Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Παν. Τρεμπέλας’

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 22 (τελευταίο)

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2021

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή δεύτερη και τελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις.

Σήμερα φτάνουμε στο τέλος. Θα διαβάσουμε τον «απολογητικό επίλογο» του πατέρα μου, με τον οποίο κλείνει το βιβλίο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ)

Προσπάθησα να αφηγηθώ τη ζωή κάποιων μεγάλων ανθρώπων, που έζησαν τον πρώτον αιώνα της χρονολογίας μας και τις συνέπειες που είχε η δράση και η διδασκαλία τους, στη διαμόρφωση μιας παγκόσμιας θρησκείας. Απέφυγα να δώσω στην αφήγησή μου αυτή τον χαρακτήρα ιστορικής μελέτης αλλά ταυτόχρονα προσπάθησα να μην αφίσταται, στο μέτρο του δυνατού, από τα όσα εξιστορούν οι πηγές. 

Όταν ήμουν παιδί υπήρξα θρησκευόμενο άτομο και, εκτός του ότι εξ απαλών ονύχων είχα εξοικειωθεί με τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, (χάρη στον παππού μου – άνθρωπο ευλαβή αλλά όχι θρησκόληπτο – και στον πατέρα μου – βαθύ γνώστη των Γραφών και εντούτοις άθεο), με είχε γοητεύσει και η προσωπικότητα του Ιησού. Βοήθησε πολύ σ’ αυτό και η παρουσία στην πόλη όπου ζούσαμε ενός εξαιρετικά χαρισματικού και φωτισμένου ανθρώπου, του αρχιμανδρίτη Χαράλαμπου Δέδε.

Κατόπιν ήρθε η Κατοχή, η Πείνα και αργότερα η Αντίσταση και ρήσεις όπως:

ουαί υμίν τοις πλουσίοις,  ότι απέχετε την παράκλησιν υμών
ουαί υμίν οι εμπεπλησμένοι, ότι πεινάσετε
μακάριοι οι πτωχοί, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών
μακάριοι οι πεινώντες, ότι αυτοί χορτασθήσονται
ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν,
πυρ ήλθον βαλείν εις την γην

και άλλες ανάλογες, τις εύρισκα επίκαιρες και με συγκινούσαν. Στο μεταξύ όμως, μαθητής γυμνασίου πλέον, είχα υποκύψει στο κάλλος της Αρχαίας Ελλάδας και ανακάλυψα ότι η ελληνική κοσμοαντίληψη ήταν πολύ πιο εύληπτη, καλαίσθητη και ανθρωποκεντρική  από την ιουδαιοχριστιανική. Ξαναδιάβασα, με κριτικό πνεύμα αυτή τη φορά, τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τότε μου γεννήθηκαν ορισμένες απορίες. Πώς είναι δυνατό το πρόσωπο που είπε τα παραπάνω να είπε επίσης και τα ακόλουθα:

απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι
μακάριοι οι ειρηνοποιοί
αγαπάτε τους εχθρούς υμών
εάν τις σε αγγαρεύσει εν μίλιον ύπαγε μετ’ αυτού δύο…

Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, ήρθε η εποχή της απόλυτης αμφισβήτησης των πάντων και από το διάβασμα αρκετών βιβλίων, ορισμένων απλοϊκών και ισοπεδωτικών, κάποιων όμως αξιόλογων, έφτασα στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξαν ούτε ο Ιησούς Χριστός ούτε ο Απόστολος Παύλος. Όπως ήταν επόμενο, είχα τότε πολλές και έντονες συζητήσεις, με αγαπητούς φίλους, συζητήσεις που, ανεξάρτητα με τη θέση που έπαιρνε καθένας μας, τις θέρμαινε η αγάπη μας προς τον υιόν του τέκτονος, είτε αυτός υπήρξε είτε όχι. Κράτησα τότε ορισμένες σημειώσεις και διατύπωσα κάποια σχόλια.

Την εποχή εκείνη με βασάνιζε επίσης το ερώτημα, πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσω τα βιβλία της Καινής Διαθήκης:

— Ως θρησκευτικά κείμενα, (θεόπνευστα ή μη), που είναι γραμμένα με αλληγορικό ύφος και έχουν κατηχητικό σκοπό;

–’Η ως ιστορικές πραγματείες, που δίνουν αξιόπιστες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού και των άλλων προσώπων που έδρασαν στη συγκεκριμένη αυτή εποχή και στη συγκεκριμένη αυτή χώρα;

Αντιπαρερχόμενος το γεγονός ότι θεόπνευστα κείμενα δεν μπορεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να αντιφάσκουν μεταξύ τους ή να περιέχουν γραμματικά ή λογικά σφάλματα, δε θα είχα  αντίρρηση να δεχτώ ολόκληρη την Καινή Διαθήκη ως απλό θρησκευτικό κατηχητικό κείμενο, γραμμένο με αλληγορικό ύφος. Στην περίπτωση αυτή το ζήτημα θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί λήξαν και κατά συνέπεια θα περίττευε το γράψιμο αυτού του βιβλίου.

Επειδή όμως υπάρχουν πολλοί και διαπρεπείς συγγραφείς, που  θεωρούν την Καινή Διαθήκη «το εγκυρότερο βιβλίο και το πιστότερα διατηρημένο», την «πλέον ασφαλή πηγή πληροφοριών», οι οποίες μάλιστα «παρατάσσονται με ακρίβεια ως προς τον χρόνον», όπου «περιγράφονται τα γεγονότα εντελώς ψυχρά, χωρίς συναίσθημα θα λέγαμε», πράγμα που κατ’ αυτούς «αποδεικνύει την ιστορικότητα της Βίβλου» και επειδή δυστυχώς η γνώμη αυτή είναι η επικρατούσα στον τόπο μας, θέλησα να αντικρούσω την άποψη αυτήν, έστω και με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. 

Ξαναδιάβασα λοιπόν, για πολλοστή φορά, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, σε συνδυασμό με τα συγγράμματα του Ιουστίνου, του Ευσέβιου, του Ειρηναίου, του Κλήμη του Αλεξανδρέα και άλλων πατέρων της Εκκλησίας, με ορισμένα Απόκρυφα, με τα έργα του Φλάβιου Ιώσηπου, του Φίλωνα, του Τάκιτου, του Σουητώνιου, και άλλων συγγραφέων εκείνης της εποχής και άλλες εξ ίσου αρχαίες πηγές, που μας δίνουν κάποιες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού, του Παύλου και των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων.

Την ανάγνωση των πηγών προσπάθησα να την κάνω με όσο το δυνατό περισσότερο κριτικό πνεύμα, απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, προσπαθώντας μόνο να προσεγγίσω την αλήθεια, έχοντας όμως πάντοτε στο νου μου ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια, πολύ δε περισσότερο ότι δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια.

Από τη μελέτη αυτή κατέληξα στο παράδοξο, αλλά απολύτως αναμφισβήτητο, για μένα,  γεγονός είναι ότι ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο απουσιάζει από την ιστορία. Οι σύγχρονοί του, συγγραφείς, ιστορικοί, και φιλόσοφοι, τον αγνοούν πλήρως. Από τα αρχεία του ρωμαϊκού κράτους εκείνων των χρόνων, τα οποία κατά κανόνα είναι πολύ λεπτολόγα και  ενημερωτικά, απουσιάζει επίσης οποιαδήποτε μνεία για τη ζωή και τη δράση του. Αδιάβλητα αρχαιολογικά ευρήματα που να πιστοποιούν το πέρασμα του από τη γη δεν υπάρχουν. Μόνο τα Ευαγγέλια μας δίνουν κάποιες πληροφορίες, οι οποίες όμως εκτός του ότι περιορίζονται στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και μόνο, είναι αλληλοσυγκρουόμενες, αντιφατικές και αόριστες. Όσον αφορά τα λοιπά τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, απουσιάζει από αυτά κάθε πληροφορία σχετική με την κατά σάρκα ζωή του.

Η απουσία του Ιησού Χριστού από την Ιστορία, οδήγησε πολλούς συγγραφείς (φιλόσοφους, ιστορικούς,  θεολόγους,  λογοτέχνες ή απλώς σκεπτόμενους ανθρώπους), στο να αρνηθούν την ύπαρξή του. Το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού είχε ήδη τεθεί από τον 2ον αιώνα[1], αναζωπυρώθηκε κατά τους 16ον και 17ον αιώνες και γνώρισε μεγάλην έξαρση κατά τον 19ο και τον 20ο. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται είναι ισχυρά και η διαθέσιμη βιβλιογραφία έχει εντυπωσιακές διαστάσεις και περιλαμβάνει εκατοντάδες έργα. Τα σημαντικότερα από αυτά μνημονεύονται στο Παράρτημα.

Από την άλλη πλευρά οι οπαδοί της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού είναι εξ ίσου πολυάριθμοι και τα επιχειρήματά τους αναλόγου βαρύτητας με εκείνα των οπαδών της μυθικότητας του. Βεβαίως υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των πιστών, των οπαδών δηλαδή της ορθόδοξης άποψης, ότι ήταν Θεάνθρωπος και των άλλων, των οπαδών της άποψης ότι ήταν προικισμένος προφήτης και διδάσκαλος ή πολιτικός επαναστάτης ή κοινωνικός αναμορφωτής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Θρησκεία, Ιστορία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης από τα ελληνικά στα ελληνικά (Σταύρος Ζουμπουλάκης)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2017

Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βάλαμε, όπως κάθε χρόνο, διηγήματα του Παπαδιαμάντη -και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και στη γλώσσα του και αν αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη (βέβαια, οι θαμώνες του ιστολογίου δεν βρίσκονται όλοι στην πρώτη νιότη, κι έτσι δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του αναγνωστικού κοινού).

def52b03ffad83d42265f69a68448e6cΕίχα σκοπό, και αν θυμάμαι καλά το είχα υπαινιχθεί σε κάποιο σχόλιο, αμέσως μετά τις γιορτές να ανεβάσω το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εξετάζει το πρόβλημα των ενδογλωσσικών μεταφράσεων γενικά, και ειδικότερα του Παπαδιαμάντη.

Το άρθρο το πήρα από το εξαιρετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», με παπαδιαμαντικά δοκίμια. Θα θυμώσει ίσως ο συγγραφέας, διότι το κείμενό του το παρουσιάζω μονοτονισμένο, για προφανείς τεχνικούς λόγους (δεν έχω οσιάρ πολυτονικό) ενώ επίσης για τεχνικούς λόγους παραλείπω τις (ουσιαστικές) υποσημειώσεις -αλλά αυτό ίσως είναι και καλό, να υστερεί σε κάτι η διαδικτυακή έκδοση εφόσον πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο: να πάτε να το πάρετε!

Το πρόβλημα του αν πρέπει να μεταφράζεται ενδογλωσσικά (να μεταγλωττίζεται θα έλεγαν κάποιοι) ο Παπαδιαμάντης (ή γενικά κάθε κείμενο του 19ου αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα) δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Στο ιστολόγιο δεν θυμάμαι να το έχουμε ξανασυζητήσει, αλλά όταν το 2005 είχε εκδοθεί η μεταγλωττισμένη Πάπισσα Ιωάννα είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο είχα ταχθεί εναντίον της συγκεκριμένης μετάφρασης χωρίς να απορρίπτω την ιδέα της μετάφρασης γενικά -και είχα επίσης υποστηρίξει τις αντικριστές εκδόσεις (αριστερά το πρωτότυπο, δεξιά το μεταφρασμένο) όπως κάνει και ο Ζουμπουλάκης στο σημερινό άρθρο. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα είχα ακόμα λιγότερες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη -και καμία για άλλα κείμενα της καθαρεύουσας που δεν έχουν τόσο ιδιάζον ύφος.

Το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με νηφαλιότητα και με επιχειρήματα που μου φαίνονται πολύ γερά. Αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι ότι, ενώ ολοφάνερα δεν τον ευχαριστεί η κατάσταση που περιγράφει (ότι δηλαδή οι νέοι δυσκολεύονται με τα παλιότερα κείμενα) ούτε καταφεύγει σε ιερεμιάδες και ελεεινολογίες, ούτε ψάχνει να βρει ενόχους (το μονοτονικό, το ΠΑΣΟΚ, τον Φίλη), ούτε προτείνει ανεφάρμοστες και ατελέσφορες λύσεις όπως άλλοι (να πολλαπλασιαστούν οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, να διδάσκονται τα αρχαία από το νηπιαγωγείο κτλ.). Οι προτάσεις του Ζουμπουλάκη (κι αν βιάζεστε, πηγαίνετε κατευθείαν στις αριθμημένες παραγράφους στο τέλος του κειμένου) είναι όλες εφαρμόσιμες και πολύ μελετημένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μεταφραστικά, Παπαδιαμάντης, Παλιότερα ελληνικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 239 Σχόλια »