Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σάμος’

Μεζεδάκια των 20 εκατομμυρίων

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2019

Γιατί ονομάζω έτσι το σαββατιάτικο πολυσυλλεκτικό μας άρθρο; Ποια εκατομμύρια είναι αυτά; Δεν είναι της Βεγούμ, εκείνα ήταν 500, τα δικά μας είναι μόνο 20, προς το παρόν.

Είναι απλό, τα 20 εκατομμύρια είναι οι επισκέψεις στο ιστολόγιο, ένα ορόσημο όχι ασήμαντο, που όμως το άφησα να περάσει απαρατήρητο, διότι, όπως βλέπετε αριστερά από την οθονιά που πηρα χτες, το έχουμε ξεπεράσει πριν από αρκετές μέρες (όπως υπολογίζω γύρω στις 3 Μαρτίου), αλλά μόλις προχτές το πήρα είδηση.

Τι τα θέλετε, το πρώτο μας εκατομμύριο, τον Ιούλιο του 2010, το είχα γιορτάσει με ειδικό άρθρο, το ιδιο έγινε και στο δεύτερο εκατομμύριο, τον Ιούνιο του 2011, ενω το 2013 είχαμε Μεζεδάκια των 6 εκατομμυρίων, και νομίζω πως και τα 10 εκατομμύρια τα ανέφερα, αν και όχι σε ειδικό άρθρο, όμως τούτο το ορόσημο ξέφυγε από το επιτελείο του ιστολογίου. Ζητάμε συγγνώμη, ο υπεύθυνος πήρε δυσμενή μετάθεση για τα σύνορα της Νομανσλάνδης. Ελπίζω τα 50 εκατομμύρια επισκέψεις, που θα τα συμπληρώσουμε σε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, να μη μας ξεφύγουν.

* Ας αφήσουμε όμως τις περιαυτομπλογκιες και ας προχωρήσουμε στα μεζεδάκια μας. Η επικαιρότητα βέβαια σήμερα κάθε άλλο παρά ιλαρή είναι, με το μακελειό που έγινε στη Νέα Ζηλανδία. Βέβαια, ο τόπος του εγκλήματος κείται μακράν, πιο μακράν δεν γίνεται, ενώ και τα θύματα είναι μουσουλμάνοι κι έτσι δεν θα ακουστούν πολλά Ζε σουί, διότι βλέπετε όταν ο δράστης είναι Άραβας τότε τα υποκριτικά μέσα ενημέρωσης τον προβάλλουν ως μουσουλμάνο τρομοκράτη ενώ όταν είναι ο Μπρέιβικ ή ο Τάραντ (έτσι λένε τον Αυστραλό που ματοκύλησε τη Νέα Ζηλανδία) τότε ειναι απλώς «ακραίος» ή «διαταραγμένος», ή το πολύ «ακροδεξιός», λες και οι τζιχαντιστές μακελάρηδες δεν είναι επίσης ακροδεξιοί.

Πρόσεξα πάντως σε κάποιους τίτλους μια περίεργη χρήση των εισαγωγικών: «Σφαγή» στη Νέα Ζηλανδία. Επιθέσεις σε τζαμιά με 49 νεκρούς.

Μήπως για να το πει σφαγή χωρίς εισαγωγικά έπρεπε οι νεκροί να είναι πάνω από 50; με ρωτάει φίλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in πρόσφυγες, σαρδάμ, Βουλή, Επικαιρότητα, Ευπρεπισμός, Εθνικισμός, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Περιαυτομπλογκίες, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , , | 208 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 3 – Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2017

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ (φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες).

Συνεχίζω και σήμερα με μιαν ιστορία από τον Ηρόδοτο, αυτή τη φορά από τον ελλαδικό χώρο. Να θυμίσω ότι για τον Πολυκράτη τον Σάμιο έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει έναν μίμο του Σβομπ, το Κρασί του Πολυκράτη, σε μετάφραση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Οι περισσότεροι άνθρωποι μακαρίζουν, με το δίκιο τους άλλωστε, εκείνους που η Τύχη τούς χαμογελά και μάλιστα συχνά, τους τυχερούς δηλαδή της ζωής. Να όμως που ένας, μυαλωμένος οπωσδήποτε άνθρωπος, ο φαραώ της Αιγύπτου Άμασις, είχε διαφορετική γνώμη. Πίστευε πως η υπερβολική εύνοια της Τύχης πολύ συχνά θα κατέληγε σε συμφορά. Και δεν έπεσε έξω.

Ο Άμασις, φαραώ της 18ης Δυναστείας, βασίλεψε στην Αίγυπτο στα μέσα του 6ου αιώνα της Αρχαιότητας. Είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει στο Δέλτα του Νείλου, πολύ κοντά στην τότε πρωτεύουσα της χώρας, τη Σάιδα, μια «πανελλήνια» αποικία, τη Ναύκρατη. Ιδιαίτερες φιλίες είχε αναπτύξει ο Άμασις με τον τύραννο της Σάμου, τον Πολυκράτη, που εθεωρείτο ο πιο τυχερός άνθρωπος του καιρού του.

Η τυραννία της αρχαϊκής και προκλασικής εποχής ήταν ένα ιδιότυπο καθεστώς, που σε πολλές ελληνικές πόλεις αποτέλεσε το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της ολιγαρχίας, δηλαδή της διακυβέρνησης των αριστοκρατών, που είχαν διαδεχθεί τους βασιλείς της μυκηναϊκής εποχής, και της δημοκρατίας, δηλαδή της διακυβέρνησης του δήμου, του λαού. Οι τύραννοι κατά κανόνα στηρίζομενοι σε μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα, χτύπησαν τους αριστοκράτες και περιορισαν την εξουσία και την επιρροή τους. Φυσικά δεν ήταν λαϊκοί ηγέτες. Κυβερνούσαν αυταρχικά και πολύ συχνά κατέφευγαν στην τρομοκρατία για να κρατηθούν στην εξουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η φιλοσοφική του κοσμοθεώρηση

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1938 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, βρίσκεται στη Σάμο -ωστόσο, η σημερινή συνέχεια δεν αφηγείται γεγονότα. Έτσι κι αλλιώς είναι ένα σύντομο κεφάλαιο, με αρκετό βάρος σε ποιήματα -άλλωστε, τη ζωή ενός, έστω και άγνωστου, ποιητή αφηγούμαστε! Τα δύο από τα τρία ποιήματα έχουν παρουσιαστεί ξανά στο ιστολόγιο, αλλά νομίζω την αντέχουν την επανάληψη.

mimis_jpeg_χχsmallΕκείνη την εποχή, μεταξύ Κρήτης, Μυτιλήνης και Σάμου, ο ποιητής γνώρισε και αγάπησε την αρχαία ελληνική σκέψη και ταυτόχρονα ξεκαθάρισε μέσα του το ζήτημα της θρησκείας. Ήδη από τον καιρό που ήταν στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη, η επαφή του με τη μαρξιστι­κή φιλοσοφία τον είχαν κάνει υλιστή.

Η παρέα του με τον κύριο Θεόδωρο εξάλλου τον έφερε σε επαφή με το θεό της Παλαιάς Διαθήκης, τη μισαλλόδοξη και αιμοχαρή φύση του οποίου δεν είχε ως τότε συνειδητοποιήσει. Στην Κρήτη, τέλος, διαβάζοντας ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία του Επίκουρου, που του χάρισε ο Κανόνης, τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Αγάπησε την αρχαία ελληνική σκέψη, τόσο διαφορετική από τη χριστιανική. Τον έθελξε η ανθρωποκεντρική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, η λατρεία του ωραίου, η ευθύτητα, η παρρησία και η αγάπη της ελευθερίας, που χαρακτήριζε τη σκέψη τους. Από τότε άρχισε να μελετά τους αρχαίους συγγραφείς, ιδιαίτερα τον Θουκυδίδη, τον Ηρόδοτο και τον Αριστο­τέλη. ΓΙιο πολύ όμως αγάπησε τον Λουκιανό και τον Διογένη τον Λαέρτιο, που μπορούσε να τους διαβάζει άνετα στο πρωτότυπο, ενώ οι άλλοι τον δυσκόλευαν. Αγόρασε τα Απαντα του Λουκιανού και τους Βίους Φιλοσόφων του Διογένη του Λαέρτιου σε στερεότυπες εκ­δόσεις Λειψίας και τα ’χε πάντα δίπλα στο κρεβάτι του.

Κατάληξε σιγά σιγά σε μια φιλοσοφική κοσμοαντίληψη που ήταν μείγμα του μαρξιστικού και αρχαιοελληνικού υλισμού. Σ’αυτή την κοσμοαντίληψη δεν υπήρχε θέση για κανένα θεό. Τη μεταστροφή του αυτή την κράτησε για τον εαυτό του και ποτέ δεν προσπάθησε να προσηλυτίσει στις απόψεις του τη γυναίκα του ή τους φίλους του. Πίστευε πως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ή η έλλειψή τους ήταν αυστηρά προσωπική υπόθεση που δεν έπρεπε να κοινολογείται. Σεβόταν τους πιστούς και θρησκευόμενους το ίδιο όσο και τους άθεους ή άπιστους, γινόταν όμως θηρίο με τους φανατικούς θρησκόληπτους, τους επίμονους προσηλυτιστές και κατηχητές. Αυτούς τους τελευταίους είχε πολλούς τρόπους να αποστομώνει, παραθέτοντας μάλιστα περικοπές από την Αγία Γραφή που την είχε μελετήσει βα­θιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 135 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η παρένθεση της Σάμου

Posted by sarant στο 26 Αύγουστος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1938 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, παίρνει απόσπαση από τη Μυτιλήνη για τη Σάμο, πάντα ως υπάλληλος της ΑΤΕ.

mimis_jpeg_χχsmallΤο φθινόπωρο του ’38 πήρε απόσπαση για τη Σάμο. Η διοίκηση της Τράπεζας εκτιμώντας τις οργανωτικές του ικανότητες από τότε που κατάφερε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να οργανώσει το υποκατάστημα της Σητείας, τον έστελνε να οργανώσει το υποκατάστημα της Σάμου, που υπήρχε μεν στα χαρτιά, βρισκόταν όμως εν υπνώσει, καθώς η Εθνική Τράπεζα αντιδρούσε με κάθε τρόπο στην εκχώρηση της αγροτικής πίστης στην Αγροτική.

Η Σάμος ήταν τότε ένα νησί που έσφυζε από ζωή και πλούτο. Τα κύρια προϊόντα του ήταν το θαυμάσιο μοσχάτο κρασί, ο ανθοσμίας, και τα καπνά, που εξάγονταν σε μεγάλες ποσότητες στην Ευρώπη και την Αμερική. Εκτός από κρασί και καπνό, το νησί παρήγε λάδι και δέρματα. Στον Λιμένα Βαθέος, την πρωτεύουσα του νησιού, υπήρχαν μεγάλες καπναποθήκες και στο Μαλαγάρι, απέναντι του, βρισκόταν το μεγάλο οινοποιείο της Ένωσης Συνεταιρισμών, ενώ στο Καρλόβασι λειτουργούσαν πολλά και αξιόλογα βυρσοδεψεία.

Η Σάμος είχε μείνει έρημη για έναν περίπου αιώνα, από το 1479, όταν οι κάτοικοί του μη αντέχοντας τις επιδρομές των κουρσάρων μετανάστευσαν ομαδικά στη Χίο, ως το 1562, όταν οι Οθωμανοί για να προσελκύσουν εποίκους έδωσαν στο νησί σημαντικά προνόμια. Έτσι στη Σάμο ήρθαν έποικοι από πολλά μέρη. Τα ονόματα πολλών χωριών (Μυτιληνιοί, Βουρλιώτες, Αρβανίτες, Πύργος, Παγώνδας –από τον Παγώνδα Ευβοίας), μαρτυρούν αυτόν τον εποικισμό.

Νησί ατίθασων ναυτικών η Σάμος ξεσηκώθηκε από τις πρώτες ελληνικές περιοχές το ’21 και αντιμετώπισε νικηφόρα κάθε απόπειρα των Τούρκων να πατήσουν το πόδι τους στο έδαφος της, μόλο που είναι σχεδόν κολλημένη στην Τουρκία. Διαμορφωθηκε τότε στο νησί ένα ιδιόμορφο καθεστώς, ημιαυτόνομο από την υπόλοιπη Ελλάδα, με πολύ έντονα δημοκρατικά χαρακτηριστικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 73 Σχόλια »

Η γέννησις, ένα ποίημα του Άχθου Αρούρη

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2012

Ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος (1903-1977), ίδιο ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο με μένα (μέχρι και ίδιο ΑΦΜ, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία), χρησιμοποιούσε όταν ήταν νέος το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, και μ’ αυτό δημοσίευε ποιήματα στις εφημερίδες της Μυτιλήνης πριν από τον πόλεμο.

Άχθος αρούρης είναι βέβαια φράση ομηρική (Ιλιάδα Σ104) και σημαίνει «βάρος της γης», παναπεί «άχρηστος άνθρωπος». Τον μεσοπόλεμο ήταν πολύ της μόδας τα φιλολογικά ψευδώνυμα που φτιάχναν ονοματεπώνυμο από ένα αρσενικό και τη γενική ενός θηλυκού, π.χ. Άγγελος Δόξας ή Ρώμος Φιλύρας ή Στέφανος Δάφνης -αυτά είναι τα πετυχημένα, γιατί υπήρχαν και πολλά που σήμερα ακούγονται κάπως αστεία, π.χ. Όλμος Περάνθης και άλλα που προτιμώ να μην τα αναφέρω. Δεν ξέρω αν η επιλογή του ψευδωνύμου από τον παππού μου αντιπροσώπευε και μια υποδόρια κριτική σ’ αυτή τη μόδα.

Τις Κυριακές βάζω συνήθως λογοτεχνικό θέμα, οπότε σήμερα σκέφτηκα να βάλω ένα ποίημα του παππού μου, ένα ποίημα θρησκευτικό -ή αντιθρησκευτικό. Λέγεται «Γέννησις» και γράφτηκε παραμονή χριστουγέννων του 1937, στη Σάμο. Θα μπορούσα να το βάλω την εποχή των Χριστουγέννων, αλλά αυτό ίσως θεωριόταν βλάσφημη ενέργεια, οπότε το βάζω τώρα, σε ανύποπτο όπως λέμε χρόνο.

Άλλα ποιήματα του Άχθου Αρούρη υπάρχουν στο βιβλίο «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» που έγραψε ο πατέρας μου, Δημήτρης Σαραντάκος, από τις εκδόσεις Ερατώ, που όμως έχει δυστυχώς εξαντληθεί -σκέφτομαι να το επανεκδώσω, ίσως σε ηλέκδοση. Κάποια ποιήματα έχω βάλει σε μια ειδική σελίδα στον παλιό μου ιστότοπο.

Χωρίς να είμαι αντικειμενικός, βρίσκω πολύ αξιόλογο το ποίημα αυτό του παππού μου. Με χαρά βλέπω ότι έχει αναδημοσιευτεί αρκετά στο Διαδίκτυο. Μάλιστα, είδα ότι ο Γιώργος ο Πήττας, που είχαμε φιλία όταν ήμασταν έφηβοι στο Φάληρο και τώρα έχω ξαναβρεί τα ίχνη του διαδικτυακώς, έχει φτιάξει κι ένα βιντεάκι στο οποίο απαγγέλλει το ποίημα του παππού μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Δημήτρης Σαραντάκος, Θρησκεία, Ποίηση, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , | 47 Σχόλια »