Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘ποδοκόπι’

Ποδοκόπι, ιστορία μιας λέξης (συνεργασία του Ορεσίβιου)

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2014

Το σημερινό άρθρο είναι γραμμένο από την αρχή μέχρι το τέλος από τον Ορεσίβιο, τον παλιό καλό μου φίλο που έχει στείλει κι άλλες συνεργασίες του στο παρελθόν (θα ξεχωρίσω το άρθρο για τα Μουρτατοχώρια της Ηλείας). Εξετάζει εξαντλητικά, μπορώ να πω, την ιστορία μιας λέξης μισοξεχασμένης, αφού δεν περιλαμβάνεται στα μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη) ενώ υπάρχει σε παλαιότερα (Δημητράκο). Τον ευχαριστώ και μεταφέρω κοπυπαστηδόν όσα μου έστειλε, μην αλλάζοντας ούτε γιώτα.

 

ΠΟΔΟΚΟΠΙ, μια λέξη με μακρά οδοιπορία στο χρόνο και ενδιαφέρουσα (δική της) ιστορία.

Τώρα που οι φόροι πέφτουν στα κεφάλια μας σαν το κοκορόβι (έτσι λέμε στα μέρη μας το πολύ χοντρό χαλάζι), έχει ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε την ιστορία και τις σημασίες της λέξης ποδοκόπι. Γιατί το ποδοκόπι φίλοι μου, παρ’ ότι τα λεξικά λένε ότι σημαίνει φιλοδώρημα, επιτρέψτε μου να παρουσιάσω ντοκουμέντα που αποδεικνύουν ότι επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Επανάστασης του 1821 αλλά και επί δεκαετίες στη συνέχεια, σήμαινε κάτι πιο βαρύ από ένα απλό φιλοδώρημα. Ήταν τόσο πολλά τα υποχρεωτικά ποδοκόπια που πλήρωναν οι ραγιάδες (των Τούρκων αρχικά και των κοτζαμπάσηδων ελλήνων κυβερνητών στη συνέχεια) που τους ξεπαράδιαζαν. Ταχυδρόμους, στρατιώτες, καπεταναίους, αγροφύλακες, γιατρούς ως και στους δεσμοφύλακές τους κατέβαλαν ποδοκόπι.

Είναι μια … ιστορική λέξη και πιστεύω πως ο καλύτερες χώρος να παρουσιαστεί είναι στου Σαραντάκου, όπου Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία.

Το ποδοκόπι έχει βέβαια και άλλες σημασίες. Ας ξεκινήσουμε από τα λεξικά.

Τουρκοελληνικό λεξικό : bağış, bahşiş (μπαξίσι) = ποδοκόπι, φιλοδώρημα.

Λεξικό Δημητράκου: ποδοκόπιον, λέξη μεσαιωνική, δημ. ποδοκόπι (γράφεται και πεδοκόπι) και σημαίνει: 1. φιλοδώρημα δια παρασχεθείσαν μικρά τινα υπηρεσίαν, μπαξίσι, πουρμπουάρ. 2. Σπανίως ο κρότος ρυθμικού βηματισμού πολλών ομού, συγγ. ποδοβολή, ποδοβολητό.

Στην Ηλεία χρησιμοποιούμε τη λέξη ποδοκόπι όταν αναφερόμαστε σε κοπιώδη ποδαρόδρομο μεγάλης απόστασης («Τα δικά σας χωράφια είναι δίπλα στο χωριό. Εμάς μας τρώει το ποδοκόπι για να πηγαινορχόμαστε στην Κάπελη»).

Χρησιμοποιούμε ενίοτε και το ρήμα ποδοκοπώ: περπατώ ασταμάτητα πέρα – δώθε, συνήθως προκαλώντας θόρυβο («Σταμάτα παιδί μου να ποδοκοπάς. Μας ζάλισες!»).

Με την ίδια σημασία χρησιμοποιείται η λέξη και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ιστορίες λέξεων, Μοριάς, Συνεργασίες, Τουρκοκρατία | Με ετικέτα: , , | 145 Σχόλια »