Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ρουμανία’

Μεζεδάκια στα γενέθλια της Αυγής

Posted by sarant στο 24 Αύγουστος, 2019

Δεν έβρισκα τίτλο για το σημερινό άρθρο, οπότε είπα να δω ποιος άγιος γιορτάζει, και έπεσα στο Σαν Σήμερα το οποίο με πληροφόρησε, μου θύμισε πιο σωστά, πως σαν σήμερα το 1952 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Αυγή, με την οποία έχω την τιμή να συνεργάζομαι.

Οπότε, από την επέτειο αυτή ονοματίζω το σημερινό άρθρο, παρόλο που, κατά τα άλλα, δεν περιέχει κανένα μαργαριτάρι ή άλλο γλωσσικό αντλημένο από την Αυγή. Έψαξα όμως στα κιτάπια μου και βρήκα αυτό το πρώτο φύλλο, που το πρωτοσέλιδό του το βλέπετε εδώ αριστερά σε σμίκρυνση και, μεγαλύτερο, το ανέβασα εδώ αν θέλει κανείς να ρίξει μια ματιά.

Δύσκολα τα χρόνια εκείνα, δεν είναι και πολύ πανηγυρικό το πρώτο φύλλο. Η Αυγή αρχικά κυκλοφορούσε κάθε Κυριακή, αλλά από τον Οκτώβριο αν θυμάμαι καλά, ενόψει και των εκλογών του Νοεμβρίου, μετατράπηκε σε ημερήσια, πρωινή. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 έκλεισε την εφημερίδα και κατέστρεψε το αρχείο και τις εγκαταστάσεις της. Επανεκδόθηκε λίγες μέρες μετά τη μεταπολίτευση, στις 4 Αυγούστου 1974 και συνεχίζει ως σήμερα, που οι καιροί έχουν γίνει δύσκολοι για εφημερίδες.

* Και προχωράμε στα καθαυτό μεζεδάκια μας, με ενα κάπως παλιότερο που το στέλνει φίλος του ιστολογίου, πιστεύοντας ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Σε ανακοίνωση του ΔΣ του ΔΕΠ του Παντείου για την κατάργηση του ασύλου, διαβαζουμε: Είναι μια κατάκτηση του λαού μας που σε καιρούς ανελευθερίας έδωσε τη δυνατότητα στους νέους να την διεκδικήσουν και να μας την κληρονομήσουν.

Δίκιο έχουν βεβαια επί της ουσίας οι διδάσκοντες του Παντείου, αλλά δεν μας την κληρονόμησαν την κατάκτηση οι νέοι των καιρών εκείνων. Μας την κληροδότησαν.

Βέβαια, είναι αρκετά συχνό να λέμε «κληρονόμησε στο παιδί του» αντί για «κληροδότησε». Είναι τοσο συχνό και καθιερωμένο ώστε να το δεχτούμε για κανονικό και να μην το διορθώσουμε, αν ας πούμε επιμελούμαστε ενα κείμενο; Ένα κριτήριο είναι τα λεξικά. Βλέπω ότι η χρήση του «κληρονομώ» με τη σημασία «κληροδοτώ» καταγράφεται στο ΜΗΛΝΕΓ, αλλά ως καταχρηστική. Δίνεται και ένα παράθεμα από βιβλίο του Χ. Χωμενίδη («….μέσα σε δέκα χρόνια ο κολοσσός που του κληρονόμησε ο μπαμπάς του θα έχει γίνει μπουτίκ»). Κατά πάσα πιθανότητα, σε μερικά χρόνια θα έχει λεξικογραφηθεί η χρήση χωρίς να χαρακτηρίζεται καταχρηστική αλλά προς το παρόν θα έλεγα ότι θα τη διόρθωνα αν την είχα σε κείμενο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επετειακά, Επιγραφές, Ευρωπαϊκή Ένωση, Εφημεριδογραφικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 157 Σχόλια »

Τι κι αν φορώ τραγιάσκα;

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2018

Τραγιάσκα δεν φοράω εγώ. Το ρητορικό ερώτημα του τίτλου το θέτει ο μεγάλος Απόστολος Χατζηχρήστος, ή ακριβέστερα ο Γιάννης Λελάκης που έγραψε τους στίχους, στο τραγούδι «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη»:

Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα.

Αφού ο ήρωας φοράει τραγιάσκα θα πει πως είναι εργατόπαιδο, βιοπαλαιστής, φτωχός. Αν ήταν ευκατάστατος, θα φορούσε ξερωγώ ρεπούμπλικα ή και ημίψηλο σε ειδικές περιστάσεις. Αν ήταν καλλιτέχνης, πάλι, μπορεί και να φορούσε μπερέ.

Τότε που γράφτηκε το τραγούδι, ήταν σχεδόν αδιανόητο να βγει κανείς στον δρόμο με ακάλυπτο το κεφάλι -εδώ και πολύ καιρό, η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην, και είναι μάλλον σπάνιο θέαμα να δούμε στον δρόμο κάποιον με τραγιάσκα, ή με οποιοδήποτε άλλο καπέλο εκτός από τα αθλητικά τύπου τζόκεϊ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 247 Σχόλια »

Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2016

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε προχτές στα 74 χρόνια του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στη (Δυτική, τότε) Γερμανία για σπουδές και κάνοντας διάφορες δουλειές και τα πρώτα του έργα αφηγούνταν εμπειρίες από τη ζωή του αυτή. Εννοώ τα μυθιστορήματα «Οι συμπαίχτες» και «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» και τις συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», που εκδόθηκαν από το 1977 έως το 1985.

Μου είχαν αρέσει πάρα πολύ αυτά τα βιβλία, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, και νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχουν επηρεάσει τα διηγήματα που έγραψα τότε. Ύστερα, ξενιτεύτηκα εγώ στην Ευρώπη και ήρθα να ζήσω στο περιβαλλον των βιβλίων του Σουρούνη ενώ εκείνος συνέχισε με ελλαδική θεματολογία -και περιέργως ή όχι τα έργα του μου άρεσαν λιγότερο. Εννοώ το Πάσχα στο χωριό, ενώ τον Γκας τον γκάγκστερ δεν μπόρεσα να τον αρχίσω, ίσως όμως να φταίω εγώ. Μου είπε ένας φίλος που τον εμπιστεύομαι ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα, γραμμένο το 2006, όπου περιγράφει τα παιδικά του βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, είναι εξαιρετικό, ενώ δεν έχω διαβάσει τον Χορό των ρόδων, που πήρε κρατικό βραβείο.

Αλλά και μόνο τους Συμπαίχτες και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης να ‘χε γράψει, θα είχε κερδίσει μιαν από τις πρώτες θέσεις στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Τα Μερόνυχτα δεν τα έχω εδώ μαζί μου, οπότε διάλεξα σήμερα να παρουσιάσω το διήγημα «Να είσαι και να μην είσαι» από τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου -με εμπειρίες όχι πια από τη Γερμανία και τη χαρτοπαιξία, αλλά από τα χρόνια που δούλεψε ναυτικός. Μονοτονίζω.

 

Να είσαι και να μην είσαι

Ξαναμέτρησα τα λεφτά μου. Δεν είχε άλλάξει τίποτα — ήταν πάντα εννιά δολάρια. Ούτε και σε μένα είχε αλλάξει τί­ποτα — ήμουν ακόμα στην Κωνστάντζα. Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας, έπρεπε να διασχίσω ολόκληρη Ρουμανία και Γιουγ­κοσλαβία. Αποφάσισα να μη βγω και να πέσω για ύπνο. Ή­μουν υπεύθυνος γι’ αυτό το ανήλικο ποσό και είχα καθή­κον να το προστατέψω από τις κακοτοπιές, πού σίγουρα θα παρασυρόταν μαζί μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς και μέτρησα πάλι τα δολάρια· τουλάχιστον ήταν ακόμη εννιά. Βγήκα στο αποχωρητήριο του διαδρόμου και γυρνώντας σκόνταψα πάνω σε μια γυ­ναίκα που σφουγγάριζε.

— Συγνώμη…

Σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Έλληνας είσαι, γιε μου;

— Μάλιστα.

— Από πού είσαι, παιδί μου;

— Από τη Θεσσαλονίκη.

—  Άαα, τη θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη… Εγώ είμαι από τη Δράμα. Ναυτικός είσαι;

— Μάλιστα.

— Και γυρίζεις τώρα στην Πατρίδα, κανακάρη μου;

— Αν θέλει ο Θεός, θεία…

— Ο Θεός πάντα θέλει, γιε μου. Οι άλλοι δεν θέλουν…

Είχε δίκιο. Σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε στο δωμάτιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ναυτικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »