Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ριπαία Όρη’

Τα έπη των Αριμασπών – 20 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη και τελευταία από το έβδομο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Το ταξίδι του Αριστέα». Τόσο σε τούτο το κεφάλαιο (που σήμερα ολοκληρώνεται) όσο και στο επόμενο θα δούμε τους τέσσερις φίλους να διαβάζουν τη νεοελληνική μετάφραση των Επών, που έφτασαν στα χέρια τους εκεί που δεν το περίμεναν. Αναπόφευκτα, η δράση δεν προχωρεί και τα κεφάλαια είναι κατάφορτα από ιστορικές αναφορές. Ίσως κάποιοι το βρουν βαρετό.

Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου! Συνεχίζουμε λοιπόν με την ανάγνωση των Επών, που τα αντέγραψε ο κύριος Αντωνάκης κρυφά από τον Χρήστο και τα έδωσε στους τέσσερις φίλους.

[Είχαμε σταματήσει σε μια διακοπή της ανάγνωσης και συνεχίζουμε]

mimis_jpeg_χχsmallΠϊσω από τα Ριπαία όρη και πέρα από τις χώρες των Θυσσαγετών, των Ιυρκών και των Αγριππαίων, υπάρχει αχανής έκταση, σκοτεινή και γεμάτη με πούπουλα πουλιών, την οποία κατοικούν κακοποιά πνεύματα και γι΄ αυτό αποφύγαμε να τη διασχίσουμε. Στρεφόμενοι προς νοτιοανατολικά μπήκαμε σε χώρα επίπεδη και άδενδρη. Χρειάστηκε να περάσουμε πλατιά ποτάμια και να γνωρίσουμε λαούς που ζούνε στην κατάσταση των ζώων.  Δε χτίζουν κατοικίες, δεν έχουν άρχοντες και νόμους, ούτε πιστεύουν σε θεούς ή δαίμονες. Είναι ντυμένοι με προβιές και το χειμώνα αλείβονται με λίπος ζώων, που τους προστατεύει από το κρύο. Δε γνωρίζουν να πλάθουν και να ψήνουν τον πηλό και έτσι τα σκεύη τους είναι όλα από φλοιούς δένδρων ή από πετσιά. Για να ετοιμάσουν το φαγητό τους πυρακτώνουν σε μεγάλες φωτιές πέτρες, που τις ρίχνουν κατόπιν σε δερμάτινους ασκούς γεμάτους νερό που μ΄ αυτόν τον τρόπο ζεσταίνεται. Δε μπορέσαμε να συνεννοηθούμε μαζί τους σε καμιά γλώσσα παρά μόνο με νοήματα και χειρονομίες. Στη χώρα των άγριων αυτών ανθρώπων υπάρχουν βράχοι από συμπαγές αλάτι και έρχονται άνθρωποι από τόπους μακρινούς, που σπάνε με πέτρινα πελέκια αυτούς τους βράχους και μεταφέρουν αυτό το αλάτι στον τόπο τους, όπου είναι πιο πολύτιμο και από το χρυσάφι.

Ύστερα από πορεία τριάντα ημερών μπήκαμε σε χώρα δασώδη και ορεινή, γεμάτη μεγάλες λίμνες, που τη διασχίζουν ορμητικά ποτάμια με καθαρό και γάργαρο νερό. Είναι χώρα μεγάλη, που χρειάζεται ενός μηνός πορεία με άλογο για να τη διασχίσεις. Την κατοικούν οι ευγενικοί και δίκαιοι  Ισσηδόνες και την κυβερνούν οι γενναίες και τολμηρές γυναίκες τους, που μπαίνουν επικεφαλής ακόμη και σε εκστρατείες. Όταν μια γυναίκα αναλάβει την ηγεσία της φυλής της, είτε για να την οδηγήσει σε πόλεμο είτε για να την κυβερνήσει σε έργα ειρηνικά, της χαράζουν στο αριστερό της μπράτσο, κοντά στον ώμο με τρόπο ανεξίτιλο, το έμβλημα της γενιάς της,  που είναι συνήθως κάποιο άνθος ή πουλί.  Στους Ισσηδόνες οι γυναίκες είναι τελείως ελεύθερες. Μπορούν να παντρευτούν ταυτόχρονα πολλούς άντρες και αν το επιθυμούν μπορούν να δεχτούν στο κρεβάτι τους κάθε ξένο που περνά από τη χώρα τους. Ο επισκέπτης κρεμά στην είσοδο του σπιτιού, όπου φιλοξενείται, τον μανδύα του και μένει όσον καιρό επιθυμεί, απολαμβάνοντας κάθε περιποίηση από τις γυναίκες, ενώ οι άντρες του σπιτιού φεύγουν και πάνε αλλού και επιστρέφουν όταν δούνε ότι ο μανδύας του ξένου δεν κρέμεται πια στην είσοδο του σπιτιού τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »