Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος’

Το Πάσχα του 1967 (φουτουριστικόν διήγημα)

Posted by sarant στο 6 Απρίλιος, 2018

Παράξενος ακούγεται ο τίτλος του σημερινού άρθρου: το Πάσχα του 1967 συνέβη πριν από πολλά χρόνια, 51 για την ακρίβεια -άλλοι από εμάς ήμασταν παιδιά τότε, άλλοι αγέννητοι, άλλοι έφηβοι ή νέοι. Πώς μπορούμε να λέμε για φουτουριστικό διήγημα; Το κλειδί ίσως το δίνει η ίδια η λέξη, φουτουριστικόΝ: αυτό το τελικό Ν, αφού δεν είναι σε τίτλο μεζεδοπωλείου, μας υποβάλλει την ιδέα ότι το κείμενο που θα δουμε γράφτηκε πριν από ακόμα περισσότερα χρόνια, σε μια εποχή που το 1967 ήταν μακρινό μέλλον.

Και έτσι είναι -θα δούμε ένα χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος στις 3 Απριλίου 1917. Ο συγγραφέας του, ο γνωστος δημοσιογράφος Τίμος Σταθόπουλος, φαντάζεται πώς θα είναι το Πάσχα σε πενήντα χρόνια από τότε, το 1967.

Δεν πρόκειται για εμπεριστατωμένη μελλοντολογική μελέτη, μάλλον για ένα χρονογράφημα γραμμένο για να περάσει η ώρα και να κλεισει η στήλη. Το πρόσεξα καθώς φυλλομετρούσα παλιές εφημερίδες για να βρω κάτι άλλο, επειδή πάντοτε μου τραβάνε την προσοχή οι προσπάθειες να προβλεφθεί το μέλλον, είτε σοβαρές είτε επιπόλαιες. Καλύτερα θα ηταν να το εχω βρει πέρυσι, που είχαμε στρογγυλή απόσταση 100 χρόνων από το 1917 και 50 χρόνων από το 1967, αλλά το βρήκα τώρα και δεν θέλω να το κρατήσω έως το Πάσχα του 2067 διοτι έχω προγραμματίσει κάτι άλλο για τότε.

Δυο λόγια για τον συγγραφέα. Ο Τίμος Σταθόπουλος γεννηθηκε στην Καλαμάτα το 1874 και κατά περιόδους διετέλεσε αρχισυντάκτης στην Πατρίδα και στην Ακρόπολι. Κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος, κατά περιόδους, στο Νέον Άστυ και στο Έθνος. Συνήθως υπέγραφε ΤΙΜ.ΣΤΑΘ., όπως και σε αυτό το χρονογράφημα. Πέθανε το 1923.

Το κείμενο γράφεται Απριλιο του 1917, ενώ μαίνεται ο μεγαλος ευρωπαϊκός πόλεμος που αργότερα ονομάστηκε «1ος Παγκόσμιος» και που εδω ο Σταθόπουλος τον προβλέπει τριακονταετή. Η Ελλάδα είναι κομμένη στα δύο, το κράτος των Αθηνών με τον βασιλιά και της Θεσσαλονίκης με τον Βενιζέλο. Σε λίγους μήνες, οι γαλλικές λόγχες θα διώξουν τον Κωνσταντίνο και θα φέρουν την επανένωση.

Το πραγματικο Πάσχα του 1967, φυσικά, ήταν πένθιμο για τη χωρα μας, αφού έπεσε στις 30 Απριλίου, εννιά μέρες από την απριλιανή δικτατορία -Πάσχα χωρίς Ανάσταση.

Μονοτονίζω αλλά, κατ’ εξαίρεση ίσως, διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

ΤΟ ΠΑΣΧΑ TOY 1967

(Φουτουριστικόν διήγημα)

Το μεσημέρι της 2ας Απριλίου του έτους 1967, ημέρας του Πάσχα, η πατριαρχική οι­κογένεια του γέρο-Δημήτρη εκάθισε στο τραπέζι, σκεπασμένο από Πασχαλινά τρόφιμα της εποχής. Το τραπέζι ήτο σκεπασμένο με πιατέλες γεμάτες πορτοκάλια, ελιές, μαρούλια, ξεφλουδισμένα κουκιά, σύκα ξερά, καρύδια, μύγδαλα, φουντούκια, σταφίδες και άλλα διάφορα εκλεκτά προϊόντα της γης. Ο παππούς έκαμε το σταυρό του και είπε :

—     Εμπρός, παιδιά. Χριστός Ανέστη…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Μελλοντολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ» (άρθρο του Γιάννη Πατίλη, 1992)

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2018

Θα συνεχίσουμε και σήμερα με το μακεδονικό (και όχι «το σκοπιανό», ανεξάρτητα από το όνομα της γειτονικής χώρας: διότι για τη Μακεδονία γίνεται λόγος), κι ας υπάρχει επικάλυψη με προηγούμενα σχετικά άρθρα μας.

Ο φίλος ποιητής Γιάννης Πατίλης (που πριν από λιγο καιρό είχαμε φιλοξενήσει ένα άρθρο του για την εκπαίδευση) μού έστειλε άρθρο του δημοσιευμένο το 1992 στην εφημερίδα «Εποχή». Καθώς το 1992 δεν είναι πια και τόσο μακρινό ύστερα από το ακροδεξιάς κοπής συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, δημοσιεύω το άρθρο αυτό σήμερα -στην αρχή προβληματίστηκα μήπως το βάλω την Κυριακή διότι έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον, αλλά τελικά έκρινα ότι ταιριάζει περισσότερο εδώ.

Φιλολογικό ενδιαφέρον έχει επειδή πραγματεύεται ένα θέμα που ήταν βέβαια λιγότερο γνωστό το 1992 απ’ ό,τι είναι σήμερα, την περίφημη φράση «Μοναχά Μακεντόν ορτοντόξ» στο κεφάλαιο «Ζάβαλη Μάικω» της Ζωής εν τάφω του Μυριβήλη, μια φράση που την αφαίρεσε ο Μυριβήλης από μεταγενέστερες εκδόσεις του έργου του. Κατά σύμπτωση, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβανεται και σήμερα στα σχολικά βιβλία, αλλά έχει αφαιρεθεί και η προηγούμενη φράση, που λέει ότι οι χωριάτες της περιοχής του Μοναστηριού δεν θέλουν να είναι μήτε Μπουλγκάρ, μήτε Σρρπ, μήτε Γκρρτς.

Ένα μόνο πράγμα να προσθέσω πριν παραθέσω το άρθρο του Γιάννη Πατίλη. Η περιοχή του Μοναστηριού ανήκε, πριν από τον πόλεμο, στη Σερβία. Μόλις μπήκε η Βουλγαρία στον πόλεμο με τη μεριά των Κεντρικών Δυνάμεων, η Σερβία δεν μπορούσε να αντέξει τις διμέτωπες συγκρούσεις (αφού δεχόταν ήδη τις αυστριακές επιθέσεις από βορρά) και κατέρρευσε. Η Βουλγαρία προσάρτησε τα εδάφη αυτά και, θεωρώντας τους κατοίκους για Βουλγάρους, έντυσε στο χακί τους νέους στρατεύσιμης ηλικίας. Τα υπολείμματα του σέρβικου στρατού πέρασαν διά χιόνος και σιδήρου την Αλβανία και διαπεραιώθηκαν στην Κέρκυρα κι αφού ανασυγκροτήθηκαν και περιέθαλψαν τους τραυματίες τους οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, που ήταν πια υπό τον έλεγχο της Αντάντ, και επιτέθηκαν κατά των βουλγαρικών θέσεων απελευθερώνοντας κάποια εδάφη. Έτσι, το χωριό της Άντσως είχε πια ξαναπεράσει στον έλεγχο της Σερβίας και της Αντάντ, αλλά οι νέοι της περιοχής είχαν στρατολογηθεί από τους Βουλγάρους και πολεμούσαν (ίσως όχι με τη θέλησή τους) από την άλλη πλευρά των χαρακωμάτων.

(Και μια σχολαστική επισήμανση: Προς το τέλος υπάρχει ένα παράθεμα από τον Τσαρούχη, όπου χρησιμοποιείται ο τύπος «έχει παράγει», που δεν είναι σωστος -ή έχει παραγάγει στα αμαληκιτικά, ή έχει παράξει λέμε. Δεν ξέρω αν είναι λάθος του Τσαρούχη -δεν έχω το βιβλίο αυτο- ή της εφημερίδας, οπότε περιορίστηκα να βάλω ένα sic).

 

Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»
(Πρώτη δημοσίευση, Εποχή 4 Μαΐου 1992)

Πλάνη δεύτερη: «Σλαβομακεδόνες» και «Σλαβομακεδονική Γλώσσα». Οι όροι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με κάποια εθνότητα. Χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα για να θεμελιωθεί ο ισχυρισμός των Σκοπιανών ότι οι ίδιοι δεν είναι ούτε Έλληνες, ούτε Σέρβοι, ούτε Βούλγαροι…

Ν. Μάρτης (εφ. Το Βήμα, 22/3/92).

Μια απροσδόκητη μαρτυρία για το «μακεδονικό» φέρνει στην επιφάνεια αυτών των ταραγμένων ημε­ρών η ανατύπωση της Α’ έκδοσης της Ζωής εν τάφω του Στρατή Μυριβήλη από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» (Α­θήνα, 1991). Όπως μας πληροφορεί το Σημείωμα του Εκδότη στην πρόσφατη ανατύπωση: «Ο Μυριβήλης ξεκινά το σχεδίασμα της Ζωής εν τάφω στα χα­ρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέ­μου, στο Μοναστήρι της Σερβίας. Ένα κεφάλαιο αυτής της σχεδιαζόμενης πρώτης έκδοσης δημοσιεύεται το 1917 στην εφημερίδα Νέα Ελλάδα της Θεσσαλονίκης. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το κείμενο της πρώτης έκ­δοσης δημοσιεύεται σε συνέχεια στην εφημερίδα Καμπάνα (…) που εκδίδει ο ίδιος ο Μυριβήλης στη Μυτιλήνη από τις 27 Μαρτίου 1923», ενώ το κείμενο «αυτής της Α’ έκδοσης κυκλοφορεί υπό μορφήν βιβλίου για πρώτη φορά στη Μυτιλήνη την 1η Απριλίου 1924, από την «Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη της Καμπάνας»(…).»

Εξαιρετικό εθνολογικό ενδιαφέρον για το περιεχόμενο της συνείδησης των ντόπιων κατοίκων της περιοχής Μονα­στηριού παρουσιάζει η σελίδα που ανα­δημοσιεύουμε παρακάτω. Ο πλασμα­τικός αφηγητής, που απηχεί ωστόσο προσωπικές εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα από τη συμμετοχή του στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Α’ Παγκ. Πολέμου στο μακεδονικό μέτω­πο, βρίσκεται υπό ανάρρωση φιλοξε­νούμενος σε αγροτόσπιτο της περιοχής Μοναστηριού παραμονές της μεγάλης μάχης του Σκρα (Μάιος 1918). Στο σπί­τι αυτό ο ταλαιπωρημένος στρατιώτης βρίσκει για λίγες μέρες οικογενειακή γαλήνη και στοργή, ιδιαίτερα στο πρό­σωπο της σπιτονοικοκυράς του, της Άντσως. Με αφορμή την περιγραφή του ιδιαίτερου χαρακτήρα της γυναίκας αυ­τής ο αφηγητής θα κάνει μια μικρή πα­ρέκβαση προκειμένου να μιλήσει γενι­κότερα για τον ψυχικό και ιδεολογικό κόσμο των κατοίκων της περιοχής:

Να τώρα κι ο ακριβός θησαυρός που ξεσκάλιξα μες στη χωριάτικη τη «βάρ­βαρη» αυτή ψυχή, που ’ναι αμόλευτη και παρθενικιά σαν τ’ απάτητο χιόνι μιας βουνοκορφής. Η Αντσω έχει δυο γιους στρατιώτες. Κι οι στρατιώτες αυ­τοί είναι μες στους οχτρούς που βρί­σκονται αντίκρυ μας στα χαρακώμα­τα του Περιστεριού. Αυτοί εδώ οι χω­ριάτες, που τη γλώσσα τους την κατα­λαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώ­τους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους πε­ραστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθοδόξου Πα­τριάρχη της Πόλης». Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παρά­ξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χρι­στιανικό κόσμο. Έπειτα οι τάφοι των παλιώ τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα που ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησια­στικά βιβλία των εκκλησιώ τους. Ω­στόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ».

Το απόσπασμα αυτό, σε αρκετά πα­ραλλαγμένη μορφή (ο Μυριβήλης τρο­ποποιούσε συνεχώς το κείμενο της Ζω­ής εν τάφω στις αλλεπάλληλες εκδό­σεις του), είχαμε χρησιμοποιήσει —όπως το είχαμε βρει στη δέκατη τρίτη έκδοση από την «Εστία», το 1956— σε παλιό τεύχος του Πλανόδιου (αρ. 10, Ιούλιος 1989), προκειμένου να ψέξου­με μια «εθνοκεντρικής» εμπνεύσεως λογοκριτική χρήση του σε σχολικό βι­βλίο που κυκλοφορεί. Οι συντάκτες του σχολικού ανθολογίου είχαν περικόψει, μεταξύ άλλων, την φράση «Μολαταύ­τα δε θέλουν να ’ναι μήτε Μπουλγκάρ μήτε Σρρπ μήτε Γκρρτς». Τώρα, με την ανατύπωση της Α’ έκδοσης από την «Εστία», διαπιστώνουμε με έκπληξή μας πως το κείμενο λογόκρινε κι ο ί­διος ο Μυριβήλης! Η τόσο εύγλωττη φρασούλα Μοναχά «Μακεντόν ορτον­τόξ» δεν υπάρχει πουθενά στην έκδο­ση του ’56. (Θα άξιζε τον κόπο μια μι­κρή έρευνα προκειμένου να διαπιστω­θεί σε ποια έκδοση την αφαιρεί ο κα­τόπιν υπερεθνικιστής συγγραφέας. Μή­πως μετά την υιοθέτηση από το Κ.Κ.Ε. των περί του «μακεδονικού» βουλγα­ρικής εμπνεύσεως θέσεων της Γ’ Διε­θνούς;…).

Δεξιά η πρώτη έκδοση του 1924, αριστερά η «οριστική» του 1956.

Η παραπάνω μαρτυρία της Α’ έκδο­σης είναι σημαντική (ως μαρτυρία εν­δεικτική, βέβαια, και όχι ως γενικό συμπέρασμα και «οριστική» αλήθεια για την εθνολογική σύνθεση της περιο­χής) για τους εξής ευνόητους λόγους: Πρώτον διότι είναι αρκετά παλιά, πριν ακόμη διαμορφωθούν στα Βαλκά­νια οι κρατικές οντότητες όπως τις γνωρίσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, Δεύτερον διότι αποτελεί αν­τίληψη ενός απαίδευτου αγροτικού λαϊ­κού στοιχείου και όχι κάποιων καλ­λιεργημένων τάξεων, και Τρίτον διότι ο χρόνος στον οποίον ανατρέχει, Άνοιξη του 1918, είναι τελείως ανύπο­πτος ως προς τη σημερινή πτυχή του «μακεδονικού» ζητήματος (σλαβομακεδονική εθνότητα κ.λπ.): όχι μόνον διότι δεν υπήρχε τότε ως οντότητα η ο­μόσπονδη σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας του Τίτο, ούτε καν εί­χε δημιουργηθεί το πρόπλασμα της χθε­σινής —πλέον— Γιουγκοσλαβίας, το Βασίλειο, δηλαδή, των Σέρβων Κροατών και Σλοβένων, το οποίο ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1918, αλλά πρωτίστως διότι οι μόνοι δρώντες εθνικισμοί την εποχή εκείνη στη Μακεδονία ήταν ο σέρβικός, ο βουλγαρικός κι ο ελληνικός, το δε «μακεδονικό», όπως το γνωρίσαμε από την ιστορία μας, υπήρ­ξε το πεδίο μιας ακραίας αιματηρής αντιπαλότητας ανάμεσα στους δύο τε­λευταίους.

Ας δούμε, λοιπόν, από πιο κοντά, τι λέει η μαρτυρία μας:

  1. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν δι­κή τους γλώσσα («τη γλώσσα τους») την οποία ωστόσο καταλαβαίνουν «πε­ρίφημα» και οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι. (Είναι προφανής η σλαβική βάση του ιδιώματος και ο μικτός του χαρα­κτήρας, δεν πρόκειται ωστόσο ούτε για «βουλγάρικα» ούτε για «σέρβικα», αλ­λιώς ο αφηγητής θα το δήλωνε και δεν θα χρησιμοποιούσε την έκφραση: «τη γλώσσα τους»).
  2. Οι Βούλγαροι τους στρατολόγη­σαν βίαια (διότι για λόγους προφανείς τους θεωρούν ομοεθνείς τους), αυτό δε αποτελεί αιτία μίσους των κατοίκων της περιοχής προς τους Βουλγάρους.
  3. Οι Σέρβοι τους κακομεταχειρίζον­ται επειδή τους θεωρούν Βουλγάρους, και αυτό αποτελεί μια πρόσθετη αιτία μίσους προς τους Σέρβους αυτή τη φο­ρά.
  4. Βλέπουν συμπαθητικά τους Έλλη­νες ως ομοδόξους, και φυσικά επειδή δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη κάποιος αν­τίπαλος προς το εθνικό τους αίσθημα ελληνικός εθνικισμός. (Δεν είχε ακό­μη γεννηθεί ο κ. Μάρτης για να τους παραχωρήσει με κυνική ευκολία στη βουλγάρικη προπαγάνδα: «είναι ύπο­πτος ο όψιμος ισχυρισμός του κ. Γκλιγκόρωφ ότι είναι Σλάβοι, ενώ πρόκειται περί Βουλγάρων…», βλ. εφ. Το Βήμα, οπ.π.).
  5. Έχουν σαφέστατη εθνική συνείδη­ση την οποία —ως να διέβλεπαν την α­θλιότητα του μέλλοντος— διατυπώνουν μ’ ένα εμφατικό σχήμα εκ παραλλήλου και αρνητικά και θετικά: Δεν θέλουν να ’ναι μήτε Βούλγαροι («Μπουλγκάρ»), μήτε Σέρβοι («Σρρπ»), μήτε Έλληνες («Γκρρτς»). Το μόνο που θέ­λουν να ’ναι είναι Μακεδόνες ορθόδο­ξοι («Μακεντόν ορτοντόξ»). Κι έχουν σημασία τα εισαγωγικά στο κείμενο γιατί μεταφέρουν αυτολεξεί —στο ιδίω­μά τους— διατυπώσεις. Επίσης, ίσως δεν είναι περιττό να τονίσουμε πως ο προσδιορισμός εδω «Μακεδόνες» έχει σαφέστατα εθνολογικό και όχι γεωγρα­φικό περιεχόμενο.

Μολονότι το παραπάνω κείμενο συνιστά μια μεμονωμένη μαρτυρία και δεν είμαστε ιστορικοί ώ­στε να τη διασταυρώσουμε —όπως θα ’πρεπε— να την αντιπαραβάλουμε και να την ελέγξουμε σ’ όλο το διαχρονικό της —έκτοτε— άξονα προς πλήθος άλλες, εντούτοις δεν παύει ως ίχνος να νεύει προς ένα πραγματικό προηγούμε­νο και να μας υποχρεώνει να είμαστε πιο προσεκτικοί στις κατηγορηματικές διατυπώσεις μας περί μακεδονικής συ­νείδησης -φαντάσματος ή περί ονόματος- «πουκάμισο αδειανό» για κάποιους (όπως ο Μ. Πλωρίτης στο Βήμα της 8/3/92). Ούτε, βέβαια, πι­στεύουμε πως είναι αρκετό ως προη­γούμενο (και παρούσης ακόμη μιας σύγχρονης μακεδονικής συνείδησης στην περιοχή – την ύπαρξη της οποίας δεν έχουμε κανένα λόγο να απορρί­πτουμε a priori) για την ίδρυση ενός Μακεδονικού Κράτους, που όχι μόνο αποσιωπά τη μη μακεδονική, μη ορθό­δοξη συνείδηση των πολυπληθών αλ­βανόφωνων μουσουλμάνων της περιο­χής και μονοπωλεί παγκοσμίως την μακεδονική συνείδηση έναντι των Ελ­λήνων Μακεδόνων (:εμείς δεν θα πού­με πως όλοι οι Μακεδόνες είναι Έλλη­νες επειδή έχουμε τη θεμελιώδη προκα­τάληψη της Εθνολογίας πως το περιε­χόμενο της συνείδησης ενός λαού κα­θορίζεται από εκείνο που πιστεύει ο ί­διος για τον εαυτό του και όχι από αυ­τό που διατείνονται οι άλλοι γι’ αυτόν), αλλά κυρίως γιατί ανοίγει την πόρτα μεγάλων ανατροπών και ξένων επεμ­βάσεων στα Βαλκάνια. Θέλουμε να πούμε, δηλαδή, πως το πρόβλημα υ­πάρχει και είναι πραγματικό, και δεν πρόκειται για κάποια φαντασίωση ενός κάποιου κ. Γκλιγκόρωφ. Πρόβλημα που οφείλει να το λύσει η πολιτική, ι­διαιτέρως η ελληνική, η μακαρίως και ανθελληνικώς επί δεκαετίες υπνώττουσα.

Αλλά η ευαισθησία μας βρίσκεται, και πρέπει να βρίσκεται, και αλλού. Εί­ναι τόσο αγνές οι θέσεις μας και οι πρα­κτικές μας; Οι θέσεις και οι πρακτικές των σοβαρών ελλήνων διανοουμένων αρθρογραφούντων πάνω στο «μακεδο­νικό»; Αυτή η άμωμη σιγουριά τους; Δεν μας λέει τίποτα η απάλειψη των φράσεων που σημειώσαμε παραπάνω από το σχολικό αναγνωστικό; Από ένα βιβλίο μάλιστα —τη Ζωή εν τάφω— που κατέχει ηγεμονική θέση στον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα;… Δεν μας λέει τίποτε η αυτολογοκρισία του Μυριβή­λη;… Ή μήπως συνιστά «επεξεργασία ύφους» η αφαίρεση μιας πραγματολογικής αναφοράς που όταν πρωτοδιατυπωνόταν δεν φαινόταν να την καλύπτει καμιά σκοπιμότητα και δεν επρόκειτο να ξενίσει φυσικά κανένα;

Ή μήπως δεν πρέπει να μας λέει τί­ποτα, η χθεσινή ακόμη στο κύριο άρ­θρο της Καθημερινής (29/3/92) αναφο­ρά: Τα τοπία αλλοιώθηκαν και άλλα­ξαν, τα τοπωνύμια όμως είναι και σή­μερα πανάρχαια και ζωντανά: Η Τίρυνθα, η Κόρινθος, η Επίδαυρος, ο Λυκα­βηττός, ο Υμηττός, η Λέσβος, η Κύ­προς, η Λάρισα, η Δωδώνη, οι Δελφοί, η Αγχίαλος, η Σμύρνη, η Κασσάνδρα, η Αλικαρνασσός, η Θεσσαλονίκη, ο Όλυμπος, το Δίον και χιλιάδες άλλα είναι ονόματα ανέκαθεν ελληνικά… Α­φού και το τελευταίο εγχειρίδιο Ιστο­ρίας της Ελληνικής Γλώσσας, αν ανοί­γανε, θα βλέπανε ότι τα ονόματα, του­λάχιστον, Τίρυνθα, Κόρινθος, Λυκα­βηττός, Υμηττός, Λάρισα δεν ήταν α­νέκαθεν ελληνικά, αλλά προελληνικά… Όπως δεν ήταν ανέκαθεν ελληνικά και τα οίνος, έλαιον, βασιλεύς και θάλασσα1 – κι αυτό ακόμη το ελληνικότατο λουλούδι αρβανίτικο εί­ναι (κι ας «ανθίζουν» καντήλες οι «πάσχοντες από την ανίατον Ελλαδικήν Πατριδουρίαν», όπως έλεγε κι ο Περι­κλής Γιαννόπουλος)… Κι ωστόσο ελληνικότατα όλα αυτά, αφού το βίωμα του χρήστη (κι η «φαντασιακή του θέσμιση» της γλώσσας) είναι αυτό που δίνει ταυτότητα στις λέξεις… Ας τα προσέχουνε αυτά οι γράφοντες για τί τα Τίρυνθα, Κόρινθος, Λυκαβηττός και Λάρισα ίσως δεν είναι άλλο από μι­κρές Μακεδονίες που τις αισθάνθηκαν «ελληνικές» όσοι πραγματικοί άνθρω­ποι που αισθανόντουσαν «Έλληνες» έζησαν τις πραγματικές τους ζωές σ’ αυ­τές.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

«Είναι πιο σύμφωνος με μένα ο ελ­ληνικός πολιτισμός. Άλλοι θα βρί­σκουν πιο ενδιαφέροντες άλλους πολιτισμούς· εξαρτάται από την ιδιοσυγ­κρασία μας. Οι αξιολογήσεις είναι πιο μάταιες και από τα ιδανικά μας. Όλοι οι πολιτισμοί είναι απαραίτητοι σ’ αυ­τούς που τους έχουν. Δεν υπάρχουν πο­λιτισμοί καλοί ή κακοί. Είναι σύμφω­νοι ή όχι με το λαό που τους έχει πα­ράγει [sic]. Το διεθνές κριτήριο του πο­λιτισμού βρίσκει καλούς τους πολιτι­σμούς ή όχι, ανάλογα με τα συμφέροντά του. Η μανία της αξιολογήσεως εί­ναι σκέτη κουταμάρα. Αυτός που λέει ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ανώ­τερος από τον αγγλικό ή το γαλλικό πολιτισμό δεν λέει τίποτα. Ένας πολι­τισμός ταιριάζει στον καθένα ή δεν ται­ριάζει (…)».

(Γιάννης Τσαρούχης από το: Αλέξης Σαββάκης, «Διάλογοι με τον Τσαρούχη», βλ. περ. Το παραμιλητό, αρ. 11, Χειμώνας 1991-92, σελ. 185-186).

Υ Γ. του Συντάκτη: Μήπως θα πρέ­πει να αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε κα­τά πόσον μας ταιριάζει πράγματι ο ελ­ληνικός πολιτισμός που δήθεν υπερα­σπίζουμε;…

1: «Η πρωτοελληνική πρέπει να είχε στενές επαφές με τις άλλες κρητομηκυναϊκές γλώσ­σες, που μερικές δίχως άλλο θα ήταν καλλιεργημένες περισσότερο απ’ αυτήν, πρέπει δε να δανείστηκε απ’ αυτές πλήθος λέξεις. Υπολογίζεται πως τουλάχιστο το 40% του αρχαίου ελληνικού λεξιλογίου είναι ξενικής, δηλαδή μη ελληνικής, προέλευσης. Να με­ρικά παραδείγματα: οίνος, έλαιον, κηρός, πλίνθος, σωλήν, χαλκός, κασσίτερος, μόλυ­βδος, χρυσός, σίδηρος, ξίφος, θάλασσα, κυβερ­νώ, σάκκος, κάπηλος, βασιλεύς, τύραννος, άναξ, βωμός, φόρμιγξ». George Thomson, Η Ελληνική Γλώσσα, Αρχαία και Νέα Εκδοτικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα, 1964, σελ. 76).

 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 476 Σχόλια »

Πισώπλατα χτυπήματα και συντροφικά μαχαιρώματα

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2015

Συζητούσα με μια φίλη, που μου έλεγε ότι η κατάρριψη του ρωσικού Σουχόι από τους Τούρκους ήταν ατύχημα, χαρακτηριστική αντίδραση ανωριμότητας. Της αντέτεινα ότι κατά τη γνώμη μου ήταν προμελετημένη κίνηση, άσχετο αν θεωρώ πιθανό ότι θα αποδειχτεί μπούμεραγκ. Πιθανώς να εννοούσαμε το ίδιο, δεν ξέρω. Πάντως συμφωνήσαμε ότι η βεβήλωση του πτώματος (και όχι βεβαίως της σορού όπως έγραψαν όσοι θεωρούν ταμπού τη λέξη «πτώμα») του πιλότου από τους Τουρκομάνους αντάρτες ήταν κάτι που η Άγκυρα δεν το επιδίωξε και δεν το ήθελε -όχι ότι επηρεάζει σοβαρά τις εξελίξεις αυτή η λεπτομέρεια, αν και ίσως οι χτεσινοί βομβαρδισμοί εναντίον των ίδιων ανταρτών για αντίποινα δεν είναι άσχετοι.

Τη ρωσοτουρκική κρίση θα τη συζητήσουμε στα σχόλια, αν έχετε όρεξη, αλλά επειδή εδώ λεξιλογούμε εγώ θα σταθώ σε μια δήλωση του Ρώσου προέδρου Πούτιν, ο οποίος χαρακτήρισε «πισώπλατο χτύπημα» την ενέργεια των Τούρκων. Αν δεν κάνω λάθος, η έκφραση που χρησιμοποίησε ο Πούτιν ήταν ударом в спину, που θα πει, το λέω με επιφύλαξη, «χτύπημα στην πλάτη». Στις αγγλικές ειδήσεις, χρησιμοποιήθηκε η έκφραση stab in the back, που θα πει «μαχαιριά στην πλάτη».

Και η ελληνική έκφραση και η αγγλική είναι παγιωμένες και μεταφορικές, και θα αποτελέσουν το θέμα του σημερινού άρθρου. Υποθέτω πως και η ρωσική έκφραση είναι παγιωμένη.

Όταν λέμε «πισώπλατο χτύπημα», εννοούμε το ύπουλο, το δόλιο χτύπημα. Ο Πούτιν χρησιμοποίησε την έκφραση αυτή επειδή η Ρωσία και η Τουρκία υποτίθεται ότι μάχονταν έναν κοινό εχθρό, το Νταές (το λέμε και Ισλαμικό Κράτος, αλλά και η ονομασία αυτή ακούγεται πολύ, είναι το ακρώνυμο στα αραβικά). Και εκεί που έχεις το όπλο σου στραμμένο προς τον εχθρό, και προς τα εκεί κοιτάζεις, έρχεται από πίσω ο ύπουλος «φίλος» και σε χτυπάει -με το μαχαίρι, κατά την αγγλική έκφραση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εμφύλιος, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 139 Σχόλια »

Η λάμια και η Μιμή

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2014

GermanmachinegunMG08oneΑυτές τις μέρες συμπληρώνονται εκατό χρόνια από το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, που αργότερα έμελλε να ονομαστεί Παγκόσμιος Πόλεμος και μετά Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Στα τέλη Ιουλίου 1914 άρχισε ο πόλεμος και στις αρχές Αυγούστου, αφού εκπνεύσανε διάφορα τελεσίγραφα, άρχισαν οι εμπόλεμες δυνάμεις, η μια μετά την άλλη, να στέλνουν τους φαντάρους τους στη σφαγή. Για παράδειγμα, σαν σήμερα, ξεκίνησε η πολιορκία της Λιέγης από τα γερμανικά στρατεύματα.

Στον Πρώτο Παγκόσμιο, οι περισσότεροι νεκροί ήταν στρατιώτες -οι απώλειες των αμάχων ήταν μικρότερες. (Στον Δεύτερο Παγκόσμιο, η ζυγαριά του αίματος έγειρε από την άλλη πλάστιγγα, και σε μερικούς σύγχρονους (χρονολογικά) πολέμους οι άμαχοι αποτελούν το 80% των απωλειών). Η Ελλάδα ήταν τυχερή και μπήκε αργά στον πόλεμο, γλίτωσε τις μεγάλες απώλειες και ο Πρώτος Παγκόσμιος δεν έχει χαραχτεί βαθιά στη συλλογική μας μνήμη, σε αντίθεση με τον Δεύτερο.

Ακούω αυτές τις μέρες στο γαλλικό ραδιόφωνο μια εκπομπή που κάνει αναδρομή στον Πρώτο Παγκόσμιο μέσα από φανταρίστικα τραγούδια της εποχής. Στην εκπομπή που άκουσα το περασμένο Σάββατο, έλεγε ότι η γαλλική προπαγάνδα της εποχής προσπαθούσε να παρουσιάσει τον πόλεμο με τους Γερμανούς σαν μια αντιπαράθεση του δίκιου και της ανδρείας (που τα είχαν οι Γάλλοι) με την επιστημονική υπεροχή (των Γερμανών) -οι Μπος ήταν βάρβαροι, βέβαια, αλλά τεχνολογικά εξελιγμένοι, ιδίως στα φονικά τους σύνεργα -και η ενσάρκωση αυτής της σατανικής επιστήμης ήταν η mitrailleuse, το πολυβόλο ή μυδραλιοβόλο, που θέριζε με φονική ευστοχία τους γενναίους Γάλλους καθώς έκαναν τις επιθέσεις τους. Πολυβόλα είχαν και οι Γάλλοι, βέβαια, αλλά τα γερμανικά ήταν πιο εξελιγμένα, πιο φονικά, και πιο οργανωμένα -σαν το MG08, το Maschinengewehr 08 που βλέπουμε στην εικόνα πάνω αριστερά.

Η γαλλική λέξη, mitrailleuse, προέρχεται από τη λ. mitraille, που αρχικά ήταν τα βλήματα των κανονιών, που αποτελούνταν από παλιοσίδερα, καρφιά και θραύσματα μετάλλου. Το mitraille είναι παράλληλος τύπος του mitaille που προέρχεται από τη λ. mite (ολλανδικής αρχής) που σήμαινε ‘κέρμα’. Στα ελληνικά, το μιτρ- παρασυσχετίστηκε με την αρχαία λέξη «μύδρος», που σήμαινε την πυρακτωμένη μάζα, τη λάβα που τινάζεται στην έκρηξη του ηφαιστείου, και στα νεότερα χρόνια χρησιμοποιήθηκε και για τα βλήματα των πυροβόλων όπλων. Μια πολύ λογική παρασυσχέτιση, που μας έδωσε το μυδραλιοβόλο, που εμφανίζεται στη γλώσσα μας, σύμφωνα με την καταγραφή του Κουμανούδη, από το 1888 (από τότε με ένα λ, αν και υπήρχαν και γραφές με δύο λ, μυδραλλιοβόλον). Ίσως με την επιρροή των γαλλικών, η λέξη αρχικά είναι θηλυκού γένους, «η μυδραλιοβόλος», και παίρνει και μεταφορικές σημασίες, έτσι σε χρονογράφημα του 1899 στο Σκριπ διαβάζω ότι «από το βάθος της οδού Ερμού μία μυδραλιοβόλος βάλλει κατά της τσέπης του συζύγου». Γρήγορα όμως το γένος έγινε ουδέτερο, με την επιρροή των άλλων όπλων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 85 Σχόλια »

Μία φωτογραφία, δύο λεζάντες

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2011

Θα μπορούσα να το βάλω και κουίζ, αλλά τελικά αποφάσισα να μην σας ταλαιπωρήσω. Κοιτάξτε όμως τη φωτογραφία αυτή και προσπαθήστε να μαντέψετε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, γιατί έχουν συγκεντρωθεί, πότε περίπου τραβήχτηκε η φωτογραφία. Η σωστή απάντηση -ή ίσως οι σωστές απαντήσεις- δίνονται στη συνέχεια, κάτω από τη φωτογραφία, οπότε μη βιαστείτε να προχωρήσετε αν θέλετε να λύσετε το αίνιγμα.

Ποιοι είναι και γιατί μαζεύτηκαν;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρόσφατη ιστορία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 48 Σχόλια »

Η λέξη που λείπει από ένα ανεπίκαιρο σονέτο

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2011

Κυριακάτικα δεν θα σχολιάσω την επικαιρότητα, αλλά ένα ποίημα που γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια, σχεδόν αιώνα από σήμερα.

Είναι ένα ποίημα του κεφαλονίτη αναρχικού σατιρικού ποιητή Μικέλη Άβλιχου (1844-1917),  που το έγραψε την άνοιξη του 1915, ενώ δηλαδή είχε ξεσπάσει ο μεγάλος πόλεμος που σήμερα ονομάζεται πρώτος παγκόσμιος, κι ενώ τα σχέδια της Αντάντ για επίθεση στα Δαρδανέλια έβαζαν σε δεινή δοκιμασία την ελληνική ουδετερότητα.

Το ποίημα είναι το εξής (δεξιά το έχω σε σημερινή ορθογραφία, αριστερά βλέπετε πώς πρωτοδημοσιεύτηκε):

                                           Η Πόλη

(Το σονέτο ετούτο αν ήθελε έχω το σχετικό και  την ελευθερία, θα το αφιέρωνα εις την Α. Υ. Τ. Χ. Υ. Α. Τ. Κ. Π. Γ.)

Δεν έσωνε η Ελλάδα μας μονή
…………… την Πόλη για να πάρει,
κι αφού την καταφέραμε διπλή
την κράζουν στα Μπουγάζια για φανάρι.

Απάνου κάτου και για ψαρτική
το ιστορικό να ψάλει το τροπάρι,
«τη Υπερμάχω» κι έτσι λάου-λάου εκεί
με την Αντάντ η Αρκούδα να μπουκάρει.

Κατακαημένη Πόλη, τ’ είναι τούτα;
(οπού για σε το Γένος αιώνες τρέμει),
Για ενός Ψευτομεσσία τη μεσιτεία,

και για μπαξίσι λίγη Μικρασία,
βγαίνοντας αφ’ του Τούρκου το Χαρέμι
να γένεις του Χαχόλου Μαντενούτα;

Σχολιάζει έμμετρα από κάτω ο Μολφέτας, ο εκδότης του Ζιζανίου:

Σέβομαι, Μικελάκη μου, τσου στίχους που μου στέρνεις
γιατί τιμή στο φύλλο μου την τέχνη σου μού φέρνεις.
Αλλ’ ενταυτώ και μου χαλάς όλη μου την ουσία,
κοτζάμου Βενιζέλαρο να λες ψευτομεσσία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 56 Σχόλια »

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και οι εγγονοί του Γαριβάλδη

Posted by sarant στο 3 Απρίλιος, 2011

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος (αριθ. 29) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά, που βγαίνει στην Κύπρο. Εδώ κάνω μερικές μικροαλλαγές.

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα αναφερθεί στο «στρατευμενο» σονέτο «Κραυγή» του Λαπαθιώτη, που γράφτηκε το 1916, μια φλογερή συνηγορία υπέρ της Γαλλίας, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά τον Αύγουστο του 1916 και στη συνέχεια σε άλλα περιοδικά, ενώ τυπώθηκε και σε μονόφυλλο και μεταφράστηκε και στα γαλλικά.

Στην αυτοβιογραφία του (Η ζωή μου, επιμ. Γιάννη Παπακώστα, Κέδρος 2009, σ. 219), ο Λαπαθιώτης υπαινίσσεται ότι η Κραυγή δεν ήταν η μοναδική φιλολογική του παρέμβαση υπέρ της Γαλλίας την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου: «…έκανα ό,τι μπορούσα για να κάμω εμφανέστερη αυτή μου τη συμπάθεια: Άρθρα, ποιήματα υμνητικά τού Έθνους που υπερασπιζόμουν, τέθηκαν σ’ ενέργεια, και, φυσικά, τσακώματα –πάντα, ωστόσο, φιλολογικά– με τους αντιφρονούντας».

Στα εκδομένα ποιήματα του Λαπαθιώτη δεν υπάρχει κανένα άλλο που να ταιριάζει με την παραπάνω περιγραφή. Κι όμως, η διατύπωση του Λαπαθιώτη, αν παρθεί τοις μετρητοίς, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έγραψε όχι μόνο άρθρα, αλλά και αρκετά «στρατευμένα» ποιήματα υπέρ της Γαλλίας, ή τουλάχιστον περισσότερα από ένα. Μια αισιόδοξη ερμηνεία θα ήταν ότι υπάρχουν αθησαύριστα ποιήματα του Λαπαθιώτη δημοσιευμένα σε εφημερίδες της εποχής· μια απαισιόδοξη θα ήταν να σκεφτούμε ότι ο ποιητής, γράφοντας 25 χρόνια μετά (διότι η –έως το 1917– αυτοβιογραφία του γράφτηκε το 1940 και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πρδ. Μπουκέτο), διογκώνει άθελά του στις αναμνήσεις του την υπέρ της Γαλλίας συγγραφική του δραστηριότητα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 15 Σχόλια »