Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘σεντέφι’

Φίλντισι, μια ωραία λέξη

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2019

Επειδή χτες είχα μια δουλειά και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο, και μάλιστα από τους πρώτους μήνες του ιστολογίου, αφού η αρχική του δημοσίευση έγινε λίγο πριν συμπληρώσει τρεις μήνες ζωής το ιστολόγιο -και στη συνέχεια μπήκε και στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Τυχαία ξαναείδα το παλιό αυτό άρθρο πριν από λίγες μέρες, και μου άρεσε, οπότε σκέφτηκα σήμερα να το επαναλάβω, αν και τελικά το άλλαξα κάμποσο και πρόσθεσα και καινούργιο υλικό.

Φίλντισι είναι, καταρχήν, το ελεφαντόδοντο. Ωραία λέξη είναι, εξαιρετικά εύηχη, ενδιαφέρουσα ιστορία έχει, ας την κοιτάξουμε.

Φιλντισένιος αλφίλ από το νησί Λιούις

Στα ελληνικά, λέμε ελέφαντας, ελέφας στα αρχαία ελληνικά και από εκεί πέρασε στις δυτικότερες ευρωπαϊκές γλώσσες κι έχουμε το εγγλέζικο elephant και τα άλλα. Όμως στα αρχαία, ‘ελέφας’ ήταν και το ελεφαντόδοντο και το ζώο ο ελέφαντας, και μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αρχαίοι πρώτα θα είδαν αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και μετά ελέφαντες. Στον Όμηρο τουλάχιστον όλες οι εμφανίσεις της λέξης ‘ελέφας’ (αν δεν μου ξέφυγε καμία) αφορούν το ελεφαντόδοντο, όχι το ζώο. Για παράδειγμα, στο δ της Οδύσσειας ο Τηλέμαχος παινεύει την πολυτέλεια που βλέπει στο παλάτι του Νέστορα, όπου

χρυσοῦ τ’ ἠλέκτρου τε καὶ ἀργύρου ἠδ’ ἐλέφαντος

ή, στη μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη, «το μάλαμα και το ήλεχτρο, τὸ φίλντισι, τ’ ασήμι».

Βρίσκω επίσης πως η λέξη απαντά ήδη στη Γραμμική Β΄ ως e-re-pa. Ανατολικό δάνειο λοιπόν, μάλλον από μικρασιάτικη γλώσσα, αλλά η ετυμολογία της λέξης έχει κάποιες δυσκολίες  –όποιος θέλει, τις βρίσκει στο ετυμολογικό του Σαντρέν.

Aντίθετα, στα μεσαιωνικά χρόνια, η λ. ‘ελέφας’ ή ‘ελέφαντας’ σημαίνει μόνο το ζώο, ενώ υπάρχουν και παραλλαγές, όπως ‘αλέφαντας’ ή ‘αλέφας’. Σε κάποια από τις παραλλαγές της Φυλλάδας του Μεγαλέξαντρου διαβάζω ότι «Ο Πώρος όρθωσεν πενήντα χιλιάδες αλέφαντους και εις πάσα αλέφαντον όρθωσεν ωσάν πύριγος απάνου». Προφανώς από εκεί ετυμολογείται το επώνυμο του γνωστού προπονητή.

Στα λατινικά, το ελεφαντόδοντο είναι ebur· κι αυτή η λέξη δάνειο είναι, μάλλον από τα αιγυπτιακά. Το ζώο όμως, ο ελέφαντας, λέγεται αλλιώς: elephas ή elephantus, ολοφάνερο δάνειο από τα ελληνικά. Βλέπετε, τους ελέφαντες τους γνώρισαν από πρώτο χέρι από την εκστρατεία του Πύρρου, όπου παραλίγο να πάθουν τη νίλα, και τούς έμεινε ζωντανή η ανάμνηση. Από το ebur το λατινικό, ή μάλλον από το επίθετο ebureus (φιλντισένιος) βγαίνει το ιταλικό avorio, το γαλλικό ivoire κι από εκεί το αγγλικό ivory.

Πιο πέρα, όχι. Οι Ισπανοί έχουν marfil και οι Πορτογάλοι marfin, κι αυτό δεν είναι η τράπεζα του Βγενόπουλου, είναι λέξη «συγγενική» με το φίλντισι. Τι κοινό έχει το marfil με το φίλντισι; Το «φιλ». Φιλ είναι ο ελέφαντας στα αραβικά. Στα αραβικά, το φίλντισι το λένε αζμ-αλ-φιλ, το κόκαλο του ελέφαντα. Οι Ισπανοί το είπαν almalfil, και κάποια στιγμή το αρχικό al θεωρήθηκε αραβικό άρθρο και έπεσε: malfil και μετά marfil.

Εμείς, το φίλντισι το πήραμε από τους Τούρκους. Φιλ ο ελέφαντας, ντις το δόντι, ι η κτητική αντωνυμία, παναπεί φίλντισι = ο ελέφαντας-το δόντι του, έτσι αγαπάνε να φτιάχνουν σύνθετες λέξεις οι Τούρκοι. Και οι Ρουμάνοι πήραν τη λέξη από τα τούρκικα, τη λένε fildeș. Υπάρχει και επώνυμο -είχα στον στρατό γνωρίσει έναν Φιλντίση, και υπάρχει και η συγγραφέας, Σοφία Φιλντίση. Βλέπω πως το επώνυμο είναι συχνό στη Μεσσηνία (Κοπανάκι, Κυπαρισσία).

Με τον «φιλ» όμως δεν ξεμπερδέψαμε ακόμα, όπως θα σας πει κάποιος διαβασμένος σκακιστής. Θα μου πείτε, υπάρχει ελέφαντας στο σκάκι; Στο σημερινό δυτικό σκάκι όχι, υπήρχε παλιότερα όμως, στο αραβοπέρσικο σκάκι. Και ποιο τάχα κομμάτι να είναι ο διάδοχος του αραβοπέρσικου σκακιστικού ελέφαντα, που λεγόταν, στα αραβικά, αλ-φιλ; Θα περίμενε κανείς να είναι ο πύργος, το πιο βαρύ κομμάτι· όχι όμως, είναι ο αξιωματικός, ο φου, ο τρελός, κομμάτι κομψό και ελαφρό. Βλέπετε, ο αραβικός σκακιστικός ελέφαντας ήταν ένα μάλλον αδύνατο κομμάτι, που μπορούσε να κινείται μόνο κατά δύο τετράγωνα διαγωνίως, αλλά μπορούσε να υπερπηδά το διαγώνια γειτονικό του τετράγωνο αν ήταν κατειλημμένο, όπως δηλαδή κάνει το άλογο.

Η αραβική λέξη πέρασε στην Ευρώπη με το άρθρο κολλημένο ως al-fil, από όπου και το σημερινό ισπανικό alfil. Όμως στην Ευρώπη δεν υπήρχαν ελέφαντες, κι έτσι οι ευρωπαίοι προσπαθούσαν, με λαϊκή ετυμολογία, να ερμηνεύσουν αυτό το περίεργο alfil, έτσι οι Ιταλοί το είπαν alfiere (σημαιοφόρο), ενώ οι γάλλοι το συσχέτισαν με το fol, fou, που σημαίνει τρελός αλλά και γελωτοποιός· κι έτσι βάφτισαν fou αυτό το περίεργο κομμάτι που βρισκόταν πλάι στο βασιλιά και κινιόταν περίεργα. (Η εικόνα του άρθρου

Η ονομασία πέρασε και στα ρουμάνικα και στα ελληνικά, όπου στα χρόνια τα δικά μου τον «αξιωματικό» τον έλεγαν ‘τρελό’ και ‘φου’. Αν και έχω δεκαετίες να πατήσω σε σκακιστικό σύλλογο, οι φίλοι μου σκακιστές με πληροφορούν ότι τα παιδιά σήμερα λένε κυρίως ‘αξιωματικός’ αλλά το ‘φου’ ακόμα αντέχει, ίσως επειδή είναι μονοσύλλαβο. Αντίθετα, ο ‘τρελός’ χρησιμοποιείται μόνο από μεγαλύτερους στην ηλικία παίχτες –όσο κι αν ο σκακιστικός τρελός έχει περάσει στην αθανασία χάρη στο ποίημα του Αναγνωστάκη (…μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω / που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει).

Το φίλντισι το λέμε ελεφαντόδοντο ή ελεφαντοστό (ελεφαντοστούν στην καθαρεύουσα). Οι λέξεις αυτές δεν είναι αρχαίες, βλέπω στον Κουμανούδη ότι πρωτοεμφανίστηκαν γύρω στο 1870-1880 ή τουλάχιστον τότε τις κατέγραψε ο ίδιος. Μη με ρωτήσετε πώς το λέγαν στα ελληνικά το ελεφαντόδοντο πριν δανειστούν το φίλντισι, διότι δεν ξέρω. Στο μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά βρίσκω τα ουσιαστικοποιημένα επίθετα ‘το ελεφάντινον’ και ‘το ελεφάντειον’ που σήμαιναν «ελεφαντόδοντο». Βέβαια, το επίθετο ‘ελεφάντινος’ είναι αρχαίο, θυμόμαστε όλοι τα χρυσελεφάντινα αγάλματα του Δία και της Αθηνάς.

Πάντως, λατινογενές δάνειο δεν βρίσκω στα λεξικά, ή μάλλον βρίσκω στον Δημητράκο το ‘αβόριον’, αλλά το βρίσκω όχι σαν λήμμα αλλά μόνο στο ερμήνευμα της λέξης ελεφαντοστούν. (Παρεμπιπτόντως, το να έχεις μια λέξη σε ερμήνευμα και να μην έχεις λήμμα γι’ αυτή τη λέξη είναι θαρρώ χοντρό λεξικογραφικό φάουλ, αλλά αυτό συμβαίνει και στα καλύτερα λεξικά). Το ‘αβόριο’ το βρίσκω και σήμερα στο Γκουγκλ, λίγες φορές όμως και μόνο σαν ονομασία χρώματος, που πρέπει να είναι (αλλά δεν παίρνω κι όρκο) συνώνυμο με το ιβουάρ, το οποίο είναι ένα είδος άσπρο (η γυναίκα μου ανατριχιάζει από την ιεροσυλία, διότι βέβαια άλλο ιβουάρ και άλλο άσπρο, και άλλο οι άλλες τριανταέξι ανάμεσά τους αποχρώσεις). Επίσης, τώρα τελευταία χρησιμοποιείται το εθνωνύμιο Ιβοριανός, για όσους κατάγονται από την Ακτή Ελεφαντοστού, Côte d’Ivoire γαλλιστί (και διεθνώς, μια και η κυβέρνηση της χώρας έχει ζητήσει να αποκαλείται έτσι από όλες τις χώρες), που είναι πολύ βολικό διότι πώς αλλιώς να τους πεις; Ακτελεφαντοστιανούς; Αλλά δεν θα επεκταθώ και στην ιστορία της χώρας αυτής, θα παραπάει μακριά η βαλίτσα, κι ας έχει φιλντισένιο χερούλι.

Το φίλντισι μοιάζει με το σεντέφι (από τουρκικό sedef, περσικής προέλευσης), που λέγεται και μάργαρος και είναι η ουσία που καλύπτει το εσωτερικό κάποιων οστράκων. Από το φίλντισι και από το σεντέφι κατασκευάζονται συναφή αντικείμενα, π.χ. λαβές μαχαιριών, γι’ αυτό πολλοί τα μπερδεύουν. Το λεξικό Τριανταφυλλίδη δέχεται καταχρηστικά σαν δεύτερη σημασία της λ. ‘φίλντισι’ το σεντέφι, ενώ τα νεότερα (Μπαμπινιώτη, Χρηστικό, ΜΗΛΝΕΓ) δίνουν απλώς ως πρώτη σημασία της λ. φίλντισι το ελεφαντόδοντο και δεύτερη τον μάργαρο, το σεντέφι. (Στην πρώτη του έκδοση το λεξικό Μπαμπινιώτη διέπραξε εδώ μια μεγαλόπρεπη γκάφα, διότι έλεγε ότι φίλντισι είναι ο μάργαρος μόνο. Και από ένα λαθοθηρικό λεξικό, ένα τέτοιο λάθος παίρνει τρίδιπλες διαστάσεις). Ευτυχώς το διόρθωσαν.

Από το φίλντισι φτιάχναν πράγματι πολυτελή και φίνα αντικείμενα από τα πανάρχαια χρόνια· το δώρο που δίνει ο Ευρύαλος στον Οδυσσέα στο θ της Οδύσσειας έχει «κολεόν νεοπρίστου ελέφαντος» (νιοπριόνιστο φηκάρι φιλντισένιο μεταφράζει ο Εφταλιώτης), ενώ και ο θρόνος της Πηνελόπης είναι «τορνευτός με φίλντισι και ασήμι» (ελέφαντι και αργύρω). Υπάρχουν όπως είπαμε και τα χρυσελεφάντινα αγάλματα, που ήταν από ελεφαντόδοντο επενδυμένο με πλάκες χρυσού.

Η Αφροδίτη των σπηλαίων

Μάλιστα, κατά σύμπτωση, την εποχή που γράφτηκε το αρχικό άρθρο, τα διεθνή πρακτορεία δημοσίευσαν την είδηση πως βρέθηκε σε γερμανικό σπήλαιο ένα πανάρχαιο αγαλματίδιο από χαυλιόδοντα μαμούθ, ηλικίας, λέει, 35.000 ετών –να που και οι Γερμανοί χόμο σάπιενς έθεταν τις βάσεις της τέχνης σε μια εποχή που ο δικός μας ο αρχάνθρωπος κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Το φιλντισένιο αυτό έργο τέχνης είχε υπερτονισμένα τα γυναικεία του χαρακτηριστικά, πράγμα που έδωσε στους δημοσιογράφους την αφορμή να το ονομάσουν «Αφροδίτη των σπηλαίων». Θα μπορούσαμε άραγε να το πούμε φιλντισένιο, αφού δεν είναι από ελεφαντόδοντο αλλά από… μαμουθόδοντο; Πιστεύω ναι, η λέξη ‘φίλντισι’ έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια. Αντίθετα, αν πεις «ελεφαντόδοντο μαμούθ» κάποιοι θα χαμογελάσουν ή θα ενοχληθούν.

Παρόμοιες εικόνες για φιλντισένια κομψοτεχνήματα βρίσκουμε και στα δημοτικά μας τραγούδια, π.χ. «Μαλαματένιο τ’ αργαλειό και φίλντισι το χτένι», αλλά και η «Φιλντισοκοκαλένια» που την έκανε γνωστή και ευρύτερα η Μαρίζα Κωχ:

Φίλντισι βρίσκουμε όμως και στα ρεμπέτικα, αφού από «φίλντισι και μάλαμα» θα ’ναι ο μπαγλαμάς που θα πάρει δώρο στον αγαπημένο της μάγκα η πριγκιπέσα που ’ρχεται από το Μαρόκο μέσα κι έχει λίρα με ουρά, στο γνωστό ρεμπέτικο.

Μόνο που κάθε χτένι και κάθε κομψοτέχνημα σημαίνει κι ένας ελέφαντας που έχασε τους χαυλιόδοντές του και τη ζωή του. Σήμερα το εμπόριο απαγορεύεται ή διέπεται από δρακόντειες ρυθμίσεις, αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι. Τον 19ο αιώνα χρησιμοποιούσαν ελεφαντόδοντο για κουμπιά και για μπουτόν, για πλήκτρα του πιάνου και για τις μπάλες του μπιλιάρδου, και χιλιάδες ελέφαντες θυσιάζονταν κάθε χρόνο για να παίζουν οι Ευρωπαίοι μπιλιάρδο –στην πλάτη τους, θα λέγαμε. (Κάπου διάβασα πως η Αγγλία χρειαζόταν ελεφαντόδοντο από 4.000 ελέφαντες το χρόνο). Βρέθηκε τελικά, το 1910 περίπου, ένας δαιμόνιος Βέλγος από τη Γάνδη, ο Λέο Μπέκελαντ (Baekeland), ένας καταπληκτικός εφευρέτης που επινόησε ένα σωρό πράγματα (π.χ. το φωτογραφικό χαρτί) και που βέβαια τον κράτησε η ρουφιάνα η Αμερική. Ο Μπέκελαντ λοιπόν εφεύρε τον βακελίτη (που του ’δωσε και τ’ όνομά του) αλλά ο ξολοθρεμός των ελεφάντων δεν σταμάτησε.

Οπότε, καλύτερα σεντέφι, σκέφτομαι. Εκτός κι αν έχουν αρχίσει να λιγοστεύουν και τα όστρακα.

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 202 Σχόλια »