Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Σέρμπο Ιβάνοφσκι’

Το πουκάμισο (διήγημα του Σέρμπο Ιβάνοφσκι)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2018

Μια και η γειτονικη χώρα χωρίς όνομα βρίσκεται στην επικαιρότητα και μάλιστα σήμερα γίνεται στη Θεσσαλονίκη συλλαλητήριο που εχει στόχο να τορπιλίσει την πιθανότητα συμφωνίας σε σύνθετη ονομασία, λες και δεν μάθαμε τιποτα από τα καζάντια μας με τα συλλαλητήρια του 1992, είπα να βάλω ένα διήγημα γραμμένο σε μια γλώσσα ανύπαρκτη. Ευχαριστώ τον φίλο Γιώργο Μάντζιο που το έθεσε υπόψη μου.

Πρόκειται για το «Πουκάμισο» του Σέρμπο Ιβάνοφσκι (1928) και είναι παρμένο από το βιβλίο του Κώστα Βαλέτα «Ανθολογία διηγήματος της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αίμος υποθέτω στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η μετάφραση από την ανύπαρκτη γλώσσα στα ελληνικά είναι του Μίτο Αργιρόφσκι.

ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

— Ήμασταν τρεις, μικρέ, είπε αυτός.

Γι’ αυτόν όλοι ήσαν μικροί. Ακόμα κι εγώ, παρόλο που αυτός ήταν δυο πιθαμές πιο κοντός από μένα.

—Ήμασταν τρεις, μικρέ, επανέλαβε αυτός. Το πρωί όταν πεινούσαμε ή όταν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή της Λίλας, της υπηρέτριας του νοικοκύρη, με γυμνές γροθιές σπάζαμε τα κεραμίδια. Δεν το πιστεύεις; Αχ, από δέκα έσπαζα με το δεξί. Απλούστατα τα έκοβα στα δυο. Αυτή πάλι γελούσε χαρούμενα, η μικρή. Χτυπούσε παλαμάκια από χαρά. Οπωσδήποτε καταλάβαινε γιατί τα σπάζαμε. Να το πει του νοικοκύρη; Όχι! Κι αυτή χαίρονταν απ’ το σπάσιμο, μικρέ.

Αλλά ξέρεις. Το πολύ το Κύριε ελέησον, το βαριέται κι’ ο παπάς. Το βαρεθήκαμε κι αυτό το σπάσιμο. Την βαρεθήκαμε κι αυτήν και την θεωρούσαμε σαν ξένη. Μπορεί, επειδή έγινε μια συνηθισμένη αγαπητικιά. Όχι, κανένας από μας δεν ήταν ο τυχερός. Βρήκε αυτή τον αγροφύλακα και μετά την απόλυσαν Το παράκαναν, κατάλαβες; Μείναμε μονάχοι μας. Με κείνη την αιώνια μονοτονία. Όλα είχαν μελετηθεί και είχαν γίνει. Μα η σεζόν συνέχιζε. Νά, όπως και τώρα: φεύγει ο Σεπτέμβρης, μα η κάθε μέρα και καλύτερη από την προηγούμενη, λες κι έρχεται μόνο για κεραμίδια. Εκείνες τις πρώτες μέρες μιλούσαμε όλο για τα σπίτια μας. Πάντοτε τον Σεπτέμβρη για το σπίτι γίνεται λόγος. Κατόπι κι αυτές οι συζητήσεις τελειώσανε. Δεν είχαμε πια για τι να κουβεντιάσουμε. Απόμειναν μονάχα τα δώρα που δεν τα είχαμε αγορασμένα. Γι’ αυτό και πηγαίναμε στην πόλη. Κάθε μέρα αγοράς όλο και κάποιος θα πήγαινε. Αγοράζαμε παπούτσια ή παντελόνια για τον χειμώνα. Αγόραζε κανένας και φουστάνι για τις γυναίκες. Όταν γυρίζεις από την ξενιτιά πρέπει κάτι να φέρεις στο σπίτι. Βέβαια, αυτή ήταν η ζωή μας, μικρέ. Και τα κεραμίδια, φυσικά, αυτό εννοείται. Ήταν ο αιώνιος ακόλουθός μας, αν και πάντοτε προσπαθούσαμε να τα ξεχάσουμε. Όπως και τώρα, γέλασε αυτός πονηρά. Και μέσα σ’ αυτή τη μονοτονία ήρθε κι’ αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , | 305 Σχόλια »