Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πολωνία’

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής (διήγημα του Τάσου Βουρνά εις ύφος Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2019

Mπαίνουμε από σήμερα σε κλίμα χριστουγεννιάτικο. Για μένα τα Χριστούγεννα είναι δεμένα με τα έργα του Παπαδιαμάντη, και πολλά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του έχω δημοσιεύσει εδώ όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα όμως θα βάλω (ή μάλλον: θα ξαναβάλω) ένα διήγημα όχι αυθεντικά παπαδιαμαντικό αλλά «εις ύφος Παπαδιαμάντη».

Όπως ο Καβάφης στα ποιήματα έτσι και ο Παπαδιαμαντης στα πεζά έχει ευτυχήσει να έχει δει πλήθος ομοτέχνους να γράφουν διηγήματα που μιμούνται το ύφος του, που είναι ίσως ο υπέρτατος φόρος τιμής σε συγγραφέα. Έχει μάλιστα εκδοθεί και βιβλίο με μερικές από τις  μιμήσεις αυτές. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει το διήγημα «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη» του Κώστα Βάρναλη.

Το σημερινό διήγημα, που αρχικά το είχαμε δημοσιεύσει το 2010, και που το αναδημοσιεύω σήμερα επειδή το έχω τάξει σε έναν φίλο, το έγραψε το 1964 ο Τάσος Βουρνάς. Δημοσιεύτηκε στην Αυγή ανήμερα τα Χριστούγεννα, 25.12.1964 και αναδημοσιεύτηκε, πάλι στην Αυγή, τα Χριστούγεννα του 1976, απ’ όπου το είχε βρει και πληκτρολογήσει ο φίλος Στρ. Μπουλαλάκης και το είχα ανεβάσει στον ιστότοπό μου. Στο μεταξύ, βρήκα και την πρωτότυπη δημοσίευση (δεν έχουν διαφορές), απ’ όπου πήρα και τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο.

Η αρχική δημοσίευση, του 1964, ήταν μια ακόμα έκκληση προς την κυβέρνηση Παπανδρέου να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων -κάτι που έμελλε να γίνει μόλις το 1983. Σήμερα μπορούμε να το δούμε απλώς ως άσκηση ύφους.

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής

του Τάσου Βουρνά

Βορράς χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχα απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον. Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των, το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’ αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας συνηθείας του τόπου.

Βορράς, λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους 1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα. Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι – ας είναι καλά.  Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή. Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους να  της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση.

Κι άλλες δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε με τη βαρυχειμωνιά· ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου μάνα…».

* * *

Το απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον.

Αφ’ εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της, εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον ταξίδι.

Επί αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του.

Άμα εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου, εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των.

Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά.

Αλλοίμονον! Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα;

Όχι μόνον δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν. Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το ταξίδι της.

* * *

Άγνωστος τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα, διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το γραφείον του σταθμού.

Εκ της ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την Τσεχίαν.

Οι δύο Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας:

–Από πού είσαι, μάνα μου;
–Από την Πίνδο…

Ακούσασα την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων προς τους νεοελθόντας.

–Και πού καθόσουν;
–Σα κει στην Πολωνία…

Έκαμαν οι άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν μεταφράσει την συνομιλίαν.

–Και πώς ήρθες εδώ;
–Με το τραίνο, γιε μ’!
–Και πώς θα πας κάτου;
–Με το πόδι μ’! Βαστάου για ακόμ’!

Εγέλασαν γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των.

Βεβαίως, το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα βάσανα του κόσμου;

(Η Αυγή, 25.12.1964)

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 70 Σχόλια »

Μεζεδάκια χωρίς όνομα

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2018

Μεζεδάκια χωρίς όνομα, όπως λέμε Παραμύθι χωρίς όνομα, μια και στην επικαιρότητα κυριαρχεί η γειτονική χώρα χωρίς όνομα.

Θα μπορούσα να βάλω και τίτλο σχετικόν με το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, αλλά θα το αφήσω για την επόμενη βδομάδα. Πάντως, πέρα από τις γραφικότητες με τους ιππείς και τους άλλους με τις περικεφαλαίες, που σχολιάστηκαν αρκετά, λιγότεροι πρόσεξαν τις αφίσες εναντίον του Μπουτάρη που τον καλούσαν «να πάρει την εβραΐλα» ή τα πανό «Against Jews».

Αλλά σήμερα είναι Σάββατο, οπότε δεν σχολιάζουμε επί της ουσίας αλλά μόνο τα φαιδρά και τα ανάποδα -είχαμε και τέτοια στην ειδησεογραφία τη σχετική με το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης.

* Για παράδειγμα, ο Γιώργος Παπαδάκης στον Αντένα, θέλοντας να δείξει ότι οι συγκεντρωμένοι ήταν περισσότεροι από τις 90.000 που ανακοίνωσε η Αστυνομία, έκανε τον εξής εμβριθή υπολογισμό:

Αφού η ίδια η Αστυνομία ανακοίνωσε πως πέρασαν τα διόδια 285 πούλμαν, αν πούμε ότι το καθένα είχε 40 επιβάτες, 285 επί 40 μας κάνει 110.000, άρα ήταν 110.000 μόνο από τα πούλμαν, πώς είναι δυνατόν να ήταν μόνο 90.000 οι συγκεντρωμένοι;

Το βίντεο υπάρχει εδώ. Το κακό ειναι ότι 285 x 40 κάνει 11.400, έπεσε μια τάξη μεγέθους έξω ο γίγαντας!

* Στη συζήτηση για το όνομα πήρε θέση και ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο οποίος δήλωσε, μεταξύ άλλων:

Η ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν διακυβεύεται από την επιλογή ενός ονόματος. Το δικαίωμά μας όμως να τιμούμε, όσα σημαίνει ο συμβολισμός του ονόματος αυτού και την θύμηση όσων είναι χαραγμένων στην ελληνική ψυχή, δεν μπορεί να διαπραγματευτεί μόνο βάσει γεωγραφικών προσδιορισμών και άλλων περιγραφών.

Αν έχουν σωστά μεταφερθεί, προσέχω μια έλξη που μου φαίνεται παράξενη («τη θύμηση όσων είναι χαραγμένων», ενώ οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, θα λέγαμε «τη θύμηση όσων είναι χαραγμένα») και βέβαια το «δεν μπορεί να διαπραγματευτεί», το μόνιμο πρόβλημα με το συγκεκριμένο ρήμα, που είναι αποθετικό.

Κι αν στο χρηματιστήριο έχει σχεδόν παγιωθεί η φράση «από τις μετοχές που διαπραγματεύτηκαν σήμερα…» θα μείνει εξαίρεση, όπως εξαίρεση είναι και οι «εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι» (εννοώντας αντικείμενα της εκμετάλλευσης). Εφόσον η πολιτική ηγεσία διαπραγματεύεται, δεν μπορουμε να λέμε ότι «*το όνομα δεν διαπραγματεύεται». Θα πούμε «δεν το διαπραγματευόμαστε», «δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση», «δεν παζαρεύεται».

Εγώ επίσης δεν θα έγραφα το «δεν διακυβεύεται» στην πρώτη πρόταση, θα διάλεγα κάτι άλλο.

* Σχετική με το ίδιο θέμα και η γελοιογραφία του Ανδρέα Πετρουλάκη, που δημοσιεύτηκε την αρχή της εβδομάδας στην Καθημερινή.

Ως τώρα ήταν πολύ σπάνιο να δημοσιευτεί στην Καθημερινή γελοιογραφία που να σατιρίζει την αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά τώρα με το Μακεδονικό έχουμε δει κάμποσες.

Ωστόσο, δεν διάλεξα (μόνο) γι’ αυτό τη γελοιογραφία, αλλά επειδή όταν την είδα δεν μπορούσα να καταλάβω ποιοι γελοιογραφούνται, πλην του Μητσοτάκη βεβαίως.

Το συζητήσαμε και στο Φέισμπουκ και στην αρχή λέγαμε μήπως οι εικονιζόμενοι είναι (από αριστερά) Βορίδης, Άδωνης, Κούλης και Σαμαράς, αλλά αυτό θα σημαινε ότι ο Πετρουλάκης έχει ξεχάσει να σκιτσάρει. Τελικά καταλήξαμε ότι ο καθιστός δίπλα στον Κούλη είναι ο δημοσιογράφος Κωνστ. Ζούλας (που ανήκει στο γραφείο τύπου της ΝΔ), επομένως ο Πετρουλάκης επέλεξε να γελοιογραφήσει όχι πολιτικά στελέχη αλλά το επικοινωνιακό επιτελείο του κόμματος -οπότε ο όρθιος ίσως είναι ο Τ. Θεοδωρικάκος. Σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο και γι’ αυτό το πρόσεξα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 227 Σχόλια »

Προπαραμονιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2017

Μεθαύριο έχουμε Χριστούγεννα, αύριο έχουμε παραμονή, οπότε ο τίτλος του πολυσυλλεκτικού μας άρθρου είναι νομίζω ευεξήγητος. Για να πω την αλήθεια, στην αρχή είχα σκεφτεί το πιο πεζό «προχριστουγεννιάτικα», που το έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει άλλη μια φορά, το 2013, αλλά ένα σχόλιο της φίλης μας της Έφης έδωσε αυτή την πολύ καλύτερη λύση που ακόμα είναι αχρησιμοποίητη. Τα φετινά Χριστούγεννα, πρέπει να πω, είναι τα ένατα (!) που τα γιορτάζουμε στο ιστολόγιο, ζωή να’χουμε.

* Και ξεκινάμε με ένα ακόμα μεταφραστικό αριστούργημα, σταλμένο από μια φίλη. Μάλλον το οφείλουμε σε μεταφραστήρι κακής ποιότητας.

Πρόκειται για οδηγίες για την τοποθέτηση των μπαταριών σε κάποια συσκευή, αλλά εξαιτίας της κακής μετάφρασης οι πεζές εντολές και προειδοποιήσεις απέκτησαν εντελώς πρωτοφανέρωτες διαστάσεις.

Το χοντρό μαργαριτάρι έρχεται με το καλημέρα, όταν οι μπαταρίες τύπου ΑΑΑ μεταφράζονται «μπαταριες Αντιαεροπορικού Πυροβολικού» επειδή το ΑΑΑ σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, Anti-Airforce Artillery.

Θα ήταν κριμα όμως να ξεφύγουν κι άλλα διαμαντάκια, όπως «Γυρίστε το μακρινό πλεόνασμα» (σχόλιο για την οικονομική πολιτική; ) ή «εάν μπαταρία είναι τυχαία, συμβουλεύομαι ένας γιατρός αμέσως!» (ποια λέξη αποδόθηκε με το ‘τυχαία’; ) ή ο «κίνδυνος του σκάωυπάρχων».

Γελάμε βέβαια με τις ασυναρτησίες αυτές, αλλά, αν πράγματι οι οδηγίες έχουν κάποιον λόγο ύπαρξης, δεν θα έπρεπε άραγε να απαγορευτεί η εισαγωγή της συσκευής με αυτή τη λειψή τεκμηρίωση; Πώς μπορεί να καταλάβει ο καταναλωτής αν «μπαταρία είναι τυχαία» ώστε να καλέσει αμέσως γιατρό;

* Ένας σχεδον απαράβατος νόμος της ελληνικής δημοσιογραφίας είναι θαρρώ και ο εξής: Αν κάποιος επώνυμος δώσει συνέντευξη και τύχει και αναφερθεί έστω και παρεμπιπτόντως στη γλώσσα από συντηρητική-κινδυνολογική σκοπιά (η γλώσσα μας απειλείται, τα γκρίκλις τούτο και κείνο κτλ.) ο δημοσιογράφος με μαθηματική ακρίβεια θα διαλέξει αυτή την αναφορά για τίτλο της όλης συνεντευξης.

Ο νόμος επιβεβαιώθηκε στην πρόσφατη συνέντευξη της Γιώτας Νέγκα στο Πρωταγών, που πήρε τον τίτλο «Ας σώσουμε το μεγαλείο της γλώσσας μας«.

Σε σχετική συζήτηση κάπου στο Φέισμπουκ, ο γλωσσολόγος Γιάννης Ανδρουτσόπουλος πρότεινε την ονομασία «Νόμος του γλωσσικού πανικού», που μου φαίνεται εύστοχη.

* Σε άρθρο για τη σιδηροδρομική τραγωδία στις ΗΠΑ διαβάζουμε ότι διήλθαν από την πόλη τάδε και λιγο πιο πριν ότι  «Στις φωτογραφίες που έδωσαν στη δημοσιότητα το υπουργείο Μεταφορών της πολιτείας και η αστυνομία διακρίνονται τουλάχιστον 2 συρμοί να έχουν πέσει και από τις δύο πλευρές της γέφυρας πάνω στο οδόστρωμα στον κεντρικό αυτοκινητόδρομο…»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Βουλή, Λογοπαίγνια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , | 173 Σχόλια »

Οι ακροδεξιές συκοφαντίες για τον προπάππο του πρωθυπουργού

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2011

Ο Ζίγκμουντ Μινέικο το 1861 φοιτητής στην Πετρούπολη

Δεν θα διαφωνήσω αν μου πείτε ότι το όποιο κεφάλαιο συμπάθειας είχε ο Γιώργος Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός μας,  έχει εξαντληθεί, από την άλλη όμως μερικές φορές ο «Γιωργάκης» δέχεται τέτοιες επιθέσεις που μάλλον το ανανεώνουν, τουλάχιστον στα μάτια τα δικά μου. Άλλωστε, η ελληνομετρία, ο αντισημιτισμός και η λαθροχειρία είναι πράγματα που αντιπαθώ, κι έτσι όταν είδα, τις προάλλες, για πολλοστή φορά, να σπιλώνεται η μνήμη ενός ανθρώπου που πολύ αγάπησε την Ελλάδα και πολύ την ωφέλησε, απλώς και μόνο επειδή έτυχε να είναι προπάππος του σημερινού πρωθυπουργού, αποφάσισα να γράψω το σημερινό σημείωμα.

Ο προπάππος του πρωθυπουργού, που γι’ αυτόν θα σας μιλήσω, είναι ο Πολωνός, πιο σωστά Πολωνοέλληνας, Σιγισμούνδος Μινέικο, πατέρας της Σοφίας Μινέικο, της συζύγου του Γεωργίου Παπανδρέου και μητέρας του Ανδρέα Παπανδρέου.

Σύμφωνα με τους ακροδεξιούς, πρέπει ντε και καλά ο Γιώργος Παπανδρέου να βγει όχι απλώς «με ξενικό αίμα» αλλά και εβραίος, αφού αυτοί είναι οι προαιώνιοι εχθροί της φυλής· έτσι, η ακροδεξιά μυθολογία βγάζει πολωνοεβραίο τον πατέρα της Σοφίας Μινέικο (επίσης βγάζει αρχιραβίνο τον πατέρα της Μαργαρίτας Παπανδρέου, αλλά ας μην επεκταθούμε και εκεί). Επειδή όμως η εβραϊκή καταγωγή  δεν φτάνει (έχουμε και τους γεροντοέρωτες των αδωνοκαρατζαφεραίων με το Ισραήλ), οι ακροδεξιοί κατασκευάζουν κι έναν δεύτερο μύθο, ότι ο δήθεν εβραίος Ζίγκμουντ Μινέικο πολέμησε στα Γιάννενα στο πλευρό του τουρκικού στρατού όταν ο ελληνικός στρατός «προήλαυνε για να τα απελευθερώσει».

Ζητώ συγνώμη για το δύσοσμο λινκ που παραθέτω από το stokos.gr, αλλά περιέχει συμπυκνωμένη την ακροδεξιά μυθολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Εθνικισμός, Λαθροχειρίες, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 580 Σχόλια »