Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Παύλος Νιρβάνας’

Εγκλήματα στα χρόνια της κρίσης

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2018

Τον περασμένο μήνα που είχα επισκεφτεί την έκθεση βιβλιου της Θεσσαλονικης είχα τη χαρά να γνωρίσω, έστω και υπό βροχήν, τον συγγραφέα Φίλιππο Φιλίππου.

Ο Φιλίππου είναι συγγραφέας πολυσχιδής, αλλά μια από τις μεγάλες του αγάπες ειναι η αστυνομική λογοτεχνία -γράφει κι ο ίδιος αστυνομικά αλλά επίσης μελετάει το είδος, και το τελευταίο του βιβλίο, αυτο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι ακριβώς μια «Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας».

Τον Φιλίππου μού τον γνώρισε ο φίλος μας ο Άγγελος, για τον οποίο γίνεται λόγος συχνά στο βιβλίο αυτό. Βλέπετε, ο υπότιτλος του βιβλίου ειναι «Ο Γιάννης Μαρής και οι άλλοι» και, όπως θα ξέρουν οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου, ο Άγγελος δεν το επιδεικνύει αλλά και δεν το κρυβει πως είναι γιος του Γιάννη Μαρή.

Το βιβλίο του Φιλίππου δεν ειναι ακριβώς βιογραφία του Μαρή -έχει κυκλοφορήσει άλλη μία τουλάχιστον- ούτε ακριβώς ιστορία της ελληνικής αστυνομικης λογοτεχνίας. Είναι κάτι ανάμεσα, και ταυτόχρονα μια εξέταση της ελληνικής κοινωνίας στα μεταπολεμικά χρονια. Ο συγγραφέας δίνει στον εαυτό του την ελευθερία για πολλές παρεκβάσεις και πολλές «ανάσες», κι έτσι π.χ. πληροφορεί τον αναγνώστη για τα εγκλήματα τιμής, για τα προγράμματα των κινηματογράφων, για τα αναγνώσματα που δημοσίευαν σε συνέχειες οι εφημερίδες ή για τις κυκλοφορίες τους -που κάνουν τον σημερινό εφημεριδολάτρη να αναστενάζει αφού όλες μαζί οι καθημερινές εφημερίδες σήμερα δεν πουλάνε τόσα φύλλα όσο η πρώτη εφημερίδα της χρυσής εποχής γυρω στο 1980.

Ο Γιάννης Μαρής (1916-1979) συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Το 1953, άρχισε συνεργασια με ένα καινουργιο περιοδικό ποικιλης ύλης, την Οικογένεια. Και καθώς όλα τα περιοδικά και οι εφημεριδες δημοσίευαν, σε συνέχειες, μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα (καθώς και περιπετειώδη ή αισθηματικά), είχε την έμπνευση να παρουσιάσει το πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που εκτυλισσόταν στην Ελλάδα, με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ, τον αστυνομικό Μπέκα. Ήταν το Έγκλημα στο Κολωνάκι, που μάλιστα το υπέγραφε με το αληθινό του επώνυμο, Τσιριμώκος. Ωστόσο, το περιοδικό διέκοψε την έκδοσή του πριν ολοκληρωθεί το μυθιστορημα, κι ετσι οι αναγνώστες επρεπε να περιμένουν την έκδοση σε βιβλίο για να πληροφορηθούν τον ένοχο -κάτι που έγινε τον επομενο χρόνο. Το 1954 ο Μαρής δημοσίευσε επισης σε συνέχειες στην Απογευματινή το Έγκλημα στα Παρασκήνια, τούτη τη φορά υπογράφοντας με το ψευδώνυμο που έμελλε να καθιερωθεί, και πάλι με ήρωα τον Μπέκα (λέγεται Γιώργος, αν και συνήθως με το επώνυμο συστηνόταν).

Ο Φιλίππου σωστα θεωρεί πατέρα της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας τον Μαρή. Κι άλλοι είχαν γράψει νωρίτερα αλλα ή δεν είχαν συνέχεια ή τοποθετούσαν τη δράση στο εξωτερικό, μιμούμενοι τους ξένους συγγραφεις. Κάποιοι μάλιστα υπέγραφαν με ξενικό ψευδώνυμο, όπως ο Ορέστης Λαζαρίδης που υπέγραφε ως Ρεστ Λάρσον. Εξαιτίας του κινηματογράφου υπήρχε αναγνωστικό κοινό πρόθυμο, αλλά δεν υπήρχε εγχώρια παραγωγη. Ο Μαρής πρώτος κάλυψε το κενό αυτό και αμέσως ακολούθησαν άλλοι όπως ο Νίκος Μαράκης ή ο Ανδρόνικος Μαρκάκης (περίεργη σύμπτωση να κάνουν παρηχηση τα επώνυμά τους).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Βιογραφίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , | 111 Σχόλια »

Ο Καρολάκης και οι φαρσέρ

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2014

Τώρα με την κρίση, το έχουμε ξαναπεί, βρίσκει κανείς φτηνά βιβλία σε πάρα πολλά μέρη -κάποτε και πολύ καλά βιβλία, είτε σε προσφορές εφημερίδων είτε αυτά που οι ίδιοι οι εκδότες βγάζουν στο σφυρί για να ξεστοκάρουν, είτε παλιά βιβλία σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Τελευταία, και μερικά κεντρικά περίπτερα έχουν βγάλει πάγκο απέξω και πουλάνε παλιά βιβλία, και όχι τη συνηθισμένη σαβούρα. Όποτε περνάω από εκεί, βρίσκομαι στα δυο νερά -από τη μια, αν όλοι ψωνίζουν κοψοχρονιάς, θα σταματήσουν να βγαίνουν καινούργια βιβλία. Από την άλλη, με δελεάζουν κάποιοι τίτλοι, όχι μόνο τίτλοι που έψαχνα καιρό να τους βρω και τώρα τους βρίσκω φτηνότερα, αλλά και άλλοι που μπορεί να μην τους αγόραζα σε κανονική τιμή αλλά με τη μειωμένη μπαίνω στον πειρασμό.

Έτσι, τις προάλλες πήρα τα Άπαντα του Νιρβάνα σε πέντε τόμους, προς τρία ευρώ τον τόμο, παλιά έκδοση σκληρόδετη, παρόλο που αρκετά του Νιρβάνα υπάρχουν στο Διαδίκτυο και παρόλο που το βάρος να τα κουβαλάς δεν ήταν ευκαταφρόνητο -γύρω στις 600 σελίδες κάθε τόμος. Είναι έκδοση του 1968, σε επιμέλεια Βαλέτα («Αναστύλωσε και έκρινε Γ. Βαλέτας»). Ο Βαλέτας είναι φιλόλογος άλλης γενιάς, έκανε δουλειά που σήμερα πολλοί θα την πουν τσαπατσούλικη, έκανε όμως δουλειά από τις λίγες, κι αυτό δεν το λέω επειδή ήταν Μυτιληνιός και οι οικογένειές μας έχουν δεσμούς φιλίας.

Θα πει κανείς, τα Άπαντα του Νιρβάνα «εντελώς άπαντα» δεν είναι, διότι δεν περιλαμβάνουν όλα του τα έργα -τα κανονικά άπαντα θα έπιαναν πολύ περισσότερους τόμους, αν σκεφτούμε ότι ο Νιρβάνας (1866-1937) είχε καθημερινό χρονογράφημα επί πολλά χρόνια σε εφημερίδες. Ο Βαλέτας, και το λέει άλλωστε, έχει διαλέξει μερικά χρονογραφήματα μόνο, τα καλύτερα κατά τη γνώμη του.

Από τον Νιρβάνα έχω ανεβάσει αρκετόν στο Διαδίκτυο στον παλιό μου ιστότοπο, τόσο διηγήματα και νουβέλες όσο και τα πολύ καλά «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του, όπου αφηγείται τη γνωριμία του με άλλους λογοτέχνες, τους οποίους σκιαγραφεί. Το σημερινό πεζό που θα σας παρουσιάσω, παρμένο από την έκδοση του Βαλέτα, ανήκει στην ίδια κατηγορία, των φιλολογικών σκιαγραφιών, αλλά δεν έχει περιληφθεί στον σχετικό τόμο, επειδή γράφτηκε αργότερα -δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 1934, στην εφημερίδα Νέος Κόσμος, στη στήλη «Πρόσωπα και πράματα που είδα».

Ο Νιρβάνας σκιαγραφεί τον φίλο του, τον γνωστό Γερμανό βυζαντινολόγο και νεοελληνιστή Καρλ Ντίτριχ (Karl Dieterich, 1869-1935), που τον φώναζαν χαϊδευτικά Καρολάκη, και τις φάρσες που του έκαναν στη φιλολογική παρέα που είχε σχηματιστεί γύρω από το πρωτοποριακό περιοδικό «Τέχνη», γύρω στο 1898 (ανθολογία από ποιήματα της Τέχνης έχω ανεβάσει εδώ). Κάποιες από τις φάρσες αυτές είχαν γλωσσικό χαρακτήρα: οι Έλληνες φίλοι του Ντίτριχ τον έπειθαν να χρησιμοποιεί κακέμφατες λέξεις που δήθεν σήμαιναν κάτι αθώο.

Όσοι έχουν δει το «Γάμος αλά ελληνικά» θα θυμούνται ότι τα αδερφοξαδέρφια της νύφης πείθουν τον αμερικάνο γαμπρό να φωνάξει «Έχω τρία αρχίδια», λέγοντάς του ότι αυτό στα ελληνικά σημαίνει «Ελάτε όλοι μέσα». Κάτι ανάλογο κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν φοιτητές με ξένους τουρίστες, και το έκαναν και ο Νιρβάνας με τους φίλους του, λόγιοι πρώτης γραμμής όλοι τους, με τον «Καρολάκη». Αναρωτιέμαι αν είναι ελληνική ιδιοτροπία ή αν κι άλλοι λαοί αγαπούν αυτές τις φάρσες.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στα 1934, αλλά περιγράφει γεγονότα στο γύρισμα του 20ού αιώνα, από 1899 ως 1902-3 εικάζω. Στο σύντομο σημείωμά του ο Βαλέτας λέει ότι «πρώτη μορφή του κομματιού δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια τόμ. ΙΓ’ (1906-7) σελ. 286», ένα δείγμα του πώς ο Βαλέτας δεν πολυσκοτιζόταν για λεπτομέρειες: η παραπομπή είναι μεν σωστή, αλλά το άρθρο εκείνο είναι μια σοβαρή παρουσίαση του Ντίτριχ και επικεντρώνεται στο επιστημονικό του έργο, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τούτο εδώ, μόνο αναφέρει πως ο Χατζόπουλος τρέλαινε τους πάντες με τις φάρσες του. Κάτι όμως κέρδισα που το αναζήτησα, βρήκα τη φωτογραφία του… Καρολάκη και την βάζω εδώ. Για τον Χατζόπουλο ως φαρσέρ έχει γράψει και στα φιλολογικά του απομνημονεύματα ο Νιρβάνας, και εκεί αναφέρεται και στον Ντίτριχ.

O Έσσελινκ, που μνημονεύεται στο αφήγημα, είναι ο Ολλανδός βυζαντινολόγος Dirk Christian Hesseling (1859-1941).

Μεταφέρω σε μονοτονικό, διατηρώ κάποιες παλιές γραφές, ενώ μπορεί να έχουν ξεφύγει λαθάκια από το οσιάρισμα.

 

Ο ΚΑΡΟΛΑΚΗΣ

dieterichΟ Κάρολος Ντήτριχ (Karl Dieterich) ήταν ένας σοφός νεοελληνιστής κι ένας πολύτιμος φίλος της Ελλάδος. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ιστορικός και γλωσσολόγος, συγγραφέας μιας αξιόλογης Ιστορίας της Βυζαντινής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, είχε έρθει, πρώτη φορά, στην Ελλάδα την εποχή που είχε πρωτοφανεί το δημοτικιστικό, «πρωτοποριακό» περιοδικό «Τέχνη». Έφτανε δηλαδή σε κατάλληλη στιγμή. Δημοτικιστής ο ίδιος, όπως όλοι οι ξένοι νεοελληνιστές, μιλούσε κι έγραφε τα ελληνικά, σχεδόν άφταιστα. Έχω μια σειρά από γράμματά του, που αν βγάλει κανείς μερικά τυπικά λάθη, που τα κάνουν σχεδόν όλοι οι ξένοι (θα σας γράφω, θα σας στέλνω, λ.χ., αντί θα σας γράψω, θα σας στείλω), δύσκολα μπορεί να καταλάβει πως είναι γραμμένα από ξένο. Ο σοφός και σοβαρότατος, λοιπόν, αυτός άνθρωπος, ύστερ’ από λίγες μέρες, που είχε βρεθεί μεταξύ μας, στη φιλολογική συντροφιά της «Τέχνης» (Κώστας Χατζόπουλος, Πορφύρας, Καμπύσης, Γρυπάρης, Βλαχογιάννης, Μαλακάσης, , Τσιριμώκος, Eπισκοπόπουλος) άπό προφέσσορ Κάρλ Ντήτριχ έγινεν οίκειότατα, χαϊδευτικότατα και σαμφασονικότατα, όπως θάλεγε ο Γαβριηλίδης : Καρολάκης. Φίλος κι αδερ­φοποιτός δηλαδή. Ο Καρολάκης αποδώ, ο Καρολάκης αποκεί, γεια σου Καρολάκη!

Ευτυχώς δεν παρεξηγούσε ο ίδιος την ξαφνική αυτή οικειό­τητα. Καταλάβαινε, πως είχε πάντα όλο το σεβασμό μας, όλη την εκτίμησή μας για την αξία του και όλη μας την αγάπη.. Η περίερ­γη όμως αυτή οικειότητα, που ξεπερνούσε κάποτε τα θεμιτά όρια, χωρίς κακία βέβαια, αλλά με τρόπο, που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί από κάθε άλλον, εκτός από τον Καρολάκη, είχε το λόγο της. Ο Ντήτριχ ήταν ένας άνθρωπος αγαθός, απονήρευτος, ακακος και, προπάντων, ευκολόπιστος — αρετές επικίνδυνες στην Ελλάδα. Όπως όλοι ο άνθρωποι οι μαθημένοι να μη λένε ψέματα οι ίδιοι, ούτε για αστεία, ήταν έτοιμος να πιστέψει το κάθε τι, που του έλεγαν. Αν, λόγου χάριν, του έλεγα εγώ, ότι στο Φάληρο πέταξε ένας γάιδαρος, θα δεχόταν την καταπληκτική εί­δηση μ’ ένα θαυμαστικό «Ά !…», χωρίς να την αμφισβητήσει. Ευκολότερα δηλαδή μπορούσε να πιστέψει, πως έγινε ένα θαύμα, παρά πως τον γέλασε ένας φίλος του, που τον εκτιμούσε. Και ίσως θα ξανάλεγε, με όλη του τη σοβαρότητα, την απίστευτη πληρο­φορία σ’ έναν άλλον. Κι αν ο άλλος αυτός τουδινε να καταλάβει, πως ένας γάιδαρος είναι αδύνατον να πετάξει, ακόμα και στην ‘Ελλάδα, θα του απαντούσε μ’ ένα άλλο θαυμαστικό: «Ά!..», σα να τούλεγε :

— Μου το είπε ο Νιρβάνας. Πώς μπορεί να μου πει ψέματα ο Νιρβάνας;

Εννοείται, ότι μια τέτοια ευπιστία, μεταξύ Ελλήνων, περ­νάει για κουταμάρα. Κανείς, βέβαια, δεν μπορούσε να πιστέψει, πως ο Ντήτριχ ήτανε κουτός, πολλοί όμως βρίσκανε πως μπο­ρούσαν, χωρίς κακία πάντα, να διασκεδάσουν με την ευπιστία του. Έτσι ο καημένος ο Καρολάκης είχε ακούσει πράγματα κα­ταπληκτικά. Τον είχαν καταφέρει να πιστέψει, ότι ένας γνωστό­τατος ποιητής της συντροφιάς είχε ανώμαλες ορέξεις, ότι βρισκό­ταν σε αθέμιτες σχέσεις μ’ έναν άλλον ποιητή — πεθαμένοι τώρα και οι δυο — και ότι έπρεπε να φυλάγεται και ο ίδιος.

— Ά!… έκαμε, ο Καρολάκης.

Και πίστευε. Και τι δεν πίστευε;… Τον είχαν κάνει μια φο­ρά να ζητήσει στο εστιατόριο «Αβέρωφ», αντί σουντζουκάκια, που είδε να τρώει κάποιον άλλον και που του είχαν κινήσει φαί­νεται την όρεξη, πράγματα ανομολόγητα, που η μόνη τους σχέσημε τα σουντζουκάκια ήταν ή ομοιοκαταληξία. Και όταν το γκαρ­σόνι άρχισε να του γελάει κατάμουτρα, πάλι δεν πήγε στο κακό ο νους του.

Φαίνεται —είπε— πως δεν προφέρω καλά ακόμα τα ελληνικά.

‘Ένα άλλο βράδι στο σαλόνι του Παλαμά —ο ποιητής δεχό­ταν τότε τα βράδια στο σπίτι του— έτυχε να βρίσκεται, περα­στικός απ’ την Αθήνα, και ο καθηγητής των Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, κ. Έσσελινκ, που τον διαδέχθηκε τώρα στην έδρα του η δεσποινίδα Σοφία Αντωνιάδη. Τους παρουσίασαν. Και οι δύο ξένοι σοφοί άρχισαν να μιλούν ελληνικά μεταξύ τους.

— Σας έχω στείλει και τα πράματά μου… είπε μια στιγμή ο Ντήτριχ στον Έσσελινκ.

Εννοούσε τα συγγράμματά του, τα έργα του. Πνιχτά γέλια ακούστηκαν από διάφορες μεριές, ο Ντήτριχ κατάλαβε πως κάτι στραβό είχε πει. Πήρε κατά μέρος ένα δικό μας στο αντικρινό δωμάτιο, που ήταν το γραφείο του Παλαμά, και τον παρακάλεσε, να του εξηγήσει το λάθος του.

— Αυτό που είπες, Καρολάκη —του είπε εκείνος— έχει πολύ κακή σημασία στα ελληνικά. Και ήταν μπροστά και κυρίες.

Ήταν πράγματι στο σαλόνι, εκτός από την κ. Παλαμά και τη δ. Ειρήνη Νικολαΐδη, η αδελφή του γλωσσολόγου κ. Περνό, που έγραφε τότε με το ψευδώνυμο : Μικρογιάννης.

— Α!.. έκαμε ο Ντήτριχ. Και πώς έπρεπε να πω;

— Τα καλαμπαλίκια μου.

Ο Ντήτριχ δυσκολεύτηκε κάπως στη λέξη, την ξαναείπε δυο – τρεις φορές και, μια και δυο, ξαναγύρισε στο σαλόνι.

— Με συγχωρείτε, κύριε συνάδελφε… είπε στον Έσσελινκ. Πρωτύτερα ήθελα να σας πω, πως σας έστειλα τα καλαμπαλίκια μου.

Το τί ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Αλλά και πάλι ο Καρολάκης δεν έβαλε κακό στο νου του. Είχε πιστέψει πως δεν είχε προφέρει καλά τη λέξη. Ποτέ όμως δεν θέλησε να πιστέψει, ότι τον είχε γελάσει ένας φίλος του.

Το ίδιο βράδι, από μια σατανική σύμπτωση, ο αγαθός Καρο­λάκης δοκίμασε και κάποιαν άλλη εύθυμη έκπληξη. Ο τότε αξιωματικός του Π. Ναυτικού και τώρα βουλευτής Πειραιώς κ. Γ. Σακκαλής, που ήτανε και λίγο ποιητής στις ώρες του, έκανε διαρκώς στον Ντήτριχ, που του τον είχαν παρουσιάσει εκείνη τη βρα­διά, ερωτήσεις για… ποδήλατα. Τον ρωτούσε, αν υπάρχουν πολ­λά εργοστάσια ποδηλάτων στη Γερμανία, αν οι Γερμανοί αγαπούν το ποδήλατο, αν ο ίδιος είναι καλός ποδηλατιστής, αν ήρθε απ’ τη Γερμανία με ποδήλατο, όλο και για ποδήλατα τέλος πάντων. Ο Καρολάκης, στενοχωρημένος, του απαντούσε με μονοσύλλαβα. Επιτέλους, έχασε την υπομονή του.

— Μα γιατί, κύριε, με ρωτάτε διαρκώς για ποδήλατα ;

— Μα δεν είσαστε ο κύριος Γκαίτριχ ; τον ρώτησε ο Σακαλής, που τον έπαιρνε ή έκανε πως τον παίρνει, για κάποιον Γκαί­τριχ, που ήταν τότε αντιπρόσωπος εργοστασίου ποδηλάτων στην ’Αθήνα.

Ο Ντήτριχ σηκώθηκε, έδωκε το χέρι του στο Σακαλή και ξαναπαρουσίασε τον εαυτό του:          ,

— Προφέσσορ Καρλ Ντήτριχ.

Τα περισσότερα όμως είχε τραβήξει ο καημένος ο Καρολάκης, από τον τρομερόν εκείνο φαρσέρ, που ήταν ο μακαρίτης ο Κώστας Χατζόπουλος. Ο Χατζόπουλος, που λογάριαζε τότε να πάει στη Γερμανία, είχε πάρει το Ντήτριχ δάσκαλο των γερμανικών. Αλλά μαθήματα ήταν εκείνα ή αδιάκοπη φάρσα; Ο καημένος ο Καρο­λάκης τα είχε χάσει, υποχρεωμένος να μεταφράζει ολοένα στο μαθητή του, όλους τους εξωφρενισμούς που του κατέβαιναν στο κεφάλι. Για μικρό δείγμα αρκεί να σημειωθεί ότι κάποτε τον έβα­λε να του μεταφράσει γερμανικά τη λέξη : «σκουληκομυρμηγκότρυπα». Και ο αθώος και απονήρευτος Καρολάκης υποχρεώθηκε να του τη μεταφράσει. Αλλά τα μαθήματα αυτά Ντήτριχ – Χατζοπούλου είναι ολόκληρη ιστορία, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.

Απρέπειες όλα αυτά… θα μου πείτε. Και θα ήσαν πράγματι απρέπειες, χωρίς το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη, που είχαμε όλοι μας για το σοφό ·μας φίλο. Απλούστατα έφταιγε η αγαθότητα του Γερμανού σοφού και η ευπιστία του, αρετές πολύ επικίνδυνες, όπως είπα παραπάνω, μεταξύ Ελλήνων.

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 104 Σχόλια »

Μαϊντανός στη σούπα

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2012

 

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε την Κυριακή 1.7.2012 στην Αυγή, στη μηνιαία στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Το αναδημοσιεύω εδώ σήμερα με μια προσθήκη υπό μορφή εκτενούς υστερόγραφου.

Όταν ήμουν μικρός, στην αρχή μπέρδευα τον μαϊντανό με τον άνηθο. Στα θελήματα που μ’ έστελναν ίσαμε τον μανάβη της γωνίας, η πιθανότητα να ψωνίσω το σωστό χορταρικό ήταν πενήντα-πενήντα, αφού άλλοτε ξεχνούσα τι μου είχαν πει κι άλλοτε έπαιρνα το λάθος ματσάκι. Είδε κι απόειδε κι η μητέρα μου, και μου έδινε παραγγελία και για τα δύο, αφού συνήθως μαζί χρησιμοποιούνται στην κουζίνα. Μετά, μου εντυπώθηκε ότι ο μαϊντανός είναι σγουρός και σταμάτησα να τους μπερδεύω. Αν όμως και τα δυο χορταρικά είναι χρήσιμα στη μαγειρική ως αρτύματα, ο μαϊντανός έχει πολύ μεγαλύτερη γλωσσική νοστιμιά και γι’ αυτό θα μας απασχολήσει σήμερα. Αν και ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι ποιο ακριβώς φυτό περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς, πρώτη αναφορά στον μαϊντανό βρίσκουμε στο έργο Περί ύλης ιατρικής του Διοσκουρίδη, τον πρώτο αιώνα, ο οποίος αναφέρει το πετροσέλινον, το οποίο «φύεται εν Μακεδονία εν αποκρήμνοις τόποις». Ονομάστηκε δηλαδή ο μαϊντανός «σέλινο των βράχων», πράγμα που υποβάλλει την ιδέα ότι ίσως το φυτό έγινε γνωστό στα μέρη μας εκείνη περίπου την εποχή, ενώ το σέλινο ήταν πανταχού παρόν στον ελληνικό χώρο από τα πανάρχαια χρόνια· ακόμα και σε μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής Β΄ βρίσκουμε αναφορά σε se-ri-no.

Το πετροσέλινον λοιπόν, ονομασία που διατηρείται και σήμερα, έχει στη συνέχεια πυκνή παρουσία στα ιατρικά και διαιτητικά κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών-συγγραφέων της ρωμαϊκής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας, συχνά ως συστατικό σε αντίδοτα και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (π.χ. διουρητικές). Πέρασε στα λατινικά ως petroselinum και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν και πολλές φορές έγινε αγνώριστο: αγγλικά parsley, γαλλικά persil, ιταλικά prezzemolo, γερμανικά petersilie, ισπανικά perejil, ρουμανικά pătrunjel. Πέρασε επίσης στα εβραϊκά, petrosilia, φτάνοντας στα ανατολικά έως τα ινδονησιακά, peterseli, και τα γιαπωνέζικα, paseri.

Από το ιταλικό prezzemolo, με αντιμετάθεση των φθόγγων, η λέξη επιστρέφει αντιδάνειο στα ελληνικά ως περσέμολο ή περσέμουλο κι έτσι έχει εξασφαλίσει μια γωνίτσα στην αθανασία επειδή περιλαμβάνεται σε ένα διάσημο απόσπασμα από το Άξιον Εστί του Ελύτη, μαζί με άλλα σπάνια και ιδιωματικά ονόματα φυτών: «Να το σπαράγγι να ο ριθιός, να το σγουρό περσέμολο, το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι, ο στύφνος και το μάραθο, Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »

Η τιράντα της Μιράντας

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2012

Η Μιράντα και η καταιγίδα, πίνακας του Waterhouse (1916)

Πένθιμοι καιροί μας έχουν περικυκλώσει, ας βάλουμε ένα πιο ανάλαφρο θέμα σήμερα. Προτού ξεκινήσω, σπεύδω να διευκρινίσω ότι το άρθρο δεν αποτελεί υπαινιγμό για καμία συγκεκριμένη Μιράντα -μάλιστα, μόνο μία γυναίκα έχω γνωρίσει με το όνομα αυτό κι έχω χάσει εδώ και καιρό τα ίχνη της. Το όνομα είναι αφορμή για να αφηγηθώ μια παλιά ιστορία για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, που είναι άλλωστε και τα βασικά μας ενδιαφέροντα εδώ.

Το όνομα Μιράντα είναι μάλλον σπάνιο στα ελληνικά αλλά βέβαια μερικές γνωστές Μιράντες έχουμε, ας πούμε τις ηθοποιούς Μιράντα Κουνελάκη και Μιράντα Μυράτ. Το όνομα πάντως δεν είναι ντόπιο και στο eortologio.gr, που έχει όλες τις γιορτές, ακόμα και τις πιο σπάνιες, βρίσκουμε ότι «δεν γιορτάζει», δηλαδή ότι το όνομα δεν περιλαμβάνεται στο εορτολόγιο της εκκλησίας μας. Αν ξέρετε κάτι άλλο εσείς, πείτε μας. Για την προέλευσή της, βρίσκω ότι είναι το θηλυκό του λατινικού mirandus, από το mirare = θαυμάζω, δηλαδή Μιράντα είναι η θαυμαστή, η αξιοθαύμαστη.

Πότε άρχισαν ελληνίδες να ονομάζονται Μιράντες, δεν ξέρω. Πάντως, τον Γενάρη του 1899 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η τέχνη το ποίημα «Μιράντα» του Στέφανου Ραμά, κι εδώ θα σταθούμε. Αλλά πρώτα να κάνουμε τις συστάσεις.

Το περιοδικό «Η τέχνη», με εκδότη τον ποιητή Κώστα Χατζόπουλο, ήταν μάλλον βραχύβιο, αφού έκλεισε μόλις συμπλήρωσε έναν χρόνο ζωής, δώδεκα μηνιαία τεύχη από τον Νοέμβρη του 1898 έως τον Οκτώβριο του 1899. Ωστόσο, έγραψε ιστορία. Όπως είχε φιλοδοξήσει ο ιδρυτής της, η Τέχνη δεν έμοιαζε με κανένα από τα ως τότε περιοδικά. Ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που γραφόταν στη δημοτική, πριν ακόμα κι από τον Νουμά. Και ήταν καθαρά λογοτεχνικό περιοδικό, με συνεργάτες τα πιο λαμπρά ονόματα της πνευματικής ζωής. Οι συντελεστές του περιοδικού ονομάστηκαν «μαλλιαροί» και έγιναν στόχος του χλευασμού των καθαρευουσιάνων δημοσιογράφων –όμως τα δικά τους ονόματα θυμόμαστε σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Δημοτικισμός, Ομοιοκαταληξία, Ονόματα, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 172 Σχόλια »