Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πολύβιος Δημητρακόπουλος’

Άλλο ο τρελοκαμπέρος, άλλο η τρελοκαμπέρω!

Posted by sarant στο 30 Δεκεμβρίου, 2015

Το καλό με το ιστολόγιο είναι ότι έχεις άμεση αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες και με τα σχόλια εμπλουτίζεται το αρχικό άρθρο, ιδίως όταν έχεις την τύχη να έχεις τόσο πολλούς και τόσο καλούς σχολιαστές όπως εμείς.

Το κακό με το ιστολόγιο είναι πως όταν ένα άρθρο εμπλουτιστεί χάρη στα σχόλια, σε σημείο που να αλλάζει ουσιαστικά, πρέπει με κάποιον τρόπο να το επικαιροποιήσεις, να ενσωματώσεις τα σχόλια, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να αναδημοσιεύουν το άρθρο σου που δεν αντιπροσωπεύει πια απόλυτα την άποψή σου γι’ αυτό το θέμα. Το ίδιο ισχύει αν αυτή η διόρθωση γίνει σε μεταγενέστερο άρθρο. Πρέπει λοιπόν τα παλιά αυτά άρθρα να συμμαζεύονται με κάποιον τρόπο.

Ένα τέτοιο συμμάζεμα θέλω να κάνω με το σημερινό άρθρο.

Εξηγούμαι: Το 2010 είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο υιοθετούσα την άποψη του Θ. Μωυσιάδη, ότι η λέξη «τρελοκαμπέρω» έχει την αφετηρία της στον αεροπόρο Δημήτρη Καμπέρο, που με τις παράτολμες φιγούρες του γοήτευε τα πλήθη στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Το 2012, σε ένα άρθρο όπου εξέταζα το γενικότερο φαινόμενο κύριων ονομάτων που έδωσαν ουσιαστικά, αναφέρθηκα και πάλι στην περίπτωση του Καμπέρου και της τρελοκαμπέρως, εκφράζοντας πλέον αμφιβολίες για την προηγούμενη θέση μου, επειδή είχα βρει κάτι που δεν ταίριαζε. Στα σχόλια του δεύτερου αυτού άρθρου, οι αμφιβολίες μου μετατράπηκαν σε βεβαιότητα ότι η τρελοκαμπέρω δεν παράγεται από τον Καμπέρο. Ωστόσο, για να το δει αυτό κανείς έπρεπε να διαβάσει τα σχόλια μέχρι κάτω.

Οπότε, στο σημερινό άρθρο κάνω μιαν ανακεφαλαίωση όλης της ιστορίας.

trelokamperos2

Τρελοκαμπέρος, αλλά όχι τρελοκαμπέρω!

Η άποψη ότι το επίθετο «τρελοκαμπέρω» προέρχεται από τον αεροπόρο Δημήτρη Καμπέρο (1883-1942) αναφέρεται ως πιθανή από το Ετυμολογικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη (1η έκδοση). Ο Καμπέρος ήταν πιλότος της πολεμικής αεροπορίας από την εποχή των βαλκανικών πολέμων, και εκτελούσε συχνά παράτολμες αποστολές ή έκανε θεαματικές φιγούρες σε επιδείξεις. Έτσι, αποκλήθηκε «Τρελοκαμπέρος» και ίσως η κλητική προσφώνηση «Α ρε τρελοκαμπέρο!» στις επόμενες δεκαετίες που είχαν πια ξεχαστεί τα κατορθώματά του θα συνέβαλε στο να θεωρηθεί θηλυκού γένους η λέξη (η τρελοκαμπέρω).

Η εξήγηση αυτή είναι απόλυτα εύλογη. Θα μπορούσαμε επίσης να υποθέσουμε ότι σαν γοητευτικός νέος που ήταν ο Καμπέρος θα είχε πολλές θαυμάστριες. Κι όταν η θαυμάστρια ξεφώνιζε την ώρα που ο Καμπέρος έκανε τις ριψοκίνδυνες φιγούρες του, ο συνοδός της, ίσως και με κάποια κρυφή ζήλεια, θα την αποκαλούσε «τρελοκαμπέρω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 102 Σχόλια »

Οι αμαρτωλοί Μπερντέδες του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2015

Συμπληρώνονται σήμερα 127 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα (ή, τέτοιες μέρες) έχω καθιερώσει τη συνήθεια να δημοσιεύω ένα άρθρο που να φωτίζει μια πτυχή του έργου του ή της ζωής του, συνήθως μαζί με κάποιο αθησαύριστο ή δυσεύρετο κείμενο. Τούτη τη φορά θα κάνω μιαν εξαίρεση -θα δημοσιεύσω κάτι αρκετά γνωστό, έως πασίγνωστο στους λαπαθιωτιστές, αλλά όχι πολύ γνωστό (ελπίζω) στους παραέξω κύκλους. Επίσης, θα το συνδυάσω με μια πρωτότυπη προσφορά.

Να πούμε ότι η σημερινή δημοσίευση αναστατώνει λίγο το πρόγραμμα του ιστολογίου: τα μεζεδάκια αναβάλλονται για αύριο Κυριακή, που κατά σύμπτωση είναι 1η του μηνός, κι έτσι το Μηνολόγιο θα δημοσιευτεί τη Δευτέρα, 2 του μηνός. Αναστάτωση, πράγματι, αλλά τι να κάνουμε -έναν τον είχαμε, έναν αλλά Ναπολέοντα!

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το λογοπαίγνιο αυτό δεν μου ανήκει: είναι του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, πατέρα του ποιητή, και συνδέεται με τη σημερινήν ανάρτηση. Λίγη υπομονή.

Το 1910 ο Λαπαθιώτης ήταν 22 χρονών και συμμετείχε σε διάφορες εφήμερες ή πιο σταθερές παρέες νέων λογοτεχνών, μία από τις οποίες ήταν η παρέα γύρω από το περιοδικό Ανεμώνη. Ιδρυτές του περιοδικού ήταν ο Ιούλιος Νάρκισσος (ψευδώνυμο του μετέπειτα πολύ γνωστού αρχαιολόγου Γιάννη Μηλιάδη), οι Κώστας Δελακοβίας, Παύλος Λαμπρινός και Παύλος Φλώρος, και ο Έχτορας (σικ) Άδωνις, ψευδώνυμο που έχει μείνει αταύτιστο απ’ όσο ξέρω. Στην παρέα της Ανεμώνης ανήκε και ο Βίκτωρ Ζήνων, φίλος του Λαπαθιώτη, που τον έχουμε δει να τη μνημονεύει σε επιστολές του.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης στην αυτοβιογραφία του (Η ζωή μου): «Με είχαν παρακαλέσει και μένα να τους δίνω πού και πού συνεργασία, όπως γίνεται συνήθως. Στο τρίτο φύλλο ή στο τέταρτο -δεν καλοθυμούμαι- έτυχε µια σύµπτωση περίεργη: όλα σχεδόν τα περιεχόµενά του, µηδέ της συνεργασίας του Παλαµά και του Βλαχογιάννη εξαιρουµένων, µιλούσαν γι’ απολαύσεις ή άφηναν υπαινιγµούς για ωραιοπάθειες. Ο Παλαµάς είχε ένα ‘Αµαρτωλό Τραγούδι’!»

Ο Λαπαθιώτης καλούτσικα θυμάται. Το αμαρτωλό τεύχος ήταν διπλό, το αριθ. 3-4/Μάιος-Ιούνιος 1910 και πρέπει να κυκλοφόρησε στα τέλη Μαΐου. Στην πρώτη σελίδα είχε το «Αμαρτωλό Τραγούδι» του Παλαμά και στην τρίτη σελίδα την πέτρα του σκανδάλου, τους περίφημους Μπερντέδες (όπως έγιναν γνωστοί αργότερα):

anemoni

ΚΙ ΕΠΙΝΑ ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΣΟΥ

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό γλυκό Σου μάτι·

Και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω γύρω,
κι έπινα μέσ’ απ’ τα χείλια Σου,
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο·

Και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια, σαν τα μύρα
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι Αγάπη μου, Σε χόρτασα
κι έτσι τη γλυκάδα Σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα,
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια,

Κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Αυτό που μας φέρνει δάκρυα στα μάτια

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2014

600px-Mixed_onionsΔεν εννοώ βέβαια τη συγκινητική στιγμή μιας ταινίας ή ένα τραγούδι που το έχουμε συνδέσει με ωραίες στιγμές της ζωής μας, κυριολεκτώ, άλλωστε θα σας προϊδέασε η εικόνα. Το άρθρο, που δεν είναι το πρώτο που αφιερώνω στα φαγώσιμα, αφορά το κρεμμύδι -και το κρεμμύδι, το ξερό, πράγματι φέρνει δάκρυα σε όποιον το καθαρίζει και το κόβει.

Το κρεμμύδι φέρνει δάκρυα, επειδή περιέχει αιθέρια έλαια που όταν το ψιλοκόβεις απελευθερώνονται και ερεθίζουν τα μάτια. Στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, σε ένα σημείο όπου ο χορός των γερόντων κάνει κόντρα με τον χορό των γυναικών, ο γέροντας λέει: Βούλομαί σε γραυ κύσαι, παναπεί θέλω να σε φιλήσω, και απαντάει η γυναίκα: Κρομμύων τ’ άρ’ ου σε δει, παναπεί: άρα, δεν θα χρειαστείς κρεμμύδια -εννοώντας ότι θα τον δείρει τόσο που να κλάψει χωρίς να έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει κρεμμύδι για τούτο· ή, στη μετάφραση του Πολ. Δημητρακόπουλου, «Αλλ΄ανάγκη πια δε θάχεις από κρομμυδιού κομμάτια, να σου κλάψουνε τα μάτια».

Το κρεμμύδι βρίσκεται από πολύ παλιά στα μέρη μας -είναι από εκείνα τα λαχανικά που τα μνημονεύει ο Όμηρος -και μάλιστα στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Λ, διαβάζουμε ότι πρόσφεραν κρεμμύδι σαν μεζέ για το κρασί (κρόμυον ποτῷ ὄψον), κάτι που σήμερα δεν νομίζω να συνηθίζεται, όσο κι αν το κρεμμύδι, μαζί με ψωμί, ελιές και τυρί ήταν συστατικό στοιχείο στο λαϊκό κολατσιό μέχρι πρόσφατα. Σίγουρα πάντως οι αρχαίοι έτρωγαν πολύ κρεμμύδι. Στο βιβλίο «Η γλώσσα της γεύσης» της Μ. Καβρουλάκη βρίσκω ότι ο Ηρόδοτος λέει ότι οι αθλητές έτρωγαν ένα κρεμμύδι το πρωί κι ένα το βράδυ -το κακό όμως είναι ότι δεν το βρίσκω πουθενά στον ίδιο τον Ηρόδοτο, οπότε η πληροφορία πρέπει φοβάμαι να θεωρηθεί «απόφευγμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ποίηση, Στρατός, Συγκριτικά γλωσσικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2011

 

Το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου κυκλοφόρησε το 1903 και γρήγορα αναδείχτηκε σε μαχητικό όργανο των δημοτικιστών, των μαλλιαρών όπως γρήγορα αποκλήθηκαν. Την ίδια χρονιά σημειώθηκαν τα αιματηρά Ορεστειακά, οι ταραχές που υποκινήθηκαν από τον υπερκαθαρευουσιάνο καθηγητή Μιστριώτη με αφορμή τη μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα) της Ορέστειας, ενώ πριν από 2 χρόνια, το 1901, ο ίδιος είχε προκαλέσει άλλες αιματηρές ταραχές, τα Ευαγγελικά, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξ. Πάλλη.

Είχε προηγηθεί η Τέχνη, το πρωτοποριακό αν και βραχύβιο περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, που γραφόταν στη δημοτική αλλά περιείχε κυρίως λογοτεχνική ύλη, χωρίς μαχητικά γλωσσικά άρθρα. Τότε ήταν που βγήκε κι η ονομασία «Μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές και νονός ήταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σε κάποιο του χρονογράφημα· λένε ότι εμπνεύστηκε την ονομασία από τους δημοτικιστές λογοτέχνες αδελφούς Πασαγιάννη, που είχαν μακριά μαλλιά, αν και υπάρχουν και άλλες απόψεις για τη γέννηση του όρου. Το ειρωνικό είναι ότι ο ίδιος ο Κονδυλάκης, όταν απαλλάχτηκε από το μαγγανοπήγαδο της δημοσιογραφίας, μεταστράφηκε σε δημοτικιστή κι έδωσε το κύκνειο άσμα του, την αριστουργηματική Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική δημοτική με πινελιές της κρητικής διαλέκτου. (Μπορείτε να διαβάσετε εδώ αυτή τη θαυμάσια νουβέλα, που την είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο ψηφιοποιημένη χάρη στη βοήθεια καλής φίλης).

Τους μαλλιαρούς τούς πείραζαν οι καθαρευουσιάνοι κατασκευάζοντας διάφορες υπερδημοτικιστικές φράσεις, ότι τάχα τον Μυστικό δείπνο τον έλεγαν Κρυφό Τσιμπούσι, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Κώτσο Παλιοκουβέντα και την Ηλέκτρα Κεχριμπάρω. Βέβαια, το πείραγμα αυτό δεν ήταν και τόσο αθώο, αφενός επειδή η μία πλευρά συγκέντρωνε όλη την εξουσία και απαιτούσε από την πολιτεία να πάρει κατασταλτικά μέτρα εναντίον της άλλης, και αφετέρου επειδή τα συκοφαντικά αυτά πειράγματα πολύς κόσμος τα πίστευε για αληθινά –μερικοί ακόμα τα πιστεύουν.

Αλλά και από τις στήλες του Νουμά ο Ταγκόπουλος δεν χάριζε κάστανα. Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη, ενώ δεν έχανε ευκαιρία, στο Βαρβαροπάζαρο που είχε καθιερώσει, να σχολιάζει δηκτικά τους σολοικισμούς των πούρων καθαρευουσιάνων.

Στα αλληλοπειράγματα ο Ταγκόπουλος δεν ήταν μόνος· συμμετείχαν και οι πιστοί Νουμαδικοί· για παράδειγμα, όταν η Εστία, για να τον πειράξει, έγραψε «Αργύριος Επταλιώτης» το όνομά του, ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε ότι αν το πάμε έτσι θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

Ενώ από τις στήλες των εφημερίδων μαινόταν αυτός ο γουστόζικος πόλεμος, μια άλλη, πολύ σοβαρότερη σύγκρουση άρχιζε στην άλλη άκρη του κόσμου, ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Η εξωτική αυτή σύρραξη αιχμαλώτισε τη φαντασία των Ελλήνων που την παρακολούθησαν παθιασμένοι από τις στήλες των εφημερίδων –ενίοτε δίνοντας και συμβουλές στρατηγικής, όπως το περίφημο «Δεξιότερα Κουροπάτκιν». Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών). Τέλος πάντων, το βέβαιο είναι ότι είχε εξαφθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο άγνωστο, την Ιαπωνία.

Έτσι, στο φ. 81 του Νουμά με ημερομηνία 1.2.1904 δημοσιεύτηκε το εξής ποίημα:

ΕΙΚΟΝΕΣ

(Από τα λυρικά του μεγάλου ποιητή της Γιαπωνίας Συέρ Υόκο (Syer-Yoko), μεταφρασμένα απ’ το αγγλικό)

Ώρα γλυκιά προβάλλει,
τη φύση στεφανώνει πέρα ως πέρα,
η μουσκιά χύνει μόσκους στον αγέρα,
σαν την καρδιά που απ’ τον πόνο πάλλει…

Μαγνάδια χύνουν του ήλιου οι αχτίδες
από τα ύψη τ’ ουρανού κι από τα βάθη
λιοπύρια, φλόγες και δροσιάς ρανίδες
λες και σκορπιώνται αφ’ της Υέκκας(*) το καλάθι.

Ίσκιοι κρυφοί μέσα στ’ απόσκια δάση
απλώνουνται στ’ αυλάκι το δροσάτο…
Ροβόλα, βοσκοπούλα, παρά κάτω
η φλόγα της αγάπης να σε πιάσει –
σαν το αρνί, τ’ αθώο, το μικρό
που στη στιγμή που αξέγνοιαστο περνάει
από κοντά στ’ αγκάθι το πικρό
ραφές ραφές τ’ αγκάθι το μασάει…

Αξέγνιαστο κι αταίριαστο πουλί,
φωλιά γυρεύει για να πιάσει ταίρι,
ρουμάνια, δάση παίρνει, άγρια μέρη,
όπου αγάπη να ’βρει ντροπαλή.

Σαν βρίσκει τη και παίρνει τη στο πλάι,
ύστερις από τα γλυκολαλήματα,
νέα ζωή παλιά ζωή χαλάει
η αγάπη με χαρές καi με φιλήματα…

Σώπα, καρδιά, και σβήσε τη μαυρίλα!
σώπα κι άνοιξ’ ορθάνοιχτα τα φύλλα
από τον πόνο, πόνο θα ’βρεις, στο ’πα·
σώπα καρδιά μου! σώπα!…. σώπα!

ΑΒΓΕΡΙΝΟΣ

(*) Υέκκα πρέπει να είναι ίσως η Πανδώρα των γιαπωνέζων.

Επειδή το χέρι πάει μόνο του, εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, εκτός από την υπογραφή που είναι δηλωτική μιας (υποτιθέμενης) γλωσσικής στάσης.

Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο ποίημα, που είναι δύσκολο να το δούμε, εκτός αν μας το έχουν μαρτυρήσει: το ποίημα σχηματίζει ακροστιχίδα, με τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου. Διαβάστε το: Ω, της μαλλιαρής παραφροσύνης σας!

Όσο για τον ποιητή, τον Συέρ Υόκο, θα ταίριαζε πιο πολύ στη Νομανσλάνδη, που δεν είχε ανακαλυφτεί το 1904. Αν κοιτάξουμε ξανά το όνομά του, θα δούμε ότι το (εντελώς μη ιαπωνικό) Συέρ Υόκο αν διαβαστεί ανάποδα δίνει: Ο κουρεύς. Παναπεί, ο τιμωρός των μαλλιαρών.

Το ποίημα δηλαδή ήταν φάρσα, που κάποιος καθαρευουσιάνος το είχε στείλει στον Ταγκόπουλο με αποκλειστικό στόχο να καταφέρει να δημοσιευτεί απαρατήρητη στο προπύργιο των μαλλιαρών η αντιμαλλιαρή ακροστιχίδα. Ο Ταγκόπουλος φυσικά ήξερε τον αποστολέα, ήταν και φίλοι, αλλά έτσι κι αλλιώς καναδυό μέρες αργότερα τον έμαθαν όλοι οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ, μια και ο δράστης, ο γνωστός δημοσιογράφος και λόγιος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, βγήκε στο Εμπρός και περηφανεύτηκε για τη σκανταλιά του. Μερικές εφημερίδες δεν έχασαν την ευκαιρία να δουλέψουν τον Ταγκόπουλο για το πάθημά του –θα τον είχαν και άχτι από προηγούμενα δικά του πειράγματα– ενώ άλλες επέκριναν τον φαρσέρ, ότι δεν λύνονται με φάρσες οι γλωσσικές και φιλολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε επόμενο τεύχος του Νουμά, οι νουμαδικοί έγραψαν διάφορα εναντίον του Δημητρακόπουλου, αποκαλώντας τον με ένα παλιό του ψευδώνυμο, το «Κουρούπης» (αν και είχε πια πάρει το πολύ πιο αριστοκρατικό Pol Arcas), αλλά ο ίδιος ο Ταγκόπουλος, με αξιοπρέπεια παραδέχτηκε ότι έβαλε τους στίχους επειδή, σαν γιαπωνέζικοι που ήταν, τους έκρινε επίκαιρους και αξιοπερίεργους και ότι δεν μπορεί να καταγίνεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ «να ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες (όπως κάμνουν οι μικροί συνδρομηταί της Διαπλάσεως και οι μεγάλοι Ιαπωνο-έλληνες ποιηταί) σ’ όσα πεζά και έμμετρα μου στέλνουν». Γενικά, όταν την έχεις πατήσει σε μια φάρσα, η καλύτερη τακτική είναι να το παραδεχτείς αξιοπρεπώς.

Να γυρίσουμε λίγο στο ποίημα, που ξαναλέω ότι δεν το βρίσκω κακό παρά το γεγονός ότι γράφτηκε με βασικό σκοπό την ακροστιχίδα. Θα προσέξατε το εξεζητημένο λεξιλόγιο, που ήταν χαρακτηριστικό στην ποίηση της εποχής, που όλη σχεδόν γραφόταν πια στη δημοτική. Δεν λείπουν και τα μαγνάδια, λέξη που την είχε χρησιμοποιήσει σε ένα ποίημά του ο Χατζόπουλος και από τότε την είχαν πάρει σκοινί κορδόνι όσοι ήθελαν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και τη δημοτική και την καινούργια ποίηση, όπως ας πούμε ο Σουρής.

Δεν ξέρω αν ο Ταγκόπουλος συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Δημητρακόπουλο· πάντως, ο τελευταίος, σε αντίθεση με άλλους αντιμαλλιαρούς που αργότερα μεταστράφηκαν και αγκάλιασαν τη δημοτική, συνέχισε να εχθρεύεται κάθε τι το καινούργιο: όταν το 1910 ξέσπασε το σκάνδαλο με τους «οσκαρουαϊλδιστές» του περιοδικού Ανεμώνη, ο Pol Arcas δεν παρέλειψε να γράψει για τις έκφυλες έξεις και τους ξυρισμένους «αρτιφυείς μύστακας» και να προτείνει να ονομαστεί το περιοδικό τους Αναιμώνη, ότι τάχα οι λεπταίσθητοι νεαροί πάσχαν από αναιμία, ενώ εκεινού το αίμα κόχλαζε.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »