Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πωλ Νορ’

Μ’ αρέσει να ‘σαι μάγκισσα (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2021

Πριν από δέκα μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια συνεργασία  του φίλου μας του Κόρτο για την αντιμετώπιση ορισμένων πολύκροτων εγκλημάτων από το ρεμπέτικο του μεσοπολέμου, και τότε είχα αναφέρει ότι επρόκειτο για πρόγευση μιας εκτενέστερης μελέτης του. Σήμερα, που είναι αργία (για ορισμένους, τουλάχιστον) και άρα έχουμε περισσότερο χρόνο για διάβασμα, δημοσιεύω αυτή την εκτενέστερη μελέτη, προσθέτοντας μόνο ένα γιουτουμπάκι του Χιώτη. 

Καμαρώνω που το ιστολόγιο στάθηκε αφορμή για μια τόσο αξιόλογη μελέτη, με υλικό που κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει βιβλίο. Καθώς τη διαβάζω, συλλογίζομαι ότι πολλές της παράγραφοι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε αυτοτελή άρθρα. Αλλά δεν θέλω να σας κουράσω με τα δικά μου. Θυμίζω μόνο πως ο Κόρτο μάς είχε δώσει το 2018 μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο, όπως και ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο.

 

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ’ ΣΑΙ ΜΑΓΚΙΣΣΑ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΜΑΓΚΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΛΑΪΚΗΣ ΑΠΗΧΗΣΕΩΣ (ΤΕΛΗ 19ΟΥ ΑΙΩΝΟΣ – ΔΕΚΑΕΤΙΑ ’50)

Προλεγόμενα

Το κάτωθι άρθρο φιλοδοξεί να αποτελέσει μία σταχυολόγηση μοτίβων στα οποία απεικονίζεται η γυναίκα του μάγκικου κοινωνικού στρώματος, κατά την διάρκεια ακμής του φαινομένου, δηλαδή από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος μέχρι τα μισά περίπου της δεκαετίας του 1950. Οι αναφορές εξάγονται κατά κύριο λόγο από το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και από άλλες μορφές συναφούς τέχνης λαϊκής εμπνεύσεως ή απηχήσεως, όπως και από ορισμένες δημοσιογραφικού ή ιστορικού τύπου πληροφορίες. Το ζητούμενο είναι η απόδοση των κυριότερων στοιχείων με τα οποία τυποποιήθηκε η μάγκισσα, όπως την αναγνωρίζουμε σήμερα. Πρόκειται δηλαδή για μία επιτομή λαογραφικών καταγραφών, αφού επικεντρώνεται στην μελέτη του αστικού λαϊκού μας πολιτισμού -και όχι μία εργασία κοινωνιολογικού περιεχομένου, η οποία θα απαιτούσε μία εντελώς διαφορετική μεθοδολογία.

Όπως και στο σχετικό άρθρο της 11/ 6/ 2021, εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στον Νίκο Σαραντάκο για την παρότρυνσή του να συντάξω το κείμενο και για την προθυμία του να το δημοσιεύσει. Ευχαριστώ εξίσου τον φίλο Γιάννη Ιατρού, και όσους φίλους σχολιαστές του παρόντος ιστολογίου έδειξαν ενδιαφέρον για μία τέτοια δημοσίευση. Και ακόμα οφείλω πολλές ευχαριστίες στον συγγραφέα και μελετητή του ρεμπέτικου Κώστα Βλησίδη, ο οποίος προθύμως μας προσέφερε πολύτιμο υλικό για την Ειρήνη την τεκετζού και για την Μαρία Γουλανδρή από το προσωπικό του αρχείο.

 

Τι εστί μάγκισσα

Το σημασιολογικό εύρος του όρου «μάγκας» και των συνωνύμων του βρίσκεται σε σχεδόν ισότιμη αναλογία με την σημασία των αντιστοίχων θηλυκών τύπων. Η μάγκισσα, η μόρτισσα, η μαγκίτισσα, η μαγκιόρα (ή μαγγιώρα), η αλανιάρα, η ντερβίσαινα, η ντερμπεντέρισσα, η ασίκισσα, η βλάμισσα, η μποέμ και η μποέμισσα, αλλά και κατά κάποιον τρόπο και η μπαγιαντέρα, η σατράπισσα και ο θηλυκός σατράπης, καθώς και ένα πλήθος άλλων σχετικών λέξεων, λίγο πολύ χρησιμοποιούνται στον λαϊκό λόγο αδιακρίτως, περιγράφοντας γυναίκες με διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά ή ψυχολογικά γνωρίσματα. Στα ρεμπέτικα τραγούδια και στον σχετιζόμενο λαογραφικό πλούτο της εποχής της δημιουργίας τους (από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50 περίπου) παρουσιάζεται μία ποικιλία γυναικών οι οποίες ανήκουν σε διάφορες ανθρωπολογικές ταξινομήσεις. Αναφέρονται εργαζόμενες (εργάτριες, δούλες, παραμάνες, μοδίστρες, πλύστρες, μικροπωλήτριες κλπ) ή άεργες. Παρουσιάζονται άγαμες, χήρες, ζωντοχήρες ή παντρεμένες. Άλλες είναι παραβατικές ή περιθωριακές και άλλες έντιμες, ενταγμένες στην ευρύτερη λαϊκή κοινωνία. Ως προς την καταγωγή καταγράφονται προσφυγοπούλες ή ντόπιες, από διάφορα μέρη της Ελλάδος – αλλά ακόμα και ξένες. Σε χαρακτηρολογικό επίπεδο γίνεται λόγος για κουτσομπόλες, τσιγκούνες, σπάταλες, γκρινιάρες, επιθετικές, παιχνιδιάρες, καλόκαρδες, ερωτικές, σοβαρές, έκλυτες, πιστές ή άπιστες, άλλες που είναι δύσκολες στην επιλογή γαμπρού και άλλες που επιδιώκουν εντόνως στεφάνι.

Σε πολλές από αυτές τις γυναίκες, όχι όμως σε όλες, αποδίδεται ο χαρακτηρισμός της μάγκισσας ή των σχετικών συνωνύμων πολυτρόπως. Σε κάθε περίπτωση ως μάγκισσα νοείται γυναίκα των μεσαίων λαϊκών έως και των πολύ χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Αν και είναι εξαιρετικώς δύσκολο να διατυπωθεί μία πλήρης κατηγοριοποίηση των σημασιών της λέξης, ωστόσο -με έναν μεγάλο βαθμό γενίκευσης- διακρίνονται οι εξής τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιείται:

  • ως επιθετικός προσδιορισμός για την προσωπικότητα μίας γυναίκας, κυρίως με επαινετικό πρόσημο (αν και όχι πάντα) σε σχέση με την αποφασιστικότητα, τον δυναμισμό, το πνεύμα ελευθερίας και την ευθύτητα της ή σε σχέση με την εξυπνάδα και την πονηριά της , η λεγόμενη καταφερτζού.
  • ως επαινετικός χαρακτηρισμός για την γοητεία και την ομορφιά μίας γυναίκας, όμως δύσκολης για ερωτική κατάκτηση, τρόπον τινά γυναίκα του μπελά, ασχέτως της κοινωνικής της τοποθέτησης.
  • με την σημασία της μερακλούς, της γυναίκας που ζει ή θέλει να ζει ανέμελα, προτάσσοντας την διασκέδαση, το κέφι και την καλοπέραση, αντί την τακτοποιημένη καθημερινότητα. Τρόπον τινά το πλησιέστερο συνώνυμο είναι η μποέμισσα.
  • ως συνώνυμο της ρεμπέτισσας, της γυναίκας του λαϊκού τραγουδιού και γενικότερα των λαϊκών καλλιτεχνίδων. Αυτός ο προσδιορισμός όμως είναι μάλλον προβληματικός, διότι οδηγεί σε παρερμηνείες.
  • με την σημασία της γυναίκας του περιθωρίου ή του υποκόσμου, η οποία μπορεί να ακολουθεί παραβατικές ή ανήθικες πρακτικές οποιασδήποτε μορφής. Αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως ο χαρακτηρισμός που πλησιάζει περισσότερο στην πρωταρχική σημασία της λέξης «μάγκας».

Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια δεν φαίνεται να προηγείται χρονικώς σε σημαντικό βαθμό κάποια από αυτές τις σημασιολογικές αποκλίσεις. Για παράδειγμα ήδη το 1919 ο Τούντας στο τραγούδι «η εύθυμος χήρα», ή αλλιώς «η ζωντοχήρα» με ερμηνεία της Μαρίας Σμυρναίου (δεύτερη εκτέλεση το 1926 ως «η μόρτισσα» με τον Βαγγέλη Σωφρονίου), η λέξη «μόρτισσα» χρησιμοποιείται κυρίως ως έκφραση προσδιοριστική των ερωτικών θέλγητρων μίας μικρής: «Μια μόρτισσα θεότρελη τσαχπίνα και τσακίρα/ μ’ έχει σηκώσει το μυαλό έμορφη ζωντοχήρα». Στον εν λόγω στίχο δεν προτάσσονται ιδιαίτερα κοινωνιολογικά γνωρίσματα της «μόρτισσας», παρά μόνον στοιχεία της τσαχπίνικης προσωπικότητάς της. Παρόμοια παραδείγματα βρίσκονται σε διάφορα άλλα ρεμπέτικα, π.χ. «η βλάμισσα» του Γιοβάν Τσαούς (1936 με τον Στελλάκη Περπινιάδη): «Μέρες και νύχτες περπατώ μέσα στην Δραπετσώνα/ για μια σουλτάνα βλάμισσα, πεντάμορφη κοκκώνα» ή «η μάγκισσα», αλλιώς «με έκαψες ρε μάγκισσα», επίσης του Γιοβάν Τσαούς (1936 πάλι με τον Στελλάκη): «Με έκαψες, ρε μάγκισσα, μου πήρες την καρδιά μου/ με μια μονάχα σου ματιά, μου καις τα σωθικά μου».

Πολλές φορές όλες αυτές οι σημασίες της «μάγκισσας» και των συνωνύμων της εμφανίζονται στον αστικό λαϊκό πολιτισμό συνδυαστικά ή και συγκεχυμένα, ενίοτε με κάποιον βαθμό ασάφειας.

 

Εγώ το πίνω το κρασί, μ’ οκάδες, με γαλόνια και ώρες είν’ μου φαίνεται να βάλω πανταλόνια

Το ντύσιμο και η εξωτερική εμφάνιση του άνδρα της μαγκιάς έχει περιγραφεί, τυποποιηθεί και απεικονιστεί σε δεκάδες τραγούδια, μαρτυρίες, λογοτεχνικά κείμενα, φωτογραφίες και σκίτσα (τζογέ παντελόνι, μυτερά στιβάνια, ζωνάρι, καβουράκι ή τραγιάσκα, μαχαίρι, κομπολόι κλπ). Αντιθέτως στην περίπτωση της μόρτισσας δεν φαίνεται να έχουν σχηματοποιηθεί τυπικά γνωρίσματα ντυσίματος και εμφάνισης. Οι γυναίκες αυτών των κοινωνικών κατηγοριών μάλλον φαίνονται να ακολουθούν την γενικότερη λαϊκή γυναικεία μόδα του άστεως. Ο γυναικείος καλλωπισμός αποτυπώνεται σε διάφορα λαϊκά τραγούδια: «στου Βύρων το συνοικισμό/ μια χήρα είκοσι χρονώ/ με μάτια σουρμελίδικα/ γλυκά και σεβνταλίδικα» ακούγεται στον «Αγαπησιάρη» του Τούντα (μία ηχογράφηση το 1931 με τον Νταλγκά και μία δεύτερη το 1932 με τον Στέφανο Βαζαίο). Οι νέες γυναίκες των αστικών κέντρων του μεσοπολέμου περιποιούνται και βάφουν τα μαλλιά τους1: «Περμανάτες και αρλούμπες, μπούκλες και μυστήρια/ κι υποφέρουν, στο Θεό τους, χίλια δυο μαρτύρια/ για να γίνεται ωραία κάθε μια αλητήρια» ακούγεται στο τραγούδι «Τα ξανθά είναι της μόδας» του Κώστα Καρίπη (1934 με την Ρόζα Εσκενάζυ). Η αξία των κοσμημάτων που φορούν είναι ανάλογη της οικονομικής δυνατότητάς τους: «Στα χέρια σου δυο ψεύτικα έβαλες δαχτυλίδια» γράφει ο Πετροπουλέας στο τραγούδι «η αριστοκράτισσα» σε μουσική του Δημήτρη Σέμση (1937 με τη Τασία Βρυώνη και διασκευή από τον Γιώργο Κατσαρό το 1938 ως «εγώ για σένα ξενυχτώ»). Στο τραγούδι «θα σε κλέψω θα σε πάρω» με στίχους του Μίνωος Μάτσα και μουσική του Σκαρβέλη πάνω σε παραδοσιακή μελωδία (1940, με τον Χατζηχρήστο και τον Μάρκο) διακρίνεται μία ειρωνεία προς την μεγαλομανία των λαϊκών κοριτσιών: «παπούτσια θέλεις να φοράς, σα πολυκατοικία, Ελενίτσα μου/ να σε λένε γκραν κυρία, βρε κουκλίτσα μου».

Έως και στα τέλη του 19ου αιώνα τα μακριά γυναικεία φουστάνια έκρυβαν τα πόδια των ωραίων κορασίδων, η δε θέα γυμνής γυναικείας γάμπας προκαλούσε τον ανδρικό ενθουσιασμό. Ο Τίμος Μωραϊτίνης στις αναμνήσεις του από την παλαιά Αθήνα, μας παραδίδει το λαϊκό δίστιχο: «Είδες γάμπα, τα ποτήρια σπάστα»2. Αλλά οι πολύπλοκες και πλούσιες γυναικείες εμφανίσεις με τα δαντελωτά φουστάνια, τα επιβλητικά καπέλα, τα βέλα, τις κορδέλες και τους κορσέδες, έχουν αρχίσει ήδη να παρέρχονται από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα: «Κάτου τα βέλα και τα καπέλα, και η νουβέλ και τα φτερά και τα μωρά/ δεν θέλω πιέτες, κορσέδες, φούστες και δεν πετώ σε κορδελίτσες τον παρά» τραγουδάει «η νέα γυναίκα» σε μία εκδήλωση χειραφετήσεως, στο ομώνυμο επιθεωρησιακό τραγούδι του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, διασκευή ιταλικής μελωδίας του Vincenzo Di Chiara, με στίχους του Μπάμπη Άννινου και του Γιώργου Τσοκόπουλου (1909, Ελληνική Εστουδιαντίνα Σμύρνης και 1924 με ερμηνεία της Σωτηρίας Ιατρίδου).

Έτσι στα χρόνια μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο η γυναικεία μόδα γίνεται όλο και πιο απλή και συνάμα πιο αποκαλυπτική. Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια αυτή η τάση θα γίνει δεκτή με τρόπο περιπαικτικό αλλά όχι αυστηρά επικριτικό. Οι νέες εμφανίσεις γεννούν ερωτικούς παλμούς. Στο τραγούδι του Γιάννη Δραγάτση «οι γαμπίτσες» (στην εκδοχή του 1933 με την Μαρίκα Πολίτισσα – άλλη μία ηχογράφηση το ίδιο έτος με τον Ρούκουνα) ακούγεται: «Η γαμπίτσα σου με σφάζει/ την καρδιά μου την σπαράζει/ και οι μπούκλες στα μαλλιά σου/ μ’ έφεραν στην γειτονιά σου». Στο τραγούδι του Γρηγόρη Ασίκη «δίχως κάλτσες περπατούν» (1934 με την Ρόζα) τα τσαχπίνικα και σκερτσοπαιχνιδιάρικα κορίτσια έχουν ελευθεριάζουσα συμπεριφορά: «και τη μόδα κυνηγούν, δίχως κάλτσες περπατούν». Παρομοίως «των κοριτσιών εφαίνονται οι όμορφες γαμπίτσες/ μα δεν τους κακοφαίνεται/ φορούν κοντές ρομπίτσες» γράφει ο Βαγγέλης Παπάζογλου στο χιουμοριστικό σεξουαλικό ρεμπέτικο «μου φαίνεται» (1935 με τον Ρούκουνα και την ίδια χρονιά με τον Στελλάκη).

Οι μόρτες βέβαια, Αθηναίοι, Πολίτες, Σμυρνιοί κλπ, ανακατεμένοι επί χρόνια με τις ημίγυμνες αλανιάρες του υποκόσμου αρέσκονται να αντικρίζουν γυναίκες με προκλητικές εμφανίσεις: «Μη μου χαλάς τα γούστα μου/ και πάρε μου τα ούλα/ κι άφες τα στήθια σου ανοιχτά/ να βλέπω την τρεμούλα» τραγουδάει ο Πωλ Γαδ στην διασκευή του «γιαφ γιουφ» με τίτλο «τα κούναγα» (1929, με τον Γαδ και την Ελληνική Εστουδιαντίνα στην Πόλη). Αλλά και ο γνήσιος μάγκας και μέγας ρεμπέτης Μανώλης Χιώτης μεταπολεμικά θα γράψει το τραγούδι «με την μακριά σου φούστα» (1948, με την Χασκήλ και τον συνθέτη), όπου παραπονείται: «Με τη μακριά σου φούστα/ μου χαλάς όλα τα γούστα/ γιατί κρύβεις, βρε τσαχπίνα/ τη γαμπίτσα σου τη φίνα».

Γενικώς οι μάγκες αγαπούν τις καλοντυμένες γυναίκες. «Αγαπώ μια παντρεμένη, όμορφη καλοντυμένη» λέει ο Τσιτσάνης στο τραγούδι «αγαπώ μια παντρεμένη» (1939, με τον Στράτο και τον συνθέτη). Και ο Κηρομύτης στο τραγούδι «ντυμένη σαν αρχόντισσα» (1940 με τον συνθέτη και την Γεωργακοπούλου) θαυμάζει την μάγκισσα που είναι μαζί του: «Ντυμένη σαν αρχόντισσα / μαζί μου να γυρίζεις/ να πίνεις σαν παλιός μπεκρής, κουκλάκι μου/ με σκέρτσο να καπνίζεις/ Να βάζεις τη φουστίτσα σου/ με γούστο και μεράκι/ και στο ποδάρι να φοράς, τσαχπίνα μου,/ το πιο καλό γοβάκι». Σε μία αντίθετη περίπτωση ο Χιώτης στενοχωρείται και προσπαθεί να νουθετήσει την όμορφη πλην αφημένη και κακοντυμένη κοπέλα, στο τραγούδι του «παράξενη κοπέλα» (1950, με την Νίνου, τον Νίκο Βούλγαρη και τον συνθέτη): «Τι μυστήριο κορίτσι είσαι ’συ/ μια σε βλέπω στα μεταξωτά ντυμένη/ μια σε βλέπω να τα πίνεις σαν τρελή/ κι από ντύσιμο πολύ κακοφτιαγμένη».

Παράλληλα με την κυρίαρχη λαϊκή μόδα, κάποιες λεπτομέρειες θα φέρουν τις γυναίκες της μαγκιάς εμφανισιακά κάπως πιο κοντά στο στυλ του αγοροκόριτσου, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί απαρέγκλιτο στοιχείο τυποποίησης. Κάποιες μόρτισσες κόβουν τα μαλλιά τους αλά γκαρσόν, όπως φαίνεται στην πρόζα του επιθεωρησιακού «το μορτάκι» του Ζάχου Θάνου (εκδοχή του 1928, με τον Γιαννάκη Ιωαννίδη και την Λίζα Κουρούκλη):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Δύο φύλα, Ερωτικά, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (άνοιξη 2020) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά που κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο στη Λευκωσία. Ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου, που αυτόν τον καιρό επιμελείται μιαν ανθολογία σατιρικής ποίησης, είδε κάπου μια καβαφική παρωδία του παππού μου και μου ζήτησε να γράψω μια παρουσίαση του έργου του για το περιοδικό.

Τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνω στο σημερινό άρθρο είναι βέβαια γνωστά στο ιστολόγιο, αλλά δεν τα έχουμε βάλει συγκεντρωμένα. Ένας άλλος λόγος που συνηγορεί για τη σημερινή δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι ότι μέσα στην εβδομάδα είχαμε την επέτειο του θανάτου του παππού μου (24.3.1977).

Εδώ παραθέτω την αρχική βερσιόν του άρθρου -στη δημοσιευμένη μορφή έγιναν συντομεύσεις.

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος, 1903-1977)

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», δηλαδή άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος, και με αυτό δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά.

Παιδί πολυμελούς οικογένειας από τη Γέρμα της Μάνης, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στον Πειραιά, τελείωσε στα 15 του την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έπιασε δουλειά σε τράπεζες. Στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη ήρθε σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες και τις ενστερνίστηκε. Ως τραπεζικός υπάλληλος στη Μυτιλήνη γνωρίστηκε με την ποιήτρια Ελένη Μυρογιάννη και την παντρεύτηκε.

Η Κατοχή τον βρήκε στη Μυτιλήνη στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και φυλακίστηκε από τους Γερμανούς και αργότερα από το μεταπελευθερωτικό καθεστώς για στάση, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη θέση του και να μετοικήσει στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στη σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Στα πρώτα του ποιήματα και χρονογραφήματα, ο Ν.Σ. χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, όπως Βριάρεως ή Ηρόστρατος. Με αυτό το τελευταίο δημοσίευσε στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Επιθεώρηση (τχ. 10, Οκτώβριος 1928) το ποίημα “Η κάσα”:

Η κάσα

Όγκος βαρής κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθια σιδερένια.
Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλευτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι
-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-
Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάλη
και ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, το γαίμα του στρατιώτη
το μαύρο δάκρυ τ’ αρφανού, το στεναγμό της χήρας
του φαμελίτη το ψωμί, της πόρνης την αγνότη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας!

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, ο Μίλιος Χουρμούζιος (τότε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζευγάς) δημοσίευσε μεν το ποίημα, αλλά επέκρινε τον ποιητή για την επιλογή του ψευδωνύμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Γαργάλατα, 50 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2015

Τις επόμενες μέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από τα Ιουλιανά, οπότε ξαναδημοσιεύω σήμερα, με αλλαγές και προσθήκες, ένα άρθρο που είχα παρουσιάσει τέτοιον καιρό πριν από 5 χρόνια, για ένα φιλολογικό θέμα με έντονες πολιτικές προεκτάσεις ή για ένα πολιτικό θέμα με έντονες φιλολογικές προεκτάσεις, και ταυτόχρονα για έναν από τους πιο ανθεκτικούς μικρομύθους της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Το κείμενο είναι αρκετά εκτενές,  -αλλά Κυριακή είναι, υπάρχει περισσότερος καιρός για διάβασμα- ενώ βέβαια ζητάω συγνώμη και από τους τακτικούς αναγνώστες που θα έχουν ήδη διαβάσει το κείμενο στην πρώτη του μορφή.

Λέγοντας Αποστασία ή Ιουλιανά εννοούμε βέβαια την περίοδο πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την αποπομπή της εκλεγμένης κυβέρνησης Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965· η αποστασία συντελέστηκε σε τρία κύματα και ολοκληρώθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου 1965 όταν ο τρίτος κατά σειρά πρωθυπουργός, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, μπόρεσε να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία 152 βουλευτών· οι δυο πρώτοι αποστάτες πρωθυπουργοί, ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας και ο Ηλίας Τσιριμώκος δεν είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν τον μαγικό αριθμό.

Στις εβδομήντα ταραγμένες μέρες του καλοκαιριού του 1965, οι αποστάτες της Ένωσης Κέντρου έγιναν στόχος αιχμηρής λαϊκής σάτιρας και λοιδορίας, απόλυτα δικαιολογημένης, τόσο κατά τις διαδηλώσεις όσο και από τις εφημερίδες του Κέντρου και της Αριστεράς. Ο πρώτος αποστάτης πρωθυπουργός, ο Γεώργιος  Αθανασιάδης-Νόβας (1893-1987), που ήταν Πρόεδρος της Βουλής πριν αποστατήσει, έμοιαζε ιδανικός για στόχος της σάτιρας: είχε αστείο όνομα που προσφερόταν για ένα σωρό λογοπαίγνια (Καζανόβας, μποσα-νόβα, νοβοκαΐνη κτλ.) και κάμποσες συνήθειες που προσφέρονταν για διακωμώδηση: ήταν ένας ηλικιωμένος αριστοκράτης της επαρχίας, υπερβολικά προσηλωμένος στους τύπους και στο τελετουργικό, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, φορούσε άσπρα κοστούμια και απαραιτήτως παπιγιόν, έγραφε ποιήματα. Όλα αυτά τα περιέλαβαν στο στόχαστρό τους ευθυμογράφοι, επιθεωρησιογράφοι και αυτοσχέδιοι λαϊκοί σατιριστές και τον έκαναν ρεζίλι τον φτωχό τον Νόβα. Και καλά του έκαναν, τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 75 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η συνεργασία με την Παπαρούνα του Πωλ Νορ

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η δέκατη έκτη συνέχεια.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΒρισκόμαστε στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον γενικό τίτλο “Ένας μέτοικος στη Μυτιλήνη του μεσοπολέμου” και παρακολουθεί τη ζωή του παππού μου από το 1928 που παντρεύτηκε τη γιαγιά μου, την Ελένη Μυρογιάννη, και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Η σημερινή συνέχεια είναι η τελευταία του κεφαλαίου, κι επειδή είναι κάπως σύντομη σκέφτηκα να τη συμπληρώσω, στο τέλος, με μια παρουσίαση του περιοδικού Παπαρούνα, παρμένη από ένα άρθρο που είχα γράψει για τον παλιό μου ιστότοπο.

Αν η μισή καρδιά του ποιητή ήταν στη Μυτιλήνη η άλλη μισή στην Αθήνα βρίσκονταν. Νοσταλγούσε την μποέμικη παρέα του, τις αθηναϊ­κές νύχτες που περνούσαν με τη συζήτηση και τη ρετσίνα, τον ανοιχτόν ορίζοντα της πρωτεύουσας, που ήταν τότε μια πολύ όμορφη και σε ανθρώπινη κλίμακα πόλη, τον πεντακάθαρσν αττικόν ουρανό. Διέξο­δο σ’ αυτή τη νοσταλγία βρήκε στέλνοντας σατιρικά ποιήματα στην «Παπαρούνα», ένα εξαιρετικό, πλην βραχύβιο, σατιρικό περιοδικό, που εξέδωσε το 1933 ο Πωλ Νορ, δηλαδή ο Νίκος Νικολαΐδης.

Ο ποιητής υπέγραφε τα ποιήματα που έστελνε στην «Παπαρού­να» με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, που είχε ήδη καθιερώσει στον «Τρίβολο», γιατί στο «Δημοκράτη» χρησιμοποιούσε το Βριάρεως. Ένα από τα ποιήματα που δημοσίευσε η «Παπαρούνα» ήταν και μια ωραία παράφραση του Καβάφη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Περιοδικά, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 57 Σχόλια »

Γαργάλατα, η σχεδόν οριστική διαλεύκανση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2012

 

Τις προάλλες στο Φέισμπουκ, οι φίλοι κάποιων φίλων (που δεν κινδυνεύουν να γίνουν και δικοί μου) ειρωνεύονταν ένα ποίημα του Τάσου Κουράκη, βουλευτή του Σύριζα, κατά πάσα πιθανότητα απλώς επειδή ήταν γραμμένο από πολιτικό πρόσωπο που δεν ανήκε στην παράταξή τους. Σχολίασα λοιπόν ότι θεωρώ πολύ φτηνό να χλευάζει κάποιος τα ποιήματα ενός πολιτικού του αντιπάλου για να εξευτελίσει μέσω αυτών τον πολιτικό αντίπαλο -και βέβαια αυτό το πιστεύω ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ποιητής πολιτικός, γιατί δεν είναι ο Κουράκης το μοναδικό παράδειγμα, από τους εν ενεργεία πολιτικούς έχουμε τον Χυτήρη του ΠΑΣΟΚ και τον Κουβέλη της ΔΗΜΑΡ, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι πολιτικοί που είχαν γράψει ποιήματα στη νεότητά τους -ή και που συνεχίζουν να γράφουν.

Και τον Χυτήρη παλιότερα τον είχαν κοροϊδέψει για τα ποιήματά του, π.χ. αυτό με τον υδραυλικό (το οποίο εμένα μ’ αρέσει). (Ο Κουράκης τα δικά του τα παρουσιάζει στον ιστότοπό του). Είναι άλλωστε κι ο χαρακτήρας της σύγχρονης ποίησης τέτοιος που πολύ εύκολα μπορείς να διακωμωδήσεις σχεδόν οποιοδήποτε ποίημα, φτάνει να έχεις μπόλικη κακή θέληση, λίγη ευρηματικότητα και αρκετή αναισθησία. Οπότε, εγώ προτιμώ να επικρίνω τους πολιτικούς για τις θέσεις τους και για τις πράξεις τους, και όχι για τα ποιήματά τους. (Βέβαια, το νόμισμα έχει και την αντίθετη όψη, ότι ο ποιητής πολιτικός προσελκύει κάποτε και κόλακες, πράγμα που έγινε και με τον Χυτήρη, αλλά αυτοί οι κόλακες είναι σπάνιοι και συνήθως ανήκουν στη σφαίρα των φιλολογούντων, δεν σκάνε μύτη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Όμως, το κατεξοχήν παράδειγμα ποιητή πολιτικού ήταν ο Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, που ανέβηκε σε ανώτατα αξιώματα και στους δύο τομείς: ως Αθανασιάδης-Νόβας διετέλεσε  κατ’ επανάληψη βουλευτής και υπουργός και το 1965 έγινε πρωθυπουργός, και ως Γ. Αθάνας ήταν βραβευμένος ποιητής και πεζογράφος που έφτασε να γίνει ακαδημαϊκός. Βέβαια, σε αυτά τα ανώτατα αξιώματα έφτασε χωρίς να το αξίζει και τόσο· πρωθυπουργός έγινε εξαιτίας της αποστασίας τον Ιούλιο του 1965 και ακαδημαϊκός επειδή ήδη ήταν παράγοντας της δημόσιας ζωής· σκεφτείτε μόνο ποιοι ποιητές δεν έγιναν ακαδημαϊκοί. Ωστόσο, ως ποιητής (και πεζογράφος, συγγραφέας να πούμε γενικότερα) ο Αθάνας αξίζει μια καλή θέση στην ιστορία των γραμμάτων μας και κάποια από τα έργα του θα μείνουν (να ένα από αυτά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 91 Σχόλια »

Θέατρο στο χωριό (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2012

Το σημερινό είναι το δεκατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε πριν στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Κανονικά τα αποσπάσματα αυτά τα δημοσιεύω τις Τρίτες, σήμερα έγινε μια μικρή μετάθεση για λόγους οργάνωσης της ύλης του ιστολογίου, ας πούμε. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό για το οποίο γίνεται λόγος, δηλαδή το χωριό του προπάππου μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη.

Εκείνες τις μέρες, όλο το χωριό μιλούσε για την παράσταση που θα έδινε ο ερασιτεχνικός όμιλος, που είχαν φτιάξει κάποιοι νέοι του χωριού, η δασκάλα, η κυρία Ευλαλία, ο γιατρός ο κύριος Αργεντέλλης και άλλοι. Η παράσταση θα γινόταν στο σχολείο του χωριού, που ήταν τώρα κλειστό. Με τα παιδιά της συμμορίας του ιππικού, μέρες τώρα κουβεντιάζαμε για την παράσταση. Κανένα τους δεν είχε πάει ποτέ τους σε θέατρο, μερικά μόνο είχαν δει καραγκιόζη, όταν είχε έρθει πέρσι στο πανηγύρι του Άι-Δημήτρη ένας πλανόδιος καραγκιοζοπαίχτης.

Εγώ είχα πάει δυο φορές σε θέατρο, πέρσι που μέναμε στην Αθήνα. Και τις δύο φορές με πήραν μαζί τους οι γονιοί μου γιατί δεν είχαν πού να με αφήσουν. Την πρώτη φορά δεν κατάλαβα απολύτως τίποτα. Θυμάμαι πως είχαμε μπει σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη πολυθρόνες, καθίσαμε κι ο μπαμπάς μου με πήρε στα γόνατά του. Σβήσανε τα φώτα, άνοιξε ένα μεγάλο παραπέτασμα («αυτή είναι η αυλαία», εξήγησε την απορία μου η μαμά μου) και είδαμε ένα είδος δωμάτιο με τρεις τοίχους (ο τέταρτος ήταν η αυλαία), όπου μπαινοβγαίναν διάφοροι άνθρωποι μιλώντας συνεχώς. Στο τέλος βαρέθηκα, νύσταξα κι αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του πατέρα μου.

Τη δεύτερη φορά, όμως, ήταν όλα διαφορετικά. Με πήραν και πήγαμε να δούμε μιαν «επιθεώρηση», έτσι λέγανε αυτό το έργο, που την είχε γράψει, όπως μου εξήγησαν, ένας φίλος του μπαμπά μου, που είχε ένα περίεργο όνομα. Λεγόταν Πωλ Νορ. Αυτήν τη φορά κάθισα σε δικό μου κάθισμα, και όσα είδα, όταν άνοιξε η αυλαία, ήταν πολύ διασκεδαστικά. Όμορφες κοπέλες και νέοι χόρευαν και τραγουδούσαν, δυο αστείοι τύποι έκαναν φάρσες ο ένας στον άλλον και όλοι οι θεατές γελούσαν και χειροκροτούσαν. Στο διάλειμμα με πήραν και πήγαμε πίσω από τη σκηνή, σ’ ένα μέρος που το λέγανε «παρασκήνια» κι εκεί είδαμε το φίλο του μπαμπά μου και πολλούς από αυτούς που είχα δει λίγο πιο μπροστά να παίζουν στη σκηνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Θεατρικά, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 35 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 24 Απριλίου, 2010

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος (1903-1977).  Μ’ αυτό το εξαιρετικά ευρηματικό ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε, πάνε τώρα τριάντα και πάνω χρόνια. Την τυπώσαμε μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, αξιώθηκε πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια να γράψει τη μυθιστορηματική βιογραφία του παππού, ένα θαυμάσιο (αν και δεν είμαι αμερόληπτος) βιβλίο όπου μεταξύ άλλων συγκέντρωσε πολλά από τα σκόρπια αυτά ποιήματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου παρουσιάζει μια νεανική φωτογραφία του ποιητή.

Στις σελίδες μου, πριν ανοίξω το ιστολόγιο (βέβαια συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά σπάνια προσθέτω πια κάτι τι) είχα ανεβάσει πολύ υλικό για τον Άχθο Αρούρη, τόσο από τα δημοσιευμένα στο βιβλίο του πατέρα μου ποιήματα, όσο και από άλλα που αποδελτίωσα από τα περιοδικά Παπαρούνα (του Πωλ Νορ στην Αθήνα) και Τρίβολο (του Στρ. Παπανικόλα, στη Μυτιλήνη). Υπάρχει κι άλλο υλικό που δεν το έχω ακόμα βρει, από τον Δημοκράτη της Μυτιλήνης, αν και εκεί ο παππούς έγραφε με το ψευδώνυμο Βριάρεως (προγενέστερο του Άχθου Αρούρη).

Το υλικό αυτό έγινε γνωστό στο Διαδίκτυο και με καμάρι έχω δει να αναδημοσιεύονται εδώ κι εκεί ποιήματα του Άχθου Αρούρη, και μάλιστα κι ένα γιουτουμπάκι σε απαγγελία του Γιώργου Πήττα. Η φίλη Σοφία Κολοτούρου, που γράφει εξαιρετικά ποιήματα και μελετάει και διαδίδει την ισόμετρη ποίηση, δηλαδή την ποίηση με μέτρο και ρίμα (διατηρεί σε συνεργασία με τον Κ. Κουτσουρέλη το ιστολόγιο Παμπάλαιο νερό, δείτε όμως και το προσωπικό της ιστολόγιο) γνώρισε τα ποιήματα του Άχθου Αρούρη, της άρεσαν πολύ και έγραψε το παρακάτω άρθρο στην εφημερίδα Ο δρόμος της Αριστεράς που δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο (17.4.2010). Αν και το άρθρο υπάρχει ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της εφημερίδας, είναι σε μορφή που δεν επιδέχεται λινκ (ή εγώ δεν μπορώ να λινκάρω) οπότε μεταφέρω εδώ το κείμενο της Σοφίας, αν και χωρίς τις φωτογραφίες. Σε αντάλλαγμα, έχω προσθέσει λινκ προς τα ποιήματα για τα οποία γίνεται λόγος στο κείμενο. Στο τέλος, προσθέτω μερικά δείγματα «έμμετρης αλληλογραφίας» του παππού μου, μια και ζητήθηκε από καλούς φίλους του ιστολογίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 55 Σχόλια »

Περί Δανίας και δανείων

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2010

Άρθρο του πατέρα μου, Δημήτρη Σαραντάκου, που δημοσιεύτηκε σήμερα 16.3.2010 στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης και που είναι συνέχεια από το άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας, που επίσης αναδημοσιεύτηκε εδώ.
Συνεχίζω το Συναξάρι των Δανείων και των Πτωχεύσεων.
Στο σατιρικό ποίημα «Φιλολογική εσπερίς» που, αν δεν κάνω λάθος, δημοσίευσε ο Πολ Νορ στην «Παπαρούνα» του, έγραφε μεταξύ άλλων:
«… ο Χαραλάμπης μίλησε “περί Δανίας και Δανών”»,
ήταν η εποχή, (άνοιξη του 1932) που, στα διεθνή καλλιστεία η μις Δανία ανακηρύχθηκε μις Υφήλιος, ενώ τον προηγούμενο χρόνο ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εκλιπαρούσε ματαίως την Ευρώπη για νέο δάνειο. Χαρακτηριστικό είναι το σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη στον «Φανό των Συντακτών» τον Μάρτη του 1932.
Η τέταρτη πτώχευση της Ελλάδας οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων και στην αρχή μιας περιόδου πολιτικής αστάθειας, γεμάτης με στρατιωτικά κινήματα, αλλά και έντονων λαϊκών κινητοποιήσεων. Το οπερετικό κίνημα του Πλαστήρα το 1933 και η δραπέτευσή του από τα κεραμίδια της κατοικίας του (γράψανε τότε οι εφημερίδες πως ο «Μαύρος Καβαλάρης» έγινε «Μαύρος Γάτος»), το πολύ σοβαρότερο κίνημα του Βενιζέλου το 1935, η καταστολή του από τον Κονδύλη και η επάνοδος των Γλυξβούργων με νόθο δημοψήφισμα, κυρίως όμως η στάση του στρατού στα αιματηρά γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1936 στη Θεσσαλονίκη, όταν αρνήθηκε να χτυπήσει τους διαδηλωτές, γεγονός που πανικόβαλε τους κρατούντες, καταλήξανε στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Πρόσφατη ιστορία, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , | 23 Σχόλια »

Σατιρικά ποιήματα για την 4η Αυγούστου

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2009

Στο επετειακό αυτό σημείωμα δεν έχω ούτε τον χρόνο ούτε και τα φόντα εδώ που τα λέμε να κάνω διεξοδική αποτίμηση της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, που σήμερα συμπληρώνονται 73 χρόνια από την κήρυξή της. Θα παραθέσω απλώς μερικά ποιήματα που γράφτηκαν είτε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είτε αμέσως μετά.

Βέβαια, δεν κατάγγειλαν όλοι οι λόγιοι το καθεστώς του Μεταξά. Κάποιοι συνεργάστηκαν ενεργά –θα θυμηθούμε τον Άριστο Καμπάνη με το περιοδικό Νέον Κράτος, γερόν φιλόλογο και καλόν ποιητή, που αργότερα, επί κατοχής, γέρος πια, κατάντησε και φερέφωνο των ναζιστών. (Η εκδίκηση της ιστορίας είναι ότι σήμερα όσοι τον θυμούνται τον γράφουν «Αρίστο»). Πιο ελαφρός και με μεγαλύτερη απήχηση, ο ευθυμογράφος Τίμος Μωραϊτίνης έγραψε τους στίχους στο τραγούδι της Τετάρτης Αυγούστου, το «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα». Κάπου υπάρχει μια παράφρασή του, αλλά δεν τη βρίσκω τώρα –αν κανείς την έχει πρόχειρη, ας την προσθέσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 31 Σχόλια »