Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πυθαγόρας’

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 13 – Ήταν Έλληνας διανοητής ο Πλάτων;

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2018

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά η δημοσίευση μετατεθηκε κατά δυο μερες.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Έχουμε πια περάσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που έχει εργοβιογραφικά σκιαγραφήματα διανοητών. (Θυμίζω πως δεν δημοσιεύω ολόκληρο το βιβλίο αλλά επιλεγμένα κεφάλαια).

Ο σημερινός τίτλος θέτει ένα ερώτημα που, οπως αναγνωρίζει και ο πατέρας μου, μπορει να ακουστεί βλάσφημο. Ας πούμε ότι τον επέλεξα για να τραβήξω την προσοχή, αντί για έναν ουδέτερο τίτλο, οπως «Πλάτων».

Πλάτων. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ανήκε σε επιφανή αριστοκρατική αθηναϊκή οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Αρίστων, ο οποίος καταγόταν από το γένος του Κόδρου, και μητέρα του η Περικτιόνη, η οποία καταγόταν από το γένος του νομοθέτη Σόλωνα. Η Περικτιόνη ήταν αδελφή του Χαρμίδη και ανιψιά του Κριτία, που και οι δύο ανήκαν στους Τριάκοντα Τυράννους. Αδελφοί του Πλάτωνα ήταν ο Αδείμαντος και ο Γλαύκων. Ο ίδιος λεγόταν Αριστοκλής, αλλά αργότερα ονομάστηκε Πλάτων, γιατί είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Γνώρισε τον Σωκράτη σε ηλικία 20 ετών και έμεινε κοντά του μέχρι τον θάνατο του μεγάλου δασκάλου (399 π.Χ.). Ο άδικος θάνατος του Σωκράτη αποτέλεσε το κίνητρο που τον έσπρωξε να καταπολεμήσει τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες της αθηναϊκής δημοκρατίας, και να προτείνει με το έργο Πολιτεία την υποκατάστασή της με άλλο πολίτευμα.

Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη για λίγο καιρό κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στον συμμαθητή του τον Ευκλείδη. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, και για δέκα χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με τον μαθηματικό Θεόδωρο, και τέλος στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τους Πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Μετά πέρασε στη Σικελία. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε τον αδελφό του τον Δίωνα, με τον οποίον συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, και γι’ αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην επιστροφή του πιάστηκε στα ανοιχτά της Αίγινας, μεταφέρθηκε στο νησί και κινδύνεψε να πουληθεί ως δούλος αλλά τον εξαγόρασε ο Κυρηναίος φίλος του, ο Αννίκερις.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα άνοιξε το 387 π.Χ. φιλοσοφική σχολή κοντά στο ιερό του Ακάδημου, που γι’ αυτό ονομάστηκε Ακαδημία. Η σχολή συνέχισε να λειτουργεί και η ακτινοβολία της ήταν μεγάλη ώς τις αρχές του πρώτου αιώνα π. Χ., αλλά κατά το τέλος της ελληνιστικής εποχής είχε μετατραπεί σε Σκεπτική σχολή.

Για δεύτερη φορά ταξίδεψε στην αυλή των Συρακουσών, και με τον φίλο του τον Δίωνα προσπάθησαν να προσηλυτίσουν στις ιδέες τους τον νέο ηγεμόνα Διονύσιο Β΄. Η προσπάθεια απέτυχε και ο Πλάτων γύρισε στην Αθήνα. Για τρίτη φορά πήγε στη Σικελία το 361 π.Χ., με σκοπό να συμφιλιώσει τον Δίωνα με τον Διονύσιο. Και πάλι, όχι μόνο απέτυχε, αλλά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του Πυθαγόρειου Αρχύτα, ενώ ο Δίων δολοφονήθηκε το 353 π.Χ.. Έτσι ο Πλάτων έχασε τον άνθρωπο στον οποίο στήριξε τις ελπίδες του για την επιβολή των πολιτικών του ιδεών. Από τότε και μέχρι τον θάνατό του ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων.

Τα έργα του Πλάτωνος είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. Τίμαιος, Γοργίας, Πρωταγόρας κλπ. Τρεις μόνο διάλογοι, το Συμπόσιο, η Πολιτεία και οι Νόμοι, τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σε όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους κάτω από το πρόσωπο του δασκάλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής. Το σύνολο του πλατωνικού έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους με βάση τη χρονολογική σειρά:

α) Περίοδος νεότητας (400-387 π.Χ.): Απολογία, Κρίτων, Χαρμίδης, Πρωταγόρας, Λάχης, Ευθύφρων, Ιππίας Μείζων, Ιππίας Ελάσσων, Ίων, Λύσις.

β) Περίοδος ωριμότητας (386-367 π.Χ.): Μενέξενος, Κρατύλος, Ευθύδημος, Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης, Φαίδων, Φαίδρος, Πολιτεία, Συμπόσιον, Θεαίτητος.

γ) Περίοδος γήρατος (366-348 π.Χ.): Σοφιστής, Πολιτικός, Φίληβος, Κριτίας, Τίμαιος, Νόμοι, Έβδομη επιστολή.

Η πλατωνική φιλοσοφία είναι δυϊστική, χωρίζοντας τον κόσμο σε μία υλική και μία ιδεατή σφαίρα ύπαρξης. Αυτό γίνεται με την εισαγωγή της θεωρίας των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών, υλικών πραγμάτων, υπερβατικά σχήματα τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Τα αισθητά αντικείμενα τα θεωρεί κατώτερα, υλικά και φθαρτά είδωλα των ιδεών, οι οποίες τα μορφοποιούν. Έτσι π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, ή αντανάκλαση, της άυλης ιδέας «άλογο», η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων (αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες).

Ο Πλάτων λοιπόν αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε αδιάκοπη ροή κατά τον Ηράκλειτο, και τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα τα οποία συντηρούν τη μορφή των υποκείμενων υλικών σωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για ένα δυϊστικό, ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα.

Ο Πλάτων ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του Πυθαγορισμού, δίνοντας μεγάλη σημασία, όπως και ο Πυθαγόρας, στα μαθηματικά, τα οποία έβλεπε ως «παράθυρο» στον κόσμο των ιδεών, αφού ασχολούνται με άυλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο. Κατηγορήθηκε ότι με τη θεωρία των ιδεών αποκάλυπτε «τα μυστικά των Μυστηρίων» στα οποία προφανώς ήταν μυημένος.

Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με τον νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες, και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στον νου λόγω της θείας καταγωγής της ψυχής πριν την ενσάρκωσή της. Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του Αγαθού, από την οποία απέρρεαν όλες οι άλλες.

Στην ψυχή ο Πλάτωνας διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι’ αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείον να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ’ αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από τη σωστή ανάπτυξη των αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία και των τριών τους μαζί.

Επειδή και η πόλη αποτελεί μία αντανάκλαση του ανθρώπου, διακρίνει και σ’ αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία, που κατορθώνεται όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα.

Ο Πλάτων δεν αναφέρει πουθενά στα γραπτά του τον Δημόκριτο ή τους άλλους ατομικούς φιλοσόφους, μολονότι έπρεπε να γνωρίζει καλά την ατομική θεωρία, αφού σε ορισμένους διαλόγους (κυρίως στον Τίμαιο και τους Νόμους) καταπολεμούνται απόψεις οι οποίες ανήκουν στους ατομικούς. Σύμφωνα μάλιστα με μία πληροφορία, ο Πλάτων θέλησε να κάψει όσα βιβλία του Δημόκριτου μπόρεσε να συγκεντρώσει, τον συγκράτησαν όμως την τελευταία στιγμή οι Πυθαγόρειοι Αμύκλας και Κλεινίας, με το επιχείρημα ότι τα βιβλία του Δημόκριτου υπήρχαν ήδη στα χέρια πολλών.

Παρά τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει το πλατωνικό σύστημα από το ατομικό, υπάρχουν σημεία στα οποία οι δύο θεωρίες παραδόξως συγκλίνουν. Έτσι, ο Πλάτων δανείστηκε από τον Δημόκριτο την έννοια της ιδέας, η οποία αποτελεί το κέντρο του πλατωνικού συστήματος. Απλώς απέκοψε την ταύτιση της μορφής με τα υλικά σώματα και την ανύψωσε σε έναν ξεχωριστό και αληθέστερο κατά τη γνώμη του κόσμο. Αλλά και η πλατωνική αντίληψη της μαθηματικής δομής των στοιχείων της φύσης, αποτελεί συνδυασμό της ατομικής θεωρίας και της πυθαγόρειας αριθμολογίας: η έννοια των ατμήτων επιπέδων φαίνεται να αντλεί την έμπνευσή της κατευθείαν από την ατομική έννοια των ατμήτων ελάχιστων μεγεθών. Η επίδραση του Πλάτωνα στην εξέλιξη των φιλοσοφικών θεωριών υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη. Όλοι σχεδόν οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι επηρεάστηκαν από αυτόν, είτε αποδεχόμενοι τις απόψεις του είτε απορρίπτοντάς τες. Ο μαθητής του ο Αριστοτέλης διαμόρφωσε ένα τμήμα του έργου του ως απάντηση στον πλατωνισμό.

Στα τέλη του 5ου αιώνα, μαζί με το τέλος του Χρυσού Αιώνα της Αθήνας, σημειώνεται μια σοβαρή τομή στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Η τομή αυτή λέγεται Σωκράτης. Ο Πλάτων υπήρξε ο διασημότερος μαθητής του, αλλά όπως προανέφερα δεν είμαστε βέβαιοι αν απέδωσε με πιστότητα και ειλικρίνεια τις ιδέες του δασκάλου του. Άλλωστε από τα μέσα του 19ου αιώνα τέθηκε το ερώτημα.

Η επίδραση της σωκρατικής διδασκαλίας, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική φόρτιση, είχαν επηρεάσει τη σκέψη του Πλάτωνα κατά τη συγγραφή των διαλόγων αυτών, όπως είναι εύλογο και όντως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τους ίδιους τους διαλόγους. Είναι εξάλλου γνωστό, και μας επιτρέπει ο ίδιος ο Πλάτων να αντιληφθούμε, ότι ο θάνατος του Σωκράτη ήταν το συγκλονιστικότερο γεγονός της ζωής του έως τότε, ίσως και ολόκληρης της ζωής του ώς το τέλος της. Ένα ανεξιλέωτο έγκλημα των Αθηναίων, για το οποίο ο ίδιος ποτέ δεν τους συγχώρησε, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε στην Έβδομη επιστολή του. Υπό το κράτος αυτών των συναισθημάτων και σε χρόνο περισσότερο από μια δεκαετία γράφει τους δέκα πρώτους διαλόγους, που η έρευνα δέχεται ως «σωκρατικούς». Μετά, όπως είναι φυσικό, απαλλάσσεται από τη συναισθηματική φόρτιση που του προκάλεσε ο θάνατος του Δασκάλου, αλλά και από την επιρροή της σωκρατικής διδασκαλίας.

Ήταν έλληνας διανοητής ο Πλάτων;

Το ερώτημα εκ πρώτης όψεως μοιάζει βλάσφημο. Ο θείος Πλάτων, από τα μεγαλύτερα μυαλά που γέννησε αυτός ο τόπος, και να αμφισβητείται η ελληνικότητα του;

Κατ’ αρχήν βεβαίως κανείς δεν αμφισβήτησε την ελληνικότητά της καταγωγής του. Γόνος παλαιότατης και επιφανέστατης αθηναϊκής οικογένειας, ήταν χωρίς αμφιβολία Έλλην εξ Ελλήνων. Το ερώτημα δεν αναφέρεται στην καταγωγή του αλλά στο περιεχόμενο της φιλοσοφίας του. Θα μπορούσε να μπει διαφορετικά: η πλατωνική φιλοσοφία έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος;

Ας θυμηθούμε τα πέντε χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος:

– Η αγάπη για το ωραίο.
– Το μέτρον.
– Η ευθύτητα και η παρρησία.
– Ο ανθρωπισμός.
– Ο έρως της ελευθερίας.

Χωρίς αμφιβολία το πρώτο χαρακτηρίζει, αν όχι τη φιλοσοφία, οπωσδήποτε όμως το ύφος και την τεχνική του Πλάτωνα. Η πλατωνική καλλιέπεια είναι αναμφισβήτητη. Η υψηλή λογοτεχνική αξία των πλατωνικών κειμένων είναι το μεγαλύτερό τους προσόν. Αλλά και το ωραίο, αυτό καθεαυτό, δεν τον αφήνει ασυγκίνητο. Η περιγραφή του κάλλους του νεαρού Χαρμίδη στον Φαίδρο είναι απαράμιλλη.

Για το μέτρον επίσης, μπορούμε να πούμε πως ο Πλάτων το τηρεί με συνέπεια. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, από το έργο του λείπουν οι υπερβολές και οι περιττολογίες.

Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει πάντα και παντού με την ευθύτητα. Ο Πλάτων, αντίθετα από τους περισσότερους έλληνες φιλοσόφους και ποιητές, δεν είναι ευθύς στα θέματα που εξετάζει. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον έρωτα, όπως τον αντιμετωπίζει στο Συμπόσιο και στον Φαίδρο. Για τον Πλάτωνα η μεγαλύτερη και δυνατότερη συγκίνηση που νιώθει στη ζωή του ο άνθρωπος, ντύνεται με περίπλοκες μυστικιστικές έννοιες. Γίνεται θεία δωρεά που προϋπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή, πριν αυτή φυλακιστεί στο φθαρτό της σώμα. Πόσο διαφορετικά (και πόσο πιο ανθρώπινα) περιγράφει τον έρωτα ο Όμηρος, μιλώντας π.χ. για τον Έκτορα και την Ανδρομάχη, ή ακόμα περισσότερο η Σαπφώ, στα αθάνατα ποιήματά της, υποδείγματα της ελληνικής ευθύτητας.

Όσο για τον ανθρωπισμό, ο Πλάτων απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τις αρχές του ελληνικού πνεύματος. Δυσπιστεί στον άνθρωπο, δεν τον έχει ικανό για μεγάλα έργα. Εκ των προτέρων τον αποκλείει από την κατανόηση της βαθύτερης ουσίας του κόσμου. Είναι δεμένος με την πλάτη στον τοίχο μιας σπηλιάς. κι όσα βλέπει να διαδραματίζονται στον απέναντι τοίχο. είναι οι αντανακλάσεις όσων γίνονται στην πραγματικότητα, όχι η ίδια η πραγματικότητα, που θα μείνει για πάντα έξω από τον έλεγχο του.

Ο Πλάτων πιστεύει πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα στοιχείο κακό, που μόνο η θεία χάρη θα μπορούσε να το εξαλείψει, αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια. Για τον Πλάτωνα το ανθρώπινο σώμα είναι η φυλακή και το βάρος της ψυχής. Όλα αυτά ηχούν σ’ εμάς οικεία, γιατί μεσολάβησαν δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού, αλλά βρίσκονται πολύ μακριά από τον ελληνικό ανθρωπισμό, που ήθελε τον άνθρωπο μέτρο των πάντων, και που πίστευε πως τίποτα δεν είναι τόσο θαυμαστό όσο ο άνθρωπος.

Ο Πλάτων δεν υπήρξε πολίτης με την έννοα που έδιναν στον όρο οι σύγχρονοί του, και όπως υπήρξε ο δάσκαλός του. Όπως φαίνεται δεν έλαβε ποτέ μέρος σε εκστρατεία, δεν πήρε δημόσια αξιώματα, δεν συμμετείχε στην Εκκλησία του Δήμου. Ουσιαστικά αποστρεφόταν τη Δημοκρατία και δεν πίστευε στην ελευθερία. Η κοινωνία που προτείνει στην Πολιτεία ή στους Νόμους είναι μια ταξική κοινωνία, με πολλά δάνεια στοιχεία από την αιγυπτιακή και τη σπαρτιατική. Οι άνθρωποι στην πλατωνική κοινωνία είναι απόλυτα διαστρωματωμένοι και έχουν αυστηρά καθορισμένα καθήκοντα, άφθονες υποχρεώσεις και ελάχιστα δικαιώματα. Ουσιαστικά ζουν σε περιβάλλον στρατώνα, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι με δική τους πρωτοβουλία, δεν ορίζουν την περιουσία τους, δεν εκλέγουν ούτε ελέγχουν τους άρχοντες τους, δεν κατέχουν ούτε καν τα παιδιά τους, τα οποία η Πολιτεία εκπαιδεύει όπως αυτή θέλει και έχει το δικαίωμα να τα θανατώνει όταν κρίνει ότι μπορεί να γίνουν βάρος της.

Στην Πολιτεία που προτείνει, και όπου «θα κυβερνούν οι φιλόσοφοι», θα υπάρχει ένα ειδικό σώμα ασφαλείας (που το ονομάζει χαρακτηριστικά «Νυκτερινόν Ξύλλογον») το οποίο με τους κατασκόπους του θα παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Αν κάποιος καταγγελθεί ότι επιδιώκει να μάθει κάτι πέραν των όσων τού έχει καθορίσει η ταξική του προέλευση, ή ότι γενικώς παραβιάζει τους σιδερένιους νόμους, τα όργανα του «Ξυλλόγου» θα τον συλλαμβάνουν και θα τον στέλνουν για πέντε χρόνια στο «Σωφρονιστήριον», σε αυστηρή απομόνωση και συνεχή αναμόρφωση, «επί νουθετήσει τε και τη της ψυχής σωτηρία». Αν στο διάστημα αυτό ανανήψει, έχει καλώς: διαφορετικά, μετά τα πέντε χρόνια θα θανατώνεται. Για τους υπότροπους, τους άθεους ή τους «μιαρούς ασεβείς», η ποινή θα είναι η άμεση θανάτωση και η εγκατάλειψη των πτωμάτων τους άταφων εκτός των ορίων της πολιτείας.

Δείγμα του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας του Πλάτωνα είναι και η προαναφερθείσα απόπειρά του να κάψει τα βιβλία του μεγάλου Αβδηρίτη.

Ο Νίτσε ονόμασε τον Πλάτωνα «προϋπάρξαντα χριστιανό» και ο Ένγκελς τον θεωρεί τον μεγάλο πρόδρομο του χριστιανισμού. Ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της πλατωνικής φιλοσοφίας του 1ου αιώνα, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ελληνόφωνος Εβραίος, για τον οποίο έλεγαν «ή Φίλων πλατωνίζει ή Πλάτων φιλωνίζει», αναπτύσσει τόσο πολλές χριστιανικές ιδέες στη φιλοσοφία του, (όπως το ότι ο Θεός είναι ο Λόγος και πλήθος άλλα), ώστε πολλοί θεολόγοι του Μεσαίωνα τον θεωρούσαν χριστιανό και κάποιοι είχαν επινοήσει μια (πλαστή όπως αποδείχτηκε) αλληλογραφία του με τον Παύλο.

Ο Πλάτων δεχόταν την αθανασία της ψυχής, που οι περισσότεροι έλληνες φιλόσοφοι (και ο Αριστοτέλης) τη θεωρούσαν φθαρτό συστατικό του σώματος. Πίστευε πως ο άνθρωπος κουβαλά κάποιο είδος προπατορικού αμαρτήματος (σύλληψη αδιανόητη για το σύνολο των ελλήνων διανοητών), απεχθανόταν την υλικότητα του σώματος και τις αδυναμίες που αυτή συνεπάγεται, προέτρεπε την περιφρόνηση του σώματος και κήρυσσε τον ασκητισμό και την αφιέρωση των ανθρώπων σε μιαν επίμονη, αδιάκοπη μελέτη του θανάτου και προετοιμασία τους γι’ αυτόν. Πόσο αλλόκοτα ηχούσαν αυτά στα αυτιά των Ελλήνων, φαίνεται από μια περικοπή του Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια, όπου ο μαθητής, αναφερόμενος σαφώς στον δάσκαλό του, διδάσκει πως ο άνθρωπος με τον θάνατό του χάνεται οριστικά και αμετάκλητα, και ότι ο πλούτος, η καλή εμφάνιση, η καλή οικογένεια και μια λογική διάρκεια της ζωής είναι προϋποθέσεις της ευτυχίας.

Ο Πλάτων προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες του στην πράξη αλλά στην κυρίως Ελλάδα δεν βρήκε απήχηση ούτε καν στη Σπάρτη, την οποία τόσο θαύμαζε. Εκτιμώντας τις πολιτικές απόψεις του Δίωνα, τυράννου των Συρακουσών, κατέφυγε στην αυλή του, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε και γύρισε πίσω. Ξαναπήγε στις Συρακούσες όταν την εξουσία πήρε ο θαυμαστής του, ο Διονύσιος Β΄, αλλά και πάλι γύρισε στην Αθήνα απογοητευμένος. Οι βασιλείς δεν εννοούσαν να φιλοσοφήσουν ούτε να αφήσουν τους φιλόσοφους να βασιλέψουν.

Ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης, κήρυκας της απόλυτης και απεριόριστης ελευθερίας, αντιμετώπισε τον Πλάτωνα με το χαρακτηριστικό του χιούμορ και την σατιρική του διάθεση. Πλήθος σχετικά ανέκδοτα έχουν φτάσει ώς εμάς.

Όταν ο Πλάτων έδωσε τον περίφημο ορισμό του ανθρώπου «Ζώον δίπουν άπτερον», ο Διογένης μάδησε έναν πετεινό και τον εμφάνισε στην αγορά λέγοντας: «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος».  Ύστερα από αυτό ο Πλάτωνας προσέθεσε στον ορισμό και το «πλατώνυχον».

Περιγελώντας την αγάπη της πολυτέλειας που είχε ο (θεωρητικά ασκητικός) Πλάτων, μπήκε μια μέρα σπίτι του και με τα ξυπόλητα (και βρόμικα) πόδια του πατούσε στα χαλιά, λέγοντας:  «Πατώ τον του Πλάτωνος τύφον» (δηλαδή τη βλακεία, την έπαρση του Πλάτωνα).

Ο Πλάτων, θέλοντας να του ανταποδώσει τα συνεχή πειράγματα, όταν τον είδε κάποτε να πλένει λάχανα για να τα φάει, του είπε ειρωνικά: «Αν πήγαινες με τον Διονύσιο, δεν θα έπλενες τώρα λάχανα». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Κι εσύ αν έτρωγες λάχανα, δεν θα χρειαζόταν να κολακεύεις τον Διονύσιο» του είπε αμέσως. (Πλάτων θεασάμενος αὐτὸν λάχανα πλύνοντα, προσελθὼν ἡσυχῆ εἴποι αὐτῷ, εἰ Διονύσιον ἐθεράπευες, οὐκ ἂν λάχανα ἔπλυνες· τὸν δ’ ἀποκρίνασθαι ὁμοίως ἡσυχῆ, καὶ σὺ εἰ λάχανα ἔπλυνες,  οὐκ ἂν Διονύσιον ἐθεράπευες).

Advertisements

Posted in Αρχαίοι, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 9 – Ο Πυθαγόρας και οι Ελεάτες φιλόσοφοι

Posted by sarant στο 27 Μαρτίου, 2018

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη. Η προηγούμενη συνέχεια, που είχε κατ’ εξαίρεση δημοσιευτεί Τετάρτη, βρίσκεται εδώ. Έχουμε πια περάσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που έχει εργοβιογραφικά σκιαγραφήματα δημιουργών.

 

Πυθαγόρας Μνησάρχου Σάμιος

Η εγκατάσταση και η δράση του Ξενοφάνη στην Ελέα, σηματοδοτεί την τάση να μεταναστεύσει η φιλοσοφία από την Ιωνία στην Κάτω Ιταλία, όπου άκμαζαν σπουδαίες ελληνικές πόλεις. Στην τάση αυτή εντάσσεται και η περίπτωση του Πυθαγόρα. Συνομήλικος του Ξενοφάνη (γεννήθηκε κι αυτός το 570), έφυγε από την πατρίδα του και επί τριάντα χρόνια ταξίδεψε σε πολλές χώρες, για να εγκατασταθεί τελικά στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας.

Ο Πυθαγόρας καταγόταν από επιφανή οικογένεια της Σάμου. Το όνομα Πυθαγόρας του το έδωσαν οι γονείς του προς τιμήν της Πυθίας που προφήτευσε τη γέννηση του. Ο Διογένης Λαέρτιος (Βίοι Φιλοσόφων, βιβλίο όγδοο) αναφέρει για τον Πυθαγόρα ότι : «Νεαρός ακόμη, παρακινημένος από τη φιλομάθειά του, έφυγε από την πατρίδα του για να μυηθεί σε όλες τις ελληνικές και βαρβαρικές τελετές. Πήγε και στην Αίγυπτο, και τότε ο Πολυκράτης τον σύστησε με επιστολή του στον Άμαση. Έμαθε τέλεια τα αιγυπτιακά, όπως λέει ο Αντιφών στο Περί των εν αρετή πρωτευσάντων, και επισκέφθηκε τους Χαλδαίους και τους μάγους. Κατόπιν στην Κρήτη με τον Επιμενίδη κατέβηκε στο Ιδαίον Άντρον, αλλά και στην Αίγυπτο είχε μπει στα άδυτα. Έτσι γνώρισε τα μυστικά για τους θεούς. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Σάμο, επειδή όμως βρήκε την πατρίδα του τυραννοκρατούμενη από τον Πολυκράτη, έφυγε και πάλι».

Λέγεται πως επισκέφθηκε την Αραβία, τη Φοινίκη, τη Συρία, τη Χαλδαία, τις Ινδίες, την Αίγυπτο αλλά και τη Γαλατία. Ο Πυθαγόρας υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και κατά τον Ηράκλειτο «από όλους τους ανθρώπους ο πλέον ενδελεχής ερευνητής» Τελικά, πενηντάρης πλέον εγκαταστάθηκε στον Κρότωνα, σημαντική πόλη της Μεγάλης Ελλάδας, διάσημη για τους γιατρούς της, και εκεί έγινε διδάσκαλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεγάλη Ελλάδα, Πατριδογνωσία, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , | 136 Σχόλια »

Τα τελευταία μεζεδάκια του Σεπτέμβρη

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2017

Τα τελευταία βεβαίως, αφού δημοσιεύονται όχι απλώς το τελευταίο Σάββατο του Σεπτέμβρη αλλά και την τελευταία μέρα του -κι έτσι γλιτώνω τον πονοκέφαλο να ψάχνω να βρω τίτλο για το σημερινό μας πολυσυλλεκτικό άρθρο.

Χωρίς άλλα προκαταρκτικά, ξεκινάμε με μια γενική που δεν την είχα ξαναδεί. Τα οξύτονα θηλυκά ονόματα σε -ώ, που μπορεί να είναι αρχαία (π.χ. Σαπφώ, Ερατώ, Κλειώ) ή νεότερα (π.χ. Αργυρώ, Μαριγώ, Ζωζώ) πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αυτονόητο ότι και τα μεν και τα δε κλίνονται με τον δημοτικό τρόπο, δηλαδή της Σαπφώς, της Αργυρώς, τουλάχιστον όταν αναφέρονταν σε σημερινές γυναίκες. Ύστερα μάς πήρε και μας σήκωσε η γλωσσική σοβαροφάνεια και δηθενιά, και αρχίσανε να εμφανίζονται γενικές όπως «το ταμπεραμέντο της Σαπφούς Νοταρά» (που αν ζούσε να το δει η ίδια, θα τους έψελνε τον αναβαλλόμενο) και μετά η μπάλα πήρε και τα νεότερα ονόματα και διαβάζει κανείς για τη συνταγή της… Αργυρούς Μπαρμπαρήγου ή για την αγαπημένη συνήθεια της… Γωγούς Μαστροκώστα, λες και τη λένε Γωγού.

Η νεότερη εξέλιξη είναι ότι η αρρώστια αυτή επεκτάθηκε και στα παροξύτονα νεότερα θηλυκά, τα οποία ως τώρα είχαν μείνει αλώβητα. Έτσι, σε άρθρο που έχει και αυτοτελές ενδιαφέρον, ένας ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου γράφει: Τον Ιανουάριο – Μάρτιο του 1938 υπηρέτησε ως πρέσβης της Ελλάδας στη Σοβιετική Ενωση ο αδερφός της γιαγιάς μου, Δέσπους Κυριαζή, το γένος Νικολοπούλου…..

Η Δέσπου της Δέσπους προφανώς. Δες πού φτάσαμε, ακριβέστερα.

* Πριν από μερικές μέρες, ο Στέφανος Κασιμάτης στην καθημερινή του επιφυλλίδα είχε εγκωμιάσει το στυλ γραφής της Λίνας Μενδώνη: «Το γνωρίζω, επειδή κάποτε διάβασα μέσα σε μία νύχτα το βιβλίο της για τους νεολιθικούς οικισμούς της Τζιας». Ωστόσο, την κατηγόρησε διότι σε κάποιο άρθρο της δεν αναφέρθηκε καθολου στις «καταγγελίες της κ. Λούβη».

Προχτές, η κ. Μενδώνη απάντησε ότι α) το άρθρο που ενόχλησε τον κ. Κασιμάτη είχε γραφτεί τον Φλεβάρη, άρα ήταν απολύτως αδύνατο να αναφέρεται σε γεγονότα του Αυγούστου, και β) ενώ έχει γράψει αρκετά βιβλία, δεν έχει γράψει βιβλίο για τους νεολιθικούς οικισμούς της Τζιας!

Και καταλήγει η κ. Μενδώνη: Καθώς είμαι τακτική αναγνώστρια της στήλης σας, αναρωτιέμαι, αν και για τα υπόλοιπα θέματα που πραγματεύεσθε, είστε το ίδιο καλά ενημερωμένος, όπως και σε ό,τι με αφορά.

Ω ναι!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαθροχειρίες, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Χόακες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 231 Σχόλια »

Για τον Γιάννη Καλατζή δυο λόγια

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2017

Όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του πριν από μερικές μέρες είχα γράψει το άρθρο της επόμενης ημέρας και δεν προλάβαινα να το αλλάξω, τις επόμενες μέρες τα άρθρα υπαγορεύονταν από το ημερολόγιο, μόλις σήμερα λοιπόν βρίσκω ευκαιρία να γράψω δυο λόγια για τον Γιάννη Καλατζή, που νιώθω ότι του τα χρωστάω, μια και ομόρφηνε την εφηβεία μου, τη δική μου και των ανθρώπων της γενιάς μου.

Ο Καλατζής μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι για σχετικά μικρό διάστημα, που ταυτίζεται σχεδόν με τα χρόνια της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1974 ας πούμε. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε για μερικά χρόνια με μικρότερη απήχηση αλλά σταμάτησε νωρίς, περί το 1980, τη δισκογραφία και δεν επανεμφανίστηκε αργότερα, όπως έκαναν άλλοι νεοκυματικοί και λαϊκοί της σειράς του.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και, όπως διαβάσαμε τώρα, το πρώτο του συγκρότημα ήταν το Τρίο Μορένο. Καριέρα λαϊκού τραγουδιστή έκανε όταν κατέβηκε στην Αθήνα, όπου πρώτα συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μητσάκη, που τόσο απλόχερα ανάδειχνε νέους. Το πρώτο τραγούδι που τον έκανε γνωστό ήταν το 1967 το «Πού’σαι καημένε Περικλή«, ακριβώς του Μητσάκη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, που τον καθιερωσε, ήταν το 1968 τα Χρυσά κλειδιά, των Δερβενιώτη-Βίρβου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εις μνήμην, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »

Κουκί χωρίς ρεβίθι

Posted by sarant στο 18 Νοέμβριος, 2013

broadbeansDM1606_468x441Πριν από καμιά σαρανταριά μέρες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα ρεβίθια, που είχε τον τίτλο «Ρεβίθι χωρίς κουκί«, και είχα υποσχεθεί ότι σε επόμενο άρθρο θα ασχολιόμουν και με το κουκί, που μάλιστα έχει περισσότερο γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και θα πούμε τώρα μερικά πράγματα για το κουκί, αν και μερικά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερα άρθρα.

Το κουκί είναι ο καρπός της κουκιάς, που είναι ποώδες ετήσιο φυτό. Η αρχαία του ονομασία είναι «κύαμος», τόσο για το φυτό, όσο και τον καρπό, και είναι λέξη με αβέβαιη ετυμολογία -θα μπορούσε να συνδέεται με το ρήμα κύω/κυώ, απ’ όπου και η κύηση. Η λέξη εμφανίζεται και στον Όμηρο: στην Ιλιάδα εμφανίζονται, σε μια παρομοίωση, «κύαμοι μελανόχροες ή ερέβινθοι», μαύρα κουκια ή ρεβίθια (Ν589).

Οι αρχαίοι τα κουκιά τα έτρωγαν, τα χρησιμοποιούσαν και για ζωοτροφές, όμως τα είχαν και για μιαν άλλη χρήση. Όπως ξέρετε, και θα το πούμε και παρακάτω, τις ψήφους τις λέμε και κουκιά, αλλά τα κουκιά τα χρησιμοποιούσαν ήδη οι αρχαίοι Αθηναίοι για την εκλογή των δημοσίων αρχόντων –όχι όμως με ψηφοφορία, αλλά με κλήρο. Όσοι τραβούσαν άσπρο κουκί εκλέγονταν στο αξίωμα, με μαύρο αποτύγχαναν. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά κείμενα της κλασικής περιόδου (Αριστοφάνη, Ηρόδοτο, Ανδοκίδη ή και σε μεταγενέστερους όπως ο Πλούταρχος) διαβάζουμε «τω κυάμω λαχών»· το ρήμα ‘λαγχάνω’ που χρησιμοποιείται μας δείχνει καθαρά, αν δεν κάνω λάθος, ότι επρόκειτο για κλήρωση και όχι για ψηφοφορία. Ο Αριστοφάνης έχει και το σκωπτικό «κυαμοτρώξ», κατά λέξη αυτός που τρέφεται με κουκιά, όπου εννοεί τους δικομανείς Αθηναίους, είτε επειδή, όπως παραδίδεται, οι δικαστές έτρωγαν κουκιά είτε επειδή βιοπορίζονταν από τον μισθό των δικαστών, που κληρώνονταν με κουκιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 138 Σχόλια »