Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πρέβεζα’

Ένα μνημείο στην Πρέβεζα (συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2018

Ο τίτλος ειναι δικός μου, αλλά όχι το άρθρο. Το έχει γράψει ο φίλος μας ο Αλέξης, στον οποίο το ιστολόγιο χρωστάει μερικά πολυ καλά άρθρα, όπως το περσινό πολιτικοδημοσιογραφικό κλισεδολόγιο, τη συλλογή ιστορικών λέξεων και φράσεων της μεταπολίτευσης, πριν από 4 χρόνια, και την ανασύσταση των Ομηρικών επών  το 2011.

Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο Αλέξης έστειλε «Τρεις μικρές γλωσσικές ιστορίες», αλλά δεδομένου ότι το συνολικό κείμενο ήταν κάπως μεγάλο, και κυρίως επειδή οι άλλες δυο ιστορίες είχαν διαφορετικό θέμα, αποφάσισα να χωρίσω τη συνεργασία του σε δύο μέρη και να παρουσιάσω σήμερα την πρώτη ιστορία και (πιθανότατα) αύριο τις άλλες δύο που αφορούν περιπου το ίδιο θέμα.

Προς το παρόν δεν λέω περισσότερα, αλλά θα σχολιάσω στο τέλος.

Ο Αλέξης μού έστειλε και την εξής φωτογραφία, από ένα μνημείο για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια. Βλέπουμε και την Πυροβολαρχία Πρεβέζης, που εχει απαθανατιστεί στο ποίημα του Καρυωτάκη.

Δίνω όμως τον λόγο στον Αλέξη:

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στερεότυπα των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας όταν μιλάνε για τους νέους είναι ότι οι σημερινοί νέοι «δεν είναι σαν αυτούς».  Σύμφωνα με το στερεότυπο  οι νέοι σήμερα δεν έχουν το ήθος, την παιδεία, το φιλότιμο, την εργατικότητα, την ευγένεια, τους τρόπους των παλιών.  Επειδή το στερεότυπο αντανακλά στην ουσία το χάσμα των γενεών, τη διαφορετικότητα στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα ο πενηντάρης και ο εικοσάρης, αλλά ίσως βαθύτερα και τη νοσταλγία των μεγαλύτερων για τα παιδικά και τα εφηβικά τους χρόνια, είναι κάτι επαναλαμβανόμενο από γενιά σε γενιά, ένα «μότο» που όλες οι γενιές αναπαράγουν και μεταδίδουν. Αυτό που έλεγαν σ’ εμάς οι γονείς μας και που πιθανότατα το άκουγαν κι αυτοί ως νέοι, το λέμε εμείς σήμερα στα παιδιά μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 155 Σχόλια »

Ένα άγνωστο ποίημα του Γ. Κοτζιούλα για τη σφαγή της Παργινόσκαλας

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2016

800px-1944_civil_war_in_preveza-_executions_in_parginoskalaΤη βδομάδα που μας πέρασε είχαμε την επέτειο ενός στυγερού εγκλήματ0ς, μιας αποτρόπαιης σφαγής, που έχει μείνει σχεδόν άγνωστη έξω από τον τόπο στον οποίο συνέβη, ίσως επειδή οι σφαγείς ήταν από την καλή μεριά, τη μεριά των νικητών του εμφυλίου. Εννοώ τη σφαγή της Παργινόσκαλας, στην Πρέβεζα, στις 21-22 Σεπτεμβρίου 1944, όπου δυνάμεις του ΕΔΕΣ εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολλές δεκάδες ΕΑΜίτες και ΕΠΟΝίτες, που τους είχαν πιάσει αιχμάλωτους στις εμφύλιες συγκρούσεις που προηγήθηκαν μέσα στην πόλη μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη τραγικότητα στη σφαγή της Παργινόσκαλας είναι πως αρκετοί από τους εκτελεσμένους αγωνιστές, 14 ή 15 τον αριθμό, ήταν έφηβοι, ανήλικα παιδιά, μαθητές του γυμνασίου, μέλη της υποδειγματικής διμοιρίας ΕΠΟΝιτών του 24ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μαζί τους βρηκε τον θάνατο και ο γυμνασιάρχης τους, ο Χρήστος Κοντός, πρόεδρος της Λαϊκής Επιτροπής (που είχε συγκροτηθεί με κοινή συμφωνία ΕΑΜ-ΕΔΕΣ), μη θέλοντας να αφήσει τους μαθητές του. Στη φετινή τελετή μνήμης στην Παργινόσκαλα, πριν από λίγες μέρες, έγιναν και τα αποκαλυπτήρια ενός νέου μνημείου που αν κατάλαβα καλά ανεγέρθηκε με πρωτοβουλία της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ. Το μνημείο το ίδιο δεν είναι του γούστου μου, αλλά βέβαια δεν είναι αυτο το βασικό.

Το στίγμα για την εκτέλεση της Παργινόσκαλας πέφτει σε μεγάλο βαθμό στους ώμους ενός ανθρώπου, του Δημήτρη Γαλάνη, αξιωματικού του στρατού σύμφωνα με κάποιες πηγές, που ως επικεφαλής των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην πόλη διέταξε την εκτέλεση. Μεταπολεμικά, ο Γαλάνης δεν ενοχλήθηκε για το έγκλημά του αλλά δεν φαίνεται και να ωφελήθηκε από αυτό -ασχολήθηκε με επιχειρήσεις, είχε φορτηγά και τα εκμίσθωνε. Βρίσκω στη Βικιπαίδεια ότι το 1978 δήλωσε «…εγώ ήμουν εντελώς ξένος στην Πρέβεζα. Δεν ήξερα κανέναν. Διαταγές του ΕΔΕΣ εκτελούσα και των Βρετανών. Αναγνωρίζω πόσο τραγική είναι η εκτέλεση στην Παργινόσκαλα»

Δεν έχω ούτε σκοπό ούτε τις δυνατότητες να γράψω μια πλήρη μελέτη για το τραγικό αυτό επεισόδιο και ούτε θέλω να φορτώσω όλες τις ευθύνες στη μια πλευρά. Υπάρχει στο Διαδίκτυο αρκετή βιβλιογραφία για το θέμα, ας πούμε το άρθρο της Βικιπαίδειας έχει αρκετές λεπτομέρειες και σας παραπέμπω σε αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 152 Σχόλια »

Αυτό που μας φέρνει δάκρυα στα μάτια

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2014

600px-Mixed_onionsΔεν εννοώ βέβαια τη συγκινητική στιγμή μιας ταινίας ή ένα τραγούδι που το έχουμε συνδέσει με ωραίες στιγμές της ζωής μας, κυριολεκτώ, άλλωστε θα σας προϊδέασε η εικόνα. Το άρθρο, που δεν είναι το πρώτο που αφιερώνω στα φαγώσιμα, αφορά το κρεμμύδι -και το κρεμμύδι, το ξερό, πράγματι φέρνει δάκρυα σε όποιον το καθαρίζει και το κόβει.

Το κρεμμύδι φέρνει δάκρυα, επειδή περιέχει αιθέρια έλαια που όταν το ψιλοκόβεις απελευθερώνονται και ερεθίζουν τα μάτια. Στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, σε ένα σημείο όπου ο χορός των γερόντων κάνει κόντρα με τον χορό των γυναικών, ο γέροντας λέει: Βούλομαί σε γραυ κύσαι, παναπεί θέλω να σε φιλήσω, και απαντάει η γυναίκα: Κρομμύων τ’ άρ’ ου σε δει, παναπεί: άρα, δεν θα χρειαστείς κρεμμύδια -εννοώντας ότι θα τον δείρει τόσο που να κλάψει χωρίς να έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει κρεμμύδι για τούτο· ή, στη μετάφραση του Πολ. Δημητρακόπουλου, «Αλλ΄ανάγκη πια δε θάχεις από κρομμυδιού κομμάτια, να σου κλάψουνε τα μάτια».

Το κρεμμύδι βρίσκεται από πολύ παλιά στα μέρη μας -είναι από εκείνα τα λαχανικά που τα μνημονεύει ο Όμηρος -και μάλιστα στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Λ, διαβάζουμε ότι πρόσφεραν κρεμμύδι σαν μεζέ για το κρασί (κρόμυον ποτῷ ὄψον), κάτι που σήμερα δεν νομίζω να συνηθίζεται, όσο κι αν το κρεμμύδι, μαζί με ψωμί, ελιές και τυρί ήταν συστατικό στοιχείο στο λαϊκό κολατσιό μέχρι πρόσφατα. Σίγουρα πάντως οι αρχαίοι έτρωγαν πολύ κρεμμύδι. Στο βιβλίο «Η γλώσσα της γεύσης» της Μ. Καβρουλάκη βρίσκω ότι ο Ηρόδοτος λέει ότι οι αθλητές έτρωγαν ένα κρεμμύδι το πρωί κι ένα το βράδυ -το κακό όμως είναι ότι δεν το βρίσκω πουθενά στον ίδιο τον Ηρόδοτο, οπότε η πληροφορία πρέπει φοβάμαι να θεωρηθεί «απόφευγμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ποίηση, Στρατός, Συγκριτικά γλωσσικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Ο κονοφάγος δεν τρώει κώνους

Posted by sarant στο 7 Νοέμβριος, 2012

Προχτές, καθώς περπατούσα στο κέντρο της Αθήνας, έπεσε το βλέμμα μου πάνω σε μια επιγραφή όπου υπήρχε το όνομα ΚΩΝΟΦΑΓΟΣ, γραμμένο έτσι, με ωμέγα. Μια και η ελληνική γλώσσα έχει πρωτογένεια, όπως λέει το Λερναίο κείμενο, ενώ οι άλλες είναι απλές οδοντόκρεμες, συμπεραίνουμε ότι κωνοφάγος είναι αυτός που τρώει κώνους, και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τι είδους φαγώσιμοι κώνοι μπορεί να είναι αυτοί -να είναι τάχα καλαμπόκι; Ή μήπως πρόκειται για κουκουνάρες; Ούτε καλαμπόκι, ούτε κουκουνάρες -ούτε καν κώνοι υπάρχουν, διότι ο Κονοφάγος γράφεται με όμικρον και ετυμολογείται πειστικά, όσο κι αν η προέλευσή του δεν φαίνεται με την πρώτη.

Να βάλουμε κι ένα πρόχειρο κουίζ, που την απάντησή του θα τη δώσω ύστερα από μερικές αράδες: τι τρώει ο κονοφάγος; Δηλαδή, ποιο είναι το πρώτο συνθετικό του επιθέτου;

Για να κάνουμε μια παρένθεση, ενώ θα σκέφτεστε την απάντηση στο κουίζ, ο Κωνσταντίνος Κονοφάγος ήταν πρύτανης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 και κράτησε θαρραλέα στάση απέναντι στη δικτατορία, υπερασπιζόμενος το άσυλο. Μετά τη μεταπολίτευση, βγήκε βουλευτής της ΝΔ στην πατρίδα του, την Πρέβεζα, και ανέλαβε υπουργός Βιομηχανίας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Δίδασκε Μεταλλογνωσία, και θυμάμαι ότι στην εποχή μου, περί το 1980, τα εργαστήριά του ήταν τα μοναδικά της σχολής Χημικών Μηχανικών που είχαν μεταφερθεί στου Ζωγράφου, και τα είχαμε πάρει από φόβο· συνηθισμένοι καθώς ήμασταν στο παλιό κτίριο του Πολυτεχνείου, τα κατσάβραχα του Ζωγράφου μας φαίνονταν σαν Φαρ Ουέστ -ή, έστω, σαν Άπω Ανατολή για να είμαστε και γεωγραφικά ακριβείς. Αλλά παρασύρθηκα με τις αναμνήσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , | 166 Σχόλια »

Δίπλα στην Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2011

Την Κυριακή βάζω συνήθως θέμα λογοτεχνικό, έτσι και σήμερα λοιπόν· το σημερινό θέμα είναι μικροφιλολογικό και το έχω δανειστεί από το βιβλίο του κύπριου λογίου Σάββα Παύλου «Μικροφιλολογικά και άλλα». Εγώ πρόσθεσα κάποιο υλικό και σχόλια, αλλά η βασική ιδέα είναι του Σ. Παύλου. Να πω ότι ο Σ.Π. είναι από τα ιδρυτικά μέλη και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του πολύ καλού κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, στο οποίο έχω δημοσιεύσει μερικά… μικροφιλολογικά.

Η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977), ποιήτρια και πεζογράφος, γεννήθηκε στην Πρέβεζα και μεγάλωσε στη Λευκάδα και στην Αθήνα. Από μια αδικία της φιλολογικής ιστορίας, έχει μείνει κυρίως γνωστή όχι από το έργο της αλλά από έναν στίχο του Καρυωτάκη, ο οποίος, στο ποίημα «Σταδιοδρομία» φαντάζεται τ’ όνομά του να φιγουράρει τυπωμένο πλάι στο όνομα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου:

Tη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Oι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Kλεαρέτη Δίπλα-Mαλάμου»
και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου.

(…)

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη, τα Ελεγεία και σάτιρες, προδημοσιεύτηκε όμως λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου, στην εφημερίδα Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, μια βραχύβια αλλά ποιοτική κυριακάτικη εφημερίδα (σαν περιοδικό) που έβγαινε το 1927 από τον οργανισμό Λαμπράκη. Είχε εκλεκτή φιλολογική ύλη με συνεργασίες των γνωστότερων Ελλήνων λογοτεχνών της εποχής. Εκεί λοιπόν, στις 20 Νοεμβρίου 1927, ο Καρυωτάκης δημοσίευσε δύο ποιήματά της μελλοντικής του συλλογής, αναγγέλλοντας ταυτόχρονα την έκδοσή της. Κατά σύμπτωση, και τα δυο ποιήματα ήταν σαρκαστικά προς δύο ομοτέχνους του: τον Μιλτιάδη Μαλακάση το δεύτερο, την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου το πρώτο.

Όπως παρατηρεί και ο Παύλου, ο σαρκασμός προς τον Μαλακάση είναι δηκτικότερος, προς την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου πιο ήπιος. Από την άλλη, ο Καρυωτάκης κρίνει σκόπιμο να βάλει απολογητική υποσημείωση στην οποία διευκρινίζει: «Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο«. Για την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, καμιά υποσημείωση, καμιά αναγνώριση στο έργο της. Να σημειώσω εδώ ότι η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου ήταν επίσης συνεργάτρια της Κυριακής. Τον Ιούλιο του 1927 είχε δημοσιεύσει ένα δικό της διήγημα, ενώ στο προηγούμενο τεύχος από τη δημοσίευση του Καρυωτάκη υπήρχε ένα διήγημα του Ταγκόρ σε δική της μετάφραση. Ο Μαλακάσης, βέβαια, ήταν γενικά αναγνωρισμένος ποιητής, τιμημένος με αριστεία, κόντευε τα εξήντα.

Ο Μαλακάσης πάντως, παρά τη διευκρίνιση, πληγώθηκε από το ποίημα. Ο Καρυωτάκης ίσως να μετάνιωσε· δεν αρκέστηκε στην υποσημείωση, αλλά δυο μέρες μετά τη δημοσίευση έστειλε μια σύντομη επιστολή στον Μαλακάση, όπου χαρακτήρισε «μια τρέλα» το ποίημά του, τρέλα στην οποία τον παρέσυραν «κυρίως οι δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας»

Τα ίδια του τα είπε και διά ζώσης σε μια συνάντησή τους τον Μάη του 1928. Στις αναμνήσεις κάποιου άλλου λογίου [αυτό το προσθέτω εγώ, αλλά δεν θυμάμαι περισσότερες λεπτομέρειες] διάβασα ότι όταν επισκέφτηκε, γύρω στο 1940, τον γηραιό πια Μαλακάση, εκείνος έσπευσε με πρώτη ευκαιρία να του δείξει την επιστολή του Καρυωτάκη και να τον πληροφορήσει ότι ο Καρυωτάκης είχε μετανιώσει για την «τρέλα» του.

Δίνω τον λόγο στον Σάββα Παύλου:

Πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας την πίκρα της ευγενούς δέσποινας, ποιήτριας και πεζογράφου Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου από την Πρέβεζα, όταν την γνωρίζανε σε κάποιον και παρατηρούσε κάποτε το σπίθισμα, λίγο πειρακτικό, στη ματιά του, σημάδι πως ήξερε, θυμήθηκε και, μόλις ακούστηκε το όνομα της, ο στίχος «και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομα μου» ταίριαξε αμέσως στο μυαλό του.

Πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας τη μοναξιά της ευγενούς δέσποινας, ποιήτριας και πεζογράφου Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977), όταν συνειδητοποίησε (αλήθεια, πότε; στη δεκαετία του ’50, του ’70 ή απ’ τα χρόνια του ’30;) πως η αναγγελία του θανάτου της στις εφημερίδες (γι’  αυτό, λοιπόν, όλο και ανέβαλλε;) θα προκαλούσε το ερώτημα στους πολλούς: «Ποια είναι (ή, μάλλον, ήταν) αυτή;», και οι επαΐοντες θα έσπευδαν, περιχαρείς για την απόδειξη των γνώσεων τους, να πληροφορήσουν πως «είν’ αυτή που…» αναφέροντας απλώς τους δύο (ευκολομνημόνευτους, άλλωστε) στίχους του Κώστα Καρυωτάκη.

Όμως, κάποτε η μοίρα παίζει σκληρά παιγνίδια. Πέντε μήνες μετά τη δημοσίευση της «Σταδιοδρομίας», ο Καρυωτάκης μετατίθεται στην Πρέβεζα, τη γενέτειρα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου, εκεί όπου στις 21 Ιουλίου θα ρίξει τον εκκωφαντικό πυροβολισμό του. Δικαιοσύνη, θα έλεγε κάποιος φίλος σεφερικός.

Όμως, πανεπιστημιακοί και άλλοι διοργανώνουν συνέδρια στην Πρέβεζα για τον Καρυωτάκη, ο δήμαρχος και οι αρχές τούς δεξιώνονται, η πόλη τιμά όχι την ποιήτρια που ανέθρεψε, αλλά τον ποιητή που σκότωσε.

Μένω πεισματικός και πάλιν. Η Λευκωσία σβήνει τα φώτα της σιγά σιγά. Αρχίζω κι απόψε να τακτοποιώ τη συντροφιά -ως-το-πρωί, να καλώ φίλους που ανωφέλετα κατέληξαν, την Κλεαρέτη χωρίς γενέτειρα, τα τραγούδια που άδοξα κατέπεσαν.

Και, κάποτε, κάποιος θα βρει αυτό το χαρτί, θ’ αναλογιστεί ποιος τό ‘γραψε: Ποιος; Χαμένος κι αυτός για τα χαμένα.

Εγώ μια σχολαστική διόρθωση έχω μόνο να κάνω, ή μάλλον μια σχολαστική συμπλήρωση: ίσως η Πρέβεζα δεν τίμησε την ποιήτρια που γέννησε, την τίμησε όμως η Λευκάδα που την ανέθρεψε. Στο Μποσκέτο, το πάρκο κοντά στο λιμάνι, θα βρείτε την προτομή της ανάμεσα σε άλλες προτομές λευκαδιτών λογοτεχνών, μοναδική γυναικεία παρουσία πλάι στον Βαλαωρίτη, τον Σικελιανό, και τον Λευκάδιο Χερν, τον λευκαδίτη που έγινε εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας με τ’ όνομα Γιακούμο Κοϊζούμι.

Μερικά ποιήματα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου έχω στην παλιά μου σελίδα (εδώ το γράμμα Δ, ψάξτε με αλφαβητική σειρά στη σελίδα).

Να προσθέσω ένα ακόμα, δημοσιευμένο στον Νουμά το 1914:

Πνέμα του ολέθρου πέρασε, συντρόφι του πολέμου
και ρήμαξε τον τόπο.
Με τη γοργάδα επέρασε του κεραυνού.
Και του τρανού του ανασασμού η παγωνιά η χαλάστρα,
θανάτου αφήκε μούδιασμα στη γύρω πλατωσιά.

Στ’ αποκαΐδια των σπιτιών και στους σωρούς τη στάχτη
παραπονιάρικοι καημοί πνιχτά μοιρολογάνε.
Των πατημένων χωραφιών τα νιοβγαλμένα φύτρα,
βραχνάς τα δέρνει ασήκωτος, το φονικό ποδάρι.
Σωροί-σωροί τα πτώματα κι η ματωμένη λάσπη…
Στο κρύο και στην ερημιά, σα φίδι η ανατριχίλα
σιωπηλά γλιστράει.
Κι ένα κεφάλι απόμερα, μ’ ολάνοιχτα τα μάτια
κοιτάζοντας ψηλά,
έτσι βουβό κι ασάλευτο, λες πως αναθυμιέται
του ρημαγμένου σπιτικού την πονοπνίχτρα γλύκα,
στο τζάκι τη φωτιά….

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 93 Σχόλια »