οποίος συμμετείχε πολύ ενεργητικά στο δικό μας ιστολόγιο τα δυο-τρία πρώτα χρόνια αλλά μετά έριξε μαύρη πέτρα στη μπλογκόσφαιρα.

Το άρθρο του, με τίτλο «Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο» και υπότιτλο «Ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας, μου άρεσε πολύ, παρόλο που αναγνωρίζω ότι είναι δύσκολο ανάγνωσμα, λόγω τόσο του μεγέθους του όσο και της πυκνότητάς του. Επιπλέον, εμφανίζεται κι ένας Σαραντάρης που πήγε αδικοθάνατος, οπότε ως Σαραντάκος συμπάσχω. Το δημοσιεύω εδώ και ελπίζω να το βρείτε ενδιαφέρον. Η αναδημοσίευση θα ενδιαφέρει και τον ιστολόγο του Τέταρτου κόσμου, ο οποίος έχει απενεργοποιημένα τα σχόλια στο δικό του ιστολόγιο, οπότε εδώ θα έχει ενδεχομένως αναπληροφόρηση.

Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο

(ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας)

Τον καιρό του Μαύρου Θανάτου, ασφαλώς επειδή το ρητορικό σχήμα του πολέμου μ’ έναν αόρατο εχθρό δεν βγάζει και πολύ νόημα, αφού οι γραμματιζούμενοι και οι καλλιτέχνες προσωποποίησαν την αρρώστια με όλες τις δέουσες αλληγορίες και σε ποικίλες μορφές, ο λαουτζίκος, πιο πραχτικός, προτίμησε να ανακαλύψει ευθύς αμέσως τους υπαίτιους, εκείνους που, σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη, μόλυναν τα πηγάδια και τις πηγές, σκορπώντας μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία του κακού. Οι συνηθισμένοι ύποπτοι, λεπροί, εβραίοι, αιρετικοί, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά και ανάλογα με τις τοπικές προτεραιότητες, τράβηξαν των παθώ τους τον τάραχο, αλλά και διάφοροι άλλοι εύκολοι στόχοι – ανάμεσά τους κι οι τσιγγάνοι (πιο αφανώς, ως συνήθως).

Όμως δεν είναι στις προθέσεις μου να απαριθμήσω εδώ αυτές τις σφαγές, τους εμπρησμούς και τις λοιπές φρικαλεότητες (παρότι κι ένα τέτοιο ανάγνωσμα θα ήταν επιμορφωτικό), ήθελα μόνο να πω ότι σε τέτοιες περιστάσεις ακόμα και πιο αξιοσέβαστους τους παίρνει καμιά φορά η μπάλα. Όσο για την εξουσία, παρότι πιο μορφωμένη και πιο κατατοπισμένη από τον χύδην όχλο, όπως καμαρώνει πάντα, φαίνεται ότι στις συνθήκες αυτές συχνά δε θέλει και πολύ για να προσυπογράψει προλήψεις, προκαταλήψεις και λιντσαρίσματα – για τους δικούς της λόγους, ασφαλώς.

Καθώς περνούσαν οι αιώνες και τα κύματα της πανούκλας, κάπου προς το τέλος του 16ου αιώνα, διαδόθηκε στο σοφό λαό, τρέχα-γύρευε πώς, η φήμη για μια άλλη μέθοδο που υποτίθεται χρησιμοποιούσαν οι καταχθόνιοι ώστε να σκορπίσουν τη συμφορά στο ποίμνιο του Θεού. Αυτή ήταν το πασάλειμμα: πάει να πει, οι μοχθηροί έφτιαχναν ένα διαβολικό σκεύασμα, σαν ωχρή λάσπη ή ασπρουδερή μπογιά, κάτι σα λερωμένο ασβέστη, ή ξινισμένο ξίγκι, ή βρώμικο λίπος, και πασαλείφανε τοίχους, πόρτες, φράχτες κι ό,τι άλλο – και αυτό το πράγμα σκόρπιζε στον αγέρα το θανατικό, τον τρομερό λοιμό. Διάφορες αναφορές και μαρτυρίες, κάποτε από σχετικά αξιόπιστες πηγές, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη, ας πούμε, ύποπτων επαλείψεων. Και μπορούμε να σκεφτούμε ό,τι θέλουμε, σε πραγματολογικό επίπεδο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις (π.χ. μπορεί να ήταν ποικίλες μαγγανείες και τεχνάσματα λαϊκής μαγείας που είχαν αποτροπαϊκό χαραχτήρα, δηλ. που θέλανε απεναντίας να κρατήσουν μακριά την αρρώστια, ή μπορεί πάλι κάποιοι να ήθελαν έτσι να τρομάξουν τους εχθρούς τους ή να αγαπούσαν τα μακάβρια καλαμπούρια), κατά τη γνώμη μου όμως, αν πάρουμε υπόψη μας το πώς δουλεύουν οι φήμες κι ο πανικός, στις περισσότερες από αυτές τις μαρτυρίες δεν υπάρχει ανάγκη να υποθέσουμε ούτε έναν έστω κόκκο αλήθειας. Οι φανταστικοί αυτοί πράκτορες του χάους, στα ιταλικά αφού κυρίως σε ιταλικά εδάφη εμφανίστηκε το φαινόμενο, πήρανε το όνομα untori, που θα μπορούσε να αποδοθεί αλειφτάδες ή αλειμματάδες. Εν πάση περιπτώσει, σε καιρούς κρίσης όπως θα λέγαμε, όταν λυσσομανούσε ο θανατάς, είχε γίνει επικίνδυνο να πλησιάζεις σε τοίχους, να έχεις συνάφεια με οποιαδήποτε παχύρρευστη ουσία, ή και να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό (κι ούτε κι αυτό σε έσωζε πάντα, όπως θα δούμε παρακάτω).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Πανδημικά, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Μόρτηδες και απόλοιμοι (μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

Η προεκλογική αντιπαράθεση έχει φτάσει στην κορύφωσή της αλλά το ιστολόγιο έχει και τις δικές του προτεραιότητες. Έτσι, σήμερα δημοσιεύω με καμάρι ένα άρθρο που θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα που έχουν αναρτηθεί στο ιστολόγιο όλα αυτά τα χρόνια, παρόλο που (ή: επειδή) είναι εντελώς ανεπίκαιρο. Δίνει όμως μια κατά τη γνώμη μου εύλογη απάντηση σε ένα ετυμολογικό πρόβλημα, και ταυτόχρονα μάς χαρίζει ένα γοητευτικό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο.

Η λέξη «μόρτης» έχει ταλαιπωρήσει αρκετά τους ετυμολόγους της ελληνικής γλώσσας. Ο φίλος μας Spiridione, που μάς έχει δώσει και άλλα εξαιρετικά άρθρα, παρουσιάζει εδώ μια πλήρη ιστορία της λέξης από την οποία προκύπτει μια πειστική, κατά τη γνώμη μου, ετυμολογία της. Το άρθρο είναι δικαιολογημένα εκτενές και τόσο καλογραμμένο που ελάχιστα έχω να προσθέσω -τα βάζω σε σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες.

Αξίζει να κάνω μια μικρή περίληψη του άρθρου, αν και σας συνιστώ θερμά να το διαβάσετε ολόκληρο: Στις επιδημίες πανούκλας του Μεσαίωνα, συνηθιζόταν κάποιοι πρώην ασθενείς, από τα κατώτερα στρώματα, που είχαν αναπτύξει ανοσία (αν και όχι πλήρη) στην ασθένεια, να σχηματίζουν ομάδες και να παρέχουν πολύτιμες και αδρά αμειβόμενες υπηρεσίες στην κοινότητα: να μαζεύουν και να επιτηρούν τους ασθενείς, και να θάβουν τους νεκρούς. Παραδίδονται με διάφορα ονόματα ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο: θαφιάδες, μανιόρδοι, πιτσιγαμόρτοι, και τέλος τον 19ο αιώνα μόρτηδες και απόλοιμοι, που ήταν η θεσμική ονομασία επί νεοελληνικού κράτους. Οι μόρτηδες αυτοί, παρά την πολύτιμη προσφορά τους, εξαιτίας της χαμηλής κοινωνικής τους θέσης, του τρόμου που ενέπνεε η αρρώστια και του ρόλου τους ως συμβόλων του θανάτου, απέκτησαν κακό όνομα και τους αποδόθηκαν πολλές, συνήθως ανυπόστατες, κατηγορίες. Έτσι, ιδίως όταν τον 19ο αιώνα η πανούκλα γνώρισε ύφεση, η λέξη «μόρτης» έχασε την παλιά της σημασία και μετέπεσε στη σημασία «αλήτης, μάγκας» κτλ. Είναι πολύ πιθανό ο μόρτης να προκύπτει από τον πιτσιγαμόρτο, πιτσικαμόρτη (< ενετ. pizzicamorte) με αποκοπή. Η λ. πιτσικαμόρτης διατηρείται και σήμερα στο κερκυραϊκό ιδίωμα με τη σημασία του νεκροπομπού.

Μόρτηδες και απόλοιμοι

Η λέξη μόρτης ανήκει σε μία ομάδα λέξεων που έχει συνδεθεί με το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά επιπλέον έχει και μία ενδιαφέρουσα ιστορία, ορισμένα στιγμιότυπα της οποίας, γλωσσικά και ιστορικά, επιχειρεί το σημείωμα αυτό να ξεδιπλώσει.

Ο μόρτης, λοιπόν, θα λέγαμε ότι είναι το μικρό αδελφάκι του μάγκα, με την έννοια ότι έχει την ίδια σημασία, αλλά χρησιμοποιείται πιο σπάνια σήμερα. Η λέξη αυτή τις προηγούμενες δεκαετίες είχε τη χαρακτηριστική αμφισημία που συναντάμε και σε μερικές άλλες παρεμφερείς λέξεις (όπως π.χ. μάγκας και ρεμπέτης), αμφισημία που είχε σχέση με την κοινωνική θέση του ομιλητή, την εποχή του, τις πολιτισμικές του προτιμήσεις ή τις διαθέσεις του.  Στη λαϊκή μάγκικη γλώσσα (ή στα μόρτικα αν θέλετε) προσδιορίζει τα άτομα της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, του κόσμου της μαγκιάς, με θετική, φυσικά, σημασία, όπως, για παράδειγμα, σε αυτούς τους στίχους του Μιχάλη Σκουλούδη: «Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη, / με τ’ άσπρο ζουναράκι σου και με τον κόφτη, / αυτή την τόση, τη λεβεντιά σου, / ποτέ δε λείπει γκόμενα από κοντά σου», ή όταν ο Μάρκος τραγουδά «τζούρα δώσε του Μπάτη μας, / του μόρτη, του μπερμπάντη μας»∙ εκτός, βέβαια, αν ο μόρτης παρεκκλίνει από τις βασικές αρχές του κώδικα συμπεριφοράς του, οπότε η λέξη χρωματίζεται αρνητικά, όπως, ας πούμε, συμβαίνει με έναν μόρτη φιγουρατζή στο ομώνυμο τραγούδι του Ανέστη Δελιά. Σε πολλούς δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει προπολεμικά είχε χρησιμοποιηθεί η ένδειξη «μόρτικο» (τραγούδι ή χορός), εμπλέκεται δηλαδή και η μουσική βιομηχανία στη διαμόρφωση της σημασίας της, όπως είχε συμβεί και με τη λέξη ρεμπέτικο. Στην κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής η ίδια λέξη προσδιορίζει τα άτομα του λεγόμενου περιθωρίου από την οπτική γωνία των ανθρώπων που είναι έξω απ’ αυτό∙ συνήθως, έχει μειωτική ή και υβριστική απόχρωση, εκφράζει ένα αρνητικό και αντικοινωνικό, για τα κατεστημένα ήθη, πρότυπο συμπεριφοράς.  Στο Λεξικό του Δημητράκου διαβάζουμε στο λήμμα μόρτης:  αγυιόπαις, αλήτης, αλάνης, μάγκας, χαμίνι / γεν. άνθρωπος ουτιδανός, μπερμπάντης. Αυτές τις αρνητικές σημασίες μπορούμε να τις δούμε σε άρθρα εφημερίδων των αρχών του προηγούμενου αιώνα αστυνομικού ρεπορτάζ ή ηθικολογικού περιεχομένου, αλλά και σε λογοτεχνικά έργα, όπως για παράδειγμα στα «Σατυρικά Γυμνάσματα» του Παλαμά: «Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι, σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι, μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι». Χαρακτηριστικό είναι και ένα απόσπασμα κριτικής του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Σκιά, όπου μέμφεται το βιβλίο «Τα ψηλά βουνά» του Ζ. Παπαντωνίου διότι περιέχει «…βδελυράς και βωμολόχους αστειότητας, τας οποίας ασμένως μεταχειρίζονται οι μόρτηδες, οι χασισοπόται, οι λωποδύται και εν γένει οι φαυλόβιοι». Με το πέρασμα του χρόνου αναπτύσσονται και διάφορες μεταφορικές σημασίες, θετικής ή αρνητικής απόχρωσης (που τις βλέπουμε καλύτερα στη λέξη μάγκας), δηλαδή ο μόρτης μπορεί να είναι ο ψευτοπαλληκαράς, ο πονηρός, αλλά και ο έξυπνος, ο καταφερτζής ή ο ντόμπρος στη φράση «ξηγιέμαι μόρτικα». Έχει ενδιαφέρον, για μένα τουλάχιστον, το ερώτημα πώς ακριβώς προέκυψαν αυτές οι σημασίες, δηλαδή αν προηγήθηκε ο αυτοπροσδιορισμός μέσα στις περιθωριακές ομάδες και στη συνέχεια ακολούθησε ο ετεροπροσδιορισμός από την αστική κοινωνία ή το αντίθετο.  Άλλες παράγωγες λέξεις είναι το μορτάκι, που υπάρχει και στον στίχο του Ελύτη «μορτάκι του σύννεφου», ο μόρταρος ή αρχιμόρταρος σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη (ο Φοραμπάλλας στο διήγημα «Κοινωνική Αρμονία»), και η μορταρία, δηλαδή μια ομάδα από μόρτηδες, συνήθως παιδιά, που συναντάμε π.χ. σε μυθιστορήματα που Κοσμά Πολίτη. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »