Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πλωμάρι’

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Πλωμαρίτικα – Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2017

Συνεχίζουμε ακάθεκτοι τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας, με μια συνεργασία του φιλου μας του Γιάννη Μαλλιαρού με λέξεις από τη διάλεκτο του Πλωμαριού -βλέπετε, η Μυτιλήνη είναι μεγάλο νησί, που μάλιστα ακόμα έχει δυσπρόσιτα μέρη και δύσκολες συγκοινωνίες, πόσο μάλλον πριν από δυο τρεις αιώνες. Όπως έλεγε κι ένας φίλος του πατέρα μου σε μια ουζοκατάνυξη, θυμωμένος που κοτζάμ νησί έγινε ένας μόνο δήμος σύμφωνα με την καλλικρατική ντιρεχτίβα, «ο Ραγκούσης θαρρούσε πως όλα τα νησιά είναι μια κουτσουλιά σαν την Πάρο» -αλλά πλατειάζω με άσχετα, ίσως επειδή ο φίλος μας ο Γιάννης παρέδωσε έτοιμη δουλειά, ακόμα και με εισαγωγή. Οπότε του δίνω το λόγο, θυμίζοντας πως παρόμοιες συνεργασίες είναι πάντοτε καλοδεχούμενενες. Σχολιάζω κι εγώ, σε αγκύλες, με πλάγια και καναδυό φορές παρασύρθηκα και φλυάρησα πολύ -ας μου συγχωρεθεί, ένεκα η εντοπιότητα.

Τα πλωμαρίτικα – Γιάννης Μαλλιαρός

Η αρχή έγινε με την ντοπιολαλιά των Θερμιών (Κύθνου) που ετοίμασε ο Δημήτρης Μαρτίνος. Ο Νικοκύρης εκεί έκανε πρόσκληση σε όποιον ήθελε να προσθέσει και τα δικά του, από την περιοχή του κι έτσι υπήρξε συνέχεια με τη Σιφνέικη από το σχολιαστή με το χρηστώνυμο Κουτρούφι. Μιας και την εποχή εκείνη ήμουνα στο χωριό σκεφτόμουνα διάφορες λέξεις που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια παρόμοια δουλειά για τη διάλεκτο του Πλωμαριού και των χωριών του (όσο κι αν υπάρχουν διαφορές, σε γενικές γραμμές είναι κοινή). Βέβαια, ούτε γλωσσολόγος είμαι, ούτε φιλόλογος κι έτσι από ετυμολόγηση δεν έχουμε, αν και είναι σίγουρο πως πολλές έχουν τουρκική αρχή. Εν τω μεταξύ, με το που τα ετοιμάζω, να και διαλεκτικά του Ξηρόμερου από τον Αλέξη! Εκεί ο Νικοκύρης θυμήθηκε πως παλιότερα είχε βάλει κι Αμοργιανά.

Οι λέξεις που θα παρουσιάσω είναι λέξεις που είτε έχουν χαθεί (εγώ επειδή έχω φύγει αρκετά χρόνια – μου λένε ότι – έχω κρατήσει την παλιά μορφή της γλώσσας) είτε είναι κοινές με άλλες περιοχές αλλά έχουν ειδική σημασία. Τον τελευταίο καιρό βοήθησα να ετοιμαστεί ένα σχετικό βιβλίο (είναι σε διαδικασία εκτύπωσης) αλλά οι λέξεις που διάλεξα δεν είν’ από κει παρμένες (αν και σίγουρα θα υπάρχουν εκεί πολλές αν όχι και όλες). Τη σημασία τους την έχω από τα χρόνια που έζησα εκεί (μέχρι τα 18 μου, το 1977). Από τότε πάω τα καλοκαίρια, αλλά η γλώσσα έχει αρχίσει ν’ αλλάζει. Όμως η απουσία μου έχει το καλό να κρατάω τις παλιές λέξεις και εκφράσεις, πολλές φορές με κοιτάνε παραξενεμένοι που τις χρησιμοποιώ.

Για ξεκίνημα να πω πως στην περιοχή συνηθίζεται η μετατροπή του τ σε κ και του κ σε τσ. Έτσι θυμάμαι να γράφει κάποιος παλιά στο «Δημοκράτη» (εφημερίδα της Μυτιλήνης): Θα γίνου σαν τ’ς Πλουμαρίτις. Θε λέγ’ του στήλου – σκήλου τσι του σκύλου – στσύλου. Θα λεγ’ του τυρί – κυρί τσι του κηρί – τσηρί. (ναι, ξέρω πως για ν’ ακουστούν οι ήχοι έτσι όπως βγαίνουν από μας δεν είν’ εύκολο. Το τσ ας πούμε στα παραπάνω είναι παχύ. Υπάρχουν δυο τριών λογιών λ ή ν και πάει λέγοντας). Ο φίλος μου ο Γιάννης απ’ τα Τρίκαλα (αλλά και άλλοι Θεσσαλοί) μου λέει πολλές φορές πόσο όμοια του φαίνεται η διάλεκτος η δικιά μας με τη δικιά τους! Το λέει ο Γιάννης γιατί συνηθίζουμε να κόβουμε τα φωνήεντα; Εμ τα κ τσ κλπ πώς τα ακούει; π.χ. «πικ’νό φικ’νό τσι φκ’νό» (=πετεινό φετινό και φτηνό) ή «ακή μ’ τσ’ απακή μ’, πάκ’σα του κακί μ’» (= απ’ εαυτού μου και μόνο πάτησα το γατί μου).

Η πλάκα είναι πως παλιότερα υπήρχαν αρχαιοελληνικές λέξεις που είχαν επιβιώσει στη γλώσσα μας αλλά χάθηκαν και άλλαξαν με σύγχρονες της κοινής ελληνικής. Η θεια μου η Αμερσούδα (όχι αυτή του τραγουδιού αλλά όντως θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου) συχνά έλεγε «πιασ’ μουρί του χλιάρ από τ’ αρμάρ» (=πιάσε το κουτάλι απ’ το ντουλάπι). Σήμερα δεν ακούγεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυτιλήνη, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »