Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘παραφιλία’

Οι πενήντα αποχρώσεις της παραφιλίας (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το πέμπτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων.

Σημειώνω ότι το σημερινό άρθρο είχε κατά λάθος δημοσιευτεί για λίγο, σε ημιτελή μορφή, πριν από καναδυό βδομάδες. Ο τίτλος είναι δικός μου, αλλά το άρθρο ανήκει εξ ολοκλήρου στον Νικολάου -και αρχικά είχε δημοσιευτεί εδώ.

Το θέμα του άρθρου δεν είναι μόνο διάφορα σπανιότατα βίτσια (παραφιλίες που λέω στον τίτλο). Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας κάνει και κάποιες πολύ εύστοχες σκέψεις για τη χρήση των κλασικών γλώσσών στην καινούργια επιστημονική ορολογία. Του δίνω τον λόγο:

 

Η δυτική ορολογία των διάφορων σεξουαλικών διεγέρσεων και βίτσιων, όπως πάμπολλες άλλες δυτικές επιστημονικές ορολογίες, είναι ελληνογενής. Με αποτελέσματα που δεν αποτελούν καύχημα για την πολιτιστική ιστορία της ελληνικής. Που μάλιστα θα αποτελούσαν προσβολή για την πολιτιστική ιστορία της ελληνικής, αν δεν ήταν τόσο τραγελαφικά.

Πόσο τραγελαφικά δηλαδή είναι τα αποτελέσματα αυτά; Πολύ. Όπως ανακάλυψα όταν αποπειράθηκα να απαντήσω στην Κβόρα την ερώτηση: «Πώς λέμε τη σεξουαλική διέγερση άμα βλέπεις κάποιον να πεθαίνει;»

Όταν προσέτρεξα στην αγγλική βικιπαίδεια, και συμβουλεύτηκα τον εκεί κατάλογο παραφιλιών, ο πλησιέστερος όρος που μου προέκυψε ήταν το symphorophilia. Εγώ δεν θα διάλεγα το «συμφοροφιλία» για να αποδώσω το βίτσιο να κοιτάς άλλον να πεθαίνει. Επειδή ξέρω τι σημαίνει το «συμφορά» στα νεοελληνικά, αλλά και γιατί στα αρχαία σήμαινε και απλώς «συγκυρία» είτε «σύμπτωση». Τη λέξη δεν την έπλασε κάποιος ιδιαίτερα ελληνομαθής· την έπλασε ο σεξολόγος John Money το 1984, και η ελληνομάθειά του φαίνεται να περιοριζόταν στην κατοχή λεξικού. Για να είμαι δίκαιος (τελευταία φορά που θα του τη χαρίσω του Μάνεϊ), κατά τον ορισμό που έδωσε, δε χρειάζεται καν το αντικείμενο του βίτσιου να πεθάνει, απλώς να βρεθεί σε προκανονισμένο ατύχημα ή συμφορά, και στη συμφορά δίνεται η μεγαλύτερη σημασία, όχι στο θάνατο. Όπως το όρισε ο ίδιος:

Ιδιαίτερη μορφή θυσιαστήριας παραφιλίας, για την οποία ταιριάζει το όνομα συμφοροφιλία (διέγερση από ατυχήματα ή καταστροφές), κλιμακώνεται με προκανονισμένη καταστροφή, όπως αυτοκινητιστικό δυστήχημα. Σαν και το παιχνίδι Ρώσικης ρουλέτας, μπορεί να καταλήξει σε θάνατο, είτε του αντικειμένου μόνου του είτε και του συντρόφου. Αλλά το έναυσμα για την αυτοερωτική διέγερση δεν είναι η αυτοκτονία και ο φόνος, αλλά το φλερτ με την καταστροφή. Βασικό κομμάτι της παραφιλίας αυτής είναι το να παίζει κανείς τον τολμητία, που επιβιώνει και μετά ξαναρισκάρει το θάνατο από βίτσιο.

Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το βίτσιο της αυτο-ασφυξίας επικεντρώνεται στο ρίσκο της ασφυξίας, και όχι στο μοιραίο αποτέλεσμα (γιατί συνήθως δεν καταλήγει η πράξη στο μοιραίο.)

Όχι λοιπόν. Δεν ταιριάζει στο ζητούμενο το «συμφοροφιλία». Τι άλλες παραφιλίες προσφέρει η αγγλική Βικιπαίδεια;

Erotophonophilia. Τα τριμερή σύνθετα στα ελληνικά μου προκαλούν ανησυχία, ιδίως όταν δεν τα μεταχειρίζονται επιδέξιοι. Και η Βικιπαίδεια το ορίζει ως «ικανοποίηση από το θάνατο ανθρώπου», αλλά βέβαια άλλο ο phonos και άλλο ο thanatos. Η δε Βικιπαίδεια μπορεί να το ορίζει με θάνατο, αλλά το κατηγοροποιεί ως φόνο: παρατίθεται στο λήμμα Lust murder, φόνος για λόγους λαγνείας.

Ούτε αυτό λοιπόν.

Dacnolagnomania. Κατά τη Βικιπαίδεια, συνώνυμο της Erotophonophilia. Από πού κι ως πού το βίτσιο με δαγκωματάκια έχει να κάνει με το βίτσιο να σκοτώνεις κόσμο; Κάποιος δεν προσέχει ιδιαίτερα το λεξικό του. Πάμε στο επόμενο.

Autassassinophilia. Η παραφιλία που διεγείρεσαι με το ενδεχόμενο να σε σκοτώσουν. Άλλη μια πατέντα του Τζον Μάνεϊ.Ευτυχώς, ο Τζον Μάνεϊ έχει ήδη εγκαταλείψει τον μάταιο τούτον κόσμο. Γιατί, καταπώς θα ’λεγε και ο καθηγητής Χίγκινς, Κανονικά θα του ’πρεπε θανατική ποινή / για φόνο στυγερό, με θύμα τη γλώσσα την ελληνική! (by rights he should be taken out and hung, for the cold blooded murder of the Grecian tongue!)

Βρε Τζον Μάνεϊ νούμερο! Νόμισες δηλαδή, ρε Τζον, πως οι έλληνες δεν έχουν λέξη για το φόνο; Και πως οι Αρχαίοι Ημών Πρόγονοι δεν ήξεραν τι εστί φονικό, μέχρι να βγουν οι Ασασίνοι του ιαʹ αιώνα;!

Autophonophilia, ΑΓΡΑΜΜΑΤΕ!

Ακόμα κι αυτό δεν κολλάει, ακούγεται σαν βίτσιο με αυτοκτονία, όχι με το να σε σκοτώνουν. Το Biaiothanatophilia θα ήταν λίγο πιο ξεκάθαρο.

Η Autassasinophilia (ας την πούμε τουλάχιστον αυτοφονοφιλία ελληνικά) είναι το να σε φτιάχνει το ρίσκο να σε σκοτώσουν. Ο Μάνεϊ (ως νούμερο) λέει πως είναι το αντίστοιχο βίτσιο στην ερωτοφονοφιλία, αλλά η Βικιπαίδεια λέει πως όχι, ο μεν αυτοφονόφιλος φτιάχνεται με το ρίσκο να τον σκοτώσουν, ενώ ο ερωτοφονόφιλος φτιάχνεται με την πράξη να σκοτώνει τον άλλον. Η συνάντηση δηλαδή αυτοφονόφιλου και ερωτοφονόφιλου δεν θα αφήσει και τους δυο ευχαριστημένους.

Πάντως ούτε κι αυτό δεν είναι το φτιάξιμο με το να βλέπεις κόσμο να πεθαίνει.Η Necrophilia έχει να κάνει με πτώματα, και η thanatophilia κατά τη Βικιπαίδεια και πάλι είναι συνώνυμο απλώς της νεκροφιλίας. Κρίμα, γιατί χάνεται μια ευκαιρία λεπτής διάκρισης. Ούτε αυτά λοιπόν.

Οπότε, συνέχισα να κοιτάω τη λίστα….

…… Μα τι βλέπω; Eproctophilia για το βίτσιο με τις πορδές; Πρωκτός, ναι, ο γνωστός· το e- τι διάολο γυρεύει εκεί;  ΜΗΝ ΤΥΧΟΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ «ΕΚ» ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ;! Τα αρχαία ελληνικά είχανε λέξη για την πορδή (την ίδια μάλιστα)· ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΣΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕ ΜΗΠΩΣ; ΕΣΕΝΑ ΜΙΛΑΩ, ΤΖΟΝ ΜΑΝΕΪ! Χάθηκε να πεις Pordophilia, ΒΛΑΚΙΣΤΑΤΕ;!…

Θα έπρεπε να είχα ζητήσει αποζημίωση που κοιτάζα αυτή τη λίστα· τα λατινοελληνικά υβρίδια μου πονάνε τα μάτια. Και ποιος διάολο νόμισε πως το vorarephilia (παραφιλία να σε τρώνε) ήταν καλή ιδέα; Όχι μόνο υβρίδιο, αλλά και με απαρέμφατο ως πρώτο συνθετικό;!

Δηλαδή, για να γίνεις σεξολόγος, προϋπόθεση είναι να μην ξέρεις την τύφλα σου από κλασικές γλώσσες;

Τίποτα δεν ταίριαζε στο ζητούμενο από τη λίστα στην Αγγλική Βικιπαίδεια. Για να κάνω μια σωστή προσπάθεια να βρω αντίστοιχο όρο, ως ευσυνείδητο μέλος της Κβόρας, προσέτρεξα στη λίστα 547 παραφιλιών που δίδεται στο: Aggrawal, Anil (2009). Forensic and Medico-legal Aspects of Sexual Crimes and Unusual Sexual Practices. Boca Raton: CRC Press. σελ. 369–82.

Που να μην έσωνα. Ο κατάλογος του Αγκραβάλ είναι η πηγή των λεξιπλαστικών απόβλητων της Βικιπαίδειας. Και οι όροι που δεν πέρασαν στη Βικιπαίδεια είναι ακόμα χειρότεροι.

Afophilia «παραφιλία με διέγερση από την αφή», με το ελληνικό φ να αποδίδεται και ως f και ως ph. Aphephilia, που παρατίθεται ως ξεχωριστό λήμμα, ενώ είναι η ίδια λέξη. Allotriorasty, η «αλλοτριοεραστία» (το να τα φτιάχνεις με αλλόφυλους), όπου το -ε- το έφαγε η μαρμάγκα. Autoscopophilia το να φτιάχνεσαι με το να κοιτάζεις το κορμί σου· συνώνυμο λέει το autoscophilia, και ναι, συνώνυμο είναι, φτάνει να αφήνεις την ίδια μαρμάγκα να τρώει συλλαβές στην τύχη. Iantranudia το να ξεβρακώνεσαι στο γιατρό σου· «ιαντρός» δεν υπήρξε ποτέ στην τρισχιλιετή, και η κατάληξη -nudia είναι πατάτα.

Σ’ αυτό το σημείο είπα στην Κβόρα πως δε διαβάζω άλλο, και αν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει τον κατάλογο του Αγκραβάλ, προς Θεού να φροντήσουν να ρωτήσουν ελληνομαθή πρώτα. Το βίτσιο που έψαχνα δεν το βρήκα ούτε κει, που μου έκανε κάποια έκπληξη εφόσον τόσα και τόσα βίτσια απαριθμούσε, ενώ αυτό τουλάχιστον το βίτσιο έχει αντίκρυσμα στο ευρύτερο κοινό με τα snuff film. (Και ναι, τα snuff film είναι παραμύθι, όπως υποψιάζομαι παραμύθι είναι και αρκετές από τις παραφιλίες του Αγκραβάλ.) Και τέλος τέλος, έκανα και γω μια απεγνωσμένη λεξιπλασία, και πρότεινα το Thanatoscopophilia. Αν και οι γνώσεις μου της ελληνικής με αποκλείουν μάλλον από το θεσμό της σεξολογίας.

Και εντάξει, έκανα την πλάκα μου στην Κβόρα με τους χονδροειδείς νεολογισμούς του Μάνεϊ και του Αγκραβάλ. Αλλά αξίζει να συγκρατήσουμε κάτι άλλο από τον τραγέλαφο.

Για αιώνες η επιστημονική ορολογία της δυτικής επιστήμης πατούσε στις κλασικές γλώσσες, γιατί οι κλασικές γλώσσες ήταν οι γλώσσες της μάθησης. Τον εικοστό αιώνα το έρεισμα αυτό εξέπεσε: οι κλασικές γλώσσες δεν είναι πια ιδιαίτερα γνωστές έξω από τους κύκλους της κλασικής φιλολογίας (και συχνά με το ζόρι και κει), και φυσικά είναι άγνωστες στους μετέχοντες στις θετικές επιστήμες. Και σαν συνέπεια, η νεότερη επιστημονική ορολογία της Δύσης δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε λατινοελληνικά. Η ορολογία της πληροφορικής ιδίως είναι παιχνιδιάρα και απλή και αγγλοσαξονικότατη, και αυτό προξενεί άγαρμπες λύσεις όταν στα ελληνικά τα επαναλογιοποιούμε. Το bubblesort είναι πολύ πιο αυθόρμητο από την Ταξινόμηση φυσαλίδας.

Το να αγνοούμε λατινοελληνικά, είναι σημείο των καιρών. Η ημιμάθεια στα λατινοελληνικά είναι που δείχνει πόσο πραγματικά περιθωριακή έχει γίνει η συμβολή των κλασικών γλωσσών στην επιστημονική ορολογία. Υπάρχουν πολλοί ειδήμονες που θέλουν να πούνε μια λατινικούρα ή ελληνικούρα, γιατί οι λατινικούρες κι οι ελληνικούρες παραμένουν ιστορικός θεσμός στις επιστήμες· αλλά δεν τα καταφέρνουν, τα βγάζουν στρεβλά, και δεν τους διορθώνει κανείς. (Ή τουλάχιστον, κανείς εντός του αγγλόφωνου κόσμου.)

Ο σπισισμός π.χ. πλάστηκε στα αγγλικά το 1973 ως species-ism από ψυχολόγο που δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη μορφολογία της λατινικής, και μεταχειρίστηκε το species σαν άκλιτη λέξη· και όπως ανέλυσα στο ουγκανιά and αντισπισισμός, οι ρωμανικές τουλάχιστον γλώσσες το διόρθωσαν όταν το δανείστηκαν (espécisme, specismo, especismo). (Και τα ελληνικά το άλλαξαν σε σπισισμό, όταν δεν το λένε ειδισμό· αλλά αυτό πιστεύω πως έγινε από απλολογία.)

Αρκετά πιο παλαβή είναι η περίπτωση του coulrophobia, της φοβίας των κλόουν. Κανείς δεν ξέρει πού τη βρήκε ο πρώτος που τη λάνσαρε στο διαδίκτυο το 1995, και αφότου λανσαρίστηκε, κανένας δεν έκατσε να την ελέγξει. Ίσως να αποτελεί παραποίηση του νεοελληνικού κλόουν. Ίσως κάπως να σχετίζεται με το κωλόβαθρον, όπως ισχυρίζονται αρκετοί, γιατί κάποιος ξέθαψε τον κωλοβαθριστή, και θεώρησε πως πιο κοντινή έννοια στους κλόουν δεν έχουν τα αρχαία ελληνικά από τους ηθοποιούς με ξυλοπόδαρα. (Η διορθωμένη αυτή ετυμολογία πέρασε στην Ελλάδα: Τι είναι η κωλοβαθριστοφοβία; Μήπως πάσχεις και εσύ και δεν το ξέρεις;.) Βάσιμη πάντως φαίνεται η άποψη του etymonline: «από αυτά που σκαρφίζονται ψευτοδιανοούμενοι στο διαδίκτυο και που τα οικειοποιείται μετά ο κάθε εξυπνάκιας.»

Όπως λέει βέβαια το ίδιο άρθρο, ο όρος δεν είναι επίσημος όρος της ψυχολογίας, αν και το φαινόμενο αναγνωρίζεται· και ίσως αν ήταν επίσημος όρος, να γινόταν ο πρεπούμενος έλεγχος……

Ίσως, αλλά οι ακροβατισμοί του Μάνεϊ, και η απίστευτη προχειρότητα του καταλόγου παραφιλιών του Αγκραβάλ (σε έναν κατά τα άλλα σοβαρό τόμο από τον έγκυρο οίκο Taylor & Francis), δείχνουν πως μάλλον όχι. Οι προχειρότητες και οι παρερμηνείες και οι σολοικισμοί στην κλασικίζουσα ορολογία περνάνε πλέον απαρατήρητες, γιατί η κλασικίζουσα ορολογία δεν είναι πια ζωντανή πράξη με πολλούς μέτοχους που να την ελέγχουν. Είναι μια ξερή σύμβαση, που λίγοι της δίνουν σημασία. Και τα αποτελέσματα, όταν χρειαστεί να τα δανειστούμε στα ελληνικά, καταλήγουμε να τα μπαλώνουμε κακήν κακώς.

 

Προηγούμενες δημοσιεύσεις του Νίκου Νικολάου στο ιστολόγιο:

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Σύρος και Ερμούπολη (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Πώς ήταν τα ελληνικά πριν από 500 και πριν από 1000 χρόνια; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Πώς χαντάκωσα τα Παμφυλιακά.

Advertisements

Posted in Επιστημονικά, Ορολογία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »