Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Παντελής Μπουκάλας’

Το «λυτρισμικό» και η αντοχή της γλώσσας (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2017

Είχα πει ότι φέτος το καλοκαίρι, επειδή τρέχω και δεν φτάνω, θα βάζω αρκετά σύντομα άρθρα ή επαναλήψεις παλιότερων ή αναδημοσιεύσεις άρθρων από άλλα έντυπα. Ως τώρα αυτήν την… υπόσχεση δεν την έχω τηρήσει όσο θα έπρεπε, όμως το άρθρο που αναδημοσιεύω σήμερα θα το αναδημοσίευα έτσι κι αλλιώς, διότι είναι γραμμένο από έναν έξοχο μελετητή (και) της γλώσσας μας που ταυτόχρονα είναι και μάχιμος γραφιάς και εξετάζει θέματα με τα οποία κατεξοχήν ασχολείται το ιστολόγιο, όπως είναι τα γλωσσικά δάνεια και οι νεολογισμοί. Θέλω να πω, δεν το αναδημοσιεύω για να γλυτώσω τον κόπο να γράψω δικό μου άρθρο -άλλωστε θα σχολιάσω κι εγώ τα γραφόμενα του φίλου Παντελή.

Το «λυτρισμικό» του τίτλου είναι η απόδοση του νεολογισμού ransomware, όπως χαρακτηρίζεται το κακόβουλο λογισμικό που πρόσφατα χτύπησε υπολογιστές σε ολόκληρο τον κόσμο: σου κλειδώνει τα αρχεία και για να τα ξεκλειδώσεις και να μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις πρέπει να πληρώσεις ένα όχι εξωφρενικό ποσό, που συνήθως είναι εκφρασμένο στο ηλενόμισμα Bitcoin.

Όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε να πούμε ότι στην αργκό της πληροφορικής συνηθίζεται να κατασκευάζονται ευκαιριακοί όροι με κατάληξη σε -ware, πάνω στο πατρόν των software/hardware, και σε αυτό το μοτίβο εντάσσεται και το ransomware. Στην ελληνική οροδοσία στον τομέα της πληροφορικής, συνηθίζεται οι ευκαιριακοί αυτοί όροι να αποδίδονται με νεολογισμούς σε -ισμικό, ακριβώς πάνω στο πατρόν του «λογ-ισμικό» (software) ενώ και το hardware, που παλιότερα το είχαμε πει «υλικό» τώρα όλο και περισσότερο το λέμε «υλισμικό» μεταξύ άλλων για να αποφύγουμε την ασάφεια και το μπέρδεμα με το material κτλ.

Σε ένα λεξικό πληροφορικής που είχε βγει το 2008 βρίσκω τέτοιους όρους όπως nagware = ενοχλησμικό (πρόκειται για το δοκιμαστικό λογισμικό που για να σε σπρώξει να αγοράσεις την κανονική του έκδοση παρεμβάλλει διάφορες ενοχλητικές υπενθυμίσεις κατά τη λειτουργία του) ή hijackware = αιχμαλωτισμικό. Δεν μακροημέρευσαν αυτοί οι όροι, δεν γκουγκλίζονται καν (λάθος: τώρα γκουγκλίζονται) αλλά το λυτρισμικό μάλλον θα μείνει -η επιτυχία ενός όρου είναι σε ένα βαθμό συνάρτηση και της τριβής. Η ΕΛΕΤΟ πάντως χρησιμοποιεί, με μέτρο, την αντιστοιχία -ware = -ισμικό, και το ίδιο κάνω κι εγώ στις μεταφράσεις μου.

Αλλά είπα πολλά, οπότε θα δώσω τον λόγο στο άρθρο του Παντελή Μπουκάλα (η αρχική δημοσίευση εδώ). Παρεμβάλλω καναδυό δικά μου σχόλια που τα βάζω με πλάγια.

Το «λυτρισμικό» και η αντοχή της γλώσσας

Άλλες λέξεις τις μαθαίνουμε ακούγοντάς τες, από τη νηπιακή ηλικία κι ώς τα γεράματά μας, κι άλλες τις πρωτοσυναντάμε γραμμένες, τυπωμένες σε βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά ή ιστοσελίδες. Η γλωσσική μας εκπαίδευση δεν σταματάει ποτέ, και πάντα η ικανότητά μας να οικειοποιούμαστε και να απομνημονεύουμε υπολείπεται της όρεξής μας να μαθαίνουμε. Οσο για την αναλογία ανάμεσα στις λέξεις της ακοής και τις λέξεις της όρασης, εξαρτάται από την ηλικία του καθενός, τη δουλειά, τις παρέες, τις σχέσεις του με το διάβασμα· γενικότερα, εξαρτάται από τον τόπο όπου γεννιέται και τον χρόνο. Το τυχαίο καθορίζει ποια μοίρα θα διανύσει αυτό το μάτσο γονίδια που αποτελεί τον καθένα μας. Επίσης τυχαίο είναι, και τελικά αδιάφορο, αν έναν καινούργιο όρο τον πρωτογνωρίζεις διαβάζοντάς τον ή ακούγοντάς τον.

Τον όρο «λυτρισμικό» έτυχε να τον συναντήσω πρώτη φορά γραμμένο σε κάποιο σάιτ, όχι πολύ καιρό πριν. Τα συμφραζόμενα επέτρεψαν τη γρήγορη αποκωδικοποίησή του. Η λέξη ήταν ενταγμένη σε μια είδηση για τους μπελάδες που προκάλεσε οικουμενικώς κάποιος νέος ψηφιακός ιός, από αυτούς που κατασκευάζει κάθε κρατική μυστική υπηρεσία που σέβεται την παράδοσή της, κι ύστερα πέφτουν στα χέρια ιδιωτών κατεργαραίων, από τους αναρίθμητους που λυμαίνονται το Διαδίκτυο. Στο Διαδίκτυο βρήκα και τον ορισμό: «Το λυτρισμικό, γνωστό και ως ransomware, είναι λογισμικό κακόβουλης λειτουργίας υπολογιστή που περιορίζει την πρόσβαση στα αρχεία σας ή τα κρυπτογραφεί, ενώ μπορεί ακόμα και να σας εμποδίσει να χρησιμοποιείτε τον υπολογιστή σας εντελώς. Στη συνέχεια, προσπαθεί να σας εξαναγκάσει να πληρώσετε χρήματα (λύτρα), για να αποκτήσετε ξανά πρόσβαση σε αυτά».

Εχουμε λοιπόν παραγωγή μιας νέας λέξης, έστω με πρότυπο κάποια ξένη, αγγλική, το «ransomware», που πλάστηκε κατά το «software» και το «hardware» (με πρώτο συνθετικό το «ransom» = λύτρα ή εξαγορά διά λύτρων). Το «ransomware» δεν υπάρχει βέβαια σαν λήμμα στο σαραντάχρονο «Αγγλοελληνικόν λεξικόν» του οίκου «Penguin Books» που χρησιμοποιώ, αφού αποτελεί καρπό των υπερτεχνολογικών καιρών μας. Το δικό μας «λυτρισμικό» δεν μεταφράζει μηχανικά κάποιο «lytrismic», για παράδειγμα, ώστε να το μεταφέρει στα ελληνικά, και μάλιστα με την επηρμένη σιγουριά ότι πρόκειται για αντιδάνειο, «πάλι μας χρωστάνε» κ.τ.λ. Με την επινόηση της νέας ελληνικής λέξης αποδίδεται το νόημα της ξένης, η ουσία της. Στην περίπτωση αυτή συμβαίνει νομίζω κάτι ουσιωδέστερο και δημιουργικότερο απ’ ό,τι όταν εισάγονται στην ελληνική, σαν ήχος πρώτα, ο «hacktivism» και ο «hacktivist», ο «χακτιβισμός» και ο «χακτιβιστής», δηλαδή ο χάκερ-ακτιβιστής, ο πειρατής που διεισδύει στο Ιντερνετ για να προωθήσει κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό μήνυμα.
Ελληνική λέξη είναι και ο «χακτιβιστής», ή θα γίνει με τον καιρό και με τη χρήση. Ελληνική και ο χάκερ, έχει άλλωστε λεξικογραφηθεί. Λήμμα «χάκερ» υπάρχει τόσο στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη όσο και στο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών, τη σύνταξη και την επιμέλεια του οποίου υπογράφει ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, ως επικεφαλής συνεργατικής ομάδας. Στο Λεξικό της Ακαδημίας μάλιστα παρατίθενται και τα λήμματα «χακεριά» (και «χακιά», στην αργκό) και «χακεύω». Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τις λέξεις χακάρω (κατά το σερφάρω), χακεράς, χακερόνι και χακάρισμα, η ύπαρξη και η ευρεία χρήση των οποίων δείχνει πως ο μητρικός όρος είναι ήδη κατακτημένος. Οχι απλώς εξελληνισμένος αλλά ελληνικός.

Αν θα βρεθεί, και πότε, κάποιος αποφασισμένος να πάρει τη σκυτάλη από τον Στέφανο Κουμανούδη και να εκπονήσει και αυτός μια «Συναγωγή νέων λέξεων» υπό των λογίων αλλά και του δήμου πλασθεισών, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Και μάλλον ομάδα ασκητών θα ’πρεπε να αναλάβει αυτή τη δουλειά, όχι ένας. [Κάνει κάποια δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση η Ακαδημία Αθηνών με το Δελτίο Νεολογισμών της -Ν.Σ.] Και τα λεξικά που ήδη κυκλοφορούν, πάντως, δείχνουν με τη συνεχώς διευρυνόμενη ύλη τους πως η γλώσσα μας δεν πνέει τα λοίσθια, όπως πεισματικά διατείνονται οι κήρυκες του θανάτου της και τελεστές των μνημοσύνων της. Το «λυτρισμικό» δεν το περιέχουν βέβαια, δεν έχουν προλάβει, άλλωστε ποτέ τα λεξικά δεν προλαβαίνουν τη γλωσσική δημιουργία. Το «λογισμικό» όμως το έχουν αποθησαυρίσει από χρόνια. Εχουν επίσης καταγράψει τις λέξεις που γέννησε η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του Διαδικτύου και η ανάγκη των ανθρώπων να συνεννοούνται μεταξύ τους για όσα τα αφορούν.

Το Λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην επανεκτύπωση της α΄ έκδοσης του 1998 που κοιτάζω, δίνει τα λήμματα «κυβερνοπάνκ» και «κυβερνοχώρος». Νεότερο το Λεξικό Χαραλαμπάκη, του 2014, είναι φανερά πλουσιότερο στην καταγραφή σύνθετων λέξεων με α΄ συνθετικό το «κυβερνο-». Στο κυβερνοπάνκ και τον κυβερνοχώρο προσθέτει δεκαπέντε λέξεις ήδη συχνές και στην προφορική γλώσσα και στη γραπτή, τη δημοσιογραφική και τη συγγραφική: κυβερνοδιάστημα, κυβερνοέγκλημα, κυβερνοεπίθεση, κυβερνοκατασκοπεία, κυβερνοκόσμος, κυβερνοκουλτούρα, κυβερνολογοτεχνία, κυβερνοναύτης, κυβερνοπειρατής, κυβερνοπόλεμος, κυβερνοπολίτης, κυβερνοσέξ, κυβερνοσφετερισμός, κυβερνοτέχνη, κυβερνοτρομοκρατία. Παλαιότερη όλων η κυβερνοκουλτούρα, που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1963, σαν «cyberculture». [Στην 2η έκδοση – 2η ανατύπωσή του (2005) το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει προσθέσει άλλα δύο κυβερνολήμματα: κυβερνοναύτης και κυβερνοπειρατής (και -τεία). Το παλαιότερο ΛΚΝ (1998) έχει μόνο το λήμμα «κυβερνοχώρος». ]

Σε άλλους καιρούς η ελληνική δανειζόταν και υιοθετούσε ξένες λέξεις, προσαρμοσμένες μορφολογικά και κλιτικά στο σύστημά της ή όχι, για να ονομάσει λ.χ. στοιχεία της ενδυμασίας και της δίαιτας. Και δεν πάω στη βαθιά αρχαιότητα, στον χιτώνα, τη χλαίνη, το σάνδαλον ή τον σίτον, το σύκον, το σήσαμον και το ερέβινθον, δάνεια όλα, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι γλωσσολόγοι, από γλώσσες της Μεσογείου ή της Μικράς Ασίας. [Θα άξιζε ίσως ειδικό άρθρο για τα δάνεια της ελληνικής από τη λατινική. Μιλάμε για λέξεις πολύ βαθιά ριζωμένες στη γλώσσα και τη ζωή μας: σπίτι, σκάλα, μαντάτο, κάμπος, καμπάνα, κάγκελο κτλ.]  Μιλάω για το παντελόνι («αντιδάνειο» από το «Πανταλέων» διά του Pantaleone, χαρακτήρα της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε; έστω), την μπλούζα, τη φούστα και τη φουστανέλα, τη γραβάτα και την κάλτσα, και για το πουλόβερ βέβαια ή το φούτερ. Αλλά και για το σάμαλι και τη σαντιγί, το παντεσπάνι, τους κεφτέδες (που δεν υποχώρησαν μπροστά στα προταθέντα «κρεατοσφαιρίδια») και τη μακαρονάδα· που μάλλον δεν θα την απολαμβάναμε με τον ίδιο ενθουσιασμό αν μας είχε πείσει η υπόθεση ότι κατάγεται από τη μεσαιωνική «μακαρία», το νεκρόδειπνο. Με την εισαγωγή αυτοκινήτων εισήχθησαν και λέξεις του τομέα τους, από τον λεβιέ ώς το σασμάν. Σήμερα υιοθετούμε όρους των κομπιούτερ και του Ιντερνετ, αναπλασμένους ή μη, ατόφιους ή προσαρμοσμένους.

Δύναμη και πλούτος είναι για τις γλώσσες ο δανεισμός, όχι αδυναμία και φτώχεια. Μήπως δεν είναι παντοδύναμη η αγγλική, που λέμε ότι δανείστηκε από την ελληνική τη μία στις τρεις ή τέσσερις λέξεις της;

 

 

Posted in πληροφορική, Αναδημοσιεύσεις, Γλωσσικά δάνεια, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , | 159 Σχόλια »

Σαρανταπεντάρια

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2017

Πολύ μας βασάνισε ο καύσωνας το τελευταίο τετραήμερο, αλλά τουλάχιστο μας έδωσε έμμεσα την αφορμή για το σημερινό σύντομο άρθρο -σύντομο, διότι γράφεται ενώ ακόμα έξω κάνει πολλή ζέστη, οπότε θα είμαστε λακωνικοί.

Το Σάββατο λοιπόν άκουσα στο αναγγελτικό κάποιου δελτίου ειδήσεων τον εκφωνητή να αναγγέλλει με στόμφο: Δείτε σε ποιες περιοχές της χώρας θα χτυπήσει ο υδράργυρος σαρανταπεντάρια!

Ο υδράργυρος βέβαια είναι πλέον σχήμα λόγου, αφού, αν δεν κάνω λάθος, εδώ και χρόνια έχει απαγορευτεί η πώληση θερμομέτρων με υδράργυρο -οπότε, αυτό που εννοείται είναι «σε ποια μέρη θα ανέβει η θερμοκρασία στους 45 βαθμούς Κελσίου».

Και πράγματι, στα κοινωνικά μέσα άρχισαν να εμφανίζονται φωτογραφίες (ψηφιακών) θερμομέτρων από αυτοκίνητα ή από κινητές συσκευές, με την ένδειξη να φτάνει στους 45 βαθμούς, ενώ είδα και βιντεάκια από τη Λάρισα που έδειχναν κάποιους να τηγανίζουν αυγά χωρίς φωτιά, μόνο με τη θερμότητα θερμοκρασία του ήλιου.

Σε κάποιο άλλο άρθρο μπορεί να μαζέψουμε τα κλισέ που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι όταν έχει καύσωνα (καμίνι, σε σημείο βρασμού, λιώνει η άσφαλτος, στους Χ βαθμούς σκαρφάλωσε ο υδράργυρος) αλλά τώρα θα σταθούμε στα σαρανταπεντάρια.

Όπως θα περίμενε κανείς, η σημασία «σαρανταπεντάρι = θερμοκρασία 45 βαθμών» δεν είναι λεξικογραφημένη, και δεν θα μπορούσε να είναι. Τα λεξικά δεν είναι θησαυρός, να έχουν όλες τις άπαξ ειρημένες λέξεις και σημασίες της γλώσσας. Ελπίζω μάλιστα να μην χρειαστεί να λεξικογραφηθεί ποτέ αυτή η σημασία, δηλαδή να μην παγιωθούν οι καύσωνες τόσο που τα θερμοκρασιακά 45άρια να γίνουν κοινός τόπος.

Ωστόσο, το λήμμα σαρανταπεντάρι έχει βρει τη θέση του στα λεξικά, αλλά η λεξικογραφική κάλυψή του δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε σωστή. Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, αναφέρεται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Του κερατά

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2017

Φυλλομετρούσα προχτές το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Συμποτικά επιγράμματα», που περιλαμβάνει 64 επιγράμματα από το 11ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που κατατάσσονται στην κατηγορία των συμποτικών -πολλά είναι πειραχτικά, σαν κι αυτό που έτυχε να προσέξω, και που θα δώσει το έναυσμα για το σημερινό μας άρθρο.

Είναι λοιπόν ένα επίγραμμα του Καλλικτήρος του Μανησίου, το εξής:

Ὅστις ἔσω πυροὺς καταλαμβάνει οὐκ ἀγοράζων,
κείνου Ἀμαλθείας ἁ γυνά ἐστι κέρας.

Χρειάζεται μετάφραση; Όχι βέβαια, διότι η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Επειδή όμως με διαβάζει κι ένας αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά, παραθέτω την (όχι κατά λέξη, εννοείται) απόδοση του Παντελή Μπουκάλα:

Όποιος ποτέ του στάρι δεν αγόρασε μα πάντα σπίτι του το βρίσκει,
κέρατο της Αμάλθειας έχει τη γυναικούλα του.

Τον μύθο με το κέρας της Αμάλθειας τον ξέρουμε βέβαια, και θα το έχετε δει και σε παραστάσεις να βγάζει από μέσα χίλια δυο καλά. Ο φίλος Παντελής διόλου τυχαία δεν διάλεξε να γράψει «κέρατο» της Αμάλθειας, διότι, όπως λέει στα σχόλια, ασφαλώς εδώ υπάρχει λογοπαίγνιο ανάμεσα στο κέρας της Αμάλθειας και στον κερατά σύζυγο, που βρίσκει το τραπέζι του πάντοτε γεμάτο χάρη στις απιστίες της γυναίκας του.

Πράγματι, η σύνδεση του απατημένου συζύγου με το κέρατο είναι παλιά. Ο Μπουκάλας παραθέτει απόσπασμα από το Ονειροκριτικόν του Αρτεμίδωρου (2ος αι. μ.Χ.) όπου κάποιος που επρόκειτο να παντρευτεί είχε δει όνειρο ότι καβαλούσε κριάρι και έπεσε, και η ετυμηγορία ήταν «ἡ γυνή σου πορνεύσει καὶ τὸ λεγόμενον κέρατα αὐτῷ ποιήσει» -ήταν δηλαδή από τότε παροιμιώδης η έκφραση. Παραθέτει επίσης ο Μπουκάλας σκωπτικό επίγραμμα του Λουκίλλιου «Εις γραμματικόν κερασφόρον»:

Ἔξω παιδεύεις Πάριδος κακὰ καὶ Μενελάου
ἔνδον ἔχων πολλοὺς σῆς Ἑλένης Πάριδας.

που το αποδίδει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 278 Σχόλια »

Με το νι και με το σίγμα (Παντελής Μπουκάλας)

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2017

Στις καθημερινές μας εφημερίδες δεν γράφονται πολύ συχνά επιφυλλίδες για γλωσσικά θέματα οπότε αξίζει να αναδημοσιεύονται οι εξαιρέσεις. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω τη χτεσινή επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, που θίγει δυο-τρία θέματα σχετικά με τη γλώσσα και με τα ενδιαφέροντα του ιστολογίου. Για να μη μου πείτε όμως ότι τεμπελιάζω, προσθέτω κι εγώ κάμποσα δικά μου, προλογικά και επιλογικά, σχετικά και άσχετα με το άρθρο του Παντελή.

Το άρθρο του Μπουκάλα έχει τίτλο «Με το νι και με το σίγμα», επειδή ανάμεσα στα άλλα θέματά του θίγει το πώς γράφτηκε το όνομα της Αλοννήσου στα δελτία ειδήσεων τις περασμένες μέρες, που το νησί των Σποράδων βρέθηκε στην επικαιρότητα εξαιτίας του χιονιά. Με ένα ή δύο νι; Με ένα ή δύο σίγμα;

Ωστόσο, ο Παντελής εδώ κάνει και λογοπαίγνιο, αφού «κλείνει το μάτι» στη γνωστή έκφραση «με το νι και με το σίγμα». Όταν λέμε κάτι «με το νι και με το σίγμα», το λέμε με όλες τις λεπτομέρειες, χωρίς να παραλείψουμε τίποτα. Για παράδειγμα, στη Βέρα του Κεχαΐδη ένας ήρωας λέει: «Θα πάω και θα τα πω στον άντρα της! Όλα! Όλα! Με το νι και με το σίγμα!»

Όπως έχουμε γράψει κι άλλη φορά, η έκφραση πρέπει να γεννήθηκε από τη διαπίστωση της απόστασης ανάμεσα στους τύπους της καθαρεύουσας που διδάσκονταν στα σχολεία, όπως πόλις, πίστις, σχολείον, παιδίον, και στους δημοτικούς τύπους που χρησιμοποιούνταν στον προφορικό λόγο: πόλη, πίστη, σχολείο/σκολειό, παιδί. Οι καθαρεύοντες τύποι θεωρήθηκαν πληρέστεροι αφού είχαν τα τελικά νι και σίγμα που είχαν εκπέσει στους τύπους της καθομιλουμένης (χώρια που το τελικό σίγμα παραλείπεται πριν από τις αντωνυμίες σε κάποιες διαλέκτους, π.χ. ο Νίκο μας, ο πατέρα μου κτλ.) Ταυτόχρονα βέβαια, η παροιμία δείχνει ότι τα τελικά ν και ς θεωρούνταν επίσης λεπτομέρειες, που δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν παραλειφθούν και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις προστίθενται.

Η Αλόννησος γράφεται αρκετές φορές και με ένα νι ενώ επίσης τη βλέπουμε κάποτε και με δύο σίγμα (*Αλόνησσος) κάτι που πρέπει να είναι επίδραση από τη γραφή Alonissos στο λατινικό αλφάβητο (όπου βέβαια το διπλό s χρειάζεται για να μην προφερθεί ζ). Ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι ότι η ονομασία Αλόννησος δόθηκε στο νησί το 1838 και ότι κατά πάσα πιθανότητα το νησί δεν ταυτίζεται με την αρχαία Αλόννησο. Πριν από το 1838 το νησί ονομαζόταν Λιαδρόμια ή Λιοδρόμια ή Χιλιοδρόμια. Η Αλόννησος των αρχαίων μπορεί να είναι το (σχεδόν ακατοίκητο) νησί Κυρά Παναγιά που βρίσκεται βορειότερα απ’ τη σημερινήν Αλόννησο, η οποία στην αρχαιότητα λεγόταν Ίκος. Αν ξέρετε κάτι παραπάνω για το θέμα, το βάζετε στα σχόλια -εγώ δίνω τη σκυτάλη στον Παντελή Μπουκάλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 116 Σχόλια »

Η Αγαπώ του Παντελή Μπουκάλα

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2017

«Περάστε τις γιορτές συντροφιά μ’ ένα βιβλίο» έλεγε κάποιο παλιό διαφημιστικό σύνθημα των εκδοτών ή βιβλιοπωλών. Εγώ τις φετινές γιορτές τις πέρασα, κατά μεγάλο μέρος, με απολαυστική συντροφιά, με το καινούργιο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα, που μου άρεσε πολύ και που θέλω να το παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο.

mpoukalasagapwΟ τίτλος του βιβλίου είναι κάπως μακροσκελής: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών.

Των δημοτικών τραγουδιών, βεβαίως. Ο φίλος Παντελής μελετάει εδώ και πολλά χρόνια το δημοτικό τραγούδι -αυτό το ήξερα και το είχαμε αναφέρει πριν από μερικούς μήνες που παρουσιάσαμε εδώ τη συλλογή δίστιχων του Λασκαράτου που την εξέδωσε πρόσφατα ο Μπουκάλας μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Αυτό που δεν ήξερα και που μου προκάλεσε δέος είναι το πλάτος και το βάθος, αλλά και η γνώση της ενασχόλησης. Ο Μπουκάλας μας δίνει έναν τόμο σχεδόν 600 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις, κάτι που δείχνει πόσο πολλή λεπτοδουλειά έχει κάνει. Στον τόμο αυτό αναλύει διάφορες πτυχές της γλώσσας όπως εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια αλλά και από την επώνυμη ποίηση, έχοντας σαν κεντρικό θέμα του την ποιητική υπέρβαση των ορίων και των κανόνων της γλώσσας και σαν εμβληματικό παράδειγμα αυτής της υπέρβασης τη μετατροπή ενός ρήματος, του ρήματος αγαπώ σε ουσιαστικό: η αγαπώ, η αγαπημένη δηλαδή, αλλά και η πολυαγαπώ, ουσιαστικό που κλίνεται (της αγαπώς) και βεβαίως παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο αγαπός και άλλες παραλλαγές).

Ο Μπουκάλας εξετάζει αναλυτικά τον μετασχηματισμό του ρήματος σε όνομα που, όπως είπαμε, κλίνεται και, επειδή γράφει σε εκδοτικόν οίκο που κρατάει το πολυτονικό, αναφέρεται επιτροχάδην και σε ένα πρόβλημα που εμάς δεν θα μας απασχολούσε, δηλαδή τι τόνο πρέπει να πάρει το ουσιαστικό «η αγαπώ», και προκρίνει την οξεία (λέει και γιατί), αν και βέβαια στη γενική πτώση βάζει περισπωμένη. Παραδείγματα στίχων:

Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια
ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια.

Ο νιος τον άρρωστο έκανε στης αγαπώς την πόρτα.

Άγρια περιστεράκια μου εις στο σκολειό να μπείτε,
και πέμπω χαιρετίσματα της ααπώς να πείτε (Καρπάθικο, όπου το γ πέφτει ανάμεσα σε δυο φωνήεντα).

Τον αγαπώ παντρεύουνε κι εμέ παρηγορούνε
κι όση παρηγοριά έχω γω τόσο καλό να δούνε.

Κάθε Σαββατοκύριακο που’ν’όμορφο το φόρος,
σκολάζουν οι γραμματικοί, σκολάζουν κι οι νοδάροι,
σκολάζει κι ο πολυαγαπώ ‘που το χρυσό κοντύλι,
κι απού την πόρτα μας περνά για να τ’ ανατρανίσω,
κι εγώ δεν αναντράνισα για να τον τυραννήσω
[Κρητικό -για τα λεξιλογικά αυτού του πεντάστιχου μπορεί να γραφτεί αρθράκι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι

Posted by sarant στο 28 Αύγουστος, 2016

Κάπως παλιοκαιρίσιος ακούγεται ο τίτλος, δεν βρίσκετε; Αναμενόμενο είναι, μια και το χειρόγραφο που φέρει περίπου αυτόν τον τίτλο γράφτηκε τον προπερασμένον αιώνα. Λέω «περίπου αυτόν» διότι ολόκληρος ο τίτλος του χειρογράφου είναι «Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) τους 1842», οπότε έχουμε και μια χρονολογική ένδειξη (αν και το χειρόγραφο ολοκληρώθηκε αργότερα). Προσέξτε ότι λέει «τους 1842» και όχι «το 1842» διότι εννοεί «τους 1842 χρόνους» -ακουγόταν αυτό τότε.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το χειρόγραφο για το οποίο σας μιλάω εκδόθηκε πρόσφατα σε βιβλίο από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα και του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για μια ανώνυμη συλλογή δημοτικών τραγουδιών και παροιμιών, που φέρει τον παραπάνω μακροσκελή τίτλο. Ο άγνωστος συλλογέας δεν αρκέστηκε στη συλλογή του υλικού, αλλά προχώρησε και σε σύντομο σχολιασμό του, με σχόλια που έδειχναν άνθρωπο λόγιο, βαθιά καλλιεργημένο και με ποιητική ευαισθησία αλλά και γνώση της μετρικής.

Ο Παπακώστας, γνωρίζοντας την πολύχρονη ενασχόληση του Μπουκάλα με το δημοτικό τραγούδι, του έδειξε τη συλλογή θέλοντας να εξακριβώσει αν είναι πρωτότυπη. Τελικά, η εμπλοκή του φίλου Παντελή στο εγχείρημα ήταν τέτοια που την έκδοση την πραγματοποίησαν και οι δυο από κοινού.

Έμενε να βρεθεί ο ανώνυμος συλλογέας των δημοτικών τραγουδιών. Ύστερα από κοπιαστικές έρευνες που εκτίθενται αναλυτικά στον πρόλογο (το κομμάτι αυτό διαβάζεται σχεδόν σαν αστυνομικό μυθιστόρημα!), κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, πέρα από κάθε αμφιβολία, η συλλογή οφείλεται στον Ανδρέα Λασκαράτο (1811-1901), τον πολύ γνωστό Κεφαλλονίτη (και Ληξουριώτη) λόγιο, ποιητή και πεζογράφο. Αυτό βεβαίως αναβαθμίζει κατακόρυφα την αξία της συλλογής και δικαιολογεί και την έκδοσή της σε βιβλίο από έναν εκδοτικό οίκο που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι μόνο στους ειδικούς. Είναι γνωστό από πολλές πηγές ότι ο Λασκαράτος στα νιάτα του μάζευε δημοτικά τραγούδια, είχε μάλιστα κάνει και ταξίδια για τον σκοπόν αυτό. Η ταύτισή του με τον ανώνυμο συλλογέα είναι απολύτως σίγουρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημοτικά τραγούδια, Λαογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 105 Σχόλια »

Ο δαίμονας και τα πολλά ποδάρια του

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2016

Τότε που ήμουν νέος, κάθε φορά που μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό έκανε ένα τυπογραφικό λάθος το χρέωνε στον δαίμονα του τυπογραφείου. Πέρασαν οι δεκαετίες, η τυπογραφική τεχνολογία άλλαξε άρδην και τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν, αλλά ο δαίμονας έμεινε στον θρόνο του, αν και καμιά φορά τον έβλεπες να τον συστήνουν ως «δαίμονα της φωτοσύνθεσης». Με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τους επεξεργαστές κειμένου, με τις πολλές καινούργιες δυνατότητες και με τις διάφορες νέες τεχνολογίες αλλά και με το Διαδίκτυο, ο δαίμονας έχει αποκτήσει πολλά ποδάρια, όπως έξυπνα είχε πει παλιότερα ο φίλος Παντελής Μπουκάλας.

Ο δαίμονας του τυπογραφείου, που θα τον δείτε να αναφέρεται στην ονομαστική και αρχαιοπρεπέστερα ως «δαίμων» του τυπογραφείου, θεωρείται λοιπόν υπεύθυνος για τα τυπογραφικά λάθη. Να ξεκαθαρίσουμε εδωπέρα πως όταν λέμε τυπογραφικό λάθος δεν εννοούμε κάθε λάθος που μπορεί να εμφανιστεί σε μια εφημερίδα ή σε μια ιστοσελίδα. Ένα πραγματολογικό λάθος δεν μας απασχολεί, και δεν θα χρεωθεί στον δαίμονα, ούτε ένα μεταφραστικό λάθος, το ίδιο και μια ακυρολεξία, μια ανακολουθία ή μια ασυναρτησία. Κανονικά, τυπογραφικό λάθος είναι εκείνο που μεταβάλλει το κείμενο του συντάκτη και το κάνει να εμφανιστεί διαφορετικά στο τυπωμένο χαρτί. Με αυτόν τον στενό ορισμό, αν ο συντάκτης δώσει ένα κείμενο με ένα ορθογραφικό λάθος και ο στοιχειοθέτης το διορθώσει, θα πρέπει να το θεωρήσουμε τυπογραφικό λάθος, αλλά δεν θα φτάσουμε σε τέτοια υπερβολή. Υποθέτουμε ότι στη λειτουργία του τυπογραφείου (ή του εκδοτικού οίκου) περιλαμβάνεται και η τυπογραφική διόρθωση -αν και η διόρθωση μπορεί με τη σειρά της να εισάξει (σικ, ρε) λάθη στο κείμενο, όπως θα δούμε παρακάτω.

Αυτά βέβαια ίσχυαν κυρίως σε άλλες εποχές, αφού σήμερα αφενός οι διορθωτές κοντεύουν ν’ αποτελέσουν είδος προς εξαφάνιση και αφετέρου όλος ο κόσμος έχει αρχίσει να πληκτρολογεί, οπότε θα ήταν ίσως ακριβέστερο να μιλάμε για «λάθος πληκτρολόγησης».

Φυσικά, τα περισσότερα τυπογραφικά λάθη είναι βαρετά και μόνο τον διορθωτή ή τον συντάκτη τους ενδιαφέρουν -αν, ας πούμε, αντί «δέχεται» γράψεις «δέχεραι» ή αν αντί για «που» αντιμεταθέσεις σε «πυο» (το κάνω συχνά αυτό). Από την άλλη, και κυρίως τέτοια θα δούμε στο σημερινό άρθρο, είναι πολύ γουστόζικο το «μυθικό» (με την έννοια ότι μπορεί να είναι και μπεντροβάτο) τυπογραφικό λάθος «Ο κύριος υπουργός δέρεται εις το γραφείον του εκάστην Παρασκευήν», που μπορεί να μην δικαιολογείται σήμερα, αφού το Ρ από το Χ είναι μακριά στο πληκτρολόγιο, αλλά ίσως ήταν πιο πιθανό την εποχή της τυπογραφικής κάσας. (Μια πρώτη ένδειξη ότι η φύση των λαθών αλλάζει).

Θα δούμε στο άρθρο αυτό μερικά από τα πάμπολλα κατορθώματα του Δαίμονα, τόσο στην παραδοσιακή του μορφή όσο και στη σημερινή, όπου έχει μετατραπεί σε πολύποδα. Παίρνω κάποιο υλικό από το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο δαίμων του τυπογραφείου» (εκδόσεις Προσκήνιο), στην παρουσίαση του οποίου είχα πάρει μέρος, καθώς και από το αρχείο μου ή από τα όσα έχουμε γράψει στο ιστολόγιο. Πολύ θα χαρώ να συμπληρώσετε το άρθρο με δικά σας παραδείγματα.

WickedbibleΑλλά πρώτα, γιατί μιλάμε για δαίμονα του τυπογραφείου; Η τυπογραφία εμφανίστηκε με τον Γουτεμβέργιο τον 15ο αιώνα, και βέβαια τα πρώτα βιβλία που τυπώθηκαν ήταν η Βίβλος και άλλα ιερά βιβλία. Τα τυπογραφικά λάθη στους πρώτους αιώνες της τυπογραφίας ήταν πάρα πολλά και πολλά από αυτά καίρια. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι από μια Βίβλο του 1631 που ονομάστηκε Wicked Bible (μοχθηρή να την πούμε; ) επειδή στις δέκα εντολές, και συγκεκριμένα στην εντολή Thou shalt not commit adultery, είχε παραλείψει το ΝΟΤ, σαν να λέμε πρόσταζε τον πιστό χριστιανό να μοιχεύει. Παρόλο που οι αρχές αμέσως μάζεψαν και έκαψαν τα περισσότερα «αμαρτωλά» αντίτυπα, κάποια σώθηκαν και έφτασαν ώς τις μέρες μας, αφού προηγουμένως έγιναν συλλεκτικό αντικείμενο ανά τους αιώνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δαίμων του τυπογραφείου, Λαθολογία, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , , | 239 Σχόλια »

Μεζεδάκια (μη) εμπιστοσύνης

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2014

Καθώς γράφονται τα σημερινά μεζεδάκια, συνεχίζεται στη Βουλή η συζήτηση για την χορήγηση ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, μια κίνηση που, όπως έγραψα τις προάλλες, είναι ομολογία της έλλειψης εμπιστοσύνης της κυβέρνησης προς τους βουλευτές της συμπολίτευσης, αφού στη συσπείρωσή τους αποσκοπεί πρώτα και κύρια. Βέβαια, το μόνο αβέβαιο είναι αν κάποιοι ανεξάρτητοι θα ψηφίσουν Ναι και πόσοι θα προτιμήσουν το Παρών από το Όχι. Ωστόσο, η συζήτηση δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον -αλλά σήμερα δεν σχολιάζουμε επί της ουσίας, μεζεδάκια κορφολογούμε -και μας πρόσφερε και μερικά τέτοια η τριήμερη συζήτηση. Όχι κατ’ ανάγκη μαργαριτάρια, αλλά αξιοπρόσεκτα από γλωσσική άποψη.

* Για παράδειγμα, δεν θα θεωρήσω μαργαριτάρι τον λαϊκό τύπο «ο ψήφος», εφόσον έχει λεξικογραφηθεί (ΛΚΝ), τύπο που τον άκουσα αρκετές φορές στην τριήμερη συζήτηση (π.χ. «αυτοί οι ψήφοι»), και τουλάχιστον δύο φορές με τον τύπο «ο ψήφος εμπιστοσύνης» / «στον ψήφο εμπιστοσύνης» (Νάντια Βαλαβάνη και Χρ. Αηδόνης, αντίστοιχα).

* Πρόσεξα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επίσης παρέθεσε Ράμφο στην ομιλία του, αναφέρθηκε επίσης στον «κατά Αϊνστάιν ορισμό της παράνοιας, να επαναλαμβάνεις το ίδιο λάθος, περιμένοντας να έχεις διαφορετικό αποτέλεσμα». Όπως έχουμε γράψει παλιότερα, αυτό το ρητό το είπε ο Μουφαϊνστάιν, ή τουλάχιστον δεν το είπε ο Αϊνστάιν.

* Από την άλλη πλευρά, η Ντόρα Μπακογιάννη με χαροποίησε επειδή ανέφερε μια παροιμία που δεν την ακούμε συχνά. Θέλοντας να πει ότι δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα κτλ. ανέφερε την παροιμία: Ο τζαμπατζής απέθανε κι ο γιος του δεν χαρίζει. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς έτσι η παροιμία. Όπως δείχνει και το δεύτερο σκέλος, το πρώτο σκέλος δεν έχει τζαμπατζή αλλά χαριστή: Ο χαριστής απέθανε κι ο γιος του δε χαρίζει. Ή, ο δανειστής απέθανε κι ο γιος του δε δανείζει -ή, … κι ο γιος του πάει στην Πόλη (έτσι στον Βενετσάνο, Παροιμίες Σαντορίνης) ή: … κι ο γιος του πάει στην Άνδρο (έτσι στον Αγαπητικό της βοσκοπούλας). Με τον τζαμπατζή δεν ταιριάζει το νόημα. Παραλλαγή, χωρίς δεύτερο σκέλος, είναι και το «ο βερεσές απέθανε».

* Ο τρόμος της διπλής άρνησης ξαναχτύπησε, με θύμα (ή φορέα; ) αυτή τη φορά την βουλευτίνα Άννα Καραμανλή, η οποία είπε (περίπου): «Σε καμιά χώρα, απ’ όσες βρέθηκαν σε ανάλογη θέση, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης επέλεξαν μια τέτοια τακτική». Ή: σε ουδεμία χώρα επέλεξαν τέτοια τακτική, ή: σε καμιά χώρα δεν επέλεξαν τέτοια τακτική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Υποκοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Οι κουλάκοι του Χ. Χωμενίδη και άλλα μεζεδάκια πριν από τον τελικό

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2014

…και πριν από τον μικρό τελικό, βέβαια, αφού ο αγώνας για την τρίτη θέση στο Μουντιάλ θα παιχτεί απόψε το βράδυ, αλλά ο μικρός τελικός σπάνια προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον, ιδίως φέτος που και οι δυο ομάδες που θα αναμετρηθούν είχαν στόχους για ψηλότερα. Κακά τα ψέματα, όλα τα μάτια είναι στραμμένα στον μεγάλο τελικό της Κυριακής.

Το ιστολόγιο έχει μάτια και βλέπει. Αναγνωρίζει ότι η Γερμανία έπαιξε πολύ καλό ποδόσφαιρο όχι μόνο στον ιστορικό ημιτελικό όπου διέσυρε τη Βραζιλία, αλλά και σε άλλα παιχνίδια (όχι σε όλα, ίσως), ότι έχει εξαιρετική ομοιογένεια, ότι έχει απομακρυνθεί από το στερεοτυπικό «γερμανικό» στιλ. Ακόμα, ότι δίνει ένα καλοδεχούμενο μήνυμα ενσωμάτωσης καθώς η γερμανική εντεκάδα (και 23άδα) έχει παίχτες από Τυνησία, Γκάνα, Πολωνία, Τουρκία, Αλβανία -και κάποιους θα ξεχνάω. Κι ακόμα, ότι από τότε που άρχισε να φτιάχνεται αυτή η ομάδα, δηλαδή μετά το φιάσκο του 2004, δεν έχει πάρει ούτε παγκόσμιο ούτε ευρωπαϊκό τίτλο, κάτι που είναι κάπως άδικο.

Έτσι είναι, αλλά το ιστολόγιο δεν θέλει να πάρει η Γερμανία το παγκόσμιο. Περίπου τις ίδιες σκέψεις τις είχα γράψει και πριν από τέσσερα χρόνια, διότι ομαδάρα είχε η Γερμανία και τότε, και τότε η ευχή μου είχε εισακουστεί. Για τούτη τη φορά είμαι λιγότερο σίγουρος, αλλά αύριο είμαι με την Αργεντινή.

* Επειδή όμως εδώ λεξιλογούμε, έχω μια ερώτηση για το πολύγλωσσο κοινό του ιστολογίου. Ξέρει κανείς από πού βγήκε ο όρος «μικρός τελικός»; Είναι ελληνική πατέντα ή δάνειο από άλλη γλώσσα -και από ποια; Στα αγγλικά, ο επίσημος όρος είναι ο (ελαφρώς ξενέρωτος) third-place playoff, ενώ στη μοναδική από τις μεγάλες γλώσσες όπου υπάρχει στον όρο λέξη αντίστοιχη του τελικού είναι στα ιταλικά, που τον λένε finale per il terzo posto, «τελικός για την τρίτη θέση» κατά λέξη. Βρίσκω πολύ εύστοχο τον «μικρό τελικό», παρεμπιπτόντως.

* Μια και πιάσαμε το Μουντιάλ, να πω ότι βρήκα ενδιαφέρον ένα άρθρο του Παντελή Μπουκάλα για τα κλισέ των αθλητικογράφων με τον εύγλωττο τίτλο «Όχι άλλα πάντσερ«.

* Και βέβαια, ο καθένας θα έχει μαζέψει μαργαριτάρια ή απλώς πομπώδεις πομφόλυγες από τις μεταδόσεις των αγώνων του Μουντιάλ. Από τον ημιτελικό της εφτάρας, πρόσεξα το «εμετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη ελλιποβαρής», που είπε ο Σπυρόπουλος για τον Όσκαρ -συνήθως λέμε «ευρέθη ελλιπής», αλλά ίσως βρείτε επιτρεπτή την παραλλαγή.

* Αφήνοντας τα μουντιαλικά, περνάμε στο μεζεδάκι από το οποίο δανείστηκα το πρώτο σκέλος του τίτλου -αν και κακώς λέω για μεζεδάκι, αφού πρόκειται για πλήρες γεύμα τριών πιάτων. Εννοώ ένα άρθρο στην Lifo, στο οποίο ο συγγραφέας Χ. Χωμενίδης, έχοντας προφανώς προσέξει ότι ο Γιάννης Σμαραγδής εξαργύρωσε πολύ επωφελώς τη μαντινάδα που έγραψε υπέρ πρωθυπουργού, επιδίδεται σε επιμελές ξεσκόνισμα του Αντώνη Σαμαρά. Κατανοητό είναι αυτό, άλλωστε τόσοι φορείς παραμένουν χωρίς στελέχωση, αλλά όχι και να ξαναγράψουμε την ιστορία! Γράφει ο πρωθυπουργικός υμνωδός για τον Αντ. Σαμαρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Γκάφες, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , | 214 Σχόλια »

Ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός;

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2014

Την εποχή μας οι περισσότεροι πόλεμοι είναι σύντομοι, μια και τα φονικά σύνεργα έχουν φτάσει σε εξουθενωτικήν αποτελεσματικότητα, αν και λίγο παλιότερα ο πόλεμος Ιράν και Ιράκ σερνόταν για καμιά δεκαετία, ενώ κάποιες ξεχασμένες εμφύλιες συγκρούσεις, όπως στην Κολομβία, διαρκούν ήδη πολλές δεκαετίες, αν και με διαλείμματα, ενώ βέβαια στο κοινωνικό επίπεδο η πάλη των τάξεων δεν έχει σταματήσει χιλιετίες τώρα. Όμως εμείς εδώ γλωσσολογούμε, και στο σημερινό άρθρο θα αναφερθώ σε έναν γλωσσικό πόλεμο, ειδικότερα έναν ορθογραφικό πόλεμο, μια και η ορθογραφία είναι που προκαλεί τα μεγαλύτερα πάθη. Δεν εννοώ τον Πόλεμο των Αυγών, που μαίνεται από τις αρχές του 20ού αιώνα, μια και από τότε χρονολογείται η οργή των οπαδών του Αυγού εναντίον των υποστηρικτών του Αβγού, αλλά έναν νεότερο πόλεμο, που ξέσπασε πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αλλά ίσως να’χει ξεπεράσει σε ένταση τον προηγούμενο: εννοώ βέβαια τον μεγάλο Ορθοπεδικό πόλεμο, τη σύγκρουση ανάμεσα στους οπαδούς της γραφής Ορθοπεδικός και σε εκείνους που προτιμούν τη γραφή Ορθοπαιδικός.

Η διαμάχη ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα είναι οξύτατη, κι όποιος βρεθεί στη μέση κινδυνεύει να τον πάρουν τα σκάγια κι απ’ τις δυο μεριές. Ήδη, με το να γράψω «Ορθοπεδικός πόλεμος» μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι πήρα έμμεσα θέση, οπότε ίσως θα πρέπει να το γράφω εναλλάξ, τη μία με Ε και την άλλη με ΑΙ, όπως (έχω ακούσει ότι) ο βασιλιάς του Βελγίου στα διαγγέλματά του κανονίζει να πει ακριβώς τις μισές λέξεις στα γαλλικά και τις άλλες μισές στα φλαμανδικά. Πολλές φορές εδώ στο ιστολόγιο, χρησιμοποιώ τη γραφή ορθοπ*δικός. Όχι μόνο από οπορτουνισμό, για να μην προσβάλω δηλαδή τη μία από τις δυο μερίδες κι έτσι… χάσω το μισό αναγνωστικό κοινό μου, αλλά για να δηλώσω ότι η συγκεκριμένη ορθογραφική διένεξη που τόσον σαματά έχει προκαλέσει με αφήνει μάλλον αδιάφορο.

Εμένα με αφήνει αδιάφορο αλλ’ άλλους όχι. Έχουμε ξαναπεί πως απ’ όλα τα γλωσσικά ζητήματα, οι αλλαγές της ορθογραφίας εξάπτουν τα πάθη περισσότερο από κάθε άλλο, εάν βέβαια ότι τις συνειδητοποιήσει κανείς την ώρα που γίνονται. Παρόλο που η ορθογραφία είναι κάτι καθαρά συμβατικό, όταν βλέπουμε να γράφεται διαφορετικά μια λέξη με την οποία έχουμε γαλουχηθεί, παθαίνουμε ηθικόν πανικό, νιώθουμε να ανατρέπεται «εντός μου ο ρυθμός του κόσμου» που έλεγε κι ο Βιζυηνός και εξεγειρόμαστε, ιδίως αν η λέξη έχει μιαν ιδιαίτερη βαρύτητα για μας. Από τη στιγμή λοιπόν που η ορθογραφία μιας λέξης αναχθεί σε ζήτημα, τα πάθη οξύνονται -αν πάλι η αλλαγή δεν σχολιαστεί την ώρα που συντελείται, όλοι συνηθίζουν τη νέα γραφή αδιαμαρτύρητα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Κι έτσι, για τα αυγά, τα αυτιά, την ορθοπαιδική, το τρένο/τραίνο και τον Σέξπιρ έγινε πόλεμος, ενώ για το εληά-ελιά, είνε-είναι, καλλίτερος-καλύτερος, φείδι-φίδι, ώμορφος-όμορφος, μαζή-μαζύ-μαζί, και άλλα αμέτρητα, δεν άνοιξε ούτε ρουθούνι.

ορθον παιδίον image002Ύστερα απ’ αυτή τη φλύαρη εισαγωγή, ας μπούμε στο θέμα. Ο Ορθοπ*δικός Πόλεμος ξέσπασε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, δηλαδή τη δεκαετία του 1990. Μέχρι τότε, δεν υπήρχε έντονη αντιδικία, αφού οι περισσότεροι ορθοπ*δικοί γιατροί (συγνώμη, ιατροί!) έγραφαν στην ταμπέλα τους «Ορθοπεδικός», τα λεξικά είχαν μόνο τη γραφή με /ε/ (ορθοπεδική, ορθοπεδικός κτλ.), στο Πανεπιστήμιο οι καθηγητές δίδασκαν Ορθοπεδική κτλ. Ωστόσο, κάποιοι καθηγητές ορθοπεδικοί, στα διεθνή συνέδρια που έπαιρναν μέρος, πρόσεξαν ότι οι αγγλοσάξονες συνάδελφοί τους όχι μόνο προτιμούσαν το δίγραφο ae στην αγγλική μορφή της λέξης (orthopaedics κατά πλειοψηφία και όχι orthopedics), αλλά και ορισμένοι αγγλοσαξονικοί σύλλογοι ορθοπεδικών γιατρών (βλ. την εικόνα αριστερά) παρέπεμπαν στις ελληνικές λέξεις «ορθόν» και «παιδίον» από τις οποίες, όπως θα δούμε παρακάτω, είχε πλαστεί το όνομα της ειδικότητάς τους τον 18ο αιώνα.

Επιπλέον, φαίνεται πως υπήρξαν και κάποιες προτάσεις αγγλοσαξόνων ορθοπεδικών να αντικατασταθεί το δυσκολονόητο ελληνογενές όνομα orthopaedics με κάτι ακριβέστερο και κατανοητό από τον μέσο αγγλοσάξονα πολίτη, σαν το bone surgery, όπως και σε άλλους τομείς βλέπουμε καμιά φορά να γίνονται ή να προτείνονται τέτοιες αντικαταστάσεις (π.χ. water science αντί για hydrology). Κάποιοι λοιπόν «εθνικά σκεπτόμενοι» ορθοπεδικοί έκριναν ότι πρέπει να υιοθετηθεί στα ελληνικά η γραφή «ορθοπαιδικός», ώστε να μη δίνονται επιχειρήματα σε όσους αλλοδαπούς θέλουν τον… αφελληνισμό του διεθνούς όρου. Το πρότειναν στην Ελληνική Εταιρεία Χειρουργικής Ορθοπεδικής και Τραυματολογίας. Η ΕΕΧΟΤ ζήτησε τη γνωμοδότηση τριών επιφανών γλωσσολόγων (Μπαμπινιώτης, Χριστίδης, Πετρούνιας). Οι δύο πρώτοι τάχθηκαν υπέρ της γραφής με ΑΙ, ο τρίτος υπέρ της γραφής με Ε (έχει ενδιαφέρον να διαβάσετε τις τοποθετήσεις τους, που μας τις προσφέρει η Λεξιλογία) κι έτσι με ψήφους 2-1 η ΕΕΧΟΤ γράφεται πλέον Ελληνική Εταιρεία Χειρουργικής ΟρθοπAIδικής και Τραυματολογίας και χρησιμοποιεί τη γραφή ΑΙ σε όλα της τα κείμενα. Κι έτσι, οι μισοί περίπου ορθοπ*δικοί ενστερνίστηκαν τη νέα πρόταση, και έσπευσαν να αλλάξουν τις πινακίδες τους, είτε επειδή πείστηκαν από τα επιχειρήματα των Παιδιστών είτε επειδή αδιαφορούσαν για δευτερεύοντα θέματα όπως η ορθογραφία, και παρουσιάστηκε η εικόνα που σατίρισε ο Παντελής Μπουκάλας στην κριτική που έγραψε για το πρώτο μου βιβλίο: Γωνιακό το ιατρείο της γειτονιάς, στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας, έχει δύο πινακίδες. Μια μεγάλη προς τον κεντρικό δρόμο, μια μικρότερη προς τον κάθετο δρομάκο. Η μεγάλη είναι καινούργια, το δείχνουν και τα χρώματά της, που δεν τα θόλωσαν ακόμα τα καυσαέρια και οι βροχές. Η μικρή, αρκετά παλαιότερη. Καινούργια όμως είναι και η ορθογραφία της «κεντρικής» πινακίδας: «Ορθοπαιδικός», με άλφα γιώτα. Η πλαϊνή, που εκ πραγμάτων απευθύνεται σε λιγότερα μάτια, έμεινε στα παλιά: «Ορθοπεδικός», με έψιλον. Ενας ευδιάκριτος, σχεδόν κραυγαλέος ορθογραφικός διχασμός που δεν είναι απίθανο να αποτελεί το αποτύπωμα, την εκδήλωση ενός βαθύτερου, γλωσσικού διχασμού. Γιατί στα μέρη μας ακόμα και το πώς θα ορθογραφήσουμε μια λέξη έχει αποβεί συχνά, συχνότατα, ζήτημα ιδεολογίας, όχι «καθαρής» επιστήμης.

Ωστόσο, δεν πείστηκαν όλοι από τα επιχειρήματα των Παιδιστών -οι πιστοί της παλιότερης ορθογραφίας, με Ε, θα τους πούμε Πεδητές, πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, με αποτέλεσμα ο Ορθοπ*δικός Πόλεμος να μην τελειώσει με τη σύντομη επικράτηση των Παιδιστών, που είχαν και τα θεσμικά όπλα με το μέρος τους αλλά να εξακολουθεί ίσαμε σήμερα.

bookandry1Είπα τόσα και τόσα και ακόμα δεν αφηγήθηκα την ιστορία της λέξης. Λοιπόν, η λέξη πλάστηκε στα γαλλικά, ως orthopédie, από τον γιατρό Nicolas Andry (1658-1742), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, ο οποίος το 1741 στο έργο του Traité d’orthopédie ou l’art de prévenir et corriger dans les enfants les difformités du corps (Πραγματεία περί «ορθοπαιδίας» ή προλήψεως και θεραπείας των σωματικών δυσπλασιών στα παιδιά) έπλασε αυτό τον όρο για να αποδώσει την προσπάθεια διόρθωσης των σωματικών δυσπλασιών ειδικά των παιδιών. Όπως λέει ο ίδιος ο Andry στον πρόλογό του (μπορείτε να διαβάσετε όλο το βιβλίο εδώ αν σας αρέσουν τα παλιά γαλλικά): «Όσο για τον τίτλο, τον έπλασα από δύο ελληνικές λέξεις, ορθός και παιδίον» (Quant au titre, je l’ai formé de deux mots grecs, à savoir d’ Orthos, qui signifie droit, exempt de difformité, qui est selon la rectitude, et Paidion, qui signifie Enfant). Γι’ αυτό άλλωστε και χρησιμοποιεί é, με οξεία, που αποδίδει στους ελληνογενείς όρους το ελληνικό αι, π.χ.  pédagogie = παιδαγωγική, péderastie = παιδεραστία κ.ά. Παρόμοια σκέψη βρίσκεται και πίσω από τον αγγλικό όρο orthopaedics (αν και είναι ισχυρή ή ίσως ισχυρότερη και η απλούστερη γραφή orthopedics) και τον γερμανικό Orthopädie.

Στα ελληνικά ο όρος ήρθε στα μέσα του 19ου αιώνα, και στην αρχή υπήρχε η συνήθης αμηχανία και η δοκιμή διάφορων εναλλακτικών αποδόσεων. Ο Κουμανούδης καταγράφει την «ορθοπαγία» (1891), το «ορθοπαιδευτικόν κατάστημα» (1850 και 1897), τις «ορθοποδίστριες ιατρείνες» (1895), τα «ορθοπεδικά νοσήματα» (1898). Τελικά καθιερώθηκε ο όρος «ορθοπ*δική», και επικράτησε η γραφή «ορθοπεδική», από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι την τελευταία δεκαετία του. Όπως είπαμε, όλα αυτά τα χρόνια, η γραφή με Ε υπερτερούσε συντριπτικά και βοήθησε στην εδραίωσή του η παρετυμολογική σύνδεση τής λέξης είτε με το pes, pedis «πόδι» τής Λατινικής είτε με το ελληνικό πέδη (πβ. χειρο-πέδη, τροχο-πέδη), οπότε ορθοπεδική νοήθηκε το «να ορθώνεις (τα οστά) με πέδες».

Οι Πεδητές υποστηρίζουν ότι πριν από την ανακίνηση του ζητήματος στα Ενενήντα δεν υπήρχε κανείς που να γράφει «ορθοπαιδικός», πράγμα που είναι μια από τις πολλές δυστυχώς υπερβολές τους. Η γραφή με ΑΙ υπήρχε, και φαίνεται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα ο κάθε ορθοπ*δικός γιατρός (δεν ήταν και πολλοί) υιοθετούσε τη γραφή της προτίμησής του, ίσως μάλιστα οι γαλλοσπουδαγμένοι να προτιμούσαν το Ε και οι γερμανοσπουδαγμένοι το ΑΙ. Δείτε εδώ δυο σχετικές αγγελίες, παρμένες και οι δυο από την εφημερίδα Σκριπ:

orthopaidorthopedΗ πρώτη αγγελία είναι από το 1901, του Ιωάννη Χρυσοσπάθη που υπήρξε ο πρώτος που κατέλαβε την έδρα της Ορθοπεδικής στο Πανεπιστήμιο, ενώ η δεύτερη είναι λίγο παλιότερη, από το 1898 και ίσως όχι τυχαία προέρχεται από γιατρό γαλλοσπουδαγμένο (που μάλιστα έχει την τόλμη εν έτει 1898 να μην υπογράφει Σπυρίδων αλλά Σπύρος!).Προσέξτε ότι ο Χρυσοσπάθης χρησιμοποιεί τον όρο «ορθοπαιδία», αλλά και το επίθετο «ορθοπαιδικός», από το οποίο στη συνέχεια είναι εύκολο να δημιουργηθεί η «ορθοπαιδική».

Άρα δεν ήταν ανύπαρκτος ο τύπος ΑΙ, όπως ισχυρίζονται οι Πεδητές, αν και έχουν δίκιο όταν λένε ότι από κάποια στιγμή και μετά, π.χ. το 1920, ο τύπος με Ε επικρατεί, τουλάχιστον στις θεσμικές χρήσεις. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Ιωάννης Χρυσοσπάθης, παρόλο που ο ίδιος προσωπικά φαίνεται να προτιμούσε το ΑΙ, στο σύγγραμμά του με το οποίο δίδαξε στο Πανεπιστήμιο έδωσε τίτλο Ορθοπεδική, δηλαδή συμμορφώθηκε με την ορθογραφική ομογενοποίηση του όρου. Ασφαλώς στην εδραίωση της γραφής με Ε συντέλεσε όχι μόνο η παρετυμολογία αλλά και το γεγονός ότι σταδιακά οι ορθοπεδικοί ασχολούνταν ολοένα και περισσότερο με ενήλικους ασθενείς, οπότε ο κλάδος αποσυσχετίστηκε από τη θεραπεία ειδικά των παιδιών.

Για να συμπληρώσω την ιστορία της λέξης, πρέπει να αναφέρω κι ένα δικό μου εύρημα, που δεν το έχω δει να μνημονεύεται αλλού και είναι το παλιότερο από όλα. Σε λόγο που εκφώνησε το 1854 ο Γεώργιος Μακκάς, γιατρός και καθηγητής Πανεπιστημίου, στο οποίο μιλούσε για τις ευεργετικές επιδράσεις της γυμναστικής στα παιδιά, και σε ένα σημείο που θέλει να διακρίνει τα γυμναστήρια από τα ορθοπαιδικά ιατρεία, που ήδη υπήρχαν στο εξωτερικό, λέει: «Αλλά περί τούτων [των γυμναστηρίων] λέγοντες, ουδόλως εννοούμεν τα παιδορθωτικά εκείνα εν πολλαίς της Ευρώπης πόλεσιν υπάρχοντα θεραπευτήρια, τα κακώς ορθοπαιδικά ονομαζόμενα». Λέει ο Μακκάς ότι άλλο είναι τα γυμναστήρια και άλλο τα ορθοπαιδικά θεραπευτήρια, τα οποία κακώς ονομάστηκαν έτσι και έπρεπε να τα λένε «παιδορθωτικά». (Την ίδια ένσταση θα εξέφραζε 140 χρόνια αργότερα ο Μπαμπινιώτης, ότι με βάση τους κανόνες της γλώσσας δεν είναι σωστό να λέμε «ορθοπαιδικός» αλλά «παιδορθωτικός», όπως και «οδοντορθωτικός» αντί για «ορθοδοντικός» -βέβαια και οι δυο όροι έχουν πια καθιερωθεί και θα ήταν άτοπο να προτεινόταν αλλαγή τους).

Τι γίνεται σήμερα; Ποια είναι τα επιχειρήματα υπέρ του ενός ή του άλλου όρου; Πρέπει να πω ξεκινώντας ότι σήμερα κυρίως διαμαρτύρονται οι Πεδητές, αφού αυτοί βρίσκονται εκτός θεσμικού νυμφώνος. Οι Παιδιστές έχουν επιβάλει την άποψή τους, οπότε εύλογο είναι να επιχειρηματολογούν με μεγαλύτερη ηρεμία ή και να απαξιούν να επιχειρηματολογήσουν -μακάριοι οι κατέχοντες. Στην προσπάθειά τους να πείσουν για το δίκιο τους, που το νιώθουν να τους πνίγει, οι Πεδητές συχνά πέφτουν σε υπερβολές και εξαλλοσύνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτόν εδώ τον ιστότοπο. Οι τακτικοί θαμώνες του ιστολογίου, άλλωστε, θα πρόσεξαν ότι τις προάλλες που συζητήθηκε το θέμα, ένας εκπρόσωπος των Πεδητών, ορθοπεδικός γιατρός ο ίδιος και καλός γιατρός απ’ ό,τι λένε, θέλοντας να επιστρατεύσει όσο το δυνατόν  περισσότερα επιχειρήματα κατά της γραφής με ΑΙ, έπεσε στο σφάλμα να επικαλεστεί τις λερναίες μπαρούφες περί πρωτογένειας της ελληνικής και άλλα τζιροπουλήματα ή να υποστηρίζει ανυπόστατα πράγματα, όπως ότι υπάρχει ρήμα «ορθοπεδώ» (δεν υπάρχει).

Επειδή εγώ δεν θεωρώ πολύ σημαντικό το ορθογραφικό θέμα, θα προτιμούσα να παραθέσω τα επιχειρήματα των δύο πλευρών και να αφήσω Παιδιστές και Πεδητές να λύσουν τις διαφορές τους στον στίβο, εγώ δε να κάτσω στην άκρη και να μετράω τους πόντους, σαν εκείνον τον αστυνόμο στην ταινία του Χοντρού-Λιγνού. Επειδή όμως οι αρχαίοι είπαν «ος αν στασιαζούσης της πόλεως μη θήται τα όπλα μηδέ μεθ’ ετέρων άτιμον είναι», θα πω κι εγώ τη γνώμη μου.

Οι Παιδιστές λένε, σωστά, ότι η λέξη πλάστηκε στα γαλλικά (καλώς ή κακώς) με βάση την ελληνική λέξη «παιδίον», επομένως αυτό πρέπει να αντανακλάται στην ελληνική ορθογραφία. Ωστόσο, ελάχιστοι εφαρμόζουν αυτή την αρχή σε όλες τις περιπτώσεις δανείων λέξεων που έχουν στην καταγωγή τους ελληνικές λέξεις ή ρίζες. Μόνο οι πούροι μπαμπινιωτιστές αντέχουν να γράψουν, π.χ. «τσηρώτο» ή «τζύρος», ενώ και ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης γράφει, ας πούμε, «μοτοσικλέτα», οπότε για να σταθεί κάπως το επιχείρημα αυτό θα πρέπει να το προσαρμόσουμε και να πούμε ότι σε ελληνογενείς ή και υβριδικές λέξεις (όχι αντιδάνεια!) όπου το ελληνικό συστατικό είναι αναλλοίωτο και αναγνωρίσιμο, διατηρείται η ελληνική ορθογραφία. Έτσι θα γράψουμε μοτοσικλέτα, γιατί ο κύκλος δεν διατηρείται αναλλοίωτος, αλλά, ας πούμε, σαξόφωνο και όχι σαξόφονο (εκτός αν κάνουμε λογοπαίγνιο). Με αυτή την επαναδιατύπωση, η γραφή «ορθοπαιδικός» στέκεται.

Τότε όμως το επιχείρημα των Παιδιστών γυρίζει ελαφρώς μπούμερανγκ, διότι στη σημερινή εποχή και στη σημερινή κατάσταση της ορθοπ*δικής είναι παραπλανητικό να εστιαζόμαστε στα παιδιά, αφού οι γιατροί της ειδικότητας αυτής κυρίως ενηλίκους θεραπεύουν σήμερα.

Aπό την άλλη, έχουν δίκιο οι Παιδιστές ότι η σύνδεση είτε με το pes, pedis (το πόδι στα λατινικά) είτε με το ελλ. πέδη είναι παρετυμολογική. Βέβαια, η παρετυμολογία καμιά φορά ή μάλλον πολλές φορές φτιάχνει νόμο, διότι, ας πούμε, ακόμα και ο κ. Μπαμπινιώτης δέχεται την πολυθρόνα που είναι καραμπινάτη παρετυμολογία, αφού δεν έχει σχέση με το πολύς και το θρόνος, παρά προέρχεται από το ιταλ. poltrona, αλλά πάντως καλό είναι να ξέρουμε ότι τα επιχειρήματα των Πεδητών για πέδες κτλ. είναι έωλα.

Οι Πεδητές έχουν δίκιο ότι σήμερα δεν υπάρχει σχέση με τη θεραπεία παιδιών, όπως επίσης έχουν δίκιο ότι με τη γραφή ΑΙ δημιουργούνται πλεοναστικές εικόνες στην περίπτωση υποειδικοτήτων όπως «παιδοορθοπαιδική» ή «ορθοπαιδική των παίδων». Από την άλλη, δεν έχουν δίκιο οι Πεδητές όταν αποφαίνονται πως όλα τα δάνεια γράφονται στην απλούστερη δυνατή μορφή (είπαμε: σαξόφωνο, γραμμόφωνο κτλ.).

Και βέβαια οι Πεδητές έχουν απόλυτο δίκιο όταν λένε ότι η χρήση νομιμοποιεί.

Τελικά, και οι δυο γραφές, με ΑΙ και Ε, στέκονται γλωσσολογικά (άλλωστε αυτό υποστηρίζουν και οι δύο από τους τρεις γνωμοδότες γλωσσολόγους) οπότε η απόφαση για το ποια γραφή θα υιοθετηθεί πρέπει να συνεκτιμά και άλλες παραμέτρους: κοινωνικές, πολιτικές κτλ. Βέβαια, το «εθνικό» επιχείρημα που επικαλέστηκαν το 1995 οι Παιδιστές δεν μου φαίνεται και πολύ σοβαρό, αφενός διότι επιβάλλει σε μία γλώσσα να αλλάξει την ορθογραφία της με βάση την ορθογραφία άλλης γλώσσας, και αφετέρου επειδή το δίγραφο ae εμφανίζεται μόνο στα αγγλικά και μπορεί σε δέκα χρόνια να έχει εγκαταλειφθεί εκεί, μια και η τάση προς απλοποίηση είναι παγκόσμια. Αν είχαμε διάθεση για αστεία, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε μια λύση «διπλής ονομασίας», όπου κρατάμε το «ορθοπεδικός» για την εσωτερική χρήση ενώ στις διεθνείς σχέσεις το «ορθοπαιδικός», αλλά φοβάμαι ότι οι ενδιαφερόμενοι θέλουν μια λύση erga omnes.

Προσωπικά, έχω πει ότι σε θέματα ορθογραφίας, που δεν τους δίνω και ύψιστη σημασία, ακολουθώ την ορθογραφία του ΛΚΝ (με λίγες εξαιρέσεις, που συμπυκνώνονται στη φράση «Ωχ, το γκαστρωμένο καθίκι» ή «Ωχ, το γκαστρωμένο ρωμέικο καθίκι»). Όμως, το ΛΚΝ δεν μας βοηθάει και πολύ να λύσουμε τον γόρδιο δεσμό, διότι δέχεται και τις δύο ορθογραφίες, έστω κι αν θεωρεί πρωτεύοντα τύπο τον ορθοπΕδικό.

Παλιότερα, είχα πει ότι επιλέγω το «ορθοπαιδικός» σε έκφραση τιμής στη μνήμη του Τάσου Χριστίδη, ωστόσο σήμερα θα υιοθετήσω την αντίθετη άποψη, το «ορθοπεδικός», για δύο λόγους. Αφενός, αν πω ότι είναι μάταιο να αμφισβητείται μια ειλημμένη θεσμική απόφαση, αυτό θα σημαίνει ότι πρέπει να δεχτώ και το Γουδή. Αφετέρου, ύστερα από αρκετή σκέψη κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τώρα που έχει έρθει στο προσκήνιο η προέλευση από το «παιδί», είναι προτιμότερο να γράφουμε «ορθοπεδικός» ακριβώς για να μη λειτουργεί παραπλανητικά η λέξη. Ξαναλέω όμως ότι για μένα είναι δεκτές και οι δυο γραφές, που σημαίνει ότι αν δω σε ένα κείμενο «ορθοπαιδικός» δεν θα το διορθώσω, εκτός αν στο ίδιο κείμενο υπάρχει και η γραφή «ορθοπεδικός».

Και μ’ αυτές τις σκέψεις ολοκλήρώνω την αφήγησή μου για τον Ορθοπεδικό Πόλεμο (παρακαλούνται οι καταμετρητές υποσχέσεων να βάλουν σταυρό) και μαζεύω δυνάμεις για να αφηγηθώ κάποτε, δεν υπόσχομαι πότε, τον Πόλεμο των Αυγών!

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 432 Σχόλια »

Άμεσα ή αμέσως; (σχολιασμός άρθρου του Π. Μπουκάλα και άλλα τινά)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2013

Προοιμιακό… υστερόγραφο: Το άρθρο το είχα γράψει και μετά ήρθε η ελαφρώς αναπάντεχη διαφωνία στη χτεσινοβραδυνή σύσκεψη των αρχηγών, που φαίνεται ότι κάνει δικομματική την ως τώρα τρικομματική κυβέρνηση και σίγουρα κάνει εντελώς ανεπίκαιρο το άρθρο μου. Δεν έγραψα άλλο, επίκαιρο, επειδή δεν έχω κάτι πολύ σοφό να πω και επίσης επειδή η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη, δηλαδή δεν αποκλείεται εντελώς να υπάρξει και κόντρα-ανατροπή. Θα παρατηρήσω πάντως τον προφητικό στίχο «Και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι» -όλα τα είχε προβλέψει ο Καββαδίας!

Στην χτεσινή Καθημερινή δημοσιεύτηκε άρθρο του φίλου Παντελή Μπουκάλα, που σχολιάζει μια άλλη πτυχή της περίφημης προσωρινής διαταγής του Προέδρου του ΣτΕ βάσει της οποίας καλείται «να εκπέμψει άμεσα» η ΕΡΤ, διαταγή που τόσες και τόσες ερμηνείες δέχτηκε. Βέβαια, τώρα που διαβάζετε εσείς αυτό το άρθρο, υποθέτω πως θα έχει δημοσιοποιηθεί και η απόφαση του Συμβουλίου Αναστολών του ΣτΕ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια να εκδοθεί «άμεσα» η απόφαση. Καθώς είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, τη χιλιοτραγουδισμένη διάκριση ανάμεσα στο «άμεσα» και στο «αμέσως» την παρακολουθούμε προσεχτικά και της έχουμε αφιερώσει ένα παλιότερο άρθρο (ενώ κι άλλες φορές έχουμε παρεμπιπτόντως αναφερθεί σ’ αυτήν). Προσωπικά, έχω ξαναγράψει πως «οι όμορφες διακρίσεις όμορφα καίγονται», και πως η διάκριση ανάμεσα στο «άμεσα» και στο «αμέσως» δεν ισχύει ή τουλάχιστον δεν ισχύει με τον τρόπο που την παρουσιάζουν ορισμένα λεξικά. Να προειδοποιήσω (αμαρτία εξομολογημένη…) ότι σε μεγάλο βαθμό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από παλιότερα άρθρα.

Πράγματι, σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη που αφιερώνει (στην τρίτη έκδοσή του, για την τέταρτη δεν ξέρω) ειδικό πλαίσιο στη διάκριση αυτή (σ. 134) άλλη είναι η σημασία του άμεσα και άλλη του αμέσως. ‘Αμεσα είναι το αντίθετο του έμμεσα και σημαίνει “απευθείας, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός”, ενώ αμέσως σημαίνει “χωρίς καθυστέρηση, τώρα”. Έτσι, συνεχίζει, “μας απάντησε άμεσα” σημαίνει “απευθείας, χωρίς να μεσολαβήσουν άλλοι”, ενώ “μας απάντησε αμέσως” σημαίνει “μας απάντησε χωρίς καθυστέρηση”.

Για να ακούσουμε και την άλλη πλευρά, η καθηγήτρια της γλωσσολογίας Άννα Ιορδανίδου, στο βιβλίο της Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες, που το παρουσίασα σε ένα ακόμα παλιότερο άρθρο, δεν δέχεται την μπαμπινιωτική θέση. Λέει, και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι το άμεσα δεν σημαίνει μόνο «όχι έμμεσα, με άμεσο τρόπο» αλλά και «στο άμεσο μέλλον», π.χ. ο παιδικός σταθμός πρέπει να λειτουργήσει άμεσα, ενώ το αμέσως σημαίνει «πολύ γρήγορα, την επόμενη στιγμή», π.χ. Αμέσως μετά το Πάσχα, θα εκδοθεί το πόρισμα της επιτροπής. Έτσι μετατοπισμένη, η διάκριση κρατάει ακόμα, διότι καμιά μαμά δεν διανοήθηκε να φωνάξει το βλαστάρι της «Γιαννάκη, έλα άμεσα να φας!»

Ο φίλος Παντελής Μπουκάλας φαίνεται να συμφωνεί, τουλάχιστον ενμέρει, με την άποψη του Μπαμπινιώτη, ενώ δεν ξέρω αν έχει πληροφορηθεί την άποψη της Ιορδανίδου. Παραθέτω τις δυο τελευταίες παραγράφους του άρθρου του που αφορούν πιο… άμεσα το θέμα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 120 Σχόλια »

Το αμφίσκορο παιχνίδι των γλωσσών (Παντελής Μπουκάλας)

Posted by sarant στο 12 Απρίλιος, 2013

Δεύτερη μέρα του Χαζάιν Πιρούιτ σήμερα, και διάλεξα ένα άρθρο του Παντελή Μπουκάλα, που δημοσιεύτηκε την περασμένη Κυριακή, και που έτσι κι αλλιώς ήθελα να το παρουσιάσω εδώ, όχι μόνο επειδή είναι απολαυστική η γραφή του αλλά και επειδή είναι αφιερωμένο σε έναν σχετικά πρόσφατο λαϊκό νεολογισμό, που ομολογώ ότι δεν τον είχα πάρει είδηση, διότι ενδιαφέρομαι μεν (λιγάκι) για το ποδόσφαιρο αλλά δεν είμαι κουμαρτζής, και η λέξη «αμφίσκορο», διότι γι’ αυτήν πρόκειται, ανήκει στην ορολογία όχι του ποδοσφαίρου καθαυτού (ή: καθαυτό αν είστε πουρίστες) αλλά στην ορολογία του στοιχήματος. Αμφίσκορο λέγεται ένα παιχνίδι όταν σκοράρουν και οι δύο ομάδες -και το ενδεχόμενο αυτό είναι μία ακόμα από τις πάμπολλες παραμέτρους που έχουν βρει οι στοιχηματζήδες για να προσελκύουν το ενδιαφέρον στην πραμάτεια τους. Η λέξη βγάζει αρκετές γκουγκλιές από στοιχηματικούς ιστότοπους (παράδειγμα). Βέβαια, κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει ότι ο νεολογισμός δεν είναι ακριβώς λαϊκός, επειδή κατά τα φαινόμενα δεν τον έπλασαν οι παίχτες του στοιχήματος, αλλά οι στοιχηματογράφοι (=οι δημοσιογράφοι σε στοιχηματζίδικα σάιτ και έντυπα). 

Όπως θα δείτε και πιο κάτω στο άρθρο του Μπουκάλα, το «αμφίσκορο» είναι υβριδικό σύνθετο, αφού το πρώτο συνθετικό είναι λέξη αυτόχθονη και αρχαία (αμφί) ενώ το δεύτερο είναι δάνειο και δη ασυμμόρφωτο. Τα υβρίδια και οι μιγάδες βέβαια είναι πλούτος και στις γλώσσες και στη ζωή, αλλά κάποιοι ίσως τα στραβοκοιτάζουν. Πάντως, το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό -αν μείνουμε στο χώρο του ποδοσφαίρου, βλέπουμε ότι το «γκολ», επίσης ασυμμόρφωτο δάνειο, έχει δώσει όχι μόνο υβριδικά παράγωγα (γκολάκι, γκολάρα, γκολτζής) αλλά και σύνθετα (χασογκόλης). Μιλάμε βέβαια πάντοτε για λαϊκές λέξεις, διότι η λόγια γλώσσα μας έχει χάσει την ικανότητα αυτή από τον καιρό του Βυζαντίου: τότε που διοικούσαν μιαν αυτοκρατορία, δεν είχαν πρόβλημα να δανείζονται αβέρτα από το λατινικό γλωσσικό ταμείο. Αλλά πλατειάζω κι εσείς πληρώσατε για να διαβάσετε τον Μπουκάλα, όχι τις δικές μου φλυαρίες. Παρεμπιπτόντως, τη λέξη την πρόσεξε (όχι που θα του ξέφευγε) και ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία, και στο σχετικό νήμα υπάρχουν και κάμποσα άλλα, μεταξύ σοβαρού και αστείου, για τα σύνθετα με το αμφι-. Και, πριν τελειώσω, προσέξτε ότι γίνεται μνεία και στο «αμφίβολο», το δίχτυ, που έγινε «αφίβολο», και που το είχαμε συζητήσει τις προάλλες, με αφορμή τη λέξη «αθιβολή».

Ιδού λοιπόν το άρθρο του Π. Μπουκάλα από την Καθημερινή:

Ανάπτυξη με ξένες επενδύσεις λέει το κυβερνητικό σχέδιο. Αλλά μάλλον για όνειρο πρόκειται, γιατί τα ίχνη σχεδιασμού είναι πολύ λιγότερα και από τα ίχνη μικροβιακής ζωής στον μακρινό Πλούτωνα, μια και η ΝΑΣΑ αναγνωρίζει πλέον ότι ο πιο κοντινός μας Αρης ήταν μια φορά κι έναν καιρό κατάλληλος για τη φιλοξενία μικροζωής. Επειδή, όμως, οι εκπλήξεις ποτέ δεν έπαψαν να νοστιμεύουν τη ζωή, μια τυχαία περιήγηση στο Ιντερνετ, από εκείνες όπου για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, με έφερε πάνω σε μια καινούργια λέξη της ελληνικής γλώσσας που έχει πράγματι τα γνωρίσματα της «ανάπτυξης με ξένη επένδυση», αφού δημιουργήθηκε με τη συμβολή και (άυλων) ξένων κεφαλαίων. Αν, βέβαια, είχα τη συνήθεια να διαβάζω μία από τις αρκετές εβδομαδιαίες εφημερίδες στοιχήματος ή τις περί στοιχήματος στήλες σχεδόν όλων των ημερήσιων φύλλων (εννοώ και των πολιτικών, όχι μόνο των αθλητικών) ή αν σύχναζα σε προπατζίδικα προς αναζήτηση του χαμένου πλούτου, θα την είχα μάθει πολλούς μήνες πριν τη νεότευκτη λέξη, ίσως και χρόνια. Αλλά κάθε πράγμα στον καιρό του. Και οι λέξεις επίσης. Οπως καλή ώρα η λέξη «αμφίσκορο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Γλωσσικά δάνεια, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , | 118 Σχόλια »

Ένα ακόμα γράμμα

Posted by sarant στο 30 Νοέμβριος, 2012

 

Θα έχετε ίσως δει ένα γράμμα που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στο Διαδίκτυο, ανορθόγραφο και όχι πολύ καλλιγραφημένο, γραμμένο από μαθητές του δημοτικού σχολείου Δενδροποτάμου Θεσσαλονίκης, όπου εκφράζεται το παράπονο τριών μαθητών που η ΔΕΗ έκοψε το ρεύμα από τα σπίτια τους. Ομολογώ ότι βλέποντάς το είχα μια επιφυλαξη ως προς την αυθεντικότητά του, μια και στο Διαδίκτυο μαθαίνει κανείς να γίνεται καχύποπτος απέναντι σε κάθε τι που δεν μπορεί να το διασταυρώσει.

Μάλλον δεν είχε βάση η δυσπιστία μου, διότι όπως διαβάζω σε ένα ιστολόγιο, το γράμμα το κοινοποίησε ο δάσκαλος των παιδιών στον Συνήγορο του Παιδιού. Άλλωστε, στο γράμμα των παιδιών αφιέρωσε το χτεσινό του χρονογράφημα ο Παντελής Μπουκάλας, στο οποίο ειρωνικά μέμφεται τους λαϊκιστές που δασκάλεψαν τα παιδιά να γράψουν ένα τέτοιο γράμμα: Χθες οι ηλεκτρολόγοι της ΔΕΗ έκοψαν το ρεύμα από τα σπίτια μας. Δεν μας ενημέρωσαν και ήρθαν πρωί πρωί με την αστυνομία. Πέταξαν όλα τα φαγητά από το ψηγείο. Δεν ήταν σοστό αυτό που έκαναν.

Ωστόσο, σήμερα πήρα κι εγώ ένα ηλεμήνυμα για το ίδιο θέμα, τις διακοπές ηλεκτροδότησης που γίνονται κατά συρροή σε όσα νοικοκυριά χρωστάνε στη ΔΕΗ. Και ενώ είχα αρχίσει να γράφω κάποιο άλλο άρθρο, προτίμησα να αναδημοσιεύσω το μήνυμα του φίλου, χωρίς καμιά αλλαγή -σβήνω μόνο το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του αποστολέα (ο οποίος σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο με ψευδώνυμο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Κρίση, Κοινωνία | Με ετικέτα: , , | 220 Σχόλια »

Μουσαντένιο μούσι

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2012

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός άρθρου που είχαμε δημοσιέψει πέρσι τέτοιον καιρό, και που είχε ανεβεί το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο, αλλά με καναδυό ουσιαστικές διορθώσεις σε βασικά σημεία.

Η λέξη «μουσαντένιος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα των τηλεπαραθύρων πριν από 3-4 χρόνια, με τον δικηγόρο… Πεντακαθαρίδη εκ Θεσσαλονίκης που βιντεοσκοπήθηκε (παράνομα, αλλά ποιος τα εξετάζει αυτά) να κομπάζει για τη «μουσαντένια» αγωγή που είχε κάνει, παναπεί ψεύτικη, ή πιο σωστά γεμάτη εσκεμμένα λάθη ώστε να καταρρεύσει στο δικαστήριο. Μουσαντένια λοιπόν, μια λέξη που δεν υπάρχει στα γενικά λεξικά, όπως παρατήρησε τότε σε άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας. Το slang.gr που κάνει καλή δουλειά στη συγκέντρωση όρων από διάφορες ιδιολέκτους, έχει καταγραμμένο τον όρο «μουσαντέ», και για να πω την αμαρτία μου, εγώ πίστευα ότι πρόκειται για σχετικά νέο σχηματισμό. Πάντως, δεν περίμενα τις κομπίνες του Βαλτοπεδίου για να μάθω τη λέξη, την είχα ήδη συναντήσει, κυρίως σε ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα, όπου το τάδε πέναλτι θεωρήθηκε μουσαντένιο, δηλαδή ανύπαρκτο, ψεύτικο. Λίγο παλιότερα, θαρρώ, αυτό το λέγαμε «πέτσινο».

Ωστόσο, το μουσαντένιος και το μουσαντέ δεν είναι και τόσο καινούργιοι όροι. Τους βρίσκω στο λεξικό της πιάτσας του Ζάχου (1981). Ακόμα παλιότερα, στο λεξικό της πιάτσας του Βρασίδα Καπετανάκη (πρώτη έκδοση 1950, δεύτερη 1962) βρίσκω τον τύπο μουσαντά, ως επίρρημα, με σημασία «ψέματα, δήθεν» και με παραδειγματική φράση: Αυτά που είπα χτες, τα είπα μουσαντά, για να τ’ ακούει η γυναίκα μου. Όμως, εκεί που το λήμμα έχει την τιμητική του, είναι στα Καλιαρντά του Ηλία Πετρόπουλου (1971), ο οποίος καταγράφει όχι μόνο τα λήμματα «μουσαντό» ( = ψέμα) και «μουσαντένιος» (πλαστός, ψεύτικος ), αλλά και δεκάδες άλλα λήμματα με πρώτο συνθετικό το «μουσαντο-», το οποίο προσδίδει στις λέξεις τη σημασία του ψεύτικου, του πλαστού. Για παράδειγμα, μουσαντόμαγκας είναι στα καλιαρντά ο μπαμπέσης. Εκτός λεξικών, τη λέξη την ακούμε στην ταινία Διπλοπεννιές (1965) του Σκαλενάκη, όπου ο Αυλωνίτης λέει στον Παπαμιχαήλ (που δεν ξέρει να παίζει μπουζούκι): «Θα βαστάς μπουζούκι, στα μουσαντά, μουσαντένιο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 66 Σχόλια »