Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘παπα-Συναδινός’

Ενας γερος γερος

Posted by sarant στο 10 Απριλίου, 2020

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε διαφημιστικό σποτάκι των οπαδών της χρήσης τόνων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να φανταστούμε και την εξής συζήτηση, σε κεφαλαία:

ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗ ΒΓΑΙΝΕΙ ΕΞΩ, ΕΙΝΑΙ ΓΕΡΟΣ

ΜΠΑ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΑΥΤΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΓΕΡΟΣ.

Συζήτηση βέβαια που θα γινόταν την π.Κ. εποχή, αφού σήμερα όσο γερός κι αν είναι ο γέρος πρέπει να μένει μέσα.

Έχουμε λοιπόν το ζευγάρι «γερός» και «γέρος» που δεν είναι ομόηχα, αφού τονίζονται σε διαφορετική συλλαβή, ούτε ομόγραφα, όσο κρατάμε το τονικό σημάδι, αλλά γίνονται ομόγραφα αν υιοθετήσουμε ατονικό σύστημα ή απλώς γράψουμε με κεφαλαία -όπως π.χ. στα κόμικς. (Και θυμάμαι κάποιον φίλο του ιστολογίου να λέει ότι έμαθε τη λέξη ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ από τα Μίκι Μάους -το κρησφύγετο των Λύκων- όπου όμως η λέξη γραφόταν με κεφαλαία κι έτσι για κάμποσο καιρό νόμιζε πως είναι «το κρησφυγέτο»).

Τέτοια ζευγάρια σαν το γέρος/γερός είναι κάμποσα, π.χ. άλλα/αλλά, ώμος/ωμός. Όμως δεν θα σας ζητήσω να βρείτε κι άλλα ζευγάρια -ούτε βέβαια θα σας απαγορέψω να αναφέρετε στα σχόλια-, το σημερινό άρθρο θα εστιαστεί αποκλειστικά στο ζευγάρι του τίτλου, και μάλιστα κυρίως στον γερό και όχι στον γέρο.

Σε κάποια συζήτηση πρόσφατα, νομίζω στο Τουίτερ, εκφράστηκε η απορία αν οι δυο λέξεις, γερός και γέρος, έχουν ετυμολογική συγγένεια. Δεν έχουν. Κάποιες φορές, έχουμε ανέβασμα του τόνου, πχ σε αρχαία κύρια ονόματα (πχ ξανθός-Ξάνθος, χρηστός-Χρήστος) αλλά ο γερός και ο γέρος δεν συνδέονται.

Ο γέρος (το αρχαίο γέρων) ανήκει σε μια οικογένεια μαζί με το γήρας, τη γραία αλλά και το γέρας, αφού αρχικά ήταν η τιμητική θέση που προοριζόταν για τους ηλικιωμένους, τους γέροντες, και μετά πήρε τη σημασία του τιμητικού βραβείου.

Θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε ολόκληρο το άρθρο στα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του γέρου και των γερατειών αλλά θα το αφήσω για μιαν άλλη φορά -προτιμώ να εστιάσω το υπόλοιπο άρθρο στο έτερον ήμισυ του ζευγαριού, τον γερό.

Από πού προέρχεται η λέξη «γερός»;

Δεν φαίνεται με πρώτη ματιά, ίσως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 286 Σχόλια »

Ο ευτυχής ανόητος

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2018

Μπορεί ένας ανόητος να είναι ευτυχισμένος; Όχι απλώς μπορεί, αλλά σύμφωνα με τον Γουσταύο Φλομπέρ η βλακεία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ζει κανείς ευτυχισμένα. Σύμφωνα με μια διάσημη ρήση του, “Οι τρεις προϋποθέσεις για να είσαι ευτυχισμένος είναι να είσαι βλάκας, εγωιστής και με καλή υγεία. Αν όμως λείπει η πρώτη, δεν γίνεται τίποτα.» (Στο πρωτότυπο: Etre bête, égoïste et avoir une bonne santé, voilà les trois conditions voulues pour être heureux. Mais si la première vous manque, tout est perdu).

Ωστόσο, σήμερα δεν θα φιλοσοφήσουμε αλλά θα λεξιλογήσουμε. Μόνο που δεν θα λεξιλογήσουμε στα ελληνικά αλλά στ’ αγγλικά. Μια φίλη μου έκανε δώρο τις προάλλες το γνωστό εκλαϊκευτικό βιβλίο του David Crystal, A little book of language, που το είχα δανειστεί και διαβάσει πριν από μερικά χρόνια αλλά δεν το είχα -τα δανεικά βιβλία τα επιστρέφω. Ξαναδιαβάζοντας λοιπόν τον Κρύσταλ, στο κεφάλαιο περί ετυμολογίας θυμήθηκα την ιστορία μιας αγγλικής λέξης, που μας δίνει το σημερινό μας θέμα. Συνήθως εξετάζουμε ελληνικών λέξεων την ιστορία, αλλ’ ας κάνουμε σήμερα μιαν εξαίρεση.

Πρόκειται για τη λέξη silly, που όπως ξέρετε θα πει «ανόητος, κουτός, χαζός». Δεν είναι πολύ βαριά κουβέντα, αλλά δεν είναι καλό να σε πούνε silly. Για τους δημοσιογράφους, ο Αύγουστος είναι ή ήταν η χαζή εποχή, η silly season, όταν λείπουν οι ειδήσεις και για να γεμίσεις σελίδες βάζεις διάφορες ανόητες ιστορίες.

Ωστόσο, πριν από πολλούς αιώνες, στα αρχαία αγγλικά, ήταν καλό να σε λένε silly -αν και το γράφανε sely ή seely. Η λέξη τότε σήμαινε «ευτυχισμένος, τυχερός, ευοίωνος» και συνδεόταν με την παλαιογερμανική ρίζα από την οποία παράγεται και το σημερινό γερμανικό selig, ευτυχής, ευλογημένος. Σε κάποιο γλωσσάρι της εποχής, το sely αποδίδει το λατινικό felix. Με την πάροδο των χρόνων οι σημασίες εξελίσσονται: ευλογημένος, ευσεβής, καλός, και, τελικά, αθώος.

Ο αθώος είναι και άκακος και η λέξη seely/sely χρησιμοποιήθηκε ιδίως για κάποιον που υποφέρει χωρίς να έχει φταίξει. Sely innocent Daniell was caste into the lyons, Τον έριξαν στα λιοντάρια τον αθώο, τον άκακο Δανιήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Νηστίσιμα και σαρακοστιανά

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2016

Από τη Δευτέρα έχουμε μπει στη Σαρακοστή. Το ιστολόγιο δεν νηστεύει και δεν θρησκεύεται, όμως τηρεί τις παραδόσεις και παρατηρεί ότι τούτη είναι η όγδοη (ρε πώς περνάν τα άτιμα!) Σαρακοστή που έχει δει στη ζωή του κι όμως ποτέ δεν έχει γράψει άρθρο για τα λεξιλογικά της, με εξαίρεση μια ειδική περίπτωση, το άρθρο για την ανύπαρκτη λέξη διπορος (ή ωδιπόρος ή ηδύπορος) και την προσπάθεια κάποιων να βγάλουν «λανθασμένη» τη γνωστή παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει». Αλλά το άρθρο εκείνο (που εδώ βλέπετε την τελευταία του δημοσίευση) είχε θέμα αποκλειστικό τη συγκεκριμένη παροιμία (και την έωλη αμφισβήτησή της) και όχι τα λοιπά της Σαρακοστής.

Κι αυτό είναι σοβαρή παράλειψη, ακόμα περισσότερο δυσκολοσυγχώρητη για έναν Σαραντάκο, που συγγενεύει με τη Σαρακοστή κατά το ότι και οι δυο έλκουν την καταγωγή από τον αριθμό 40, σαράντα.

Διότι, βέβαια, η Σαρακοστή λέγεται έτσι επειδή έχει σαράντα μέρες. Στην πραγματικότητα, δεν έχει σαράντα μέρες, αφού διαρκεί πάνω από έξι εβδομάδες (κάπου 48 μέρες) αλλά επικράτησε ο αριθμός σαράντα, που είναι στρογγυλός και βαρύς, σε συνδυασμό με το προηγούμενο των σαράντα ημερών νηστείας του Ιησού στην έρημο. Η τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα από το Πάσχα, η πρώτη μέρα της νηστείας, έδωσε την ονομασία σε ολόκληρη την περίοδο.

Στους πατέρες της εκκλησίας τον τέταρτο αιώνα, η θρησκεία νηστεία πριν από το Πάσχα ονομάζεται αγία και ένδοξος και «μεγάλη τεσσαρακοστή». Ωστόσο, την εποχή εκείνη είχε ήδη εμφανιστεί ο απλολογικός τύπος «σαράκοντα», απ’ τον οποίο προέκυψε και ο σημερινός σαράντα. Με την ίδια απλολογία πήραμε και τη σαρακοστή, που απαντά ήδη σε κάποιον εκκλησιαστικό συγγραφέα του 5ου αιώνα, τον Χρύσιππο, και με την πάροδο των αιώνων ο τύπος αυτός, σαρακοστή, επικράτησε.

Η νηστεία πριν από το Πάσχα δεν ήταν η μοναδική που όριζε η εκκλησία, οπότε, για να ξεχωρίζουν, η προπασχαλινή νηστεία θρησκεία ονομάστηκε και Μεγάλη Σαρακοστή. Σαράντα μέρες νηστείας τηρούσαν οι πιστοί και πριν από τα Χριστούγεννα, από τις 15 Νοεμβρίου έως τις 24 Δεκεμβρίου, που κι αυτή ονομάστηκε σαρακοστή ή και σαραντάμερο («του σαραντάμερου η μέρα – καλημέρα, καλησπέρα» λέει μια κεφαλονίτικη παροιμία, διότι πράγματι τότε είναι οι πιο μικρές μέρες του χρόνου). Νηστεία τηρείται και πριν από τον Δεκαπενταύγουστο -εκεί διαρκεί δεκαπέντε μέρες, αλλά κι αυτή η νηστεία σαρακοστή ονομάστηκε, αφού σιγά-σιγά η λέξη έπαψε να αναφέρεται σε συγκεκριμένο αριθμό ημερών και έφτασε να σημαίνει κάθε μεγάλη περίοδο νηστείας.

Επειδή εγώ δεν νηστεύω και δεν ξέρω καλά τα καθέκαστα, αντιγράφω τις συμβουλές του παπα-Συναδινού, που έγραψε τον 17ο αιώνα το «Χρονικό των Σερρών» και μας λέει τι πρέπει να κάνουμε σε μια γλώσσα που δεν διαφέρει και τόσο από τη σημερινή νεοελληνική:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 192 Σχόλια »