Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σέρβιος Ονοράτος’

Πας μη Έλλην βάρβαρος -αλλά ποιος το είπε;

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2014

Tο σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός πολύ καλού άρθρου του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί κατακαλόκαιρο πριν από πέντε χρόνια κι έτσι δεν θα το ξέρουν πολλοί από τους σημερινούς αναγνώστες. Το παλιό εκείνο άρθρο είναι ένα από τα αγαπημένα μου, όχι για όσα έγραψα εγώ αλλά για όσα βρέθηκαν χάρη στη συλλογική σοφία του ιστολογίου (δείτε τα πρώτα σχόλια και θα καταλάβετε) -ουσιαστικά, αυτό που θα διαβάσετε σήμερα είναι ένα πολύ διαφορετικό άρθρο. Ενδιάμεσα έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, αλλά στο Διαδίκτυο και στο ιστολόγιο δεν υπήρχε και ήταν αδικία, αφού χάρη στο Διαδίκτυο και στο ιστολόγιο συμπληρώθηκε. Οπότε, επανορθώνω.

Η ιστορία της λέξης ‘βάρβαρος’ είναι εκτενέστατη και φορτισμένη· βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτήν, οπότε με όσα θα γράψω απλώς θα ξύσω την επιφάνεια. Στον Όμηρο δεν απαντά η ίδια η λέξη, βρίσκουμε όμως το επίθετο βαρβαρόφωνος (Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων, Β867). Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, η Κασσάνδρα αρχικά παρουσιάζεται βουβή, επειδή μιλάει βάρβαρη γλώσσα (βάρβαρον φωνήν κεκτημένη, στίχος 1051), που μάλιστα ακούγεται σαν του χελιδονιού (χελιδόνος δίκην) κι έτσι χρειάζεται διερμηνέα (ερμηνέως … δείσθαι, στ. 1062-3). Αρχικά λοιπόν, η λέξη ‘βάρβαρος’ σήμαινε τον ξένο, τον αλλόγλωσσο, αυτόν που δεν μιλάει τη δική μας γλώσσα, που μιλάει μιαν αλλόκοτη γλώσσα που ακούγεται σαν «μπαρ-μπαρ-μπαρ». Βέβαια, και μόνο η τέτοια επισήμανση της διαφορετικότητας έχει μιαν υπόρρητη υποτιμητική απόχρωση. Στις εξιστορήσεις των μηδικών πολέμων, η λ. ‘βάρβαρος’ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους Πέρσες (μάλιστα ο Αισχύλος στους Πέρσες, στ. 255, εμφανίζει τον Πέρση αγγελιοφόρο να αναγγέλλει: «στρατός γαρ πας όλωλε βαρβάρων»).

Μετά τους μηδικούς πολέμους, η υποτιμητική απόχρωση είναι πλέον σαφής· εμφανίζεται η αξιολογική κρίση και αρχίζει η λέξη ‘βάρβαρος’ να σημαίνει «άξεστος, ακαλλιέργητος», π.χ. στις Νεφέλες του Αριστοφάνη ο Σωκράτης λέει για τον Στρεψιάδη «άνθρωπος αμαθής ουτοσί και βάρβαρος». Οι άλλες σημασίες παραμένουν. Λογουχάρη, ο ίδιος Αριστοφάνης χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη τη λέξη ‘βάρβαρος’ για να δηλώσει τους αλλοδαπούς και ειδικά τους Πέρσες, ενώ στους Όρνιθες (στ. 199) ο Έποπας καυχιέται ότι δίδαξε στα πουλιά να μιλάνε ενώ πριν ήταν βάρβαρα, δηλ. αλλόγλωσσα («εγώ γαρ αυτούς βαρβάρους όντας προ τού εδίδαξα την φωνήν»). Αλλά και το ρ. βαρβαρίζω έχει στα αρχαία πολλές σημασίες· μπορεί να σημαίνει «μιλάω ξένη γλώσσα», «μιλάω σπασμένα ελληνικά» ή «κάνω γραμματικά λάθη, σολοικισμούς».

Όλα τα παραπάνω τα αναλύει αρκετά εύστοχα ο Στράβωνας σε ένα απόσπασμά του, που επειδή είναι μεγαλούτσικο θα το παραθέσω μόνο σε μετάφραση (Η μετάφραση είναι της Παρασκευής Κοτζιά, από το άρθρο της «Ο λόγος των ‘βαρβάρων’ στην αρχαία ελληνική γραμματεία», στον συλλογικό τόμο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α. Χριστίδης, Ινστιτούτο Νεοελλ. Σπουδών. Το ίδιο άρθρο περιέχει πολλά ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα μας):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 113 Σχόλια »