Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Παπασυναδινός’

Μόρτηδες και απόλοιμοι (μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

Η προεκλογική αντιπαράθεση έχει φτάσει στην κορύφωσή της αλλά το ιστολόγιο έχει και τις δικές του προτεραιότητες. Έτσι, σήμερα δημοσιεύω με καμάρι ένα άρθρο που θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα που έχουν αναρτηθεί στο ιστολόγιο όλα αυτά τα χρόνια, παρόλο που (ή: επειδή) είναι εντελώς ανεπίκαιρο. Δίνει όμως μια κατά τη γνώμη μου εύλογη απάντηση σε ένα ετυμολογικό πρόβλημα, και ταυτόχρονα μάς χαρίζει ένα γοητευτικό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο.

Η λέξη «μόρτης» έχει ταλαιπωρήσει αρκετά τους ετυμολόγους της ελληνικής γλώσσας. Ο φίλος μας Spiridione, που μάς έχει δώσει και άλλα εξαιρετικά άρθρα, παρουσιάζει εδώ μια πλήρη ιστορία της λέξης από την οποία προκύπτει μια πειστική, κατά τη γνώμη μου, ετυμολογία της. Το άρθρο είναι δικαιολογημένα εκτενές και τόσο καλογραμμένο που ελάχιστα έχω να προσθέσω -τα βάζω σε σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες.

Αξίζει να κάνω μια μικρή περίληψη του άρθρου, αν και σας συνιστώ θερμά να το διαβάσετε ολόκληρο: Στις επιδημίες πανούκλας του Μεσαίωνα, συνηθιζόταν κάποιοι πρώην ασθενείς, από τα κατώτερα στρώματα, που είχαν αναπτύξει ανοσία (αν και όχι πλήρη) στην ασθένεια, να σχηματίζουν ομάδες και να παρέχουν πολύτιμες και αδρά αμειβόμενες υπηρεσίες στην κοινότητα: να μαζεύουν και να επιτηρούν τους ασθενείς, και να θάβουν τους νεκρούς. Παραδίδονται με διάφορα ονόματα ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο: θαφιάδες, μανιόρδοι, πιτσιγαμόρτοι, και τέλος τον 19ο αιώνα μόρτηδες και απόλοιμοι, που ήταν η θεσμική ονομασία επί νεοελληνικού κράτους. Οι μόρτηδες αυτοί, παρά την πολύτιμη προσφορά τους, εξαιτίας της χαμηλής κοινωνικής τους θέσης, του τρόμου που ενέπνεε η αρρώστια και του ρόλου τους ως συμβόλων του θανάτου, απέκτησαν κακό όνομα και τους αποδόθηκαν πολλές, συνήθως ανυπόστατες, κατηγορίες. Έτσι, ιδίως όταν τον 19ο αιώνα η πανούκλα γνώρισε ύφεση, η λέξη «μόρτης» έχασε την παλιά της σημασία και μετέπεσε στη σημασία «αλήτης, μάγκας» κτλ. Είναι πολύ πιθανό ο μόρτης να προκύπτει από τον πιτσιγαμόρτο, πιτσικαμόρτη (< ενετ. pizzicamorte) με αποκοπή. Η λ. πιτσικαμόρτης διατηρείται και σήμερα στο κερκυραϊκό ιδίωμα με τη σημασία του νεκροπομπού.

Μόρτηδες και απόλοιμοι

Η λέξη μόρτης ανήκει σε μία ομάδα λέξεων που έχει συνδεθεί με το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά επιπλέον έχει και μία ενδιαφέρουσα ιστορία, ορισμένα στιγμιότυπα της οποίας, γλωσσικά και ιστορικά, επιχειρεί το σημείωμα αυτό να ξεδιπλώσει.

Ο μόρτης, λοιπόν, θα λέγαμε ότι είναι το μικρό αδελφάκι του μάγκα, με την έννοια ότι έχει την ίδια σημασία, αλλά χρησιμοποιείται πιο σπάνια σήμερα. Η λέξη αυτή τις προηγούμενες δεκαετίες είχε τη χαρακτηριστική αμφισημία που συναντάμε και σε μερικές άλλες παρεμφερείς λέξεις (όπως π.χ. μάγκας και ρεμπέτης), αμφισημία που είχε σχέση με την κοινωνική θέση του ομιλητή, την εποχή του, τις πολιτισμικές του προτιμήσεις ή τις διαθέσεις του.  Στη λαϊκή μάγκικη γλώσσα (ή στα μόρτικα αν θέλετε) προσδιορίζει τα άτομα της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, του κόσμου της μαγκιάς, με θετική, φυσικά, σημασία, όπως, για παράδειγμα, σε αυτούς τους στίχους του Μιχάλη Σκουλούδη: «Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη, / με τ’ άσπρο ζουναράκι σου και με τον κόφτη, / αυτή την τόση, τη λεβεντιά σου, / ποτέ δε λείπει γκόμενα από κοντά σου», ή όταν ο Μάρκος τραγουδά «τζούρα δώσε του Μπάτη μας, / του μόρτη, του μπερμπάντη μας»∙ εκτός, βέβαια, αν ο μόρτης παρεκκλίνει από τις βασικές αρχές του κώδικα συμπεριφοράς του, οπότε η λέξη χρωματίζεται αρνητικά, όπως, ας πούμε, συμβαίνει με έναν μόρτη φιγουρατζή στο ομώνυμο τραγούδι του Ανέστη Δελιά. Σε πολλούς δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει προπολεμικά είχε χρησιμοποιηθεί η ένδειξη «μόρτικο» (τραγούδι ή χορός), εμπλέκεται δηλαδή και η μουσική βιομηχανία στη διαμόρφωση της σημασίας της, όπως είχε συμβεί και με τη λέξη ρεμπέτικο. Στην κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής η ίδια λέξη προσδιορίζει τα άτομα του λεγόμενου περιθωρίου από την οπτική γωνία των ανθρώπων που είναι έξω απ’ αυτό∙ συνήθως, έχει μειωτική ή και υβριστική απόχρωση, εκφράζει ένα αρνητικό και αντικοινωνικό, για τα κατεστημένα ήθη, πρότυπο συμπεριφοράς.  Στο Λεξικό του Δημητράκου διαβάζουμε στο λήμμα μόρτης:  αγυιόπαις, αλήτης, αλάνης, μάγκας, χαμίνι / γεν. άνθρωπος ουτιδανός, μπερμπάντης. Αυτές τις αρνητικές σημασίες μπορούμε να τις δούμε σε άρθρα εφημερίδων των αρχών του προηγούμενου αιώνα αστυνομικού ρεπορτάζ ή ηθικολογικού περιεχομένου, αλλά και σε λογοτεχνικά έργα, όπως για παράδειγμα στα «Σατυρικά Γυμνάσματα» του Παλαμά: «Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι, σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι, μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι». Χαρακτηριστικό είναι και ένα απόσπασμα κριτικής του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Σκιά, όπου μέμφεται το βιβλίο «Τα ψηλά βουνά» του Ζ. Παπαντωνίου διότι περιέχει «…βδελυράς και βωμολόχους αστειότητας, τας οποίας ασμένως μεταχειρίζονται οι μόρτηδες, οι χασισοπόται, οι λωποδύται και εν γένει οι φαυλόβιοι». Με το πέρασμα του χρόνου αναπτύσσονται και διάφορες μεταφορικές σημασίες, θετικής ή αρνητικής απόχρωσης (που τις βλέπουμε καλύτερα στη λέξη μάγκας), δηλαδή ο μόρτης μπορεί να είναι ο ψευτοπαλληκαράς, ο πονηρός, αλλά και ο έξυπνος, ο καταφερτζής ή ο ντόμπρος στη φράση «ξηγιέμαι μόρτικα». Έχει ενδιαφέρον, για μένα τουλάχιστον, το ερώτημα πώς ακριβώς προέκυψαν αυτές οι σημασίες, δηλαδή αν προηγήθηκε ο αυτοπροσδιορισμός μέσα στις περιθωριακές ομάδες και στη συνέχεια ακολούθησε ο ετεροπροσδιορισμός από την αστική κοινωνία ή το αντίθετο.  Άλλες παράγωγες λέξεις είναι το μορτάκι, που υπάρχει και στον στίχο του Ελύτη «μορτάκι του σύννεφου», ο μόρταρος ή αρχιμόρταρος σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη (ο Φοραμπάλλας στο διήγημα «Κοινωνική Αρμονία»), και η μορταρία, δηλαδή μια ομάδα από μόρτηδες, συνήθως παιδιά, που συναντάμε π.χ. σε μυθιστορήματα που Κοσμά Πολίτη. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »